Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

4 ΜΑΡΤΙΟΥ 1851. ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ*

 

Ὁ δαφνοστεφὴς Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ

 ὁ γόης συγγραφεὺς Ζαχαρίας Παπαντωνίου μὲ τὰ γελαστὰ εἰδώλιά του

 

Τὸ 1912, τὸν Μάρτιο, γενέθλιο μῆνα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, κυκλοφορεῖ τὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ Ὁ Καλλιτέχνης, «Εἰκονογραφημένον περιοδικὸν ἐκδιδόμενον ἐν Ἀθήναις» ὅπως αὐτοπροσδιορίζεται, μὲ ἐξώφυλλο τὴ φωτογραφία τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη διακοσμημένη μὲ χρωμολιθογραφικὰ στολίδια τοῦ γλύπτη, ζωγράφου καὶ εἰκονογράφου Π. Ι. Ρούμπου (1873-1942).

Ὁ Καλλιτέχνης, ἐξώφυλλο.
Ἡ φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη 
εἶναι τοῦ Γ. Χατζόπουλου (1908).   

Στὴν ἐφ. Ἐμπρὸς στὸ φύλλο τῆς 29ης Μαρτίου 1912 σχολιάζεται ἡ ἔκδοση τὴν προηγουμένη, 28η Μαρτίου 1912  τοῦ νέου τεύχους  24 τοῦ περιοδικοῦ   Καλλιτέχνης, ἀπὸ τὸν ἀνώνυμο ἀρθρογράφο τῆς στήλης «ΠΕΝΝΙΕΣ». Δηλώνει πὼς ἕναν χρόνο μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, τὸ περιοδικὸ τιμῶντας τὴν μνήμη του, πέραν τοῦ καλλιτεχνικοῦ ἐξωφύλλου μὲ τὴν φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη, ξεκινᾶ τὴ δημοσίευση δύο ἀνεκδότων διηγημάτων του, «Δημαρχίνα νύφη» ωκαὶ «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ». 

Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου

Τέλος ὁ ἀρθρογράφος ἐπισημαίνει, πέραν τῶν ὑπολοίπων περιεχομένων τοῦ τεύχους, καὶ τὸ γεγονὸς τῆς δημοσίευσης γελοιογραφικῶν πορτραίτων τοῦ Καρπενησιώτη ‒μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Γρανίτσα τῶν ἱστορικῶν Ἀγράφων‒ λογίου-δημοσιογράφου Ζαχαρία Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877 - Ἀθήνα 1940), ποὺ ἀναδεικνύουν καὶ τὴν εἰκαστικὴ πλευρὰ τοῦ ἔργου του:

«Τραγούδια τοῦ Θεοῦ»,
Ὁ Καλλιτέχνης 24 (1912) 423. 

 

—Ὡραιότατος ὁ «Καλλιτέχνης» τοῦ Μαρτίου ποὺ ἐξεδόθη χθές.

—Τὸ πολύχρωμον ἐξώφυλλόν του εἶναι τιμητικῶς ἀφιερωμένον εἰς μνήμην τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὴν δαφνοστεφῆ εἰκόνα τοῦ διηγηματογράφου.

—Εἰς τὸ τεῦχος αὐτὸ ἀρχίζει ἡ δημοσίευσις τῶν ἀνεκδότων διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη. Δημοσιεύονται δύο χαρακτηριστικώτατα τῆς τέχνης του, ἡ «Δημαρχίνα νύφη» καὶ τὰ «Τραγούδια τοῦ Θεοῦ».

—Ἐπίσης μεταξὺ τῶν ἐκλεκτῶν περιεχομένων τοῦ μοναδικοῦ μας φιλολογικοῦ περιοδικοῦ διακρίνομεν χαρακτηρισμὸν περὶ τοῦ ποιητοῦ Ἐπαμ. Δεληγιώργη, ὑπὸ Κ. Οὐράνη, καὶ ὡραίας μεταφράσεις τῶν γαλλιστὶ ἐκδοθέντων ποιημάτων του ὑπὸ Ν. Καρβούνη.

—Καὶ εἰς τὸ τεῦχος αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖον ὁ «Καλλιτέχνης» συνεπλήρωσεν αἰσίως τὸ β΄ ἔτος τῆς ἐκδόσεώς του, δημοσιεύονται ἀκόμη ὁ «Νιτσεϊσμὸς ὡς κοινωνικὴ θεωρία», ὁ «Φταίστης» διήγημα τοῦ κ. Βουτυρᾶ, τὸ «Φεγγαροπούλι» διήγημα τοῦ Χάρη Ἐπαχτίτη κλπ.

—Καὶ μία ἔκπληξις, ἡ συνέχεια τῶν περιφήμων γελοιογραφικῶν πορτραίτων τοῦ κ. Ζαχαρίου Παπαντωνίου».

 

Ὁ διευθυντὴς τοῦ Καλλιτέχνη Γεράσιμος Βῶκος (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927) σχολιάζει ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ περιοδικοῦ πὼς μὲ ἀφορμὴ τὸν ἀποκρηάτικο ἑορτασμὸ τοῦ 1912 συναντήθηκε πρὸς διασκέδασιν καὶ ἀναψυχήν, σὲ ἀπόμερο καφενεῖο τῶν Ἀθηνῶν, μὲ λογοτεχνικὴ συντροφιὰ τῆς ἐποχῆς: Στέφανος Μαρτζώκης, Ἰωάννης Γρυπάρης, Ἀνδρέας Καρακαβίτσας, Ἰωάννη Βλαχογιάννης καὶ Ζαχαρίας Παπαντωνίου.


Ἐκεῖ ἀναφέρει ὅτι ὁ Παπαντωνίου, ὁ πνευματώδης χρονογράφος καὶ γόης συγγραφεύς, ἀλλὰ καὶ γελοιογράφος ἐξ ἴσου ἐκλεκτός, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει, φιλοτέχνησε σκίτσα λογίων καὶ εἰκαστικῶν. Μεταξὺ αὐτῶν ξεχωρίζουν αὐτὸ τοῦ ἀδελφοῦ του Χαρίλαου Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1867-Ἀθήνα 1932) μὲ αὐτὸ τὸ βυζαντινὸν ἀσκητικὸν πρόσωπον, τοῦ εἰκαστικοῦ Πέτρου Ρούμπου ποὺ φιλοτέχνησε τὸ ἐξώφυλλο τοῦ περιοδικοῦ τὸν συμπαθῆ καλλιτέχνην μὲ τὸ ἐταστικὸν καὶ διερευνητικὸν βλέμμα καὶ μὲ τὰ γωνιώδη καὶ ὀξέα χαρακτηριστικά, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ διευθυντῆ τοῦ περιοδικοῦ Γεράσιμου Βώκου· ἡ ἀσχημοτέρα ἀπὸ ὅλες μουτζοῦνα τῆς ἀποκρηάτικης βραδυᾶς, ὅπως χαριτολογικὰ σχολιάζει τὸ γελοιογραφικό του πορτραῖτο.

Ὁ Γερ. Βῶκος, καταλήγει ἐκφράζοντας τὸν θαυμασμὸ καὶ τὰ συγχαρητήριά του στὸν Ζαχαρία Παπαντωνίου γιὰ τὰ γελαστὰ εἰδώλιά του, σημειώνοντας μάλιστα πώς κατατάσσει τὴν ἀποκρηάτικη αὐτὴ βραδυὰ ὡς μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες τῆς ζωῆς του: 

 

Τὴν τελευταίαν Κυριακὴν τῶν Ἀπόκρεω μία ὁμὰς φίλων καὶ συναδέλφων πρὸ τοῦ καταλήξῃ εἰς ἕνα βακχικὸν συμπόσιον, ὅπου ἦλθαν θριαμβευτικῶς ἐπευφημούμενοι οἱ κ. κ. Μαρτζώκης, Καρκαβίτσας, Βλαχογιάννης, Γρυπάρης, ἐπέρασε λίγες εὐχάριστες ὧρες σὲ ἕνα ἀπόμερο καφενεῖο. Ἐκεῖ ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὁ ὁποῖος ὅταν θέλῃ δὲν εἶναι μόνον πνευματώδης χρονογράφος καὶ γόης συγγραφεύς, ἀλλὰ καὶ γελοιογράφος –πιστεύομεν ἐξ ἴσου ἐκλεκτός– εἶχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα γελαστὰ εἰδώλια εἰς τὴν γελοιογραφικήν του πινακοθήκην,

...Ἔπειτα ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ζαχαρίου Παπαντωνίου κ. Χαρίλαος Παπαντωνίου. Ἡ γραμμὴ ποὺ περνᾶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βυζαντινὸν ἀσκητικὸν πρόσωπον εἶναι σὰν οἱ ἀστραπὲς τοῦ πνεύματός του ποὺ ἔχει τὴν ὁρμὴν τὴν ὁποίαν ἀπὸ πέρισυ ἤρχισε γνωρίζων εἰς τὸ κοινὸν ὁ "Καλλιτέχνης". Μὲ θαυμαστὴν εὐχέρειαν, μὲ μοναδικὴν ἀνεύρεσιν τῆς χαρακτηριστικῆς γραμμῆς ἀπέδωκε τὰς γελοιογραφίας τῶν ἀπαρτιζόντων τὸν ὅμιλον αὐτόν.

... Ἀλλὰ ποία ἐπιτυχία στὴν ἀπόδοσι τῆς φυσιογνωμίας τοῦ γλύπτου καὶ ζωγράφου κ. Πέτρου Ρούμπου! Ὅσοι γνωρίζουν τὸν συμπαθῆ καλλιτέχνην μὲ τὸ ἐταστικὸν καὶ διερευνητικὸν βλέμμα καὶ μὲ τὰ γωνιώδη καὶ ὀξέα χαρακτηριστικὰ ἀνευρίσκουν σὲ τόσο λίγες γραμμὲς ὅλην τὴν ἔκφρασιν τῆς γραφικῆς μορφῆς του.


...Ἰδοὺ τώρα καὶ ὁ ἐπίλογος τῆς ἀποκρηάτικης βραδυᾶς ἡ ἀσχημοτέρα ἀπὸ ὅλες μουτζοῦνα. Μὲ θαυμασμὸν συγχαίρομεν τὸν ἀγαπητὸν μας φίλον καὶ συνεργάτην κ. Παπαντωνίου καὶ κατατάσσομεν τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀποκρηάτικης αὐτῆς βραδυᾶς εἰς τὰς ὡραιοτέρας τῆς ζωῆς μας.

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης


* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 910/5.3.2021, σ. 15-16.

Εὐχαριστίες πολλὲς στὸν Γιάννη Μάκκα, ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ Μύριση τῶν Ἀγράφων γιὰ τὴ συνδρομή του.


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΝΗΓΙ ΘΗΣΑΥΡΟΥ

 

Ἀπὸ τὸν καλὸ φίλο τῶν Ἀγράφων καὶ τοῦ ἱστολογίου μας Ἀντώνη Ν. Παπαβασιλείου ἐκ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, ἐκ  τῶν Γρεβενῶν τῶν ὁμοιοκαταληκτούντων τῶν Βραγγιανῶν ἐλάβαμε σὲ μορφὴ κομψοῦ μερακλήδικου τετρασελίδου ἐντυπιδίου τὸ Ἀγραφοβριθὲς διήγημά του «Κυνήγι θησαυροῦ», τὸ ὁποῖο μετὰ χαρᾶς ἀναδημοσιεύουμε ἐπὶ τὸ πολυτονικώτερον, ἤγουν μετὰ πνευμάτων καὶ τόνων, πρὸς τέρψιν καὶ  ἀναψυχὴν πνευματικὴν τῶν ἀναγνωστῶν μας. Συνοδεύουμε τὴν δημοσίευση αὐτὴ μὲ τὶς εὐχαριστίες μας στὸν Ἀντώνη Παπαβασιλείου καὶ ἅπαντας τοὺς φίλους συναντιλήπτορες Δυτικομακεδόνες γιὰ τὴν πολυετῆ γόνιμη συνεργασία μας, γιὰ τὴν φροντίδα τους καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὰ Ἄγραφα καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους τους.  

 

 

ΚΥΝΗΓΙ ΘΗΣΑΥΡΟΥ

Τοῦ Ἀντώνη Ν. Παπαβασιλείου 

     


       Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ γήπεδο... Ναί, εἶχε πάει κι αὐτὸς (σὲ ἀγώνα!), παρασυρμένος ἀπὸ τὸν γείτονά του, κ. Χαράλαμπο Χαριτωνίδη, συνταξιοῦχο Διευθυντῆ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐνθουσιάστηκε, ἐξεπλάγη, καταχάρηκε. Ὀλυμπιακός - Ἄρης 0-3 (μπορεῖ, δηλαδή, νὰ ἦταν καὶ 3-0, ἀλλὰ τὸ software της μνήμης ἔχει πλέον ὁρισμένα προβλήματα). Ὅποιο καὶ νὰ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ σκὸρ ποὺ λένε καὶ οἱ κερκιδαῖοι, αὐτὸς θυμόταν νὰ ἐκσφενδονίζει (σὲ στιγμὴ ποιητικῆς ἐκλάμψεως, μὰ τὴν ἀλήθεια) κατὰ τοῦ διαιτητοῦ, ἕνα βιβλίο. Μοναδικὸν στὰ χρονικὰ τοῦ (φιλ)αθλητισμοῦ: ὁ κυρ-διαιτητὴς κόντεψε κάτω νὰ σωριαστεῖ ἀπὸ τὸ βαρὺ πυροβολικὸ τῆς λογοτεχνίας. Στὴν ἐσωτερικὴ ἀριστερὴ τζέπη τοῦ μπουφάν του (κόκκινο, ἀγορασμένο στὴ Λάρισα τὸ 1978) εἶχε ἕνα τομίδιο μὲ ποιήματα τοῦ Ἄγγλου Λυρικοῦ Byron (ὁδὸς Βύρωνος ἦταν καὶ τὸ ἐργαστήρι τοῦ πατέρα του, τσαγκαράδικο σωστὸ μὲ ὅλα τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὰ σέα του). Ἐκδόσεις "Πιγκουίνου" (μπορεῖ καὶ "Everyman"), χαρτόδετη, πλὴν ὀγκωδέστατη, τοὐλάχιστον 732 σελίδες, χωρὶς τὶς ὑποσημειώσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες, παρεμπιπτόντως, ἕλκονται σφόδρα οἱ λόγιοι Ἀγραφιῶτες. Ὁ διαιτητής, λοιπόν, ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἔριξε στὸ διάβασμα, ἂν καὶ φῆμες παρααθλητικῶν στηλῶν βοοῦσαν πὼς προτιμοῦσε τοὺς μεταμοντέρνους καὶ τὸν κύκλο τοῦ Bloomsbury. Ἄβυσσος ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.


            Τὸ θέμα, ὅμως, ἦταν πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ γήπεδο χωρὶς βιβλίο. Χωρὶς βιβλίο μαζί του! Τὸ θεωροῦσε σημάδι κακό, ἔλλειψη συντρόφου. Πῶς θὰ γυρνοῦσε τὰ στενά, πέριξ τῆς ἀρένας, ὀρφανός; Ἂς εἶναι. Κατόπιν θὰ σκεφτόταν αὐτὰ τὰ ὀντολογικά. Τώρα ἦταν ἡ σειρὰ τῶν οὐσιωδῶν: μαζὶ μὲ τὸν κ. Χαράλαμπο, τὸν φίλο του καὶ καλὸ γείτονα, βρέθηκαν στὸ ταβερνάκι "Ὁ Παράδεισος", παλιὸ καταφύγιο καὶ κατάμερο συνευωχίας γιὰ μερακλῆδες τῆς σούβλας. Ἀφοῦ θρήνησε τὴν ἀπώλεια τὴν Βυρωνικὴ (βέβαια δὲν ξανασφυρίχθηκε ἄδικο πέναλτι) καὶ κατηγόρησαν μαζὶ τὴν ἀναλγησία τῆς ἐπαγγελματικῆς διαιτησίας, ἀπήλαυσαν τὶς σπεσιαλιτὲ τῆς ἡμέρας: γουρουνοπούλα Καρπενησίου μὲ καλὸ τυρὶ (ἀνεβατό) Γρεβενῶν καὶ οἶνο θεσπέσιο, πηχτό, μυρωδάτο ἀπ’ τὴ Σκόπελο. Μετ’  ὀλίγον (δυόμιση ὧρες δηλαδή) ἑτοιμάστηκαν νὰ πᾶνε καὶ γιὰ τὸ καφεδάκι τους. Τότε, καὶ μόνο τότε, πρόσεξε τὸ μαγαζί, δίπλα. 

       Σμικρόν, ἐλάχιστον, κρυμμένον καλὰ ἀπὸ τὴν περιέργεια τοῦ κοινοῦ. Μιὰ κακομοίρικη πινακίδα, ζωγραφισμένη στὸ χέρι, σίγουρα πρὶν τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ "ΒΑΡΔΙΑΝΟΣ". Ἡ νάρκωση ἀπὸ τὸ φαιδρὸν γεῦμα ἀμέσως χάθηκε, ἀτμὸς ἐγένη, ὡς κηρίον ἐτήκετο κι ἂς σταματήσουν ἐπιτέλους οἱ παρομοιώσεις. Ξύπνησε. Γυάλισε τὸ μάτι του καὶ μπῆκε μέσα. Ὁ κὺρ-Χαράλαμπος ἔφυγε γιὰ τὸν καφενὲ νὰ τὸν περιμένει. Ὁ "Βαρδιάνος" (νὰ ἦταν ἄραγε ἀναφορὰ στὸ περίφημο γραπτὸ τοῦ Σκιαθίτη, μὲ τὴν ἡρωικὴν γραῖαν κτλ. κτλ.;) χωροῦσε δὲν χωροῦσε πέντε νοματαίους. Ἀλλὰ βιβλία; Παντοῦ, κι ὅταν λέμε παντοῦ ἴσα-ἴσα ὁ γεράκος ὁ διακονῶν στὸ ρόλο τοῦ βιβλιοπώλη ἔβρισκε στασίδι νὰ ξεκουράσει τὸ μελαγχολικὸ βλέμμα του. Ἄρχισε νὰ ψάχνει, νὰ κοιτᾶ, νὰ διερευνᾶ. Ἀπὸ τὴ σκόνη ποὺ εἶχε ὑπολόγισε πὼς ὁ τελευταῖος πελάτης μπῆκε ἐπὶ βασιλείας Γεωργίου τοῦ Α΄. Ζαλίστηκε μὲ τὰ γλυκά, τὰ τερπνά, τὰ σαπφειρένια. Πάραυτα, λαμπτὴρ ἄναψε ἐντὸς τῆς κεφαλῆς του. Ἔβγαλε ἀπὸ τὸ πορτοφόλι τρία (3) κολλαριστὰ ἑκατοστάρικα. Καὶ σὲ ἰσάριθμα βιβλία τὰ τοποθέτησε. Ἕνα σὲ σκληρόδετη ἔκδοση τῆς "Ἑλληνικῆς Νομαρχίας", τυπωμένη στὰ Μέσα Βραγγιανά. Τὸ δεύτερο στὸ περισπούδαστο ἔργο "Γιὰ μιὰ Ἀνατομία τοῦ Long Island" ὑπὸ P. G. Quercus, Garden City, 1931. Καὶ τὸ τρίτο στὸν "Μιχαὴλ Στρογκώφ" τοῦ Ἰουλίου Βέρν, μὲ εἰκονογράφηση τοῦ Ἀλάσιο Στήθοσον. Ἀπαρατήρητος ὑποχώρησε. Ἀφοῦ, βεβαίως - βεβαίως, ἀγόρασε γιὰ τὸ καλὸ ἕναν τόμο ἀπὸ τὰ ταξιδιωτικὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, τριτεξαδέλφου τοῦ ἄλλου Ἀλέκου.

            Τὴν ἄλλη ἡμέρα στὸ γραφεῖο, ἀλλὰ καὶ τὶς ἑπόμενες ἑβδομάδες, διέδωσε ἐντέχνως, ἐπιμόνως, παθιασμένα: σὲ παλαιοβιβλιοπωλεῖο τοῦ Πειραιᾶ (γιὰ φαντάσου!) βρῆκε μέσα σὲ βιβλίο ποὺ ἀγόρασε (ἀκοῦτε Χριστιανοί!), ἑκατὸ ὁλόκληρες δραχμές.


            Δὲν πέρασε καιρὸς κι ὁ Ὀλυμπιακὸς ξανάπαιζε, πιθανὸν μὲ ὁμάδα τῆς τότε Σοβιετίας. Καὶ ἀγκαζὲ μὲ τὸν κὺρ-Μπάμπη ἀκολούθησαν τὸ ἴδιο τυπικό: ἀγώνας (μεθ’ ἐκσφενδονισμοῦ διηγημάτων τοῦ Πολυλᾶ), κουτούκι "Ὁ Παράδεισος" καὶ "Βαρδιάνος". Πλὴν ὅμως πόσο εἶχε ἀλλάξει τὸ μαγαζάκιον! Νέα πινακίδα, γυαλισμένη βιτρίνα, εὔτακτα ράφια καλῶς ξεσκονισθέντα, μὲ αἰσθητικήν! Καὶ ὁ γεράκος ξανανιωμένος, μὲ χαμόγελο ζεστό, γεμάτο. Οἱ δουλειὲς τὸν τελευταιο καιρὸ ἀβγάτισαν, τοῦ εἶπε. Κόσμος καὶ κοσμάκης περνοῦσε, ψάχνοντας τὴν καλὴ λογοτεχνία, τὸ σωστὸ βιβλίο, τοὺς λαμπροὺς συγγραφεῖς.

            Πολὺ τὸν χάρηκε, ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα, τὸν καφέ του. Μὴν παραλείποντας, ὁπωσδήποτε, ν’ ἀφήσει κι ἕνα φρέσκο χαρτονόμισμα σὲ πρασινωπὸ ἀντίτυπο τῆς "Νήσου τῶν Θησαυρῶν".

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ

 


Στὸ Λογοτεχνικὸ Ἡμερολόγιο τοῦ 2020 τῶν ἐκδόσεων «Πατάκης», ποὺ τιτλοφορεῖται «Προλεγόμενα μιᾶς Μεγάλης Ἐπανάστασης», μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Κώστα  Σταμάτη καὶ ἀφιερωματικὸ στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ’21, δημοσιεύονται στίχοι δημοτικοῦ τραγουδιοῦ μὲ τὸν τίτλο «Τοῦ Κατσαντώνη». Ἡ δημοσίευση συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα ἐκτενὲς γοητευτικὸ καὶ ἰδιαίτερα εὔστοχο σχόλιο τοῦ ἐπιμελητῆ, γιὰ τὴν μουσικὴ ἐκτέλεσή του ἀπὸ τὸ ἱερὸ τέρας τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ, τὸν Τάκη Καρναβᾶ.

Δημοτικὸ τραγούδι

Τοῦ  Κατσαντώνη*

Βαστᾶτε, Τοῦρκοι, τ’ ἄλογα, λίγο νὰ ξανασάνω,

νὰ χαιρετήσω τὰ βουνὰ καὶ τὶς κοντὲς ραχοῦλες,

ν’ ἀφήσω διάτα στὰ παιδιά, διάτα στὸ Λεπενιώτη,

νὰ ἔχει ἔγνοια τὰ παιδιά, ἔγνοια στὰ παλληκάρια.

Ἔχετε γειά, ψηλὰ βουνά, κι ἐσεῖς, κοντὲς ραχοῦλες,

κι ἐσεῖς, Τζουμέρκα κι Ἄγραφα, παλληκαριῶν λημέρια.

Ἂν δεῖτε τὴ γυναῖκα μου, ἂν δεῖτε τὸ παιδί μου,

πέστε τους πὼς μὲ πιάσανε μὲ μπαμπεσιά, μὲ δόλο,

ξαρμάτωτο μὲ βρήκανε κι ἀνήμπορο στὸ στρῶμα,

ὡσὰν μωρὸ στὴν κούνια του, στὰ σπάργανα δεμένο. 

Τραγούδια τῆς Σουβάλας (Παρνασσοῦ)

Εἰσαγωγή-σχόλια Γ. Ἀθ. Μαρρές.


 

*Μέχρι καὶ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’90, ὁ τελευταῖος ἀπὸ τὰ ἱερὰ τέρατα τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ, ὁ ἀξεπέραστος Τάκης Καρναβᾶς (1936-1999), δὲν παρέλειπε νὰ μέλπει τὸν λαοφιλέστατο ἀκόμη Κατσαντώνη. Τὸ θεμέλιο τοῦ καλούμενου δημοτικοῦ γλεντιοῦ εἶχε πλέον ἀρχίσει νὰ μεταλλάσσεται ἄρδην, ἀλλὰ στὰ ξερομερίτικα καὶ στὰ ἠπειρώτικα πανηγύρια, ὅπως καὶ στὰ κλαρίνα τῆς Ἀθήνας, τὶς μικρὲς ὧρες, ὅταν πιὰ εἶχε ξανοίξει ἡ ἀσύγκριτη φωνή του, ὁ Καρναβᾶς τραγούδαγε τὸν Κατσαντώνη γιὰ τὸ ἀσικλίκι τὸ δικό του προπάντων, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς πιστούς του, ποὺ τὸν ἄκουγαν συνεπαρμένοι νὰ ᾄδει δωρικὰ αὐτὸ τὸ ψυχοδιεγερτικὸ τραγούδι· ποὺ τὸ μεταλάβαινε λές, στὸ βαθὺ νοηματικὸ καὶ θεατρικό του βάθος –κι ἄκουγες τότε ἕνα ἀντίφωνο στ’ ἀηδόνια τῆς αὐγῆς καὶ στὸ κύτταρο τῆς συλλογικῆς μνήμης, ποὺ δὲν εἶχε καταφέρει νὰ  ἐξαφανίσει ἀκόμη ἡ λαίλαπα  τῆς προϊούσας τεχνολογικῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς οἰκουμενικῆς εὐμάρειας. Ὁ Κατσαντώνης πέρασε μὲ τὸν τίτλο Τοῦρκοι βαστᾶτε τ’ ἄλογα καὶ στὴ δισκογραφία τοῦ Καρνάβα ἀκόμη καὶ μετὰ τὸν θάνατό του, σὲ διάφορες δισκογραφικὲς Ἑταιρεῖες (σημείωση τοῦ Κώστα Σταμάτη, ἐπιμελητῆ τοῦ Λογοτεχνικοῦ Ἡμερολογίου).

Κων. Σπ. Τσιώλης

Ἀκοῦστε τὸ τραγούδι ἐδῶ: https://youtu.be/E3wW9--Uegc

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Βιβλιοπαρουσίαση*

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΣΠ.  ΤΣΙΩΛΗΣ,  ΟΛΑ ΕΝ ΤΩ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΩ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗ. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ ΣΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ (1901) , [EΥ.ΚΕ.Σ.Ε.],ΑΘΗΝΑ 2018 

Γεωργίου Ἀθ. Κλήμου 

Γεώργιος Ἀθ. Κλῆμος

  Τὸ βιβλίο (σ. 108), ἔκδοση τοῦ «Εὐρωπαϊκοῦ Κέντρου Εὐρυτανικῶν Σπουδῶν καὶ Ἐρευνῶν», ὁ συγγραφέας  τὸ ἀφιερώνει: Στὴν Ἀγγελικὴ τὴν τεκοῦσά με... ποὺ θαμπὰ διακρίνει κανεὶς ἐδῶ, στὴ σ. 7, τὴν ἀγγελική της μορφή. Πρόκειται γιὰ μία ἀξιόλογη ἔκδοση ἑνὸς εὐσύνοπτου ταξιδιοῦ τοῦ Σκιαθίτη λόγιου Ἀλ. Μωραϊτίδη καὶ μετέπειτα μοναχοῦ Ἀνδρόνικου (1850-1929) στὸ χιονισμένο Καρπενήσι τοῦ 1901.

   Τὸ ταξίδι ἦταν περίπου τεσσάρων ἡμερῶν: Πειραιᾶς – Χαλκίδα – Στυλίδα – Λαμία (ἐδῶ διαπραγματεύεται ἱππήλατη ἅμαξα γιὰ τὸν τελικό του προορισμό)  – Μακρακώμη – Καρπενήσι!

   Ὁ συγγραφέας, Κώστας Τσιώλης, γνωστὸς πιὰ γιὰ τὰ κείμενά του περὶ Ἀγράφων,   μὲ ἐπιμονὴ καὶ σχολαστικότητα στὰ εἰσαγωγικὰ τοῦ βιβλίου καὶ στὰ προλεγόμενά του προσπαθεῖ ὁμολογουμένως μὲ τρόπο θαυμάσιο νὰ ἀπαντήσει σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα ποὺ τυχὸν θὰ ἀπασχολοῦσαν τὸν κάθε τοῦ  ἀναγνώστη. Τὸ ταξίδι ἦταν μὲ πρωτοβουλία δική του ἢ κατόπιν προτροπῆς  τῆς ἔφ. Ἀκρόπολις ποὺ ἀρθρογραφοῦσε; Γιατί ἐλλείπουν στοιχεῖα δημογραφικά, οἰκονομικό-κοινωνικὰ ἢ καὶ ἀρχιτεκτονικὰ τοῦ Καρπενησίου, ποὺ ὡς πρωτεύουσα τότε νομοῦ ἀσφαλῶς καὶ διέθετε; (Ὅ,τι παραλείπει ὁ ταξιδιώτης, τὸ φροντίζει νὰ μᾶς τὸ παραδίδει ὁ ἐπιμελητής του). Πόσες ἦταν οἱ κατὰ καιροὺς ἐκδόσεις τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ μὲ τὶς ἑκάστοτε προσθαφαιρέσεις ὕλης ἢ ἀντικαταστάσεις λέξεων κλπ.;

   Σὲ ὅλα αὐτὰ ὁ ἀγαπητὸς Κώστας μὲ τὸ δικό του ἐρευνητικὸ νυστέρι δὲν ἀφήνει τίποτα ἀναπάντητο. Ἐρευνᾶ ἀρχεῖα ἐφημερίδων, βιβλία τῆς ἐποχῆς, ἠλεκτρονικὰ site, προφορικὲς μνῆμες, ποὺ τυχὸν διασώθηκαν ἀπὸ τὰ περάσματα τοῦ ταξιδιώτη μας, καὶ μᾶς δίνει ἕνα λαμπρὸ ἀποτέλεσμα. Χωρὶς τὰ προλεγόμενά του κείμενα, τὸ ἐγχείρημα τοῦ Μωραϊτίδη θὰ φάνταζε φτωχότερο.


   Συνοδοιπόρος κι ἐγὼ μὲ τοὺς συντελεστὲς τῆς ἔκδοσης, καθὼς θεία τύχη τὸ ἔφερε νὰ ἐκδοθεῖ καὶ δοθεῖ στοὺς ἀναγνῶστες παραμονὲς Χριστουγέννων, ὅτε καὶ πραγματοποιήθηκε τὸ ταξιδιωτικὸ αὐτὸ ἐγχείρημα, ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ μεταφέρω τὸν χαρισματικό τους λόγο ποὺ συνοδεύει τὴν ὡραία καὶ καλαίσθητη αὐτὴ ἔκδοση.

   Τοῦ ἀγαπητοῦ Κώστα:

 

«Ὁ ἀκριβὴς χρόνος μετάβασης τοῦ Μωραϊτίδη στὸ Καρπενήσι δὲν εἶναι γνωστός. Μὲ βάση ὅμως τὴ δημοσίευση τῶν ταξιδιωτικῶν του στὴν ἔφ. Ἀκρόπολις, ἀλλὰ κυρίως σὲ κάποιες ἀναφορὲς περὶ περιόδου νηστείας τῶν Χριστουγέννων καὶ χειμερινοῦ καιροῦ, τὸ χρονοθετοῦμε συμβατικὰ στὸ χρονικὸ διάστημα 21  Νοεμβρίου – 24 Δεκεμβρίου 1901, καθὼς ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρει πὼς στὴ Χαλκίδα, ὅπου στάθμευσε τὸ ἀτμόπλοιο, ἀγόρασε θαλασσινά, γιὰ νὰ φάγει, καθὼς ἦταν περίοδος νηστείας: "ἠγόρασα νωπὰς χιβάδας – νηστεία γὰρ ἦν". Πιθανότατα μετέβη μεταξὺ 10-17 Δεκεμβρίου, διότι ἀναφέρει πιθανὴ παρουσία ζωεμπόρων μεταβαινόντων στὴ Θεσσαλία γιὰ ἑορταστικὲς προμήθειες ἐν ὄψει τῶν Χριστουγέννων».

   Τοῦ Σκιαθίτη διηγηματογράφου ποὺ προσπαθεῖ νὰ μιμεῖται Παπαδιαμάντη,  καθὼς εἰσέρχεται στὸ ὀρεινὸ Καρπενήσι:

«Τὸ λευκὸν αὐτὸ θέαμα τῶν χιονισμένων βουνῶν ἐν νυκτί, εἶναι ἀπερίγραπτον, δεόμενον πέννας χηνίσιας, παλαιᾶς, νὰ βουτᾶ εἰς ἄσπρο μελάνι καὶ νὰ γράφῃ χιονάτας εἰκόνας λευκὰς σὰν τὴν κάτασπρη φλοκάτα. ... Οἱ τροχοὶ τῆς ἁμάξης τριζοκοποῦσι ἐπὶ τῆς χιόνος. Ἡ ὁδὸς εἶναι μία λευκὴ κρυσταλλωμένη ἐπίστρωσις. ... Μεγαλοπρεπὴς ὁ χειμών του. Μεγαλοπρεπεῖς καὶ αἱ κατάλευκοι κλιτύες τῶν ὑψικορύφων βουνῶν του.  Μεγαλοπρεπεῖς καὶ αὐτοὶ οἱ ὀρεινοὶ ἀγρόται, ὀγκώδεις ἀπὸ τὰς βαρείας χλαίνας καὶ σκληριπτύχους λιάρας (λευκὲς κάπες). Ἀλλὰ κι ἡ φθήνια τῶν πραγμάτων εἶναι μεγαλοπρεπὴς καὶ αὐτὴ ἐν τῇ εὐτελείᾳ της. Τέλος, ὅλα ἐν τῷ Καρπενησίῳ μεγαλοπρεπῆ, τὰ ψύχη του, τὰ δάση τοῦ τὰ κυνήγια του».

   Τὸ βιβλίο στὸ τέλος φέρει εὑρετήριο καὶ διανθίζεται μὲ εἰκόνες. Εὐχαριστῶ τὸ φίλο Κώστα Τσιώλη γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ βιβλίου καὶ τὴ  φιλόφρονη ἀφιέρωσή του. Τὸν συγχαίρω καὶ προσθέτω κι ἐγώ:  

—Ὅλα τῆς ἔκδοσης μεγαλοπρεπῆ. 

*Ἐφ. Νέος Ἀγών, 3-1-2019, σ. 6

 

 

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ,


6 Ἰανουαρίου 2002

Τὸ  ἱστολόγιό μας, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων, εὔχεται στοὺς φίλους καὶ ἀναγνῶστες του τὸ ΚΑΛΗ ΦΩΤΙΣΗ καὶ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, μὲ μία ἱστορικὴ φωτογραφία ἀπὸ τὰ Φῶτα τοῦ 2002, στὸν ἱ. ν. Ἁγίου Γεωργίου Μεγ. Βραγγιανῶν, μὲ λειτουργὸ τοῦ Ὑψίστου τὸν π. Παναγιώτη Τσιώλη. 

Κων. Σπ. Τσιώλης

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΣΙΝΕ ΟΑΣΙΣ

  

Ὄασις, μαγευτικὴ ἐν γῇ ἀνύδρῳ*

«Τὸ κορίτσι τοῦ 17» 


Στὴ μοναχικὴ πορεία πρὸς τὸ σχολεῖο του ὁ δωδεκαετὴς μαθητὴς περνοῦσε πάντα μπροστὰ ἀπὸ τὸν τόπο, ἀπ’ ὅπου ἀνεμόσκαλα μεταξωτή, τυλιγμένη σπειροειδῶς, τὸν ταξίδευε ἀπὸ τὴν ὀθόνη προβολῆς σὲ μέρη μακρινὰ κι ὀνειρεμένα. Ἦταν ὁ κινηματογράφος τοῦ τόπου, τὸ θρυλικὸ σ ι ν ὲ  Ὄ α σ ι ς. Ὡς διὰ τσιγκελίου τὸν ἅρπαζαν τὰ Προσεχῶς τῶν κινηματογραφικῶν προαναγγελιῶν· αἰσθανόταν ἀσυνήθη ἐλαφρότητα καὶ ὁ νοῦς του νοερῶς ἐτύρβαζε στὴν αἴθουσα προβολῆς. Μὲ λαχτάρα ἀληθινὴ ἀνέμενε τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ δρασκελοῦσε τὰ λίγα σκαλοπάτια καὶ μετὰ μικρὴ στάση στὸ ταμεῖο ‒γιὰ τὸ τίμημα εἰσόδου‒ θὰ ὠθοῦσε μιὰ βαριὰ ξύλινη πόρτα, γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴν αἴθουσα προβολῆς μὲ τὴν θεόρατη, ὅπως τοῦ ἔμοιαζε, ὀθόνη. Τότε, πολλοὶ ρεμβασμοί, πόθοι θρύλλων καὶ μύθων ὑπερήδιστοι  ξετυλίγονταν, ἀοράτως ἀνερχόμενοι ἀπὸ τὸ κινηματογραφικὸ στερέωμα τῆς μεγάλης ὀθόνης. Μερικὲς φορὲς προτιμοῦσε καὶ τὸν ἐξώστη· γιὰ νὰ παρακολουθεῖ ἀφ’ ὑψηλοῦ. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπάνοδο ἀπ’ τὸ σχολεῖο στὴν κατοικία του ὁ μικρὸς μαθητὴς κοντοστεκόταν γιὰ λίγη ὥρα μπροστὰ στὸν τόπο τῶν ὀνείρων του, στὰ ΣΗΜΕΡΟΝ, τὰ ΑΥΡΙΟΝ καὶ τὰ ΠΡΟΣΕΧΩΣ στὰ ταμπλὼ μὲ τὶς σκηνὲς τῶν ἔργων καὶ τὶς γοητευτικὲς φωτογραφίες τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ τῶν πρωταγωνιστριῶν τῶν ταινιῶν.


Μιὰν ἡμέρα ὅμως παρακοντοστάθηκε σὲ ἕνα ἐκ τῶν ΠΡΟΣΕΧΩΣ. Τὸν γοήτευσε, παρότι λιανοπαίδι, ἡ μορφὴ ἀλλὰ κυρίως τὸ βλέμμα τῆς πρωταγωνίστριας. «Τὸ κορίτσι τοῦ 17» ὁ τίτλος τῆς ταινίας, Σοφία Ρούμπου ἡ πρωταγωνίστρια, βραβεῖο Α΄γυναικείου ρόλου στὸ Φεστιβὰλ Θεσσαλονίκης ἔγραφε μέσα σὲ ἔντονο πλαίσιο. Τοῦ γεννήθηκε ἡ ἔμμονη ἰδέα πὼς ἔπρεπε, ὅπωσδήποτε νὰ ἰδεῖ τὴν ταινία. Ὑπῆρχε ὅμως ἕνα κώλυμα. Ἦταν κατάλληλη ἀπὸ 13. Βρισκόταν ὁριακὰ ἐκτὸς target group. Κι ὁ δάσκαλος δὲν ἐπέτρεπε τὴν εἴσοδο, μὲ ἀπειλὴ ποινῆς, σὲ μὴ κατάλληλα. Ἔκανε καὶ βραδυνὲς ἐφόδους. Διέξοδο τοῦ ἔδωσε ὁ συμμαθητής του, ὥρα του καλή, Στέλιος Δ., ποὺ ἐργαζόταν ὡς τὸ παιδὶ τοῦ μπὰρ στὰ διαλείμματα: πασατέμπο, σάμαλι, κώκ, ἀναψυκτικὰ κλπ.

—Θὰ σὲ βάλω ἀπ’ τὴν πίσω πόρτα, τοῦ λέει, ποὺ μπαίνω κι ἐγώ.

Ἔτσι κι ἔγινε. Ἀπήλαυσε σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο τὴν πρωταγωνίστρια, ὡς δῶρον οὐρανίου δρόσου. Ἀπ’ τὴν ταινία λίγα τοῦ ἔμειναν, καθὼς ἦταν ἕνα ψυχολογικὸ δράμα ποὺ γιὰ τὴν ἡλικία του δὲν ἦταν εὔκολο νὰ τὸ παρακολουθήσει. Ὅμως, ἡ θλιμμένη  μορφὴ καὶ ὁ γλυκὺς καὶ πραῢς λόγος τῆς Σοφίας Ρούμπου ἔμειναν  στὴ μνήμη καὶ τὴν ψυχή του.


Ἀλλά, εἶχε τὸ τίμημά του τὸ ὅλον ἐγχείρημα. Στὸ διάλειμμα εἰσῆλθε στὴν αἴθουσα ὁ δάσκαλός του. Τὰ βλέμματα διασταυρώθηκαν σιωπηρά. Ἦταν, βεβαίως, ἀποφασισμένος νὰ ὑποστεῖ τὶς ἀνάλογες συνέπειες. Τὴν ἄλλη μέρα, μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ μαθήματος, στὸ πρῶτο διάλειμμα, τὸν κάλεσε στὸ γραφεῖο διευθυντοῦ.

—Δὲν θὰ σὲ τιμωρήσω, τοῦ εἶπε, μὰ μὴν τὸ ξανακάνεις. Δὲν μοῦ πάει νὰ τιμωρήσω τὸν καλλίτερο μαθητή μου. Τί παράδειγμα θὰ δείξω στὴν τάξη.

—Καὶ εἶσαι καὶ ἀπὸ τ’ Ἄγραφα, τὰ μέρη τοῦ Κατσαντώνη, προσέθηκεν ὑπομειδιών.  

Οὔτε τοὺς κηδεμόνες του κάλεσε, ὅπως τὸ συνήθιζε σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις.

Πέρασαν σχεδὸν σαράντα χρόνια ὅταν μιὰν ἡμέρα εἶδε στὴν ἐφημερίδα, στὰ ψιλά, πὼς πέθανε ἡ Σοφία Ρούμπου. Ἔφυγε ἀθόρυβα, ὅπως ἦταν καὶ ἡ παρουσία της στὴν 7η Τέχνη. Δὲν μπόρεσε νὰ μὴν νοιώσει ἕναν κόμπο συγκινήσεως.   

Ντῖνος  Ἀγραφιώτης

Εἷς ἐκ τῶν 199.088

*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὸ δίφυλλο ΤΥΡΒΗ, ἀρ. 16,  Χριστούγεννα 2020, σελ. 2.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης († 3 Ἰαν. 1911)

                ἀπέθανε τὸ ὄνειρο τοῦ κύματος

Σχέδιο Θ.Β. (=Θάνος Βερέμης)
1961.

Ὁ θάνατος τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη στὴ Σκιάθο, τὰ μεσάνυχτα τῆς 2ας πρὸς 3η Ἰανουαρίου 1911, συγκινεῖ καὶ συγκλονίζει ὄχι μόνον τὸν ἑλληνισμὸ τοῦ τότε μικροῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τῆς διασπορᾶς. Στὸ φύλλο τῆς Τετάρτης, 5 Ἰαν. 1911, τῆς ἐφημερίδας Ὁμόνοια (Ταχυδρόμος), ποὺ ἐκδίδεται καθημερινὰ στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, δημοσιεύεται, μὲ τὸ δημοσιογραφικὸ ψεθυδώνυμο «ἀ.», νεκρολογία γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τὸ δημοσίευμα καταχωρίζεται στὴ στήλη «Κοινωνία καὶ ζωή»  μὲ τίτλο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης».

Ὁ ψευδωνυμοῦχος ἀρθρογράφος τονίζει πὼς ὁ μεγαλύτερος διηγηματογράφος μας, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ, μὲ τὴν κοίμησή του συγκινεῖ περισσότερο ὅσους τὸν γνώρισαν καὶ εἶχαν προσωπικὴ σχέση καὶ ἐπαφή μαζί του. Λυπεῖ τοὺς ἀθόρυβους, ἀληθινὰ καλλιεργημένους καὶ τοὺς ταλαιπωρημένους ἀπὸ τὰ κύματα τῆς βιοτικῆς θαλάσσης, ποὺ σπεύδουν γιὰ νὰ βροῦν γαλήνη κοντὰ στὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ καὶ τὸν λογοτέχνη Παπαδιαμάντη:

Ὅσοι καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοὺς ματαίους καὶ θλιβεροὺς θορύβους τῶν λογίων τῆς πρέφας καὶ τὰς ἀρρυθμίας τῶν «μορφωμένων» τῶν ἀθηναϊκῶν τριόδων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καταδιωκόμενοι καὶ καταφεύγοντες εἰς τὴν ἤρεμον προστασίαν τῆς γαλήνης τοῦ Παπαδιαμάντη

Ὁ ἁπλὸς λαός, οἱ καθημερινοὶ ἄνθρωποι, συνήθεις ἥρωες τῶν διηγημάτων του, καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ μὲ τὴν ἀθωότητά τους εἶναι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θρηνοῦν γιὰ τὸν παρηγορητὴν καὶ λυτρωτήν τους...

Ὁ συντάκτης τῆς νεκρολογίας φαίνεται πὼς γνώριζε προσωπικὰ τὸν Παπαδιαμάντη καθὼς ὑπῆρξαν συνδαιτημόνες εἰς μετρίαν οἰνοποσίαν, συνήθεια γνωστὴ κι ἀγαπημένη τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅταν, κατὰ μαρτυρίαν του, ἔλεγε τὸ τραγούδι:

 

«Ὁ οἶνος εἶναι θεῖον ποτόν,

Χωρὶς αὐτὸν ὁ βίος πικρός, πικρός»!

Ἐφ. Ὁμόνοια (Ταχυδρόμος),
5.1.1911

 

Ὁ «ἀ.», τέλος, προτρέπει, σὲ ὅσους τὸν γνώρισαν καὶ τὸν ἀγάπησαν, σπονδὴν οἴνου στὴ μνήμη τοῦ τεθνεῶτος Σκιαθίτου:

 Ὀλίγον οἶνον νὰ χύσωμεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ποὺ ἀπέθανε τὸ ὄνειρο τοῦ κύματος.                   

 

ΚΕΙΜΕΝΟ-ΕΚΔΟΣΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Τὸ ἤρεμον ξεψύχισμα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, τὸ ὁποῖον ἦλθε χθὲς πρωΐ-πρωΐ, νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Πρακτορείου, ἔρχεται νὰ μὲ κάμῃ νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη εἰς τὴν ψυχήν μου συγκινήσεις διὰ τὴν ζωὴν ποὺ περνᾷ, συγκινήσεις βαθύταται καὶ ἁπλαῖ.

Ἐξεψύχησεν εἰς τὸ νησί του, τὴν Σκίαθον, πλησίον τῆς ἀδελφῆς του, καὶ ἐξεψύχησεν ὅπως ξεψυχοῦν τὰ κύματα τοῦ νησιοῦ, ὅπως δηλαδὴ σβύνουν τὰ ὄνειρα, ἕνα τῶν ὁποίων ὑπῆρξε καὶ ἡ ζωή του ἐπάνω εἰς τὸ κῦμα...

Ἐλέχθη, καὶ τώρα μὲ τὸν θάνατόν του θὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ κόρον, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ὑπῆρξεν ὁ μεγαλύτερος διηγηματογράφος μας. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν καὶ τόσον εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ. Καὶ μόνον ἐκεῖνοι, ποὺ ἐγνώρισαν τὸν κάτοικον τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Λυκαβηττοῦ καὶ τὸν ἐπρόσεξαν πῶς ἤκουε καὶ πῶς διηγεῖτο, μόνον ἐκεῖνοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσουν καὶ αἰσθανθοῦν τὴν εὐγενικὴν ὕπαρξιν ποὺ ἀπέθανε χθές, ποὺ ἴσως εἶχεν ἀποθάνῃ ποτέ...

Καὶ μόνον ὅσοι καταδιωκόμενοι ἀπὸ τοὺς ματαίους καὶ θλιβεροὺς θορύβους τῶν λογίων τῆς πρέφας καὶ τὰς ἀρρυθμίας τῶν «μορφωμένων» τῶν ἀθηναϊκῶν τριόδων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καταδιωκόμενοι καὶ καταφεύγοντες εἰς τὴν ἤρεμον προστασίαν τῆς γαλήνης τοῦ Παπαδιαμάντη, εἰς τὴν Δεξαμενὴν τῶν Ἀθηνῶν, μόνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐπλησίαζον τὸν ἄνθρωπον ἢ τοὺς ὁποίους ἐπλησίαζεν ὁ ἄνθρωπος-Παπαδιαμάντης, ἐκεῖνοι μόνον θὰ σκεφθοῦν κἄτι σήμερον μὲ τὸ σβύσιμον τοῦ εὐγενοῦς νησιώτου.

Ἀλλά, βαθύτερα, ὀδυνηρότερα θὰ αἰσθανθοῦν τὸν θάνατον τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ θὰ κλαύσουν πικρὰ δι αὐτόν, κἄποιοι ἁπλοὶ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, ἄγνωστοι ἄνθρωποι, ἐξαφανισμένοι μέσα εἰς τὴν λαϊκότητα ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων τοὺς πόνους ἐξιδανίκευσεν ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τῶν ὁποίων τοὺς καημοὺς παρηγοροῦσε...

Πικρὰ θὰ κλαύσουν οἱ ἐργατικοὶ καλοὶ ἄνθρωποι τὸν μικρόν τους Τολστόη, τὸν παρηγορητὴν καὶ λυτρωτήν τους... Καὶ ἀκόμη θὰ τὸν κλαύσουν ὀλίγα μικρὰ παιδάκια τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τῶν ὁποίων ἐχάϊδευε τὸ χέρι τοῦ Παπαδιαμάντη, τὰ παιδάκια τὰ ὁποῖα ἐξεκούραζεν αὐτός, πηγαίνοντας αὐτὸς εἰς τὲς δουλειὲς ποὺ  ἔκαμαν τὰ παιδάκια. Αὐτοὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι θὰ χάσουν τὸν φίλον τους, θὰ παύσουν νὰ λαβαίνουν ἀπὸ τὸ νησὶ τὰ φωτεινὰ γράμματά του, τὰ παιδάκια θὰ χάσουν τὸ καλὸ χέρι ποὺ ἤρχετο πάντοτε ἁπαλό, χαϊδευτικὸ στὸ προσωπάκι των.

Δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα ὁ θάνατος τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅπως μικρὰ δὲν ὑπῆρξεν ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἀνθρωπίνη ζωή του.

Ἕνα τραγούδι μᾶς ἔλεγε συχνὰ στὸ τραπέζι, ὅταν ἐπαίρναμε τὸ ποτῆρι στὸ χέρι:

 

Ὁ οἶνος εἶναι θεῖον ποτόν,

Χωρὶς αὐτὸν ὁ βίος πικρός, πικρός!

 

Ἐλᾶτε ἁπλοὶ ἐργατικοὶ  ἄνθρωποι, ἐλᾶτε κοριτσάκια μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιά, ἐσᾶς ποὺ ἀγάπησε ὁ Παπαδιαμάντης τόσον, ἐσᾶς ποὺ εἶσθε τὸ θέαμα  καὶ ἡ αἴσθησις τῶν ὀφθαλμῶν του, ἐλᾶτε ὀλίγον ἀπὸ τὸ θεῖον ποτόν, ὀλίγον οἶνον νὰ χύσωμεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ποὺ ἀπέθανε τὸ ὄνειρο τοῦ κύματος, διὰ νὰ καταστήσωμεν ὀλιγότερον πικρὸν τὸν θάνατόν του, ὅπως ἔκαμεν ὀλιγώτερον πικρὸν τὸν βίον του...

Καὶ ἂς σιωπήσωμεν.

α.