Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ: "ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ'' ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΊΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Ἑλένη Γλύκατζη Ἀρβελέρ: τὸ πρῶτο της βιβλίο*

Στὸν Ἀθανάσιο Ἐλευθ. Ράντο.

 

«Ὁ θησαυρὸς εἶναι τὰ συναισθήματά μας·

φρεσκοκομμένα νομίσματα, ὅλο νὰ λάμπουν»

(Ἄννα Γριμμάνη, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ

. 600 μολύβια καὶ 10 ποιήματα,

ἐκδ. Γκοβόστη, Ἀθήνα 2020, σ. 147)

 

Ἡ Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ,
μαθήτρια τοῦ Δ΄ Γυμνασίου Θηλέων Ἀθηνῶν.
 

Στὶς 16 Φεβρουαρίου 2026 ἀπεβίωσε ἡ σπουδαία ἑλληνίδα Ἱστορικός-Βυζαντινολόγος, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ (Hélène Ahrweiler, Ἀθήνα, 29.8.1926 - 16.2.2026). Μία ἐξέχουσα ἀκαδημαϊκὴ προσωπικότητα, μία διεθνὴς ἑλληνίδα, ἡ ὁποία ἀγάπησε τὴν Ἱστορία σὰν παιδί της.

Ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐμπόρου Νικολάου Γλύκατζη, ἀπὸ τὰ Μουδανιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ τῆς Καλλιρρόης Ψαλτίδη, ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια τῆς Προύσας.

Σὲ συνέντευξή της στὸν δημοσιογράφο Γιάννη Ν. Μπασκόζο, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στὸ βιβλίο της Μιὰ ζωὴ χωρὶς ἄλλοθι, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 2017 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Μεταίχμιο, ἀναφέρει, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ὅτι τὸ πρῶτο βιβλίο ποὺ ἀγόρασε ἦταν Τὰ Θεῖα Δῶρα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940), λογοτέχνη, δημοσιογράφου καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ, μὲ ἐκ πατρὸς καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων. Στὴ συνέντευξή της αὐτὴ διηγεῖται, πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο ἔγινε ἡ ἀγορὰ τοῦ βιβλίου:

«Ἡ οἰκογένεια τῆς μάνας μου ἦταν καλοστεκούμενη, γιατὶ αὐτοὶ εἶχαν πάει στὴ Ρουμανία, δὲν ἦρθαν κατὰ δῶ. Ὁ πατέρας μου εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸν θεῖο Τζώρτζη, ὁ ὁποῖος καθόταν στὴν Καστέλλα Ἡ Καστέλλα τότε εἶχε προσφυγικὰ σπίτια, δὲν εἶχε γίνει αὐτὸ ποὺ εἶναι τώρα. Ὁ θεῖος αὐτὸς, ὅταν ἐρχόταν, μᾶς ἔδινε χαρτζιλίκι. Σ’ ἐμένα ἔδινε μία "Δήμητρα", τὸ δεκάρικο, στ’ ἀδέλφια μου ἔδινε ἕνα "Ποσειδώνα", τὸ εἰκοσάρικο. Μ’ αὐτὰ τὰ δεκάρικα ποὺ μάζευα, πῆγα κι ἀγόρασα Τὰ Θεῖα δῶρα, τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι εἶναι ὡραῖο βιβλίο εἶμαι πιὰ στὸ Γυμνάσιο, εἶμαι Α΄ Γυμνασίου μία συμμαθήτριά μου, θυμᾶμαι τὸ ὄνομά της, λεγόταν Λίλιαν Καυκᾶ καὶ ὁ πατέρας της ἦταν ἐφέτης. Ἂν τὸ διαβάσει ἂς ἔλθει νὰ μὲ βρεῖ».

Ζαχαρίας Παπαντωνίου,
 
Τὰ Θεῖα δῶρα,
Ἐκδ. Δημητράκου, 
Ἀθήνα 19311

Ἡ Λίλιαν Καυκᾶ (1925-2017), στενὴ φίλη καὶ συμμαθήτρια τῆς Ἑλένης Γλύκατζη τὰ χρόνια ἐκεῖνα στὸ Δημόσιο σχολεῖο Παγκρατίου, ἦταν θυγατέρα τοῦ νομικοῦ Κωνσταντίνου Καυκᾶ (1892—1974), Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν περίοδο 1959-1962 καὶ σύζυγος τοῦ Ἐλευθερίου Ράντου, Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἦταν, ἐπίσης, μητέρα τοῦ Ἀθανασίου Ράντου, πρώην Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νῦν, ἀπὸ τὸ 2020, Γενικοῦ Εἰσαγγελέα τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Μάλιστα, σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Ἀθανασίου Ράντου, ἡ μητέρα του Λίλιαν θυμόταν τὴ φωνὴ τῆς Ἑλένης ἀπὸ τὸ "χωνὶ" τοῦ ΕΑΜ στὸν Βύρωνα, ποὺ ἔφτανε μέχρι τὸν Προφήτη Ἠλία Παγκρατίου, ὅπου κατοικοῦσε, ἀπὸ τὸ 1933, ἡ οἰκογένεια Καυκᾶ.

Τὸ βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου ἀναφέρει ὡς κτῆμα τῆς Ἑλένης Γλύκατζη καὶ ἡ Ἄννα Γριμμάνη στὸ ἔργο της, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ. 600 μολύβια καὶ 10 ποιήματα: ἕνα βιβλίο ποὺ βασίζεται σὲ μία σειρὰ συζητήσεών της μὲ τὴν Ἀρβελέρ, ὅπου ἀποτυπώνονται ἐπιλεκτικὰ γεγονότα μιᾶς πολύπτυχης διαδρομῆς της σὲ διεθνῆ καμβά. Μάλιστα, σὲ ἕνα σημεῖο τῆς συνέντευξης δηλώνεται ὅτι καὶ ὡς φοιτήτρια ἔφερε Τὰ Θεῖα Δῶρα μαζί της:

«Ἦταν ἄριστη φοιτήτρια, κάπνιζε ἀδιάκοπα καὶ διάβαζε πολύ. Μιὰ μέρα, ὅπως ἐρχόταν πάντα μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸν Βύρωνα στὸ πανεπιστήμιο, εἶχε μαζί της ἕνα βιβλίο, Τὰ Θεῖα Δῶρα, μὲ τὸ ποίημα "Ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ". Τὸ κρατοῦσε σφικτά».

Τὴν «Προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ» τοῦ Ζ. Παπαντωνίου, ὅπως πάλι διηγεῖται ὁ Ἀθανάσιος Ράντος, ὁ γιός της, ἡ Λίλιαν Καυκᾶ τὴν ἔλεγε ἀπὸ στήθους, μαζὶ μὲ ἄλλα ποιήματα καὶ τραγούδια μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς της· ἰδιαίτερα τα δύο τελευταῖα χρόνια, ἀπὸ τὴν ἀναπηρικὴ πολυθρόνα της, κρατώντας τὸ χέρι τοῦ γιοῦ της.

Ἡ Ἑλένη Γλύκατζη καὶ ἡ Λίλιαν Καυκᾶ δὲν ξανασυνατήθηκαν. Δὲν κατάφεραν νὰ βρεθοῦν. Πολλὲς οἱ μέριμνες τῆς βιοτικῆς θαλάσσης γάρ. Οὔτε ἡ Λίλιαν διάβασε τὴν προτροπὴ τῆς Ἑλένης νὰ πάει νὰ τὴν βρεῖ, καθὼς εἶχε πεθάνει δύο μῆνες πρίν. Ἔγινε ὅμως, θείᾳ βουλήσει, συνάντηση τοῦ γιού της μὲ τὴν Ἑλένη Γλύκατζη. Στὴν ὄχι ἐντελῶς τυχαία αὐτὴ συνάντηση ἐξέφρασε τὴ χαρά της, τὴ συγκίνησή της, ποὺ συνάντησε διὰ ζώσης τὸν γιὸ τῆς Λίλιαν· καταξιωμένο ἐπιστήμονα καὶ διάκονο τοῦ Δικαίου ἀπὸ ὕψιστες θέσεις, τὶς ὁποῖες τοῦ ἀνέθεσε ἡ Πολιτεία.

Tὸ «Ἀπολυτήριον», στὶς 17 Σεπτ. 1945,
ἀπὸ τὸ Δ΄ Γυμνάσιον 
Θηλέων Ἀθηνῶν, 
 

τῆς Ἑλένης Γλύκατζη.


Ἐπίσης, ἡ Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελὲρ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία, τὸ 1978, ὡς πρύτανης τῆς Σορβόνης, ἀναγορεύει τὸν Κωνσταντῖνο Τσάτσο
Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ τὰ Ἄγραφα σὲ ἐπίτιμο διδάκτορα τῆς Σορβόνης . Ὅπως δηλώνει πάλι στὸ Μία ζωὴ χωρὶς ἄλλοθι, στὸν Γιάννη Ν. Μπασκόζο:

«Στὸ Παρίσι γνώρισα κι ἄλλους Ἕλληνες ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, χάρη στὸν Τσάτσο. Τὸ 1978 ἦλθε ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος στὴ Σορβόνη γιὰ νὰ γίνει ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ ἤμουν πρύτανης τῆς Σορβόνης. Ἤδη εἶχε γίνει Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Ὑπῆρξαν πολλὲς αἰτήσεις ἀπὸ τὴν καλὴ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἀναγόρευσή του σὲ διδάκτορα, μεταξὺ τῶν ὁποίων, οἱ Γουλανδρῆδες, οἱ Μεντζελόπουλοι, οἱ Ποταμιάνοι καὶ ἄλλοι. Κι ἔτσι γνώρισα τὴν κοινωνία τὴν ἀθηναϊκή».

Λοιπόν, Τὰ Θεῖα Δῶρα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ποὺ ἐκδίδονται τὸ 1931 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Δημητράκου, γίνονται κτῆμα τῆς Ἑλένης Γλύκατζη –μετὰ ἀπὸ σύσταση τῆς συμμαθήτριάς της Λίλιαν Καυκᾶ, περὶ τὸ 1938, ὅταν ἦταν μαθήτρια τῆς Α΄ Γυμνασίου· τὰ ἔφερε δὲ μαζί της καὶ στὴ διάρκεια τῶν φοιτητικῶν της χρόνων. Ἀγαπημένο της ποίημα ἦταν «Ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ»· ἀπ’ ὅπου οἱ στίχοι αὐτοὶ προτυπώνουν, νομίζω, τὴ ζωή καὶ τὸ ἔργο της:

«Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν’ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει

Ἄκουσα τὴ γλυκειὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.

Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, στοὺς σκύλους λίγο χάδι.

Ζευγάδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ».

 

Ὅμως, οἱ παλαιὲς συμμαθήτριες τοῦ Δημοσίου σχολείου Παγκρατίου συναντήθηκαν ξανά· ἀλλοιῶς ὅμως: ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν τοῦ Τρισαγίου. Ἀσφαλῶς ὁ Δικαιοκρίτης θὰ κατατάξει τὶς ψυχές τους ἐν σκηναῖς Δικαίων, ὅπου θὰ λένε μαζί, ἐν οὐρανοῖς πλέον, τὴν «Προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ».

Καθώς, ὅμως, ἡ θεϊκὴ βούληση νικᾷ κάθε φύσεως τάξιν, ἔτσι, λοιπόν, θέλησε νὰ βρεθεῖ  ὁ ὑπογράφων, προσευχητικά, στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τῆς Λίλιαν Καυκᾶ, στὶς 5 Σεπτεμβρίου 2107 στὸ Α΄ κοιμητήριο Ἀθηνῶν· χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι μπροστά του περνᾶ τὸ σκήνωμα ἐκείνης ποὺ εἶχε γοητευτεῖ ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου καὶ εἶχε κάνει κοινωνὸ τοῦ λόγου του καὶ τὴν Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ. Ἄκουσε ὅμως τὸν γιό της Ἀθανάσιο Ράντο νὰ ἀποχαιρετᾶ τὴν μητέρα του Λίλιαν προπέμποντάς την στὴν τελευταία της κατοικία ὡς:

 «Ἀρχόντισσα ἀνάμεσα σὲ οἰκογένεια ἀθλητῶν»

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

  * Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1169, 15. 5. 2026, σ. 17-18.

 

 

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

200 XΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΡΩΪΚΗ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

Ἡ ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας δημοσιεύσει στὸ φ. 1166, στὶς σελίδες 11-20, (δεκασέλιδο) ἀφιέρωμα  γιὰ τὴν ἡρωϊκὴ Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση 200 ἐτῶν ἀπὸ τὸ συγκλονιστικότερο γεγονὸς τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Τὸ "Ελληνομουσεῖον Ἀγράφων" συμμετέχει στὸ ἀφιέριωμα μὲ τὴ μελέτη μας: 

 

Ἡ πολιορκία καὶ ἡ ἡρωϊκὴ Ἔξοδος τῶν «πολιορκισμένων»*

«Τὸ Μεσολόγγι τἀκουστὸν παντοῦ στὴν οἰκουμένην

θὰ ψάλω, καὶ τὴν σιδηρὰν ψυχὴν θὰ εἰκονίσω,

τῶν ἐκ τῆς πείνης μελανῶν τοῦ ἔθνους ὁπλοφόρων».

 Ἀντώνιος Ἰω. Ἀντωνιάδης, Μεσολογγιάς, 1876

 

 

Ὁ λόγιος δραματογράφος, ποιητὴς καὶ ἐκ τῶν εὐεργετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀντώνιος Ἰω. Ἀντωνιάδης (Πειραιᾶς 1836-Ἀθήνα 1905) συγγράφει καὶ ἐκδίδει στὰ 1876, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπέτειο τῶν πενῆντα (50) ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴ «Ἔξοδο» τοῦ Μεσολογγίου, τὸ ἔμμετρο, ἐκτενέστατο περὶ τοὺς 9.500 (9.458,γιὰ τὴν ἀκρίβεια) χιλιάδες στίχους ποίημά του, τὸ «Ἱστορικὸν ἔπος» ὅπως τὸ χαρακτηρίζει, Μ ε σ ο λ ο γ γ ι ὰ ς. Ἀποτελεῖται ἀπὸ 24 ραψωδίες προφανῶς κατὰ μίμησιν τῆς Ἰλιάδος τοῦ Ὁμήρου μὲ δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Ἀναφέρεται στὰ γεγονότα τῆς Πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῆς ἡρωϊκῆς Ἐξόδου τῶν ὑπερασπιστῶν του, τῶν καὶ «πολιορκισμένων» κατὰ τὸν Δ. Σολωμό. Ὁ Πειραιώτης συγγραφέας, μὲ ἀπώτερη ἐκ πατρὸς καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Κρήτη, τονίζει, στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου του, τὸ μέγεθος καὶ τὴ σημασία τῆς θυσίας τῶν «Ἐλεύθερων πολιορκημένων», τῶν ἐγκλείστων στὸ μικρὸ αὐτὸ «Ἁλωνάκι» ἐλευθερίας, τὴν ἡρωϊκὴ ἱερὴ Πόλη-σύμβολο τοῦ Ἀγώνα τῆς Παλιγγενεσίας. Στὸ εἰσαγωγικὸ τῆς ἔκδοσης μεταξὺ ἄλλων σημειώνει ὁ ποιητής:

«Εἰς μίαν γωνίαν τῆς ἀκατασχέτως πρὸς τὸν ἐξωτερικὸν τῆς Εὐρώπης πολιτισμὸν τεινούσης πατρίδος ἡμῶν, ὑπάρχει πόλις ἑλώδης, πλῆρες εἰσέτι διατηροῦσα τῆς μεγάλης Ἐπαναστάσεως τὸ φρόνημα. Γέροντες ἐνταῦθα, μόλις ἀπὸ τῶν ὀδόντων τοῦ χρόνου τὸ τραχὺ περισώσαντες δέρμα, διηγοῦνται μετὰ δικαίας ὑπερηφανείας, πῶς οἱ Μεσολογγῖται πυροβοληταὶ ἐσάρωνον τοὺς βαρβάρους μὲ βόμβας ἢ ἐναγκαλιζόμενοι τὸν ἀνθρωποκτόνον σίδηρον, ἔθετον πῦρ εἰς ὑπονόμους καὶ ἀνεπήδων μετὰ τῶν ἀλλοφύλλων εἰς τὸν ἀέρα· πῶς αἱ βολαὶ τοῦ Μακρῆ οὐδὲν βόμβον ἀπετέλουν εἰς τὰς παχείας τῶν βαρβάρων κρυπτόμεναι σάρκας· καὶ πῶς οἱ περὶ τὸν Τζαβέλλαν  Σουλιῶται, ἐρύθραινον τὰ ἤρεμα τῆς λιμνοθαλάσσης κύματα, ἐξορμῶντες ἐκ τῆς Κλεισόβης μὲ γυμνὴν τὴν ῥομφαίαν. Γυναῖκες δ’ ἀλλαχόθι πολιότριχες, ὑπὸ τῶν θλίψεων τοῦ παρελθόντος μόλις δυνάμεναι  νὰ κρατήσωσι τοὺς ὀδυρμοὺς καὶ τὰ δάκρυα, δεικνύουσαι τὰ ἁλμυρὰ τῆς γῆς χόρτα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔτρεφον τοὺς παίδας, καὶ μεγαλοφρονοῦσαι καταπληκτικὴν τῷ ὄντι μεγαλοφροσύνην, ὁδηγοῦσι τὸν περιηγητὴν πρὸς τὰς θέσεις, ἔνθα τὸ ξηρὸν αἷμα δὲν ἠδυνήθησαν εἰσέτι νὰ ἐξαλείψωσιν ἀπὸ τῆς γῆς οἱ ὄμβροι.

Τὰς προφορικὰς ταύτας παραδόσεις προτιθέμενος νὰ μεταδώσω εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν βίος ὑλικὸς κατακλύζει τὴν νεαρὰν ἡμῶν κοινωνίαν, συνέταξα τὴν ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΑΔΑ, ἔπος ἱστορικόν, στρεφόμενον μάλιστα περὶ τὴν τελευταίαν πολιορκίαν καὶ ἔξοδον τῶν σιρηροψύχων μαχητῶν.

Εὐτυχὴς δὲ θέλω λογισθῇ ἂν ἀκριβῶς κατώρθωσα νὰ περιγράψω τὰ δεινὰ πάθη καὶ μεγάλα φρονήματα τῶν ἁγίων τούτων τῆς Πατρίδος μαρτύρων· καθότι καὶ μόνη τῆς γιγαντιαίας ἐκείνης πάλης ἡ πιστὴ ἀπεικόνησις ἐξισοῦται πρὸς πᾶν ὅ,τι ποιητικὸν καὶ ἰδεῶδες ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια ἐφαντάσθη (Ἐν ἔτει 1876)».

Στὴ ραψωδία 23 περιγράφει μὲ παραστατικὸ ἔμμετρο λόγο τὴν νύχτα τῆς «Ἐξόδου». Τονίζει  τὴ συμβολὴ τῶν γυναικῶν στὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου ἀλλὰ καὶ στὴν ἡρωϊκὴ «Ἔξοδο», τὴν αὐτοθυσιαστικὴ πράξη τοῦ Χρήστου Καψάλη, καθὼς καὶ τὴν παρουσία μαχητῶν Ἀγραφιωτῶν στὸ Μεσολόγγι:

«Ἦλθε δ’ ἡ νύξ, κι ὁ Κότσικας διέταξε τὰ πλήθη

διόλου νὰ μὴν κινηθοῦν, ἕως σημεῖον δώσῃ

κανόνιον δύο φορὰς τὴν σφαῖραν ἀκοντίσαν,

ὁπόταν οἱ πυρσοὶ φανοῦν εἰς τὴν μονὴν πλησίον.

Εἰς μέρη τρία δ’ ἅπασα ἡ πόλις διῃρέθη.

Καὶ τὸ μὲν πρῶτον, τοῦ Μακρῆ τοὺς ἐκλεκτοὺς ὁπλίτας

προπύργιον αὐτοῦ λαβών, ἐσκόπει νὰ διέλθῃ

τοῦ Κιουταχῆ τὸ στράτευμα, τὸ κείμενον βορείως.

Ἡ γέφυρα δ’αὐτοῦ ἐγγὺς ὑπῆρχε τῆς Λουνέττας,

παρὰ τὴν πύλην τὴν κτιστήν, τὴν βλέπουσαν πρὸς ἄρκτον.

Ὁ Κότσικας δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος παρετάχθη,

λαβὼν τοὺς πυροβολιστὰς μεθ’ ἑαυτοῦ, τὸν Κόρπαν,

τὸν Τσιριγώτην καὶ λοιποὺς σιδηροψύχους ἄνδρας·

ὡσαύτως τῆς Βασιλικῆς ὁ ἀδελφός, καὶ πάντες

οἱ εὐγενεῖς φιλέλληνες, φοροῦντες τὴν στολήν των·

κι ὁ ἀκουστὸς μηχανικὸς τῆς πόλεως Κοκκίνης,

ἱππεύων εἰς τὸν ἵππον του, τὸν προσφιλῆ Σουλτάνον·

διότι δὲν ἠθέλησαν διόλου οἱ ὁπλῖται

τρεῖς ἵππους νὰ φονεύσωσι, γινώσκοντες ὁπόσην

ἀδυναμίαν ἔτρεφον οἱ ἀρχηγοὶ πρὸς τούτους

τὸν τοῦ Μακρῆ, τοῦ Βαλτινοῦ καὶ τοῦτον, τοῦ Κοκκίνη.

Καὶ ὁ Σουλτάνης ἦλθ’ ἐδῶ, τοῦ Ξηρομέρου κλέφτης,

ὁ Ἴσκος ὁ γιγάντιος κι ὁ ἀκουσμένος Βέρης.

Ἐδῶ κ’ αἱ τολμηρότεραι ἐτάχθησαν γυναῖκες·

ἡ χήρα Ἀσημάκαινα Τασσούλα τοῦ Σκαρλάτου,

πάντα τὰ ὅπλα τῶν ἀνδρῶν καὶ τὴν στολὴν φοροῦσα·

ἡ Χάϊδω ἡ Σουλιώτισσα, ἡ μὲ τὰς πέτρας μόνον

ὣς εἴκοσι φονεύσασα ὁπλίτας Μουσουλμάνους·

καὶ ἡ Γαλαξειδιώτισσα Βασίλω, ἣν ἐκάλουν

οἱ ἄνδρες ἀρχηγὸν αὐτῶν· τοσοῦτον εἶχεν θάρρος.

Ἐν μέσῳ δ’ ὅλων μ’ ἔκπληξιν καὶ σέβας παρετήρουν

οἱ ἄνδρες τὴν περίφημον διὰ τὸ κάλλος νέαν

Ἀλτάνην, τώρα σύζυγον τοῦ Μάγερ, μετὰ πόσης

πλησίον τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς προῆγεν εὐτολμίας.

Τὸ μέρος δὲ τὸ δεύτερον ὁ Κίτσος ὁ Τζαβέλλας

νὰ προασπίσῃ ἔμελλεν, ὁ ἥρως τῆς Κλεισόβης.

Ἡ γέφυρα δ’ αὐτοῦ ἐγγὺς τοῦ προμαχῶνος ἦτο

τοῦ φέροντος ἐπώνυμον ἐκ τοῦ Μονταλαβέρτου·

κ’οἱ ἄριστοι συνήχθησαν αὐτόθι σωματάρχαι,

κ’ οἱ πάντων τολμηρότατοι ὁπλαρχηγοὶ τοῦ ἔθνους .

Ἐνταῦθα ἦλθ’ ὁ Θεσσαλὸς Στουρνάρας κι ὁ Σαδήμας,

ὁ Γιώργης τῆς Μηλιᾶς πολλοὺς ἐπάγων Ἀγραφιώτας ,

ὁ Γιώτης Σωτηρόπουλος κι ὁμοῦ ὁ Χατζηπέτρος·

ὁ Σπυρομήλιος, ἀρχηγὸς τῶν ὅπλων τῆς Χειμάρρας,

ὁ ἀκουστὸς Βλαχόπουλος κι ὁ εὐγενὴς Ἀρτέμης.

Τοῦ Ἰβραΐμη δ’ ἔμελλον αὐτοὶ νὰ διασχίσουν

τὸ στράτευμα, συνάμα δὲ βοήθειαν νὰ δίδουν,

ἐὰν αἱ ἄλλαι πτέρυγες εἶχον τυχὸν ἀνάγκην,

ὡς ἔχοντες τὴν κεντρικὴν τῶν ἀλλων δύο θέσιν».

 

Στὴν τελευταία, 24η ραψωδία, δραματουργοῦνται ποιητικὰ τὰ μετὰ τὴν «Ἔξοδο» τῶν ἀγωνιστῶν ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Μεσολογγίου:

«Μὲ τόσον αἷμα ἔβρεξεν τῆς Ρούμελης τὸ χῶμα

τῆς πόλεως τῶν Αἰτωλῶν οἱ ἔνδοξοι ὁπλῖται!

Καὶ τώρα, Μεσολόγγι μου, εἰσέτι καὶ τὴν ὥραν,

καθ’ ἣν ἐκπνέεις, τὴν κοινὴν δὲν λησμονεῖς Πατρίδα,

δι’ ἣν πικρὰ ποτήρια τοσαῦτα ἔχεις πίει·

ἀλλ’ ἑτοιμάζεσαι λαμπρὸν νὰ τῇ προσφέρῃς στέμμα,

ἔνθα στιλπνοὶ ἀδάμαντες καὶ μαργαρῖται εἶναι

τὰ φονευμένα τέκνα σου, τῶν οἴκων σου ἡ τέφρα

Ὅτ’ αἴφνης ἡ ταρτάρειος φωνὴ ‘‘ὀπίσω, ’πίσω’’

ἠκούσθη θόρυβος δεινὸς τοὺς Ἕλληνας κατέσχε·

κ’ οἱ μὲν αὐτῶν τὴν ταραχὴν κρατοῦντες τῆς ψυχῆς των

διόλου τὴν πρὸς τὰ ἐμπρὸς δὲν ἔπαυσαν πορείαν·

πλὴν τοὺς εἰσέτι μένοντας ἐντὸς τοῦ τείχους μέγας

εἰς τὴν ἀπαίσον φωνὴν καταλαμβάνει τρόμος·

δεινὴν δὲ παρεννόησιν ἡ ἔκπληξις ἐπάγει·

νομίζουν πὼς ἀδύνατον νὰ προχωρήσουν εἶναι,

κι οἱ στρατηγοὶ προστάττουσι νὰ στρέψωσιν ὀπίσω.

[...]

Ὡσαύτως δ’ ὀχυρώνονται ὁμοῦ πολλαὶ γυναῖκες·

πλὴν καὶ πολλαὶ κραυγάζουσαι, καὶ μάλιστα παρθένοι.

‘‘στὴν θάλασσαν, στὴν θάλασσα’’ καὶ τρέχουσιν μὲ βίαν

νὰ πέσουν ὡς παράφρονες εἰς τὴν πλησίον λίμνην,

εἰς τὴν φιλόστοργον αὐτῆς ἐλπίζουσαι ἀγκάλην

νὰ σώσουν τὴν τιμὴν αὐτῶν. Πλὴν φεῦ! κι αὐτὴ δὲν εἶναι

κυρία πλέον ἑαυτῆς· τὴν ἔχουσι ζωσμένην

ἁπανταχόθεν τῶν ἐχθρῶν τὰ πλοῖα, κ’ ἐπὶ λέμβων

ἀδιαλείπτως φοβεροὶ προσπλέουσι Νιγρῖται,

ἀπὸ τῆς κόμης τὰς δειλὰς νἁρπάσωσι παρθένους,

εἰς τοῦ βυθοῦ τὸν βόρβορον συχνὰ ὀλισθαινούσας.

Κραυγῶν δ’ οἰκτρῶν καὶ οἰμωγῶν ἡ θάλασσα πληροῦται».

 

Γιὰ τὴν ἡρωϊκὴ πράξη τῆς ἀνατίναξης πυριτιδαποθήκης  ἀπὸ τὸν Καψάλη καταθέτει:

«Νῦν δ’ὁ Καψάλης ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἤθελ’ εὕρῃ

μᾶλλον κατάλληλον στιγμὴν τὴν θρυαλίδα νἄψῃ

καὶ ‘‘μνήσθητί μου Κύριε!’’ ἐπιβοῶν ἀνάπτει

μεγάλην φλόγα, ἐμφυσῶν μὲ τὸ ἀσθενές του στόμα.

Εὐθὺς δὲ λάμψις καὶ καπνὸς πληροῖ τὴν ἀποθήκην,

καὶ κρότος ἔπειτα φρικτὸς ἀγγέλλει ποίαν εἶχε

φοβερωτάτην ἔκρηξιν ἡ θρυαλλὶς ποιήσει.

[...]

Οἱ δ’εἰς τὸ ὄρος Ἕλληνες ἀκούσαντες τὸν κρότον,

κ’ ἰδόντες τὸν πολὺν καπνόν, νοοῦσι τὰ συμβάντα,

κ’ ἐπιβόουν· ‘‘ἡ μνήμη σου Καψάλη αἰωνία’’

κ’ οἱ ἀδελφοί μας οἱ λοιποί, τοὺς ὀφθαλμοὺς σφογγίζουν,

λέγουν εὐχὰς καὶ τοῦ σταυροῦ ποιοῦσι τὸ σημεῖον.

Χιλίους ἔστειλε λοιπὸν βαρβάρους εἰς τὸν ᾋδην,

τοὺς τραυματίας κι ἀσθενεῖς συνθάψας ὁ Καψάλης

κι ἀγνώριστον κατήντησε τὸ Μεσολόγγι τώρα·

τῶν οἴκων δὲ τὰ μελανὰ ἐρείπια ἐπλήρουν

μαῦρα ὀστὰ γυμνὰ σαρκῶν καὶ μέλη κεκομμένα·

 

  [...]

Τὸ ἔθνος σύμπαν εἰς αὐτὰ τῶν Αἰτωλῶν τὰ πάθη

ἐδάκρυσε, κ’ ἐπένθησε πᾶς Ἕλλην ὡς ἂν εἶχεν

αὐτόθι συγγενῆ στενὸν προώρως ἀπολέσῃ».

 

Στὴ συνέχεια τῆς 24ης Ραψωδίας περιγράφει στιχουργικὰ τὰ μετὰ τὴν «Ἔξοδο» καὶ τὴν ἀναγγελία στὸ Ναύπλιο τῆς ἁλώσεως τῆς Ἱερᾶς Πόλεως τοῦ Μεσολογγίου. Μάλιστα, καταθέτει ἕνα στιχουργικὸ ἰντερμέδιο ὅπου, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ὑμνεῖ τὴν ἡρωϊκὴ ἄμυνα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Μεσολογγίου, προσπαθώντας μὲ τὸν λόγο του νὰ τονώσει τὸ ἠθικὸ καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἑλλήνων:

«Τὸ ἔθνος σύμπαν εἰς αὐτὰ τῶν Αἰτωλῶν τὰ πάθη

ἐδάκρυσε, κ’ἐπένθησε πᾶς Ἕλλην ὡς νὰ εἶχεν

αὐτόθι συγγενῆ στενὸν προώρως ἀπολέσῃ.

Ὁπότε δὲ μὲ μέλαιναν στολὴ εἷς ταχυδρόμος

ἐκόμισε τὴν εἴδησιν πρὸς τὴν ἐν τῷ Ναυπλίῳ

ἑδρεύουσαν συνέλευσιν, ἡμίσειαν περίπου

σιωπηλοὶ παρέμειναν οἱ βουληφόροι ὥραν·

ἀργὰ ἠγέρθ’ὁ γηραιὸς Κολοκοτρώνης κ’εἶπε·

‘‘Τί μένετε σιωπηλοί, ὧ βουλευταὶ τοῦ ἔθνους;

Τὸ Μεσολόγγ’ ἂν ἔπεσεν, ἡ δόξα του θὰ μένῃ

αἰώνιος, κι ἀθάνατοι θὰ εἶναι οἱ πεσόντες,

ὡς μάρτυρες τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ τῆς πατρίδος·

Ἡ τέφρα του ἡ μ’ αἵματα τῶν χριστιανῶν βρεγμένη

θὰ συγκινήσῃ τῶν λαῶν τὴν συμπαθῆ καρδίαν

καὶ τῶν ψυχρῶν διπλωματων τὸν οἶκτον θὰ ἐγείρῃ.

Καὶ ἄλλως δὲ τὸ ἔθνος μας οὐδόλως ἀπωλέσθη.

Εἰσέτι μένουν ἀρκετοὶ γενναῖοι ὁπλοφόροι

δυνάμενοι πρὸς τοὺς στρατοὺς νἀντιταχθοῦν τῶν Τούρκων·

εἰσέτι περισώζονται Σουλιῶται ξακουσμένοι

καὶ ἵπταται ὁ ἀετὸς τοῦ Πίνδου Καραΐσκος,

τὴν Ῥούμελην δυνάμενος ἐκ νέου νὰ ἐγείρῃ·

εἰσέτι τὸ πυρπολικὸν ὑπάρχει τοῦ Κανάρη,

καὶ ὁ Μιαούλης ναυαρχεῖ τοῦ στόλου τῶν Ὑδραίων.

Ἀνδρίζεσθε· τοὺς βασιλεῖς τοῦ κόσμου θέλει κάμψῃ

ἡ ἀκτάβλητος ἡμῶν ἐπιμονὴ κι’ἀνδρεία.

Ἀνδρίζεσθε προσήγγισε τὸ τέλος τῶν δεινῶν μας’’».

 

Τὸ ἔργο καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἀντ. Ἰω. Ἀντωνιάδη ἀναδεικνύει, προβάλει ἀναφέροντας καὶ τὴ Μεσολογγιάδα του, καὶ ὁ Καρπενησιώτης λόγιος καὶ δημοσιογράφος Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877- Ἀθήνα 1940), σὲ νεκρολογία του γιὰ τὸν ποιητή, μὲ τίτλο «Ἀντωνιάδης», δημοσιευμένη στὴν ἐφημ. Σκρὶπ τῶν Ἀθηνῶν στὶς 3ης Μαρτίου 1905, τὴν ἑπομένη τοῦ θανάτου του. Σημειώνει, μεταξὺ ἄλλων, ὁ Παπαντωνίου:

«Ἀπέθανε χθὲς ὁ Α. Ἀντωνιάδης, ὁ γυμνασιάρχης, ὁ δραματογράφος, ὁ ποικιλογράφος. Καταβυθισμὸς ἐντὸς τοῦ ὠκεανοῦ τῆς μελάνης, τὸν ὁποῖον ὁ γίγας αὐτὸς τῆς εὐκολίας τοῦ γράφειν ἔχυσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἐχρειάζετο ἴσως διὰ ν’ ἀνασυρθοῦν στίχοι καὶ γραμμαί, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε εἶχον συγκινήσει ἀνθρώπους. [...] Ἡ Κρητηΐς του ἐδιαβάσθη καὶ ἡ  Μ ε σ ο λ ο γ γ ι ά ς  του ἐπίσης. Εἶχεν ἀκαταμάχητον τὸν πόθον τοῦ ἐκτεταμένου διὰ τὰ θέματα τῆς νέας Ἑλλάδος· τὰ ἠσθάνετο ὡς ἱστορίαν, καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ἐδραματοποίει ἢ τὰ ἰλιαδοποίει, τὰ ὠθεῖ ἀκόμη μακρύτερα εἰς τοὺς αἰώνας».

Θεία καὶ ἀνθρωπίνη μέριμνα θέλησε, λίγες ἡμέρες μετὰ τὴ γραφὴ τοῦ παρόντος ἄρθρου γιὰ τὸ σχετικὸ μὲ τὴν «Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου» ἀφιέρωμα τῆς ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), νὰ ἔχουμε μία τέταρτη, μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνες τοῦ 1876, 1879 καὶ 1900 – τὴν ὁριστικὴ μᾶλλον, πῶς ὄχι ἄλλωστε; ἔκδοση τῆς Μεσολογγιάδος τοῦ Ἀντωνίου Ἰω. Ἀντωνιάδη. Ἡ ἔκδοση (ἐκδόσεις Ὁλκός, Μάρτιος 2026), συνοδεύεται μὲ εἰσαγωγὴ στὸ ἔργο καὶ τὸν συνθέτη του, ἀπὸ τὸν συγγραφέα Παντελὴ Μπουκάλα, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπιμελεῖται τὴν ἔκδοση·. οἱ δὲ εἰκόνες ποὺ συνοδεύουν τὸ ἔργο εἶναι τοῦ δόκιμου ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου: ἀμφότεροι Αἰτωλοακαρνάνες στὴν καταγωγή.

Τέλος, στοὺς συνδρομητὲς τὴς πρώτης ἔκδοσης, αὐτῆς τοῦ 1876, ἀναφέρεται καὶ ὁ Δυτικομακεδόνας, ὁ Κοζανίτης μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ Ἄγραφα, Ζήσης Ἀγραφιώτης (1856-1936)· παιδαγωγός, ἱδρυτὴς τοῦ σχολείου «Λύκειον Ζήση Ἀγραφιώτου», τὸ γνωστὸ καὶ ὡς «Λύκειον ὁ Πλάτων», ἐν Πειραιεῖ: μὲ μεγάλη παιδευτικὴ δράση καὶ ἔργο στὴν ἱστορικὴ πόλη τοῦ Πειραιῶς, στὸ λεγόμενο Πόρτο Λεόνε, τὴ γενέτειρα τοῦ Ἀντωνίου Ἰω. Ἀντωνιάδου, ποιητοῦ τοῦ ἔπους τῆς Μεσολογγιάδος.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης 

Δεῖτε ὅλο τὸ ἀφιέρωμα ἐδῶ:

https://mygrevena.gr/%cf%84%cf%81%ce%ad%ce%bc-%e1%bc%a1-%cf%88%cf%85%cf%87%e1%bd%b4-%ce%ba%ce%b1%e1%bd%b6-%ce%be%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%87%e1%be%b6-%ce%b3%ce%bb%cf%85%ce%ba%e1%bd%b0-%cf%84%e1%bd%b8%ce%bd/ 

καὶ σὲ εἰκόνες ἐδῶ: