Τὸ πραγματικό, οἱ αἰσθήσεις, δὲν ἐξανλοῦν τὴν
ἀλήθεια.
«Ἂν καὶ τίποτε δὲν
ξαναφέρνει τὴν ὥρα
Τῆς λάμψης τοῦ
χορταριοῦ,
Τῆς δόξας τοῦ ἀνθοῦ,
δὲν θὰ λυπηθοῦμε,
ἀλλὰ θὰ βροῦμε τὴ
δύναμη
σὲ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν»
[1]
π. Βασίλειος Χριστοδούλου,
Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα
φύσα ὣς ἐμᾶς, ἐκδ.
Γρηγόρη,
Ἀθήνα 2026, σελ.472.
Μόνο ὁ ποιητικὸς τίτλος, Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα φύσα ὣς ἐμᾶς, μὲ τὴν ἐμφανῆ πρωτοτυπία του, τοῦ συγγραφικοῦ
πονήματος τοῦ π. Βασιλείου Χριστοδούλου, δίδει τὸ ἐρέθισμα, προσκαλεῖ καὶ προκαλεῖ
‒χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ κίνητρο τοῦ συγγραφέα‒, τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει τὸ ἔργο.
Ἡ προσθήκη τοῦ ὑποτίτλου: Λογοτεχνικὰ
κείμενα σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, ὑποψιάζει τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὴν θεματικὴ ποὺ
πραγματεύεται ὁ π. Χριστοδούλου.
Στὸ
βιβλίο ἀναλύονται θεολογικά, ἀλλὰ κυρίως μὲ στόχο μία ποιμαντικὴ προσέγγιση,
‒χωρὶς ἀκαδημαϊκὴ καὶ θεωρητικὴ στόχευση‒ πέντε λογοτεχνικὰ ἔργα. Τὸ κάθε ἔργο ἀντιπροσωπεύει
ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος. Πρόκειται γιὰ ἕνα θεατρικὸ ἔργο, ἕνα ποίημα, μία νουβέλα,
ἕνα δοκίμιο καὶ ἕνα διήγημα. Ἡ ποιμαντικὴ ἀνάλυση ἔχει ὡς σκοπό, μέσῳ τοῦ
διαλόγου τῶν χώρων τῆς Λογοτεχνίας καὶ τῆς Θεολογίας, μὲ ἔργα ποὺ δὲν εἶναι
θρησκευτικὰ ἢ θεολογικά, νὰ φωτίσει ὑπαρξιακὰ καὶ ποιμαντικὰ ζητήματα καὶ ἀναζητήσεις
τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ζωῆς μας.
Τὸ βιβλίο
ἀπευθύνεται στὸ εὐρὺ ἀναγνωστικὸ κοινό: καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ διαθέτουν ἕνα ἐπίπεδο
κατανόησης τέτοιων κειμένων ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους μὲ ἕνα πιὸ ἁπλὸ πλησίασμα σὲ ἀναγνώσεις
λογοτεχνικῶν ἔργων, καθὼς μιλοῦν περισσότερο στὴν καρδιά, στὸ συναίσθημα τοῦ ἀναγνώστη.
Κινεῖται σὲ χώρους ἀσυνήθιστους σὲ κληρικούς, καὶ γενικότερα ἐκκλησιαστικούς. Αὐτὸ
ὀφείλεται, κυρίως, στὰ λεγόμενα στεγανὰ τῆς σκέψης ποὺ παρουσιάζουν αὐτοὶ οἱ χῶροι,
τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν νὰ προσλάβουμε ἐξαιρετικὰ σπουδαῖα λόγια στὴ ζωή μας. Αὐτὰ σὲ
μία προσπάθεια νὰ ἀνοίξουν δρόμοι συνάντησης μὲ τὸν Θεό, καθὼς ὁ Θεὸς ἀγκαλιάζει
ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ ζωὴ καὶ ὄχι ἁπλὰ τὴν ἐπιβίωση.
Κατὰ τὸν
συγγραφέα: στὰ λογοτεχνικὰ ἔργα κρύβεται ἡ ἀγωνία ἑνὸς ἀνθρώπου νὰ ξεπεράσει τὸν
θάνατο, νὰ ἀπαντήσει σὲ μεγάλα ὑπαρξιακὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἀνρώπινη ὕπαρξη
ἀπὸ τότε ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της. Ἔτσι, βλέπει τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ εἶναι
κατάστικτα ἀπὸ τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ
συναντηθεῖ ‒εἴτε αὐτὸ γίνεται ἑκούσια ἢ ἀκούσια‒ μὲ αὐτὰ ποὺ τὸν ὑπερβαίνουν·
καὶ μὲ τὸν Θεό.
Ὁ π.
Βασίλειος Χριστοδούλου θεωρεῖ ὅτι εἶναι λανθασμένη ἡ προσέγγιση, ἡ ἐκτίμηση ἑνὸς
λογοτεχνικοῦ ἔργου μὲ γνώμονα τὸν τρόπο ζωῆς, τὶς θέσεις τοῦ δημιουργοῦ του.
Πρέπει νὰ ἐκτιμοῦμε ἕνα ἔργο Τέχνης γενικότερα αὐτοτελῶς, χωρὶς νὰ λαβάνονται ὑπ’ὄψιν
‒ἀκόμη κι ἂν εἶχαν ἐκφράσει οἱ δημιουργοί τους‒ ἀπόψεις ποὺ δὲν συνάδουν μὲ τὶς
θεολογικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Κρίνουμε
ἕνα ἔργο Τέχνης χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς ὑπόδειγμα τὸν δημιουργό του· χωρὶς νὰ
ἔχουμε ὡς παράδειγμα τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ συγγραφέα. Σὲ κάθε ἔργο Τέχνης μπορεῖ
νὰ ἐντοπισθεῖ ἡ λάμψη τῆς θεϊκῆς παρουσίας.
Πραγματεύεται,
ἐπιλέγει καὶ ἀναλύει θεολογικὰ καὶ ποιμαντικὰ τὴ Λογοτεχνία γιὰ νὰ συνδιαλλαγεῖ
μὲ τὴν Θεολογία, καὶ ὄχι ἄλλη μορφὴ Τέχνης, γιατὶ θεωρεῖ ὅτι στὰ λογοτεχνικὰ
κείμενα ἐνυπάρχει καὶ εἶναι κυρίαρχη ἡ παρουσία τοῦ λόγου· ὅπως ἄλλωστε καὶ στὴ
ζωή μας. Εἶναι ὁ λόγος, μὲ τὴν ἀμεσότητά του, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο
κοινωνοῦμε τὴν ὕπαρξή μας. Ἐξάλλου, ἡ εὐρύτητα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, ἡ
ποικιλία τῶν μορφῶν του, ἐπιτρέπει στὸν καθένα νὰ βρεῖ ἕναν δικό του ἰδανικὸ χῶρο
ἀνάπαυσης. Νὰ βρεῖ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ταιριάζει, ποὺ τὸν ἱκανοποιεῖ
περισσότερο.
Οἱ ἄλλες
μορφὲς Τέχνης ( ζωγραφική, γλυπτική, ἀρχιτεκτονική ) ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶναι εὔκολα
ἀποκωδικοποιήσιμες, ἑρμηνεύσιμες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαιτοῦν ἀρκετὸ χρόνο καὶ
δαπάνη γιὰ νὰ ἔλθει κανεὶς σὲ συνδιαλλαγὴ μαζί τους. Ἡ Λογοτεχνία ἀντίθετα μὲ τὴν
ἀμεσότητα τοῦ λόγου ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἐξηγεῖ, νὰ ὁδηγεῖ σὲ κάποιο ἀποτέλεσμα·
καὶ ὁ ἀναγνώστης νὰ μπορεῖ νὰ πορεύεται στοὺς ἴδιους δρόμους: νὰ συνδημιουργεῖ μὲ
τοὺς ἥρωες τῶν ἔργων.
Τὰ ἔργα
ποὺ ἀναλύονται δὲν εἶναι, ἔστω καὶ μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια τοῦ ὅρου, θρησκευτικά. Ὅμως,
ἀνοίγουν νέους δρόμους κατανόησης τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξής μας. Προσφέρεται στὸν
ἀναγνώστη ἡ γεύση πρωτόγνωρων ἀναγνωστικῶν ἐμπειρειῶν· ἀποτελοῦν μία εὐκαιρία
δοκιμῆς ἑνὸς νέου δρόμου στὴ ζωή μας: ἕναν ἄμεσο τρόπο κοινωνίας μὲ ἕνα ἀριστούργημα
τοῦ γραπτοῦ λόγου.
Ὁ ἀναγνώστης
καλεῖται νὰ διαβάσει τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα καὶ τὴν ἀνάλυσή τους, γιὰ νὰ διαπιστώσει
ὅτι ὁ Θεὸς πνέει τὰ χαρίσματά του παντοῦ· χωρὶς νὰ περιορίζεται. Ὁ συγγραφέας-
δημιουργὸς μπορεῖ νὰ καταθέτει συγκλονιστικὲς στιγμὲς συνάντησης καὶ οἰκείωσης
μὲ τὸ θεῖο χωρὶς καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὸ γνωρίζει.
Ὁ π.
Χριστοδούλου δηλώνει ὅτι, ἐνδεχομένως, ὁ Θεὸς αἰσθάνεται πιὸ ἄνετα στὶς γραφὲς ἑνὸς
ἀνθρώπου ποὺ προσδιορίζεται ὡς μὴ θρησκευόμενος καθὼς ἐκεῖ «βαδίζει ἥσυχα καὶ ἀφανῶς
στὶς μύτες τῶν λέξεων» καὶ ὄχι σὲ βαρύγδουπες γραφὲς ὅσων αὐτοπροσδιορίζονταιι ὡς
θρησκευτικοί· ποὺ στριμώχνουν τὸν Θεὸ στὶς
δικές τους ἀντιλήψεις καὶ βεβαιότητες.
Ὁ τίτλος,
μὲ τὸ «Χρυσὲ ζωῆς», ἐκφράζει αὐτὸ τὸ πολύτιμο ποὺ περιέχουν αὐτὲς οἱ γραφές·
πολύτιμες δηλαδὴ παρακαταθῆκες μυστηρίου καὶ μυστικῶν τοπίων τῶν δημιουργῶν τους.
Εἶναι ζωογόνα κείμενα ποὺ σὲ δύσκολες περιστάσεις μᾶς κρατοῦν στὴ ζωή.[2]
Εἶναι ζωογόνος ἀέρας ἡ Λογοτεχνία. Ἡ παράκληση «φύσα» παραπέμει στὴν εὐχὴ ὅλο
καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι νὰ καταστοῦν μέτοχοι αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ ζωῆς.
Ὁ κόσμος, ὅσο περισσότεροι ἄνθρωποι, θὰ γίνουν
κοινωνοὶ αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων καὶ τῆς ἀναλυσής τους ἀπὸ θεολογικὴ
καὶ ποιμαντικὴ θέαση.
Στὴν εἰσαγωγὴ
τοῦ ἔργου δηλώνεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἡ πρόθεσή του νὰ ἀκολουθήσει, στὰ ἴχνη τῆς
Λογοτεχνίας, τὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καθὼς πιστεύεται ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι «ἕνα
σύμπαν κατάστικτο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ».
Στὸ
βιβλίο ἀναλύονται, σκιαγραφοῦνται σὲ θεολογικὴ
ὑποδοχή, τὰ ἑξῆς λογοτεχνικὰ ἔργα:
1. Ἡ
μικρή μας πόλη τοῦ Θόρντον Ουάϊλντερ (θεατρικό)
Σκιαγραφεῖται,
ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν κατοίκων μιᾶς φανταστικῆς πόλης τοῦ ἀμερικανικοῦ νότου: οἱ
ἐρωτικὲς σχέσεις, ὁ γάμος, ὁ θάνατος καὶ ἡ αἰωνιότητα. Στὸ θεατρικό αὐτὸ ἀναλύεται: «Ἡ βασανιστικὴ συνύπαρξη ὅλων τῶν ἐπιπέδων τοῦ χρόνου (παρελθόν, παρόν, μέλλον)
σ’ ἕνα φευγαλέο παρόν,[3]
μία συνύπαρξη, μὲ τὴ γνωστὴ καὶ πρὸ αἰώνων τετελεσμένη καταληξή της, τὸν θάνατο,
ποὺ καταφέρνει λογοτεχνικὰ νὰ παρουσιάσει ὁ Ουάϊλντερ μέσα στὴ Μικρή μας πόλη». Ἐνῷ διερωτᾶται:
«Μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μὴ λές ὁλόκληρη, πὲς ἐλάχιστη,
ποὺ σ’ἀφήνει εὔκολα νὰ φύγεις, πῶς θὰ τὴ ζήσουμε; Πῶς θὰ τὴν περάσουμε τόσο
πρόσκαιροι καὶ φευγαλέοι»;
2. Ἡ μπαλάντα τοῦ Οὔρι (Ποίημα)
«Οὐρανὲ
ὄχι δὲν θὰ πῶ τὸ ναί,
οὐρανὲ
φίλε μακρινέ.
Πῶς νὰ δεχθῶ
ἄλλης ἀγκαλιᾶς τὴ στοργὴ
πῶς νὰ δεχτῶ
μάνα μου εἶναι ἡ γῆ.
Πῶς ν’ἀρνηθῶ
Τῆς ζωῆς τὸ φῶς τὸ ξανθό
ἄχ, οὐρανὲ
πόνε μακρινέ. [...]
Ποίημα τοῦ Νίκου Γκάτσου τὸ ὁποῖο μελοποιήθηκε
ἀπὸ τὸν Μάνο Χατζιδάκι. Οἱ στίχοι τοῦ ποιήματος ἀναφέρονται στὴν προσπάθεια ἰσορροπίας,
στὸν ἐσωτερικό του κόσμο, τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ κινεῖται, μετεωριζόμενος στὰ ὅρια ὑλικῶν
καὶ πνευματικῶν, ψυχικοῦ καὶ σωματικοῦ· μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.
Τὸ ποίημα ἀποτυπώνει τὸν ἐσωτερικὸ σπαραγμὸ καὶ τὴ
δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν ἀσφάλεια τοῦ ἐδῶ:
«... ὁ ἄνθρωπος ἀκούει τὴν ψυχή του νὰ ζητᾷ τὸν οὐρανὸ
καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη τοῦ σώματος νὰ παραμείνει στὰ ἴχνη τῶν
αἰσθήσεων [...] Μία προσέγγιση γεμάτη ὑποσχέσεις πουλιῶν, ἡλιοστάλακτων γιορτῶν
καὶ μὲ τὸ φλὲρτ ἑνὸς ὠκεάνιου πλάτους ποὺ ‒προαιώνια μᾶλλον‒ ὀφείλεται στὸν ἄνθρωπο».
3.Ἡ
στενὴ πύλη τοῦ Ἀ. Ζίντ (νουβέλα)
Ὁ ἔρωτας καὶ ἡ θυσία, ἡ ἐπιρροὴ τῆς θρησκείας
καὶ ἡ πίστη στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀρετὴ τῆς ἁγιότητος, σχολιάζονται μέσα ἀπὸ τὴν
πορεία ζωῆς τῶν ἡρώων τοῦ ἔργου: τῆς Ἀλίσια καὶ τοῦ Ζερόμ.
4. Πείνα
καὶ δίψα, τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ (δοκίμιο)
Πραγματεύεται τὴν ἔννοια τοῦ πάθους ἀλλὰ στὴν θετικὴ γόνιμη
διάστασή του· ὄχι μὲ πρόσημο ἁμαρτίας, ὅπως τοὐλάχιστον ἀντιμετωπίζεται στὸν ἐκκλησιαστικὸ
χῶρο. Θεωρεῖ, ἀναλύει τὸ πάθος ὡς ὁρμὴ ζωῆς, ἐνῶ σχολιάζεται πνευματικά, ποιμαντικά,
ἡ δύναμη τῆς μοναξιᾶς ὡς πάθους καὶ δίψας τοῦ ἀπολύτου καὶ τῆς ἀγάπης.
5. Ἡ
φάλαινα τοῦ Πὼλ Γκαντέν.
Ἕνα καφκικῆς ἀτμόσφαιρας διήγημα ποὺ περιγράφει τὴ συνάντηση
ἑνὸς ζευγαριοῦ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ ἕνα εἶδος ὑπαρξιακῆς νωχέλειας, μὲ μία
φάλαινα ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀποσύνθεσης.
Ὁ συγγραφέας
προβάλλει τὴν πτώση ἑνὸς μεγαλείου. Στοχάζεται πῶς ἕνα τεράστιο κῆτος ποὺ ὄργωνε
τὰ πελάγη τώρα εἶναι μιὰ μάζα σὲ ἀποσύνθεση. Ἔτσι τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ
μεγαλείου καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ποὺ καταρρέει. Εἶναι
ἡ κρυμμένη, ἡ ἀθέατη τραγωδία μιᾶς αὐτάρκειας, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐξαιρετικὰ
εὔθραυστη.
Ἡ Λογοτεχνία
καθίσταται μία ἀντιστασιακὴ πράξη ποὺ κραυγάζει ὅτι ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν μᾶς φτάνει. Ὅτι
ἡ ὁρμὴ ζωῆς, δημιουργίας, ἀγάπης, προσφορᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλεῖται στὰ λίγα
χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς.[4]
Ἡ ὕπαρξη τῆς Λογοτεχνίας σ’ αὐτὸ στηρίζεται. Εἶναι μία πράξη διαμαρτυρίας: ὅτι ἀπαιτοῦμε
τὴν ὕπαρξη μιᾶς συνέχειας γιὰ ἕναν ἄλλο καλλίτερο κόσμο. Εἶναι ἡ ὑποψία, τὸ ἄρωμα
μιᾶς συνέχειας.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
[1]
Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὸ ποίημα «ᾨδὴ: Διατάσεις τῆς Ἀθανασίας ἀπὸ Ἀναμνήσεις
τῆς Παιδικῆς Ἡλικίας» τοῦ Ἄγγλου
ποιητῆ WilliamWordsworth
(1770 – 1850).
Οἱ στίχοι ἐνέπνευσαν τὸν τίτλο τῆς ταινίας Splendor in the grass
[ Ἑλλ: Πυρετὸς στὸ αἷμα] τοῦ Ἐλ. Καζάν (1961). Ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ καὶ
συναισθηματικὸ ἄξονα τῆς ταινίας, στὴν διάρκεια τῆς ὁποίας οἱ στίχοι ἀκούγονται
ὡς μοτίβο.
[2] «Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦλθε καὶ μὲ
βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα
τί νὰ κάνω. Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου. [...] Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ
διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος,
καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μ’ἐξυπηρετοῦσε μ’ αὐτὸ. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά
μου. Ἐκεῖνος [...] ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγά-σιγὰ τὸν ‘‘Λαμπριάτικο Ψάλτη’’. Καὶ
διαβάζοντας ἄρχισε λίγο-λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του νὰ ἀλλάζει. Ἔλαμπε
ἀγάλι -ἀγάλι ἡ θωριά του. Διάβασεν ἀρκετά. Κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε
καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Καὶ εἶπε μὲ χαρμολύπη: ‘‘παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι
αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατὶ ἔφυγε ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;’’ Κι
ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγε ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό. [...] Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος
πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει»· Ἀρχ. Ἀνανίας Κουστένης, «Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη, Ἀκτὴ 65 (Φεβρ. 2001) 367-368.
[3]
«Προσβλέποντας στὴ μεγάλη ἀθανασία [...] Ἀρνοῦμαι νὰ χαθῶ μαζὶ μὲ τὸ παρὸν
καὶ μὲ τὶς φροντίδες του· θέλω νὰ ξεπεράσω τὸν ἑαυτό μου , νὰ γίνω μέρος τῆς Ἱστορίας,
γιατὶ ἡ ἱστορία εἶναι αἰώνια μνήμη»· Μίλαν Κούντερα, Ἀθανασία, μεταφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1991, σ.
201.
[4] «Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ περάσει
μία ζωὴ ἀναζητώντας τὴν Εὐκαιρία, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ καθοριστικὴ
στιγμή, αὐτὴ ποὺ δικαιώνει τὴ γέννηση καὶ τὸν θάνατο, ἔχει πιὰ περάσει. Δὲν
πρόκειται νὰ ἐπιστρέψει, ἀλλὰ ὑπῆρξε, ἀναπότρεπτα πλήρης, ἐκθαμβωτικὴ καὶ
πλουσιοπάροχη, ὅπως κάθε ἀποκάλυψη»· Βλ. Οὐμπέρτο Ἔκο, Τὸ Ἐκκρεμὲς τοῦ Φουκώ, ἐκδ. Γνώση, Ἀθήνα 1990, σ. 807.




















