Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

π. ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (1897 - 1981)

 

π. Λάμπρος Κ. Θεοδώρου: «Α», «Ἀρχὴ τοῦ Κόσμου»*

π. Λάμπρος Κ. Θεοδώρου· τὸ 1976,
στὸν αὔλειο χῶρο
τοῦ ναοῦ τῆς 
Ἁγίας Παρασκευῆς Μεγ. Βραγγιανῶν. 
 

Στὰ κατάλοιπα τοῦ μακαριστοῦ ἱερέως Λάμπρου Κων. Θεοδώρου (Μεγ. Βραγγιανὰ Ἀγράφων 1897 – Πλαταμὼν Πιερίας, †21 Δεκεμβρίου 1981) βρέθηκε ἕνα χειρόγραφό του
, μὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ὀρθόδοξου ποιμαντικοῦ περιεχομένου. Ἀποστηθίζοντάς την, ἰδιαίτερα οἱ μαθητές, ἀποκτοῦν ὀρθόδοξη συνείδηση μέσα ἀπὸ τὴ Ζωὴ τοῦ Χριστοῦ: μὲ κορύφωση τὰ Πάθη Του καὶ τὴν Ἀνάστασή. Του.

Χαρακτηριστικὰ τοῦ π. Λάμπρου Θεοδώρου ἦσαν ἡ βαθιὰ καὶ ἀκλόνητη πίστη του στὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ μεγάλη του ἀγάπη καὶ φροντίδα γιὰ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὰ Μεγ. Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων καὶ τοὺς ἀνθρώπους τους, τὸ πνευματικό του ποίμνιο.

. «Ὁ ἐφημέριος Βραγγιανῶν Λάμπρος Θεοδώρου».
Ἡ ὑπογραφή του. 

Ἔγραφε διαρκῶς, χωρὶς νὰ περισπᾶται ἡ προσοχή του ἀπὸ τίποτε. Μελετοῦσε
δὲ ἀτελείωτες ὧρες καὶ ἡμέρες: ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοὺς μεγάλους θεολόγους καὶ θεμελιωτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς κλπ), ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες Κλασσικούς ( Πλάτων, Σωκράτης, Ἀριστοτέλης κλπ). Ἀκόμη, ἀντέγραφε παλαιὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ χειρόγραφα. Ἔτσι, ἔχοντας μελετήσει  τὴν πνευματικὴ αὐτὴ σύζευξη Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ, διέθετε ἕνα πλούσιο πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ γλωσσικὸ «ὁπλοστάσιο», τὸ ὁποῖο καθιστοῦσε τὸν λόγο του γοητευτικὸ καὶ πειστικό. Ὁ λόγος του γινόταν κατανοητός, χρησιμοποιώντας τὴ λαϊκὴ καθομιλουμένη γλῶσσα. Ἔτσι, στήριζε τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη καὶ παράδοση τοῦ ἐκκλησιάσματός του.
Ἡ «Ἀλφαβητικὴ» ἀκροστιχίδα
τοῦ π. Λάμπρου Θεοδώρου. 

Προϊὸν αὐτῆς τῆς πνευματικῆς του συγκρότησης εἶναι καὶ ἡ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα ποὺ κατέγραψε σὲ χειρόγραφό του: παρακαταθηκη στὸ ποίμνιό του καὶ τοὺς ἐπιγενόμενους.

Α΄=  ρχὴ τοῦ Κόσμου.

Β΄=  Βασιλεύει ὁ Κύριος.

Γ΄=  Γεννᾶτε ὁ Χριστός.

Δ΄=  Διὰ τῶν Ἀγγέλων χαίρεται.

Ε΄= φθασεν ὁ Κύριος.

Ζ΄=  Ζητοῦν τὸν Ἰησοῦν.

Η΄= λιος ἦτον καὶ ἔλαμψεν.

Θ΄=  Θεοτόκος τὸν ἐγέννησεν.

Ι΄ =  ωάννης τὸν ἐβάπτισεν.

Κ΄=  Κάλαμος τὸν ἔδραμε.

Λ΄=  Λαὸς τὸν ἐτριγύρισε.

Μ΄=  Μυριάδες χιλιάδες.

Ν΄=  Νύχτα τὸν ἐπιάσανε.

Ξ΄=  Ξύδι τὸν ἐποτίσανε καὶ καπνιά.

Ο΄=  Πιλάτος τὸν ἐρώτησε.

Π΄=  Ποῖος εἶσαι ἐσύ;

Ρ΄=  ωμαῖος εἰμὶ ἐγώ.

Σ΄=  Σεῖς τὸν ἐσταυρώνετε.

Τ΄=  Ταῦτα ὁποῦ ἔπαθε.

Υ΄= ψηλὰ τὸν ἀνεβάσανε.

Φ΄= Φίλος τὸν ἐπρόδωσε.

Χ΄=  Χύθηκε τὸ αἷμα Του.\

Ψ΄=  Ψυχὴ δὲν Τοῦ ἀπέμεεινεν.

Ω΄=  , τὸ μέγα τὸ καλό, Ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς ἡ χαρὰ τῶν Ῥωμιῶν καὶ ἡ λύπη τῶν ἐχθρῶν Του.

Κωνσταντῖνος Σπ. 

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ("Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων"), φ. 106, Ἀπρ.-Μαΐος-Ἰούνιος 2026, σ. 5.

 

 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

π. ΒΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ: ''ΧΡΥΣΕ ΖΩΗΣ ΑΕΡΑ, ΦΥΣΑ ΩΣ ΕΜΑΣ'' *

 

Τὸ πραγματικό, οἱ αἰσθήσεις, δὲν ἐξανλοῦν τὴν ἀλήθεια.

«Ἂν καὶ τίποτε δὲν ξαναφέρνει τὴν ὥρα

Τῆς λάμψης τοῦ χορταριοῦ,

Τῆς δόξας τοῦ ἀνθοῦ,

 δὲν θὰ λυπηθοῦμε,

ἀλλὰ θὰ βροῦμε τὴ δύναμη

σὲ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν» [1]

 

π. Βασίλειος Χριστοδούλου,

Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα

φύσα ὣς ἐμᾶς, ἐκδ. Γρηγόρη,

Ἀθήνα 2026, σελ.472.




 

 

Μόνο ὁ ποιητικὸς τίτλος, Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα φύσα ὣς ἐμᾶς, μὲ τὴν ἐμφανῆ πρωτοτυπία του, τοῦ συγγραφικοῦ πονήματος τοῦ π. Βασιλείου Χριστοδούλου, δίδει τὸ ἐρέθισμα, προσκαλεῖ καὶ προκαλεῖ ‒χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ κίνητρο τοῦ συγγραφέα‒, τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει τὸ ἔργο. Ἡ προσθήκη τοῦ ὑποτίτλου: Λογοτεχνικὰ κείμενα σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, ὑποψιάζει τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὴν θεματικὴ ποὺ πραγματεύεται ὁ π. Χριστοδούλου.

Στὸ βιβλίο ἀναλύονται θεολογικά, ἀλλὰ κυρίως μὲ στόχο μία ποιμαντικὴ προσέγγιση, ‒χωρὶς ἀκαδημαϊκὴ καὶ θεωρητικὴ στόχευση‒ πέντε λογοτεχνικὰ ἔργα. Τὸ κάθε ἔργο ἀντιπροσωπεύει ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος. Πρόκειται γιὰ ἕνα θεατρικὸ ἔργο, ἕνα ποίημα, μία νουβέλα, ἕνα δοκίμιο καὶ ἕνα διήγημα. Ἡ ποιμαντικὴ ἀνάλυση ἔχει ὡς σκοπό, μέσῳ τοῦ διαλόγου τῶν χώρων τῆς Λογοτεχνίας καὶ τῆς Θεολογίας, μὲ ἔργα ποὺ δὲν εἶναι θρησκευτικὰ ἢ θεολογικά, νὰ φωτίσει ὑπαρξιακὰ καὶ ποιμαντικὰ ζητήματα καὶ ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ζωῆς μας.

Τὸ βιβλίο ἀπευθύνεται στὸ εὐρὺ ἀναγνωστικὸ κοινό: καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ διαθέτουν ἕνα ἐπίπεδο κατανόησης τέτοιων κειμένων ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους μὲ ἕνα πιὸ ἁπλὸ πλησίασμα σὲ ἀναγνώσεις λογοτεχνικῶν ἔργων, καθὼς μιλοῦν περισσότερο στὴν καρδιά, στὸ συναίσθημα τοῦ ἀναγνώστη. Κινεῖται σὲ χώρους ἀσυνήθιστους σὲ κληρικούς, καὶ γενικότερα ἐκκλησιαστικούς. Αὐτὸ ὀφείλεται, κυρίως, στὰ λεγόμενα στεγανὰ τῆς σκέψης ποὺ παρουσιάζουν αὐτοὶ οἱ χῶροι, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν νὰ προσλάβουμε ἐξαιρετικὰ σπουδαῖα λόγια στὴ ζωή μας. Αὐτὰ σὲ μία προσπάθεια νὰ ἀνοίξουν δρόμοι συνάντησης μὲ τὸν Θεό, καθὼς ὁ Θεὸς ἀγκαλιάζει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ ζωὴ καὶ ὄχι ἁπλὰ τὴν ἐπιβίωση.

Κατὰ τὸν συγγραφέα: στὰ λογοτεχνικὰ ἔργα κρύβεται ἡ ἀγωνία ἑνὸς ἀνθρώπου νὰ ξεπεράσει τὸν θάνατο, νὰ ἀπαντήσει σὲ μεγάλα ὑπαρξιακὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἀνρώπινη ὕπαρξη ἀπὸ τότε ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της. Ἔτσι, βλέπει τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ εἶναι κατάστικτα ἀπὸ τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ συναντηθεῖ ‒εἴτε αὐτὸ γίνεται ἑκούσια ἢ ἀκούσια‒ μὲ αὐτὰ ποὺ τὸν ὑπερβαίνουν· καὶ μὲ τὸν Θεό.

Ὁ π. Βασίλειος Χριστοδούλου θεωρεῖ ὅτι εἶναι λανθασμένη ἡ προσέγγιση, ἡ ἐκτίμηση ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου μὲ γνώμονα τὸν τρόπο ζωῆς, τὶς θέσεις τοῦ δημιουργοῦ του. Πρέπει νὰ ἐκτιμοῦμε ἕνα ἔργο Τέχνης γενικότερα αὐτοτελῶς, χωρὶς νὰ λαβάνονται ὑπ’ὄψιν ‒ἀκόμη κι ἂν εἶχαν ἐκφράσει οἱ δημιουργοί τους‒ ἀπόψεις ποὺ δὲν συνάδουν μὲ τὶς θεολογικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Κρίνουμε  ἕνα ἔργο Τέχνης χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς ὑπόδειγμα τὸν δημιουργό του· χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς παράδειγμα τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ συγγραφέα. Σὲ κάθε ἔργο Τέχνης μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ ἡ λάμψη τῆς θεϊκῆς παρουσίας.

Πραγματεύεται, ἐπιλέγει καὶ ἀναλύει θεολογικὰ καὶ ποιμαντικὰ τὴ Λογοτεχνία γιὰ νὰ συνδιαλλαγεῖ μὲ τὴν Θεολογία, καὶ ὄχι ἄλλη μορφὴ Τέχνης, γιατὶ θεωρεῖ ὅτι στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα ἐνυπάρχει καὶ εἶναι κυρίαρχη ἡ παρουσία τοῦ λόγου· ὅπως ἄλλωστε καὶ στὴ ζωή μας. Εἶναι ὁ λόγος, μὲ τὴν ἀμεσότητά του, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κοινωνοῦμε τὴν ὕπαρξή μας. Ἐξάλλου, ἡ εὐρύτητα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, ἡ ποικιλία τῶν μορφῶν του, ἐπιτρέπει στὸν καθένα νὰ βρεῖ ἕναν δικό του ἰδανικὸ χῶρο ἀνάπαυσης. Νὰ βρεῖ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ταιριάζει, ποὺ τὸν ἱκανοποιεῖ περισσότερο.

Οἱ ἄλλες μορφὲς Τέχνης ( ζωγραφική, γλυπτική, ἀρχιτεκτονική ) ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶναι εὔκολα ἀποκωδικοποιήσιμες, ἑρμηνεύσιμες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαιτοῦν ἀρκετὸ χρόνο καὶ δαπάνη γιὰ νὰ ἔλθει κανεὶς σὲ συνδιαλλαγὴ μαζί τους. Ἡ Λογοτεχνία ἀντίθετα μὲ τὴν ἀμεσότητα τοῦ λόγου ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἐξηγεῖ, νὰ ὁδηγεῖ σὲ κάποιο ἀποτέλεσμα· καὶ ὁ ἀναγνώστης νὰ μπορεῖ νὰ πορεύεται στοὺς ἴδιους δρόμους: νὰ συνδημιουργεῖ μὲ τοὺς ἥρωες τῶν ἔργων.

Τὰ ἔργα ποὺ ἀναλύονται δὲν εἶναι, ἔστω καὶ μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια τοῦ ὅρου, θρησκευτικά. Ὅμως, ἀνοίγουν νέους δρόμους κατανόησης τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξής μας. Προσφέρεται στὸν ἀναγνώστη ἡ γεύση πρωτόγνωρων ἀναγνωστικῶν ἐμπειρειῶν· ἀποτελοῦν μία εὐκαιρία δοκιμῆς ἑνὸς νέου δρόμου στὴ ζωή μας: ἕναν ἄμεσο τρόπο κοινωνίας μὲ ἕνα ἀριστούργημα τοῦ γραπτοῦ λόγου.

Ὁ ἀναγνώστης καλεῖται νὰ διαβάσει τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα καὶ τὴν ἀνάλυσή τους, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι ὁ Θεὸς πνέει τὰ χαρίσματά του παντοῦ· χωρὶς νὰ περιορίζεται. Ὁ συγγραφέας- δημιουργὸς μπορεῖ νὰ καταθέτει συγκλονιστικὲς στιγμὲς συνάντησης καὶ οἰκείωσης μὲ τὸ θεῖο χωρὶς καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὸ γνωρίζει.

Ὁ π. Χριστοδούλου δηλώνει ὅτι, ἐνδεχομένως, ὁ Θεὸς αἰσθάνεται πιὸ ἄνετα στὶς γραφὲς ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ προσδιορίζεται ὡς μὴ θρησκευόμενος καθὼς ἐκεῖ «βαδίζει ἥσυχα καὶ ἀφανῶς στὶς μύτες τῶν λέξεων» καὶ ὄχι σὲ βαρύγδουπες γραφὲς ὅσων αὐτοπροσδιορίζονταιι ὡς θρησκευτικοί· ποὺ  στριμώχνουν τὸν Θεὸ στὶς δικές τους ἀντιλήψεις καὶ βεβαιότητες.

Ὁ τίτλος, μὲ τὸ «Χρυσὲ ζωῆς», ἐκφράζει αὐτὸ τὸ πολύτιμο ποὺ περιέχουν αὐτὲς οἱ γραφές· πολύτιμες δηλαδὴ παρακαταθῆκες μυστηρίου καὶ μυστικῶν τοπίων τῶν δημιουργῶν τους. Εἶναι ζωογόνα κείμενα ποὺ σὲ δύσκολες περιστάσεις μᾶς κρατοῦν στὴ ζωή.[2] Εἶναι ζωογόνος ἀέρας ἡ Λογοτεχνία. Ἡ παράκληση «φύσα» παραπέμει στὴν εὐχὴ ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι νὰ καταστοῦν μέτοχοι αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ ζωῆς.

 Ὁ κόσμος, ὅσο περισσότεροι ἄνθρωποι, θὰ γίνουν κοινωνοὶ αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων καὶ τῆς ἀναλυσής τους ἀπὸ θεολογικὴ καὶ ποιμαντικὴ θέαση.

Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου δηλώνεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἡ πρόθεσή του νὰ ἀκολουθήσει, στὰ ἴχνη τῆς Λογοτεχνίας, τὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καθὼς πιστεύεται ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι «ἕνα σύμπαν κατάστικτο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ».

Στὸ βιβλίο ἀναλύονται, σκιαγραφοῦνται σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, τὰ ἑξῆς λογοτεχνικὰ ἔργα:

 

1. Ἡ μικρή μας πόλη τοῦ Θόρντον Ουάϊλντερ (θεατρικό)

Σκιαγραφεῖται, ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν κατοίκων μιᾶς φανταστικῆς πόλης τοῦ ἀμερικανικοῦ νότου: οἱ ἐρωτικὲς σχέσεις, ὁ γάμος, ὁ θάνατος καὶ ἡ αἰωνιότητα. Στὸ θεατρικό αὐτὸ ἀναλύεται: «Ἡ βασανιστικὴ συνύπαρξη ὅλων τῶν ἐπιπέδων τοῦ χρόνου (παρελθόν, παρόν, μέλλον) σ’ ἕνα φευγαλέο παρόν,[3] μία συνύπαρξη, μὲ τὴ γνωστὴ καὶ πρὸ αἰώνων τετελεσμένη καταληξή της, τὸν θάνατο, ποὺ καταφέρνει λογοτεχνικὰ νὰ παρουσιάσει ὁ Ουάϊλντερ μέσα στὴ Μικρή μας πόλη». Ἐνῷ διερωτᾶται:

«Μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μὴ λές ὁλόκληρη, πὲς ἐλάχιστη, ποὺ σ’ἀφήνει εὔκολα νὰ φύγεις, πῶς θὰ τὴ ζήσουμε; Πῶς θὰ τὴν περάσουμε τόσο πρόσκαιροι καὶ φευγαλέοι»;

 

2. Ἡ μπαλάντα τοῦ Οὔρι (Ποίημα)

 

«Οὐρανὲ

ὄχι δὲν θὰ πῶ τὸ ναί,

οὐρανὲ

φίλε μακρινέ.

Πῶς νὰ δεχθῶ

ἄλλης ἀγκαλιᾶς τὴ στοργὴ

πῶς νὰ δεχτῶ

μάνα μου εἶναι ἡ γῆ.

Πῶς ν’ἀρνηθῶ

Τῆς ζωῆς τὸ φῶς τὸ ξανθό

ἄχ, οὐρανὲ

πόνε μακρινέ. [...]

 

Ποίημα τοῦ Νίκου Γκάτσου τὸ ὁποῖο μελοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μάνο Χατζιδάκι. Οἱ στίχοι τοῦ ποιήματος ἀναφέρονται στὴν προσπάθεια ἰσορροπίας, στὸν ἐσωτερικό του κόσμο, τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ κινεῖται, μετεωριζόμενος στὰ ὅρια ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, ψυχικοῦ καὶ σωματικοῦ· μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.

Τὸ ποίημα ἀποτυπώνει τὸν ἐσωτερικὸ σπαραγμὸ καὶ τὴ δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν ἀσφάλεια τοῦ ἐδῶ:

«... ὁ ἄνθρωπος ἀκούει τὴν ψυχή του νὰ ζητᾷ τὸν οὐρανὸ καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη τοῦ σώματος νὰ παραμείνει στὰ ἴχνη τῶν αἰσθήσεων [...] Μία προσέγγιση γεμάτη ὑποσχέσεις πουλιῶν, ἡλιοστάλακτων γιορτῶν καὶ μὲ τὸ φλὲρτ ἑνὸς ὠκεάνιου πλάτους ποὺ ‒προαιώνια μᾶλλον‒ ὀφείλεται στὸν ἄνθρωπο».

 

3.Ἡ στενὴ πύλη τοῦ Ἀ. Ζίντ (νουβέλα)

Ὁ ἔρωτας καὶ ἡ θυσία, ἡ ἐπιρροὴ τῆς θρησκείας καὶ ἡ πίστη στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀρετὴ τῆς ἁγιότητος, σχολιάζονται μέσα ἀπὸ τὴν πορεία ζωῆς τῶν ἡρώων τοῦ ἔργου: τῆς Ἀλίσια καὶ τοῦ Ζερόμ.

 

4. Πείνα καὶ δίψα, τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ (δοκίμιο)

Πραγματεύεται τὴν ἔννοια τοῦ πάθους ἀλλὰ στὴν θετικὴ γόνιμη διάστασή του· ὄχι μὲ πρόσημο ἁμαρτίας, ὅπως τοὐλάχιστον ἀντιμετωπίζεται στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Θεωρεῖ, ἀναλύει τὸ πάθος ὡς ὁρμὴ ζωῆς, ἐνῶ σχολιάζεται πνευματικά, ποιμαντικά, ἡ δύναμη τῆς μοναξιᾶς ὡς πάθους καὶ δίψας τοῦ ἀπολύτου καὶ τῆς ἀγάπης.

5. Ἡ φάλαινα τοῦ Πὼλ Γκαντέν.

Ἕνα καφκικῆς ἀτμόσφαιρας διήγημα ποὺ περιγράφει τὴ συνάντηση ἑνὸς ζευγαριοῦ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ ἕνα εἶδος ὑπαρξιακῆς νωχέλειας, μὲ μία φάλαινα ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀποσύνθεσης.

Ὁ συγγραφέας προβάλλει τὴν πτώση ἑνὸς μεγαλείου. Στοχάζεται πῶς ἕνα τεράστιο κῆτος ποὺ ὄργωνε τὰ πελάγη τώρα εἶναι μιὰ μάζα σὲ ἀποσύνθεση. Ἔτσι τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ποὺ καταρρέει. Εἶναι ἡ κρυμμένη, ἡ ἀθέατη τραγωδία μιᾶς αὐτάρκειας, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐξαιρετικὰ εὔθραυστη.

Ἡ Λογοτεχνία καθίσταται μία ἀντιστασιακὴ πράξη ποὺ κραυγάζει ὅτι ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν μᾶς φτάνει. Ὅτι ἡ ὁρμὴ ζωῆς, δημιουργίας, ἀγάπης, προσφορᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλεῖται στὰ λίγα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς.[4] Ἡ ὕπαρξη τῆς Λογοτεχνίας σ’ αὐτὸ στηρίζεται. Εἶναι μία πράξη διαμαρτυρίας: ὅτι ἀπαιτοῦμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς συνέχειας γιὰ ἕναν ἄλλο καλλίτερο κόσμο. Εἶναι ἡ ὑποψία, τὸ ἄρωμα μιᾶς συνέχειας.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 *Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1178, 17.7.2026, σ. 16-17.



[1] Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὸ ποίημα «ᾨδὴ: Διατάσεις τῆς Ἀθανασίας ἀπὸ Ἀναμνήσεις τῆς Παιδικῆς Ἡλικίας» τοῦ Ἄγγλου ποιητῆ WilliamWordsworth (1770 – 1850). Οἱ στίχοι ἐνέπνευσαν τὸν τίτλο τῆς ταινίας Splendor in the grass [ Ἑλλ: Πυρετὸς στὸ αἷμα] τοῦ Ἐλ. Καζάν (1961). Ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ καὶ συναισθηματικὸ ἄξονα τῆς ταινίας, στὴν διάρκεια τῆς ὁποίας οἱ στίχοι ἀκούγονται ὡς μοτίβο.

 

[2] «Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦλθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου. [...] Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μ’ἐξυπηρετοῦσε μ’ αὐτὸ. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά μου. Ἐκεῖνος [...] ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγά-σιγὰ τὸν ‘‘Λαμπριάτικο Ψάλτη’’. Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγο-λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του νὰ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι -ἀγάλι ἡ θωριά του. Διάβασεν ἀρκετά. Κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Καὶ εἶπε μὲ χαρμολύπη: ‘‘παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατὶ ἔφυγε ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;’’ Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγε ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό. [...] Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει»· Ἀρχ. Ἀνανίας Κουστένης, «Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη, Ἀκτὴ 65 (Φεβρ. 2001) 367-368.

[3]  «Προσβλέποντας στὴ μεγάλη ἀθανασία [...] Ἀρνοῦμαι νὰ χαθῶ μαζὶ μὲ τὸ παρὸν καὶ μὲ τὶς φροντίδες του· θέλω νὰ ξεπεράσω τὸν ἑαυτό μου , νὰ γίνω μέρος τῆς Ἱστορίας, γιατὶ ἡ ἱστορία εἶναι αἰώνια μνήμη»· Μίλαν Κούντερα, Ἀθανασία, μεταφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1991, σ. 201.

[4] «Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ περάσει μία ζωὴ ἀναζητώντας τὴν Εὐκαιρία, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ καθοριστικὴ στιγμή, αὐτὴ ποὺ δικαιώνει τὴ γέννηση καὶ τὸν θάνατο, ἔχει πιὰ περάσει. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιστρέψει, ἀλλὰ ὑπῆρξε, ἀναπότρεπτα πλήρης, ἐκθαμβωτικὴ καὶ πλουσιοπάροχη, ὅπως κάθε ἀποκάλυψη»· Βλ. Οὐμπέρτο Ἔκο, Τὸ Ἐκκρεμὲς τοῦ Φουκώ, ἐκδ. Γνώση, Ἀθήνα 1990, σ. 807.



Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΜΠΟΡΜΠΟΤΣΕ(Ι)ΛΙΑ [ΜΟΥΡΤΖΙΑ] Μ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ]

 

«Μπορμποτσε(ι)λιά» Μεγάλων Βραγγιανῶν

 Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωστὰ τοπωνύμια τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων εἶναι καὶ τὸ «Μπορμποτσε(ι)λιά». Στὸν γνωστὸ γεωγραφικὸ χάρτη τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν, σχεδιασμένο ἀπὸ τὸν (†) Χριστόφορο Δ. Ἀλεξάκη, καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Μπορμποτσι(ε)λιά», κοντὰ καὶ δυτικὰ τῆς Ράχης Ἁγίου Νικολάου, στὸν τόπο ὅπου οἱ καλύβες τῶν Κασιωναίων.[1]

Χάρτης τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν (λεπτομέρεια), σχεδιασμένος ἀπὸ τὸν (†) Χριστόφορο Δ. Ἀλεξάκη, ὅπου καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Μπορμποτσι(ε)λιά», κοντὰ καὶ δυτικὰ τῆς Ράχης Ἁγίου Νικολάου, στὸ τόπο ὅπου οἱ καλύβες τῶν Κασιωναίων. Βλ. Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1991, σ. 243.

Ἡ ὀνομασία, πιθανότατα, περιγράφει τὸν μικρό, σφαιρικὸ καρπὸ δέντρου (σὰν σπυρί), ποὺ παραπέμπει στὸ: μπομποτσιλιά < ἀρωμουνικὴ bobu(κόκκος, σπυρί) < πρωτοσλαβικὴ *bobъ. [2]

Ἡ θέση "Μπορμποτσελιά" στὰ 
Μεγάλα Βραγγιανά.
(φωτο: Σωτήρης Θωμ. Τσιώλης)

Σύμφωνα μὲ τὸν Π. Γ. Γεννάδιο, πρόκειται γιὰ τό, μὲ ζωηροὺς ἐρυθροὺς καρπούς, ἀκανθοφόρο φυτὸ «Κράταιγος», τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ σὲ ἄγονους τόπους μὲ τὶς κοινὲς ὀνομασίες Τρικκουκιά, Μουρτζιὰ καὶ ΜουμουτσελιὰΤσαπουρνιά, Μπουρμπουτζελιά: [3]

«Κράταιγος (Crataegus, τ. Ροδωδῶν)· γ. περιλ. περὶ τὰ 50 εἴδη ἰθαγενῆ τῆς βορ. εὐκράτου ζώνης [...]. Δένδρα ἀκανθοφόρα, πολλὰ κοσμητικά, ἀντέχοντα εἰς τὴν ξηρασίαν, ἄριστα ὡς ὑποκείμενα πρὸς ἐμβολιασμὸν τῆς Ἀπιδέας. [...] Εἴδη τῆς ἑλληνικῆς χλωρ. καὶ ἀλλαχοῦ ἀπαντῶντα τὰ ἑξῆς ἑπτά: [...] Κράταιγος ὁ μονόγυνος (C. monigynos), [...] ὀνομάζεται κοινῶς Τρικουκκιά, Μουρτζιά, καὶ Μουμουτζελιὰ ἢ Τσαπουρνιά, Μπουρμπουρτζελιά, καὶ ἀλλαχοῦ Γλόγος· δένδρον φυλλοβόλον, μετρίου μεγέθους, κοινότατον πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀναπτύσσεται βραδέως καὶ ἀντέχει εἰς τὴν ξηρασίαν. Ἀπαντᾶ εἰς ἀγόνους τόπους [...] φέρει πολυαρίθμους κατὰ βότρυς ἀναπτυσσομένους καὶ ζωηρῶς ἐρυθρῶς καρπούς των [...]. Σημειωτέον ὅτι Τρικόκκια ἢ Τρίκκοκα ὀνομάζονται ἐνιαχοῦ καὶ σήμερον οἱ καρποὶ τοῦ εἴδους τούτου».

Τὸ τοπωνύμιο, προφανῶς, ἔλαβε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν ἀρωμανικὴ (βλαχικὴ) ὀνομασία τοῦ φυτοῦ ποὺ φύεται ἐνδημικὰ στὸν τόπο αὐτό.

Κράταιγος: τὰ ἑπτὰ ἐντυπωσιακὰ ὀφέλη
τὴν ὑγεία.(naturanrg.gr krategos) 

Στὴ γνωστή, γιὰ τὸ πλούσιο ὀνοματολογικῶς περιεχόμενό της, ἱστοσελίδα https://sarantakos.wordpress.com/ ἀναφέρεται ὅτι: «στὴν Ἑλλάδα ἔχουμε περίπου ὀκτὼ αὐτοφυῆ εἴδη "Κραταίγου"· μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Crataegous azarolous var.aronia γνωστὸ καὶ ὡς μουρτζιά, τρικουκκιά, κωδωμηλιά, κουδουμαλιά».[4]

Στὴ λογοτεχνία ἀπαντᾶ ὡς «τρικοκκιὰ» στὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Ὢχ Βασανάκια» ὅπου ἡ γριὰ μάγισσα Βότσαινα, ἡρωϊδα τοῦ διηγήματος, χρησιμοποιεῖ ἕναν ἀκανθοφόρο κλάδο τοῦ δένδρου μὲ σκοπὸ νὰ πλήξει ὅμιλο κοριτσιῶν, ποὺ θεωρεῖ ὅτι εἶχαν, ἔναντί της, προσβλητικὴ καὶ ἀπαξιωτικὴ συμπεριφορά:[5]

«Ἔτρεχε πάλλουσα εἰς τὴν χείραν τὴν πελωρίαν τρικκοκιάν, μὲ τοὺς σκληροὺς καὶ χελωνοδέρμους πόδας της πλήττοντας τὸ ἔδαφος ὡς πέταλα φορφάδος. [...] Ἦσαν πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν κορασίδων [...] Ἐπεθύμει ν’ἀπολαύσῃ τὴν ἡδονὴν νὰ σχίσῃ τὸν λαιμὸν ἢ τὸ μάγουλον μιᾶς ἢ περισσοτέρον ἐκ τῶν νεανίων, πρὶν λάβωσιν αὐταὶ εἴδησιν [...]. Ὁ ἀέρας μόνον τῆς τρικοκκιᾶς, καὶ ἡ ἄκρα ἀκωκὴ μιᾶς τῶν πολυκλάδων ἀκανθῶν, ἔθιξε τὴν κόμην μιᾶς τῶν κορασίδων, τῆς δωδεκαετοῦς Μαχῶς, τῆς κόρης τοῦ Πορταρίτη. Συγχρόνως λίθος εὐστόχως ριφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὑψηλοῦ καὶ ἰσχνοῦ μαθητοῦ [...] ἐκτύπησε τόσον καιρίως, καὶ ἐκλόνισε τόσον σφοδρῶς τὴν πελωρίαν τρικοκκιάν, εἰς τὴν χείραν τῆς Βότσαινας, ὥστε ἡ μάγισσα ἠσθάνθη δεινὸν τὸν ἀντίκτυπον, ἡ χείρ της ἐπόνεσεν καὶ ἀφῆκε τὸ ὅπλον της νὰ πέσῃ καταγῆς. Ὁ ὑψηλόσωμος νέος ἐπάτησεν ἐν θριάμβῳ ἐπὶ τῆς πολυκλάδου τρικοκκκιᾶς καὶ ἡ μάγισσα ἐστράφη εἰς φυγήν».

Ἀκόμη, ὁ λόγιος ἱερέας τῆς Σκιάθου π. Γεώργιος Ρήγας ( Σκιάθος 1884 -Ἀθήνα 1960) στὸ λαογραφικό του ἔργο ἀναφέρει τὴν τρικοκκιὰ ὡς φυτὸ τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ στὴ Σκιάθο.[6]

Τρικοκκιά (Κράταιγος ὁ ὀξύανθος) μὲ καρποφορία.


Ἐπίσης, θεωρεῖται κορυφαῖο ρυθμιστικὸ βότανο τῆς καρδιᾶς καὶ γενικότερα τοῦ κυκλοφορικοῦ τοῦ αἵματος. Περιέχει βιοφλαβονοειδῆ, ποὺ τοῦ προσδίδουν τὸ κόκκινο χρῶμα του καὶ τὸ κάνουν διουρητικό, δυναμώνοντας τὰ ἀγγεῖα· φαινολικὲς ἑνώσεις ποὺ τὸ κάνουν παυσίπονο· ταννίνες ποὺ σφίγγουν τοὺς ἱστοὺς καὶ κουμαρίνες ποὺ δροῦν ἀντιθρομβωτικά. Κατάλληλο γιὰ ὑπέρταση / ὑπόταση, ἄγχος, στηθάγχη, προβλήματα τῶν ἀγγείων».

Τὸ χωριὸ Τρικοκκκιὰ Γρεβενῶν. 

Τέλος, μὲ τὸ ὄνομα «Τρικοκκιά» σώζεται
ὀρεινό χωριό τοῦ νομοῦ Γρεβενῶν σὲ ὑψόμετρο 580 μέτρα. Ἡ παλιά ὀνομασία τοῦ χωριοῦ ἦταν «Τσαπουρνιά»· πιθανότατα προέρχεται ἀπὸ τὸν θάμνο «τσαπουρνιά», ποὺ παραπέμπει σὲ ἄλλη ὀνομασία τοῦ φυτοῦ Μπορμποτσελιὰ ἢ τρικοκκιά.[7] 

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίσυεση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν) φ. 1173, 12. 6. 2026, σ. 15-16.

 



 





 



[1]. Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1991, σ. 243.

[2]. Βλ. Κωνσταντίνου Νικολαΐδου, Ἑτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Κουτσοβλαχικῆς Γλώσσης, Ἀθήνα 1909, τύποις Π. Δ. Σακκελλαρίου, σ. 323.

[3] Βλ. Π. Γ. Γενναδίου, «Κράταιγος», Λεξικὸν Φυτολογικόν, ἐκδ. Δαμιανός, Ἀθήνα, χ.χ, σ. 552-553.

[4] https://sarantakos.wordpress.com/ 29.9. 2024, 00:29, ὅπου ἐπίσης ἀναφέρεται καὶ «Ὡς ἀγριοφρουτάκι ποὺ κάνουν γλυκὸ μὲ τὸν καρπό του ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἄνθη ἀφέψημα».

[5] Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ὢχ Βασανάκια», Ἅπαντα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1984, τ. Γ΄, σ. 17-18.

[6] «Τρικουκκιά: κράταιγος (κράτιγος), εἶδος». Βλ. π. Γεώργιος Ρήγας, Σκιάθου λαϊκὸς πολιτσμός, «Ὀνόματα φυτῶν», τ. Γ΄, σ. 266.

[7] Γενννάδιος, σ. 552.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ: "ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ'' ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΊΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Ἑλένη Γλύκατζη Ἀρβελέρ: τὸ πρῶτο της βιβλίο*

Στὸν Ἀθανάσιο Ἐλευθ. Ράντο.

 

«Ὁ θησαυρὸς εἶναι τὰ συναισθήματά μας·

φρεσκοκομμένα νομίσματα, ὅλο νὰ λάμπουν»

(Ἄννα Γριμμάνη, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ

. 600 μολύβια καὶ 10 ποιήματα,

ἐκδ. Γκοβόστη, Ἀθήνα 2020, σ. 147)

 

Ἡ Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ,
μαθήτρια τοῦ Δ΄ Γυμνασίου Θηλέων Ἀθηνῶν.
 

Στὶς 16 Φεβρουαρίου 2026 ἀπεβίωσε ἡ σπουδαία ἑλληνίδα Ἱστορικός-Βυζαντινολόγος, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ (
Hélène Ahrweiler, Ἀθήνα, 29.8.1926 - 16.2.2026). Μία ἐξέχουσα ἀκαδημαϊκὴ προσωπικότητα, μία διεθνὴς ἑλληνίδα, ἡ ὁποία ἀγάπησε τὴν Ἱστορία σὰν παιδί της.

Ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐμπόρου Νικολάου Γλύκατζη, ἀπὸ τὰ Μουδανιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ τῆς Καλλιρρόης Ψαλτίδη, ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια τῆς Προύσας.

Σὲ συνέντευξή της στὸν δημοσιογράφο Γιάννη Ν. Μπασκόζο, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στὸ βιβλίο της Μιὰ ζωὴ χωρὶς ἄλλοθι, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 2017 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Μεταίχμιο, ἀναφέρει, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ὅτι τὸ πρῶτο βιβλίο ποὺ ἀγόρασε ἦταν Τὰ Θεῖα Δῶρα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940), λογοτέχνη, δημοσιογράφου καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ, μὲ ἐκ πατρὸς καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων. Στὴ συνέντευξή της αὐτὴ διηγεῖται, πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο ἔγινε ἡ ἀγορὰ τοῦ βιβλίου:

«Ἡ οἰκογένεια τῆς μάνας μου ἦταν καλοστεκούμενη, γιατὶ αὐτοὶ εἶχαν πάει στὴ Ρουμανία, δὲν ἦρθαν κατὰ δῶ. Ὁ πατέρας μου εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸν θεῖο Τζώρτζη, ὁ ὁποῖος καθόταν στὴν Καστέλλα Ἡ Καστέλλα τότε εἶχε προσφυγικὰ σπίτια, δὲν εἶχε γίνει αὐτὸ ποὺ εἶναι τώρα. Ὁ θεῖος αὐτὸς, ὅταν ἐρχόταν, μᾶς ἔδινε χαρτζιλίκι. Σ’ ἐμένα ἔδινε μία "Δήμητρα", τὸ δεκάρικο, στ’ ἀδέλφια μου ἔδινε ἕνα "Ποσειδώνα", τὸ εἰκοσάρικο. Μ’ αὐτὰ τὰ δεκάρικα ποὺ μάζευα, πῆγα κι ἀγόρασα Τὰ Θεῖα δῶρα, τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι εἶναι ὡραῖο βιβλίο εἶμαι πιὰ στὸ Γυμνάσιο, εἶμαι Α΄ Γυμνασίου μία συμμαθήτριά μου, θυμᾶμαι τὸ ὄνομά της, λεγόταν Λίλιαν Καυκᾶ καὶ ὁ πατέρας της ἦταν ἐφέτης. Ἂν τὸ διαβάσει ἂς ἔλθει νὰ μὲ βρεῖ».

Ζαχαρίας Παπαντωνίου,
 
Τὰ Θεῖα δῶρα,
Ἐκδ. Δημητράκου, 
Ἀθήνα 19311

Ἡ Λίλιαν Καυκᾶ (1925-2017), στενὴ φίλη καὶ συμμαθήτρια τῆς Ἑλένης Γλύκατζη τὰ χρόνια ἐκεῖνα στὸ Δημόσιο σχολεῖο Παγκρατίου, ἦταν θυγατέρα τοῦ νομικοῦ Κωνσταντίνου Καυκᾶ (1892—19
74), Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν περίοδο 1959-1962 καὶ σύζυγος τοῦ Ἐλευθερίου Ράντου, Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἦταν, ἐπίσης, μητέρα τοῦ Ἀθανασίου Ράντου, πρώην Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νῦν, ἀπὸ τὸ 2020, Γενικοῦ Εἰσαγγελέα τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Μάλιστα, σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Ἀθανασίου Ράντου, ἡ μητέρα του Λίλιαν θυμόταν τὴ φωνὴ τῆς Ἑλένης ἀπὸ τὸ "χωνὶ" τοῦ ΕΑΜ στὸν Βύρωνα, ποὺ ἔφτανε μέχρι τὸν Προφήτη Ἠλία Παγκρατίου, ὅπου κατοικοῦσε, ἀπὸ τὸ 1933, ἡ οἰκογένεια Καυκᾶ.

Τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου ἀναφέρει ὡς κτῆμα τῆς Ἑλένης Γλύκατζη καὶ ἡ Ἄννα Γριμμάνη στὸ ἔργο της, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ. 600 μολύβια καὶ 10 ποιήματα: ἕνα βιβλίο ποὺ βασίζεται σὲ μία σειρὰ συζητήσεών της μὲ τὴν Ἀρβελέρ, ὅπου ἀποτυπώνονται ἐπιλεκτικὰ γεγονότα μιᾶς πολύπτυχης διαδρομῆς της σὲ διεθνῆ καμβά. Μάλιστα, σὲ ἕνα σημεῖο τῆς συνέντευξης δηλώνεται ὅτι καὶ ὡς φοιτήτρια ἔφερε Τὰ Θεῖα Δῶρα μαζί της:

«Ἦταν ἄριστη φοιτήτρια, κάπνιζε ἀδιάκοπα καὶ διάβαζε πολύ. Μιὰ μέρα, ὅπως ἐρχόταν πάντα μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸν Βύρωνα στὸ πανεπιστήμιο, εἶχε μαζί της ἕνα βιβλίο, Τὰ Θεῖα Δῶρα, μὲ τὸ ποίημα "Ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ". Τὸ κρατοῦσε σφικτά».

Τὴν «Προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ» τοῦ Ζ. Παπαντωνίου, ὅπως πάλι διηγεῖται ὁ Ἀθανάσιος Ράντος, ὁ γιός της, ἡ Λίλιαν Καυκᾶ τὴν ἔλεγε ἀπὸ στήθους, μαζὶ μὲ ἄλλα ποιήματα καὶ τραγούδια μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς της· ἰδιαίτερα τα δύο τελευταῖα χρόνια, ἀπὸ τὴν ἀναπηρικὴ πολυθρόνα της, κρατώντας τὸ χέρι τοῦ γιοῦ της.

Ἡ Ἑλένη Γλύκατζη καὶ ἡ Λίλιαν Καυκᾶ δὲν ξανασυνατήθηκαν. Δὲν κατάφεραν νὰ βρεθοῦν. Πολλὲς οἱ μέριμνες τῆς βιοτικῆς θαλάσσης γάρ. Οὔτε ἡ Λίλιαν διάβασε τὴν προτροπὴ τῆς Ἑλένης νὰ πάει νὰ τὴν βρεῖ, καθὼς εἶχε πεθάνει δύο μῆνες πρίν. Ἔγινε ὅμως, θείᾳ βουλήσει, συνάντηση τοῦ γιού της μὲ τὴν Ἑλένη Γλύκατζη. Στὴν ὄχι ἐντελῶς τυχαία αὐτὴ συνάντηση ἐξέφρασε τὴ χαρά της, τὴ συγκίνησή της, ποὺ συνάντησε διὰ ζώσης τὸν γιὸ τῆς Λίλιαν· καταξιωμένο ἐπιστήμονα καὶ διάκονο τοῦ Δικαίου ἀπὸ ὕψιστες θέσεις, τὶς ὁποῖες τοῦ ἀνέθεσε ἡ Πολιτεία.

Tὸ «Ἀπολυτήριον», στὶς 17 Σεπτ. 1945,
ἀπὸ τὸ Δ΄ Γυμνάσιον 
Θηλέων Ἀθηνῶν, 
 

τῆς Ἑλένης Γλύκατζη.


Ἐπίσης, ἡ Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελὲρ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία, τὸ 1978, ὡς πρύτανης τῆς Σορβόνης, ἀναγορεύει τὸν Κωνσταντῖνο Τσάτσο
Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ τὰ Ἄγραφα σὲ ἐπίτιμο διδάκτορα τῆς Σορβόνης . Ὅπως δηλώνει πάλι στὸ Μία ζωὴ χωρὶς ἄλλοθι, στὸν Γιάννη Ν. Μπασκόζο:

«Στὸ Παρίσι γνώρισα κι ἄλλους Ἕλληνες ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, χάρη στὸν Τσάτσο. Τὸ 1978 ἦλθε ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος στὴ Σορβόνη γιὰ νὰ γίνει ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ ἤμουν πρύτανης τῆς Σορβόνης. Ἤδη εἶχε γίνει Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Ὑπῆρξαν πολλὲς αἰτήσεις ἀπὸ τὴν καλὴ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἀναγόρευσή του σὲ διδάκτορα, μεταξὺ τῶν ὁποίων, οἱ Γουλανδρῆδες, οἱ Μεντζελόπουλοι, οἱ Ποταμιάνοι καὶ ἄλλοι. Κι ἔτσι γνώρισα τὴν κοινωνία τὴν ἀθηναϊκή».

Λοιπόν, Τὰ Θεῖα Δῶρα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ποὺ ἐκδίδονται τὸ 1931 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Δημητράκου, γίνονται κτῆμα τῆς Ἑλένης Γλύκατζη –μετὰ ἀπὸ σύσταση τῆς συμμαθήτριάς της Λίλιαν Καυκᾶ, περὶ τὸ 1938, ὅταν ἦταν μαθήτρια τῆς Α΄ Γυμνασίου· τὰ ἔφερε δὲ μαζί της καὶ στὴ διάρκεια τῶν φοιτητικῶν της χρόνων. Ἀγαπημένο της ποίημα ἦταν «Ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ»· ἀπ’ ὅπου οἱ στίχοι αὐτοὶ προτυπώνουν, νομίζω, τὴ ζωή καὶ τὸ ἔργο της:

«Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν’ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει

Ἄκουσα τὴ γλυκειὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.

Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, στοὺς σκύλους λίγο χάδι.

Ζευγάδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ».

 

Ὅμως, οἱ παλαιὲς συμμαθήτριες τοῦ Δημοσίου σχολείου Παγκρατίου συναντήθηκαν ξανά· ἀλλοιῶς ὅμως: ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν τοῦ Τρισαγίου. Ἀσφαλῶς ὁ Δικαιοκρίτης θὰ κατατάξει τὶς ψυχές τους ἐν σκηναῖς Δικαίων, ὅπου θὰ λένε μαζί, ἐν οὐρανοῖς πλέον, τὴν «Προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ».

Καθώς, ὅμως, ἡ θεϊκὴ βούληση νικᾷ κάθε φύσεως τάξιν, ἔτσι, λοιπόν, θέλησε νὰ βρεθεῖ  ὁ ὑπογράφων, προσευχητικά, στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τῆς Λίλιαν Καυκᾶ, στὶς 5 Σεπτεμβρίου 2017 στὸ Α΄ κοιμητήριο Ἀθηνῶν· χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι μπροστά του περνᾶ τὸ σκήνωμα ἐκείνης ποὺ εἶχε γοητευτεῖ ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου καὶ εἶχε κάνει κοινωνὸ τοῦ λόγου του καὶ τὴν Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ. Ἄκουσε ὅμως τὸν γιό της Ἀθανάσιο Ράντο νὰ ἀποχαιρετᾶ τὴν μητέρα του Λίλιαν προπέμποντάς την στὴν τελευταία της κατοικία ὡς:

 «Ἀρχόντισσα ἀνάμεσα σὲ οἰκογένεια ἀθλητῶν»

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

  * Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1169, 15. 5. 2026, σ. 17-18.