Σχετικά με τ’ Άγραφα, παραθέτουμε τ΄ ακόλουθα επτά ιστορικά
σημειώματα:
Πρώτο: Μεταξύ των ετών 726 και 842 μαίνεται στη βυζαντινή
αυτοκρατορία η θεολογικοπολιτική διαμάχη που έμεινε στην ιστορία ως
Εικονομαχία, αφορώσα τη λατρεία ή όχι των χριστιανικών εικόνων κ.ά. θεμάτων,
κατά την οποία αυτοκράτορες στράφηκαν σκληρά κατά των εικονολατρών, διώκοντάς
τους. Η τραγωδία αυτή διήρκεσε μέχρι το θάνατο του τελευταίου εικονομάχου
αυτοκράτορα Θεόφιλου, το 842.
Αναφέρει σχετικά η «Ιερά
Διήγησις» του 1815, που εγκρίθηκε προς έκδοση απ’ τον Οικουμενικό Πατριάρχη
Γρηγόριο Ε΄ (1746-1821):[1]
«Τον καιρόν οπού
εβασίλευσεν (829-842) ο Εικονομάχος
εκείνος Θεόφιλος, ή μάλλον ειπείν μισόχριστος (που μισούσε το Χριστό), εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των αγίων
Εικόνων· κι’ έστειλε κι’ ορισμούς (διαταγές) βασιλικούς εις πάσαν πόλιν και χώραν, προστάσωντας τους ορθοδόξους με
πολλούς φοβερισμούς βασάνων, κι’ εξορίας να κατεβάσουν (αποκαθηλώσουν) τας αγίας Εικόνας, και να τας κατακαύσουν
και όσοι μεν επείθοντο εις το βασιλικόν κι’ ασεβές τούτο πρόσταγμα, έπερναν
αξίας και τιμάς από λόγου του· όσοι δε δεν ήθελον να καταφρονήσουν τας αγίας
Εικόνας, ως ζηλωταί (αφοσιωμένοι) της
ορθοδοξίας, ούτοι λέγω, αν είχον και το πλέον μεγαλήτερον αξίωμα, εκατεβάζοντο
υπ’ αυτού από την τιμήν εκείνην κι’ αξίαν, και με καταισχύνην μεγάλην
εξωρίζοντο»,
«[…] οι παίδες της
Ελλάδος […] εστάθησαν ζηλωταί της πίστεως, κι’ απειθείς εις τας αιρέσεις· […]
αυτοί ήταν αρκετοί ως ανδρειωμένοι να αντισταθούν και με πόλεμον, όθεν εν
ευκολία δεν επείθοντο εις τοιαύτας ανοήτους προσταγάς των βασιλέων.
Διά
τούτο, και κατά τον καιρόν (741-775 του αυτοκράτορα)
Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, Άγραφα εκλήθησαν τα ορεινά αυτών μέρη, επειδή όχι
μόνον δεν υπέγραψαν τη εκείνου αιρέσει (εικονομαχία), αλλά και τους παρ’ αυτού αποσταλέντας εξάρχους [αυτοκρατορικούς
αξιωματούχους…] θανάτω μαχαίρας παρέδωκαν
[έσφαξαν…]».
Δεύτερο: Παρουσιάζουμε τα όσα σχετικά με τα βυζαντινά Άγραφα
καταγράφει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος:[2]
«[…]
άλλοι όμως μικρότεροι δυνάσται κατέλαβον ουκ ολίγα της Ελλάδος μέρη κατά τα
τελευταία έτη της δωδεκάτης εκατονταετηρίδος και τα πρώτα της τρισκαιδεκάτης (1195-1204[3]),
διατελούντες σχεδόν ανεξάρτητοι από της
εν Κωνσταντινουπόλει (βυζαντινής)
μοναρχίας.
Εις
τα όρη της αρχαίας Δολοπίας (Άγραφα) ήρχεν (εξουσίαζε - διοικούσε) Αγραφιώτης τις πολέμαρχος, περί του οποίου
πλειότερα δεν γνωρίζομεν».
Τρίτο: Ο δυσπρόσιτος, ορεινός, ποιμενικός και δασόβιος τόπος
των Αγράφων υπήρξε πάντα ανυπότακτος, πάνοπλος και αντάρτης για τους Οθωμανούς.
Αυτοί, επέδειξαν πράγματι αδυναμία να τον ελέγξουν πλήρως και
μόνιμα με στρατιωτικά μέσα και δεν κατόρθωσαν να εξοντώσουν τους εκπληκτικούς
αγραφιώτες ορεσίβιους πολεμιστές και τις τοπικές κοινότητές τους·[4]
απέτυχε μάλιστα να τα καταφέρει και ο ισχυρός αρχιστράτηγός τους Τουραχάν Μπέη
(1423-1456), αν και προηγουμένως ο ίδιος κατέκτησε όλη την πεδινή και ορεινή Θεσσαλία.
Για αυτό τόλμησαν και δημιούργησαν στ’ Άγραφα, επί Σουλτάνου (1421-1451) Μουράτ
Β΄, το πρώτο[5]
αρματολίκι στην ελληνική επικράτεια και πιθανότατα το αρχαιότερο και μεγαλύτερο
των Βαλκανίων.[6]
Επισημαίνουμε ότι, αυτή την εποχή, πρώτον, αρχίζει η
οργανωμένη τουρκική εγκατάσταση στη Θεσσαλία χιλιάδων μουσουλμάνων Κονιάρων απ’
το «Konya» Ικόνιο της Μικράς Ασίας,[7]
και δεύτερον ότι, σ’ αντίδραση, λόγω και της απώλειας της γης τους, της
ιδιοκτησίας τους,[8]
καθώς και των αυξανόμενων τουρκικών καταπιέσεων και αυθαιρεσιών, άρχισε να
παίρνει μεγάλες διαστάσεις η φυγή και η μετακίνηση Ελλήνων του κάμπου στα
ορεινά των Αγράφων.[9]
Σημειώνουν παραστατικά, το 1864 ο Λάμπρος Κουτσονίκας[10]
και το 1857 ο Παναγιώτης Αραβαντινός:[11]
«Οι πρώτοι […]
Σουλτάνοι […] μετώκησαν εκ του Ικονίου της Μικράς Ασίας τετρακοσίας χιλιάδας
κατοίκων οθωμανών, τους υπό μεν των Ελλήνων Κονιάρους, υπό δε των οθωμανών
Ιβλιάτι φατιχάν καλουμένους, ήτοι τέκνα των κατακτητών […] εις τας πεδινάς επαρχίας
της Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, τους δε τα χωρία ταύτα κατοικούντας
Έλληνας απεδίωξαν· ούτοι δε αναγκασθέντες απεσύρθησαν εις τα ορεινά μέρη, και
απεκατεστάθησαν εις τ’ άγονα και τραχέα των χωρών τούτων μέρη.
Οι
ευτολμότεροι (τολμηρότεροι) τούτων
δράττοντες τα όπλα και συσσωματούμενοι (αφού ενώθηκαν) περιήρχοντο (τριγύριζαν από τόπο σε τόπο) κατατρέχοντες (κυνηγώντας - εξοντώνοντας) τους άρπαγας και αποξενώσαντας απ’ αυτών την πατρώαν γην [που τους
άρπαξαν την πατρική τους περιουσία…]».
Οπότε οι ορεσίβιοι αυτοί Έλληνες κυριάρχησαν στα αγραφιώτικα
κ.ά. ορεινά, σε σημείο ώστε να είναι επικίνδυνη και μάλλον αδύνατη η πρόσβαση
των Οθωμανών σ’ αυτά, γεγονός που ως φαίνεται επιβεβαιώνει και ο Κ.
Παπαρρηγόπουλος δηλώνοντας:[12]
«[…] οι μάχιμοι ορεινοί
κάτοικοι του Ολύμπου, του Πηλίου, της Πίνδου, των Αγράφων, δεν υπετάχθησαν εις
τους Τούρκους, οι οποίοι ηναγκάσθησαν να συνθηκολογήσωσι με αυτούς, να δώσωσιν
εις αυτούς προνόμια, και ιδίως να αναθέσωσιν εις αυτούς, την στρατιωτικήν
φύλαξην των υποτεταγμένων επαρχιών».
Όταν σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα (1525), προφανώς ύστερα από
καινούργια επαναστατική δράση των Αγραφιωτών, πάλι οι Οθωμανοί με τον Βεϊλέρ
βεγί πασά Αρχιστράτηγο της Θεσσαλίας δεν μπόρεσαν να τους υποτάξουν,[13]
τότε επανασυμβιβάστηκαν και επί Σουλτάνου (1520-1566) Σουλεϊμάν Α΄ αποφάσισαν
να επαναεπιβεβαιώσουν επίσημα και εγγράφως, αυτή τη φορά, την αυτονομία τους.
Έτσι, συμφώνησαν με
τους προύχοντες Αγραφιώτες, παραχωρώντας τους σημαντικότατα δικαιώματα
αυτονομίας και αυτοδιοίκησης μ’ αντάλλαγμα την «φόρο υποτέλειά τους» και
συνυπέγραψαν, την 10-5-1525, στην κωμόπολη Ταμάσι ή Τσαμάσι, σημερινή Ανάβρα
της Καρδίτσας (στους πρόποδες των Αγράφων), την ακόλουθη «Συνθήκη του
Ταμασίου»[14],
την οποία παρουσίασε στα 1926 ο Καρδιτσιώτης ιστορικός και εκπαιδευτικός
Χρήστος Καλοκαιρινός:[15]
«Οι παρευρισκόμενοι εν
τη συνελεύσει ταύτη συμφωνούμεν και αποφασίζομεν: Άπαντα τα χωρία των Αγράφων
αποτελούσιν αυτονομίαν, η οποία διοικείται υπό συμβουλίου, έχοντος έδραν την
παρά το οροπέδιον Νεβροπόλεως (λίμνη Πλαστήρα Καρδίτσας) ονομαστήν κωμόπολην (κασαμπά) Νεοχώριον.[16]
Ουδεμία Τουρκική οικογένεια επιτρέπεται να κατοικήση διαρκώς εις τα χωρία των Αγράφων,
εκτός του Φαναρίου. Οι κάτοικοι των πεδινών και ορεινών μερών επικοινωνώσιν
ελευθέρως. Εκάστη κοινότης των Αγράφων υποχρεούται να πληρώνη εις την Υψηλήν
Πύλην ετησίως 50 χιλ. γρόσια·
το ποσόν δε τούτο θ’ αποστέλληται παρά του ειρημένου Συμβουλίου δι’ εμπίστου
προσώπου απ’ ευθείας εις την έδραν της ευδαιμονίας (Κωνσταντινούπολιν). Εγένετο
10 Μαΐου 1525. Βεϊλέρ βεγί (Αρχιστράτηγος Θεσσαλίας). Οι προύχοντες (των Αγράφων)
Γαρίχι, δεβλέτι, αλιγιέ (σ.σ. ή α’ ιγιέ). Υπό Τζιβδέτ πασά».[17]
Και κλείνοντας, ο Χρ. Καλοκαιρινός, την παράθεση του κειμένου της συνθήκης,
αναγράφει, στο τέλος της, επί λέξη: «(Εκ
του Τουρκικού)», εννοώντας ότι το κείμενο μεταφράστηκε απ’ το τούρκικο πρωτότυπο.
Παρακαλώ, σκεφτείτε πότε έγινε αυτό. Το 1525.
Οι Οθωμανοί είναι ήδη περίπου 150 χρόνια στη Θεσσαλία, την
κατέλαβαν όλη, αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τ’ Άγραφα.
Η συνθήκη είναι μάλλον μοναδικό γεγονός στα παγκόσμια
ιστορικά πολεμικά πράγματα. Και σίγουρα η μοναδική στον ελλαδικό χώρο.
Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής, με τεράστιες
στρατιωτικές δυνάμεις, που έφτασε μέχρι έξω απ’ τα τείχη της Βιέννης, δεν
μπόρεσε να καταλάβει αυτόν τον «μικρό» χώρο των Αγραφιώτικων βουνών, που
«αντιστέκονταν», και μάλιστα η ίδια ζήτησε την, απ’ τους προύχοντες των
Αγράφων, υπογραφή της συνθήκης.
Ωστόσο η συνθήκη δεν έχει αναδειχθεί όσο απαιτεί η
μοναδικότητα και σπουδαιότητά της. Ποτέ όμως δεν είναι αργά.
Παράλειψη
θα ήταν εάν δεν τονίζαμε ότι απ’ τ’ Άγραφα και το χωριό Κεράσοβο ξεκίνησε, την
10-5-1821, η επανάσταση του 21α, με πρωτεργάτες τον Κερασοβίτη Κ.
Βελή, Λ. Ζώτο, Χ. Σουλιώτη, Κ. Βουλπιώτη, Γ. Γιολδάση, Μπράσκα, Αραπογιάννη
κ.ά.[18]
Σκεφτείτε:
Τί σύμπτωση!
Πάλι η
ίδια ημερομηνία: 10 Μάη του 1525 η συνθήκη του Ταμασίου, και ακριβώς μετά 296
χρόνια, 10 Μάη του 1821 η επανάσταση του 21α.
Εκεί, στων «Αγράφων άγρια βουνά, Αγράφων κορφοβούνια»,[19]
στις αγραφιώτικες βουνοκορυφές, διέπρεψε, το 1680-1695, ο, «εξ Αγράφων»,[20] απ’
τους πρώτους αρματολούς των Αγράφων, και πάντως ο πιο γνωστός αρχαιότερος
αρματολός επί τουρκοκρατίας, Χορμόπουλος,[21] «το Μικρό Χορμόπουλο, το χιλιοπαινεμένο,
πούναι καμάρι των Κλεφτών, καμάρι των Αγράφων».[22]
Χρησιμοποιούσε την
αναγνωρισμένη και, ήδη, ιστορικά τεκμηριωμένη[23] σημαία
των Αγράφων, το μπαϊράκι - φλάμπουρό
του «[…] το κόκκινο το άσπρο, με τον Σταυρό στη μέση […]».[24]

Σημαία Αγράφων - Αγραφιωτών (καπεταναίων,
οπλαρχηγών, κλεφτών, αρματολών) 1680-1821[25].
Διάδοχός του, λίγο μετά το 1700, ήταν ο Γιάννος Γέρο
Μπουκοβάλας[26]
και διά των απογόνων του Γιαννάκη, Κώστα και Χρήστου (οι επονομαζόμενοι
«Μπουκοβαλόπαιδα»)[27]
πέρασε το 1822 τ’ αρματολίκι στον Γεώργιο Καραϊσκάκη[28],
που κι’
αυτός, ως κλέφτης μέχρι και το 1822, οπωσδήποτε βρήκε και θα χρησιμοποίησε την
ίδια[29]
σημαία των Αγραφιωτών κλεφτοκαπεταναίων κι’ αρματολών, την «[…] κόκκινη την
άσπρη, με τον Σταυρό στη μέση […]».[30]
Εφόσον τη συνθήκη του Ταμασίου πρωτοπαρουσίασε, στα 1926, ο
ιστορικός Χ. Καλοκαιρινός, αυτό σημαίνει ότι την εντόπισε, την έπιασε «ιδίαις
αυτού χερσί», τη μελέτησε, την αντέγραψε και μετέφρασε απ’ την «πηγή» και τη
δημοσίευσε στην εφημερίδα Θεσσαλική Φωνή της Καρδίτσας, θεωρώντας την ιστορικά
ακριβή, αυταπόδεικτη, πρωτότυπη, υπαρκτή και δεδομένη.
Έκτοτε ωστόσο χάθηκε,
αφού δεν μνημόνευσε και δεν διέσωσε την «πηγή» και το «μητρικό» κείμενο.
Σημειώνουμε ότι ο ίδιος, μεταξύ των ετών 1924-1927, δημοσίευσε δεκάδες ιστορικά
άρθρα στην εφημερίδα Θεσσαλική Φωνή της Καρδίτσας.[31]
Η άλλη εκδοχή - θεωρία είναι ότι ο Χ. Καλοκαιρινός (ή κάποιος
άλλος) μηχανεύτηκε την ιστορία, ονειρεύτηκε το σενάριο, έπλασε τον μύθο,
συνέταξε το ψευδοκείμενο, ή χάλκεψε τα στοιχεία, διαστρεβλώνοντας και
εξαπατώντας.
Συντάσσομαι απόλυτα με την πρώτη εξήγηση· κάποτε η συνθήκη θα
«φανερωθεί».
Τέταρτο:
Στην περίπου ημιαυτόνομη αρματολίτικη αγραφιώτικη περιοχή μας, θα ήταν παράληψη
εάν δεν αναφέραμε, και μάλιστα με έμφαση, την, κατά την τουρκοκρατία, μεγάλη
ανάπτυξη των γραμμάτων και της εκπαίδευσης που πρόσφερε η λειτουργία φημισμένων
σχολών,[32]
όπως το Ελληνομουσείο των Αγράφων και οι σχολές των Βραγγιανών με τον Ευγένιο
Γιαννούλη και τον Αναστάσιο Γόρδιο, της Ρεντίνας, Καστανιάς, Φαναρίου,
Φουρνά, Προυσού, Τροβάτου και Κερασόβου,
και σχολείων, όπως π.χ. του Καταφυγίου, Μεσενικόλα, και Καναλίων, πληροφορίες
που καταγράφουν ο Αντώνης Α. Αντωνίου[33],
ο Θεόδωρος Α. Νημάς[34]
και ο Κωνσταντίνος Σπ. Τσιώλης.[35]
Πέμπτο:
Παρουσιάζουμε αμέσως τις περιγραφές που κάνουν για τ’ Άγραφα, το 1857, ο
Παναγιώτης Αραβαντινός[36]
και, το 1928, ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ:[37]
«’Αγραφα.
-Μέρος της χώρας της πάλαι καλουμένης Αγραίας, περιέχον άλλοτε περί τα 300
χωρία […]. Εκλήθησαν (ονομάστηκαν) ίσως Άγραφα, διότι οι κατοικήσαντες
την Θεσσαλίαν Οθωμανοί ουκ ηδυνήθησαν, ίνα εγγράψωσι (καταγράψουν) και
την χώραν εκείνην μεταξύ των λοιπών της Θεσσαλίας χωρών, ως ανεξάρτητον
μένουσαν, και τοιαύτης ήσαν φύσεως τα λεγόμενα κλεπτοχώρια της Θεσσαλίας. […]
ποιμαίνεται η περιοχή αύτη υπό του Φαναρίου και Φερσάλων».[38]
«Ωνομάσθησαν
Άγραφα, κατά την άρχουσαν γνώμην, 200 περίπου χωριά της Πίνδου αρχόμενα από τας
υπωρείας (από τα ριζά, τους πρόποδες) επί της πεδιάδος της Καρδίτσης,
διότι επί Αλή Πασά δεν κατεγράφησαν εις τους φορολογικούς καταλόγους μείναντα
ασύδοτα, διότι εξ’ αυτών ο Πασάς εστρατολόγει άνδρας».
Έκτο:
Άγραφα: Η πιο αυτόνομη, άπαρτη και απελεύθερη χρονικά περιοχή της Ελλάδος (μαζί
με τα Σφακιά, τη Μάνη και το Σούλι - Χιμάρα)· αδούλωτο λίκνο
επαναστατικών κινημάτων κι αντρειοσύνης· υπήρξε ένα είδος
αντάρτικου ελληνικού προτεκτοράτου, καταφύγιο κάθε ανυπότακτου και φιλελεύθερου
πατριώτη, μήτρα γενναίων ανδρών και γυναικών, μια «λίμνη» ελευθερίας,
ασφάλειας, αυτάρκειας, αξιοπρέπειας και προκοπής στο κέντρο τού οθωμανικού
μεσαιωνικού τυφώνα του σκοταδισμού, της οπισθοδρόμησης και του συντηρητισμού·
ακόμη και σήμερα ζούμε τα οικτρά κατάλοιπά του.
Αναφέρει
ο Ιωάννης Οικονόμος- Λογιώτατος:
«[…] τα Αγραφιώτικα βουνά. είναι
κατοικημένον εις όλην την ξάπλωσίν του (έκτασή τους) από χριστιανούς
ξυπνητούς (με αυτογνωσία),[39]
και άξιους, φιλελεύθερους, επιδέξιους, και σκληραγωγικούς, οπού ετραβήχθηκαν
εις αυτά εις τον καιρόν της σκλαβιάς, οι οποίοι όλον φυλάγουν ακόμα τον παλαιόν
χαρακτήρα του γένους τους […], ούτε ημπόρεσεν ένας πολυχρόνιος ζυγός να τους
σβύση το ελληνικόν εκείνο πνεύμα, οπού εμψύχωνε τους προπάτοράς τους».[40]
Σημειώνει
χαρακτηριστικά ο George Finlay:[41]
«Όσοι
εκατοίκουν εις Άγραφα και εις τας ορεοσειράς τας εκτεινομένας από του Πηλίου
και Ολύμπου βορείως […], έχαιρον το δικαίωμα να οπλοφορώσιν ως αρματωλοί. Είχον
χαρακτήρα ελευθέρων ανδρών, και διέπρεπον επί γενναιότητι και ανεξαρτησία μη
απαντώση αλλαχού της Ελλάδος».
Τέλος,
συμπληρώνει σχετικά ο Ιωάννης Φιλήμονας:[42]
Πολλοί
Έλληνες αυτοβούλως «[…] σύρονται εις τα δάση και τα υπερήφανα βουνά, και
προκρίνουσι την αγρίαν κατάστασιν της φύσεως παρά την υποδούλωσίν των εις τους
Τούρκους […].
Εις την
Ρούμελην (Στερεά
Ελλάδα και Θεσσαλία) μάλιστα υπήρξεν ορμητικωτέρα η προς τα όπλα και την
ελευθερίαν κλίσις των ορεινών Ελλήνων […], οι Τούρκοι, είναι ομολογούμενον, δεν
εστάθησαν ικανοί να φέρωσιν εις την υποταγήν τούτους», «[…] επί του
Ολύμπου, του Πηλίου, της Πίνδου και των ορέων των Αγράφων διετηρούντο
ανυπότατοι πολεμικαί φυλαί», καταγράφει ο Αναστάσιος Πολυζωίδης,[43]
και
Έβδομο:
Όσον αφορά την περιοχή των Αγράφων που είναι κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας
της Προυσιώτισσας, χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της «Ιεράς Διήγησις»
του 1815:[44]
«[…]
ήτον ο τόπος ούτος παντελώς άβατος (αδιάβατος) και ανώνυμος (άγνωστος),
αλλ’ ούτε δρόμον τινά είχε διά το δύσβατον του τόπου […], διότι τη αληθεία εις
αυτά τα μέρη, δεν ήτον ο τόπος ούτε διά χωρία, ούτε διά ανθρώπους, αλλ’ ούτε
σχεδόν διά ζώα ήμερα, όμως από τας καταδρομάς (κυνηγητά) οπού κατά
καιρούς ελάμβανον οι χριστιανοί, τόσον από τα Έθνη και τους βασιλείς, όσον κι’
από τους αιρεσιάρχας της εκκλησίας, έφευγον κι’ εκρύπτοντο εις αυτά τα Όρη, και
έτζη εκατοίκησαν [στ’ Άγραφα…]».[45]
Έρρωσθε.
«Η μεν χειρ διαλέλυται εν τάφω, η δε γραφή
μένει αιώνας».[46]
Δημήτρης Κ. Αγγελής. Συγγραφέας - Αντιστράτηγος (ε.α.) ΕΛ. ΑΣ.
-Απόστολος
Βακαλόπουλος. «Οι προνομιακές κοινότητες της Πίνδου και των παραφυάδων της». Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι΄ (1975) 152.
[5]-Παναγιώτης Ιω. Νταβαρίνος.
«Μπουκουβαλαίοι: Οι αρματολοί της Αργιθέας και των Αγράφων. Το αρματολίκι των Αγράφων».
Ιστορικά Αργιθέας Αγράφων.
Πρακτικά Α΄ συνεδρίου: «Η Αργιθέα στην Τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα»,
4-5/8/2006. Έκδ. Πολ. Σύλ. Λεοντίτου - Ι. Μ. Σπηλιάς. Λεοντίτο 2007, σ. 67.
[6]-Πέτρος Πιζάνιας.
«Ο κόσμος της ¨θάλασσας των βουνών¨». Ο αρματολισμός από του 16ου αιώνα έως το
1821. Αφιέρωμα 1821 - Αρματολισμός». Νέα Εστία, έτ. 87ο, τ. 173ος, τχ.
1857 (Μάρτιος 2013) 53-56.
[13]-Λ. Γριβέλλας, Ν. Καραφύλλης, Β. Μαγόπουλος. Εγχειρίδιο
τοπικής ιστορίας. Β΄ έκδοση. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας.
Καρδίτσα 2006, σ. 93-96.
[14]-Απόστολος
Βακαλόπουλος. Νέα Ελληνική Ιστορία
(Ν.Ε.Ι). Βάνιας. Θεσσαλονίκη 1990, σ. σ. 94· Γιάννης Δ. Συντήλας. «Τα Άγραφα διά μέσου των αιώνων». Πρακτικά Α΄
συνεδρίου μελετών Καρδίτσας, 12/13-10-1991, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων,
Σύλ. Απανταχού εκ Καρδίτσας καταγομένων. Αθήνα 1991, σ. 96· Πέτρος Πιζάνιας, ό.π., σ. 41-96, σ. 55 και
σημ. 38· Λάμπρος Καταφυγιώτης. Ιστορία της Θεσσαλίας και οι Θεσσαλοί
αγρόται. Εκδόσεις Γ. Ξένου. Αθήναι 1947, σ. 42-43.
[15]-Χρ.
Καλοκαιρινός.
«Ιστορικά Σημειώματα. Συνθήκη
Ταμασίου του 1525». Θεσσαλική Φωνή Καρδίτσας. Έτ. 2, αρ. φ.
682 (21-7-1926) 1· Α. Βακαλόπουλος. «Οι
προνομιακές», ό.π., σ. 152· Θεσσαλικά Χρονικά, τ. Β΄
(1931) 172-173.
[17]-Π. Νταβαρίνος,
ό.π., σ. 67-81, 68-69·
Λ. Γριβέλλας, Ν. Καραφύλλης, Β. Μαγόπουλος, ό.π., σ. 93-95· Θωμάς
Θεολόγης. «Ο Αρματολισμός στα Άγραφα και το θερμοκήπιο της επαναστάσεως».
Ιστορικά Αργιθέας Αγράφων. Πρακτικά Α΄ συνεδρίου «Η Αργιθέα στην Τουρκοκρατία
ως τον 19ο αιώνα», 4-5/8/2006. Έκδ. Πολ. Σύλ. Λεοντίτου - Ι. Μ. Σπηλιάς.
Λεοντίτο 2007, σ. 22-23· Μανώλης Στεργιούλης. «Τα Άγραφα κατά την
Τουρκοκρατία». Καρδιτσιώτικα
Χρονικά. Εταιρεία Καρδιτσιώτικων Μελετών, τ. ΧΙ΄ (2009) 166-169.
[20]-Κων/νος Σάθας Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον
περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του ελληνικού έθνους
(1453-1821). Εκ της τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά. Αθήνησι 1869,
σ. σ. 313· Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης. Μεγάλη
Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Πυρσός, Αθήνα 1934, τ. 24, σ. 672.
[22]-Κ. Ι. Μαζαράκης - Αινιάν. Σημαίες ελευθερίας. Συλλογή
Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.
Αθήναι 1996, σ. ΧΙΙ΄.
[25]-Δημήτρης
Κ. Αγγελής. «Σημαία Αγράφων -
Αγραφιωτών (καπεταναίων, οπλαρχηγών, κλεφτών, αρματολών)». Ιστόρηση,
έτ. 1, τχ. 1 (Δεκέμβριος 2021), 35-47. Η σημαία αναπετάχθηκε την 9-5-2021 από
τον Δήμαρχο του Δήμου Λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας Παναγιώτη Νάνο και κυματίζει
σήμερα στην ιστορική θέση «Στεφάνι» του Μορφοβουνίου Καρδίτσας, στ’ αρματολίκι
του Καραϊσκάκη, εκεί που ήταν «το πρώτο
καραούλι (σκοπιά) του Καραϊσκάκη […]», Παναγιώτης Νάνος. «Επαναστάτες και επαναστατικά κινήματα στα χωριά
της Νευρόπολης, μέσα από τοποσημάνσεις του Χώρου και του Χρόνου». Ιστόρηση,
ιστορικό περιοδικό Δήμου Λίμνη Πλαστήρα, έτ. 1, τχ. 1 (Δεκέμβριος 2021), 52·
Δημήτρης Κ. Αγγελής. «Ο Αγραφιώτης αρματολός Μικρό Χορμόπουλο, ό.π., σ. 290-292· Δημήτρης Κ.
Αγγελής. Γεώργιος Καραϊσκάκης, ό.π., σ. 225-226.
[26]-Π. Νταβαρίνος,
ό.π., σ. 69-72· Νικόλαος Κασομούλης. Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833.
Προτάσεται ιστορία του αρματωλισμού. Εισαγωγή και σημειώσεις Γιάννη
Βλαχογιάννη. Αρχεία της νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας. Χορηγία Παγκείου
Επιτροπής. Αθήνα 1940, τ. Α΄, σ. 13.
-Ν. Φυσεντζίδου. Ανέκδοτοι αυτόγραφοι
επιστολαί των επισημοτέρων Ελλήνων οπλαρχηγών και διάφορα προς αυτούς έγγραφα
της διοικήσεως, μεθ' ιστορικών σημειώσεων. Εκ του τυπογραφείου του
"Ταχυδρόμου". Αλεξάνδρεια 1893, σ. 207.
[28]-Ν. Κασομούλης, ό.π., τ.
Α΄, σ. 28, σ. 29 και σημ. 5.
[39]-Ξυπνητούς: Με
αυτογνωσία, όχι κοιμισμένους, έξυπνους.
[40]-Ιωάννης
Οικονόμος - Λογιώτατος. Ιστορική
τοπογραφία της τωρινής Θετταλίας (1817). Εισαγωγή - Σχόλια -
Επιμέλεια Κώστας Σπανός. Θεσσαλικό Ημερολόγιο, παράρτημα αρ. 2. Λάρισα 2005, σ.
34-35.
-George Finlay.
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Μετάφραση
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Φιλολογική επιμέλεια Άγγελος Μαντάς. Ίδρυμα της
Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία. Αθήνα 2008, τ.
Α΄, σ. 63.
-Ν. Ι Γιαννόπουλος. «Χρονικόν
της μονής του Ομβρικού». Αρμονία, έτ. Β΄, τχ. 10 (1901) σ. 493· «θήμησι
γράφομε. 1818 σεπτεμβρίου. Παπά - Αντώνιος», σ’ εκκλήσιαστικό βιβλίο του
χωριού Παλαιά - Παναγιά (Ομβριακής) Δομοκού.