Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ († 6 ΑΥΓ. 1682)

 

Τὰ γυαλιά, τὰ ματογυάλια, τὰ «ὀφθαλμικὰ ὑελία»

τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη.

. Φορητὴ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ.
Ἔργο (2026) τῆς Αἰκατερίνης Χαραλαμποπούλου.
Πρώτη φορὰ ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται
μὲ γυαλιὰ ὁράσεως, 
μὲ «ὀφθαλμικὰ ὑελία»
ὅπως τὰ ἀποκαλεῖ στὶς ἐπιστολές του.  

Ἀπὸ τὴ σωζόμενη Ἀλληλογραφία τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη διαπιστώνουμε ὅτι προμηθευόταν καὶ χρησιμοποιοῦσε γυαλιὰ ὁράσεως, προφανῶς μὲ φακοὺς πρεσβυωπίας, καθὼς στὶς ἐπιστολές του αὐτὲς παρουσιάζεται ὡς περίπου ἄνω τῶν 75 ἐτῶν· εὑρισκόμενος δηλαδή, ἤδη ἀπὸ χρόνια, σὲ γεροντικὴ ἡλικία, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ σὲ ἐπιστολή του, στὶς 30 Αὐγούστου 1672, ἀπὸ τὰ Βρανιανά, πρὸς τοὺς ἱερεῖς Ἰωάννες τῶν Τρικάλλων:

«Ἱερέων εὐλαβέστατοι καὶ θεοσεβέστατοι πρεσβυτέρων κύριοι Ἰωάνναι. [...]. Ὅλες γοῦν οἱ ἡλικίες τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἐδιάβηκαν, ἔμεινε μόνον εἰς ἡμᾶς ἡ γεροντικὴ μὲ πολλὰ πάθη· ἔμεινε, νὰ εἰποῦμεν ὡσὰν εἰς παράδειγμα, ὡσὰν μένει ἡ τρυγία τοῦ κρασίου, ξινὴ καὶ ἀνωφελὴς καὶ ἀχρεία, καὶ μετὰ ταῦτα ρίπτεται εἰς τὴν λεωφόρον καὶ πατᾶται ἀπὸ τοὺς διαβάτας· εἰς ταῦτα καταντίζει ἡ ἀνθρωπίνη ζωὴ θέλοντας οἱ ἄνθρωποι καὶ μή».

Λογικὸ εἶναι σὲ αὐτὴ τὴν ἡλικία τῆς ζωῆς του νὰ ἐμφανίζει προβλήματα μὲ τὴν ὅραση του.Ἔτσι στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀναφέρει τὴ χρήση ματογυαλίων:

«Τὰ ὑελία τὰ ἔδωκεν ὁ κυρ-Ἰωάννης· ἂν χαθοῦσι, τῆς ζημίας ὁ ὀφειλέτης εἰμὶ ἐγώ, ὅτι ἐγὼ εἰμὶ ἡ αἰτία τῆς ἀπωλείας. Ἐλπίζομεν ὅμως τὸ ἔλθιμον τῆς ὑμετέρας ἀγάπης καὶ ἂς μὴν μᾶς τὸ στερήσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν· ὑελία ηὕραμεν ἄλλα καὶ ἀναπληροῦσι τὴν χρείαν καὶ ἂς μὴν ἔχει πλέον φροντίδα διὰ ὑελία ἐδικά μας»

Μετὰ ἀπὸ ἐννέα ἔτη, σὲ ἄλλη ἐπιστολή του ἀπὸ τὰ Βρανιανά, στὶς 20 Σεπτ. 1681, ὅταν ἦταν περίπου 84 ἐτῶν, πρὸς τὸν παλαιὸ μαθητή του Γρηγόριο Μάνεση στὸ Αἰτωλικό, δηλώνει τὴν προμήθεια γυαλιῶν ὁράσεως μὲ ἀποστολέα τὸν παλαιὸ μαθητή του, τὸν ὁποῖο δὲν παραλείπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ: περισσότερο γιὰ τὴν προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημά του. Ἀναφέρει ἀπώλεια ὁράσεως ἀπὸ τὸν δεξιὸ ὀφθαλμὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ ὀφθαλμὸ σημειώνει ἀμυδρή, μειωμένη ὅραση:

Κώδ. Ι. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους 693, φ. 34.
Χεὶρ Ἀθανασίου τοῦ Ἐλαχίστου, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου
.

«Ἐλάβαμεν καὶ τὰ ὀφθαλμικὰ ὑελία, ἀλλ’ ἡ ὀπτικὴ δύναμη ἡ ἐδική μας ἡ δεξιὰ ἐσβήσθη παντάπασι· τοῦ ἑτέρου ὅμως ὀφθαλμοῦ βλέπει ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἀμυδρῶς πάνυ. Ὅμως ἐγὼ εὐχαριστῶ ὄχι τόσον εἰς τὰ ὑελία ἀλλὰ εἰς τὴν προθυμίαν καὶ τὸν καλόν της σκοπὸν ὁποῦ φέρνει πάντα πρὸς ἡμᾶς».


Μετὰ ἀπὸ ἕνα ἑξάμηνο περίπου, στὶς 5 Μαρτίου 1682, ἕξι μῆνες πρὶν τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του, σὲ ἄλλη ἐπιστολή του, ἀπὸ τὰ Βρανιανά, πρὸς τὸν Γρηγόριο Μάνεση στὸ Αἰτωλικό, ἀφοῦ ψέγει τὸν παλαιὸ μαθητή του ὅτι παραμελεῖ τὰ διδακτικά του καθήκοντα
σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο τὸν ἔστειλε στὸ Αἰτωλικό σημειώνει ὅτι ἔχει χάσει σχεδὸν ὁλοκληρωτικὰ τὴν ὅρασή του καὶ χρειάζεται πλέον κάποιον γιὰ νὰ τὸν βοηθεῖ ὅταν βαδίζει:

«Ἐγὼ δὲν σὲ ἔπεμψα αὐτοῦ νὰ γεροντεύῃς καὶ νὰ ἀκολουθᾷς μητροπολίτας, ἀλλὰ νὰ διδάσκῃς καὶ νὰ δείχνῃς γράμματα. [...] Ἐπρόκρινα ἢ νὰ σὲ ἔχω μὲ λόγου μου νὰ μὲ πιάνῃ ἀπὸ τὸ χέρι νὰ σηκώνωμαι καὶ νὰ μοῦ δείχνῃς τὴν στράταν, ὁποῦ ἐτυφλώθηκα».

Ἡ ἁγιογράφος Αἰκατερίνη Χαραλαμποπούλου, μὲ βάση αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὸν ἅγιο Εὐγένιο, φιλοτέχνησε, πρόσφατα (2026), εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἐμφανίζεται μὲ τὰ «ὀφθαλμικά του ὑελία»· κρατώντας στὸ δεξί του χέρι τὸ ἀργυροῦν «Ἅγιον Ποτήριον» ποὺ δώρησε στὴ Μονὴ Τατάρνας, ὅπου, περίπου τὸ 1616, ὁ Εὐγένιος Γιανούλης ὁ Αἰτωλὸς εἶχε χειροτονηθεῖ διάκονος.

                                                                                Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

π. ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (1897 - 1981)

 

π. Λάμπρος Κ. Θεοδώρου: «Α», «Ἀρχὴ τοῦ Κόσμου»*

π. Λάμπρος Κ. Θεοδώρου· τὸ 1976,
στὸν αὔλειο χῶρο
τοῦ ναοῦ τῆς 
Ἁγίας Παρασκευῆς Μεγ. Βραγγιανῶν. 
 

Στὰ κατάλοιπα τοῦ μακαριστοῦ ἱερέως Λάμπρου Κων. Θεοδώρου (Μεγ. Βραγγιανὰ Ἀγράφων 1897 – Πλαταμὼν Πιερίας, †21 Δεκεμβρίου 1981) βρέθηκε ἕνα χειρόγραφό του
, μὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ὀρθόδοξου ποιμαντικοῦ περιεχομένου. Ἀποστηθίζοντάς την, ἰδιαίτερα οἱ μαθητές, ἀποκτοῦν ὀρθόδοξη συνείδηση μέσα ἀπὸ τὴ Ζωὴ τοῦ Χριστοῦ: μὲ κορύφωση τὰ Πάθη Του καὶ τὴν Ἀνάστασή. Του.

Χαρακτηριστικὰ τοῦ π. Λάμπρου Θεοδώρου ἦσαν ἡ βαθιὰ καὶ ἀκλόνητη πίστη του στὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ μεγάλη του ἀγάπη καὶ φροντίδα γιὰ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὰ Μεγ. Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων καὶ τοὺς ἀνθρώπους τους, τὸ πνευματικό του ποίμνιο.

. «Ὁ ἐφημέριος Βραγγιανῶν Λάμπρος Θεοδώρου».
Ἡ ὑπογραφή του. 

Ἔγραφε διαρκῶς, χωρὶς νὰ περισπᾶται ἡ προσοχή του ἀπὸ τίποτε. Μελετοῦσε
δὲ ἀτελείωτες ὧρες καὶ ἡμέρες: ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοὺς μεγάλους θεολόγους καὶ θεμελιωτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς κλπ), ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες Κλασσικούς ( Πλάτων, Σωκράτης, Ἀριστοτέλης κλπ). Ἀκόμη, ἀντέγραφε παλαιὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ χειρόγραφα. Ἔτσι, ἔχοντας μελετήσει  τὴν πνευματικὴ αὐτὴ σύζευξη Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ, διέθετε ἕνα πλούσιο πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ γλωσσικὸ «ὁπλοστάσιο», τὸ ὁποῖο καθιστοῦσε τὸν λόγο του γοητευτικὸ καὶ πειστικό. Ὁ λόγος του γινόταν κατανοητός, χρησιμοποιώντας τὴ λαϊκὴ καθομιλουμένη γλῶσσα. Ἔτσι, στήριζε τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη καὶ παράδοση τοῦ ἐκκλησιάσματός του.
Ἡ «Ἀλφαβητικὴ» ἀκροστιχίδα
τοῦ π. Λάμπρου Θεοδώρου. 

Προϊὸν αὐτῆς τῆς πνευματικῆς του συγκρότησης εἶναι καὶ ἡ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα ποὺ κατέγραψε σὲ χειρόγραφό του: παρακαταθηκη στὸ ποίμνιό του καὶ τοὺς ἐπιγενόμενους.

Α΄=  ρχὴ τοῦ Κόσμου.

Β΄=  Βασιλεύει ὁ Κύριος.

Γ΄=  Γεννᾶτε ὁ Χριστός.

Δ΄=  Διὰ τῶν Ἀγγέλων χαίρεται.

Ε΄= φθασεν ὁ Κύριος.

Ζ΄=  Ζητοῦν τὸν Ἰησοῦν.

Η΄= λιος ἦτον καὶ ἔλαμψεν.

Θ΄=  Θεοτόκος τὸν ἐγέννησεν.

Ι΄ =  ωάννης τὸν ἐβάπτισεν.

Κ΄=  Κάλαμος τὸν ἔδραμε.

Λ΄=  Λαὸς τὸν ἐτριγύρισε.

Μ΄=  Μυριάδες χιλιάδες.

Ν΄=  Νύχτα τὸν ἐπιάσανε.

Ξ΄=  Ξύδι τὸν ἐποτίσανε καὶ καπνιά.

Ο΄=  Πιλάτος τὸν ἐρώτησε.

Π΄=  Ποῖος εἶσαι ἐσύ;

Ρ΄=  ωμαῖος εἰμὶ ἐγώ.

Σ΄=  Σεῖς τὸν ἐσταυρώνετε.

Τ΄=  Ταῦτα ὁποῦ ἔπαθε.

Υ΄= ψηλὰ τὸν ἀνεβάσανε.

Φ΄= Φίλος τὸν ἐπρόδωσε.

Χ΄=  Χύθηκε τὸ αἷμα Του.\

Ψ΄=  Ψυχὴ δὲν Τοῦ ἀπέμεεινεν.

Ω΄=  , τὸ μέγα τὸ καλό, Ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς ἡ χαρὰ τῶν Ῥωμιῶν καὶ ἡ λύπη τῶν ἐχθρῶν Του.

Κωνσταντῖνος Σπ. 

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ("Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων"), φ. 106, Ἀπρ.-Μαΐος-Ἰούνιος 2026, σ. 5.

 

 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

π. ΒΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ: ''ΧΡΥΣΕ ΖΩΗΣ ΑΕΡΑ, ΦΥΣΑ ΩΣ ΕΜΑΣ'' *

 

Τὸ πραγματικό, οἱ αἰσθήσεις, δὲν ἐξανλοῦν τὴν ἀλήθεια.

«Ἂν καὶ τίποτε δὲν ξαναφέρνει τὴν ὥρα

Τῆς λάμψης τοῦ χορταριοῦ,

Τῆς δόξας τοῦ ἀνθοῦ,

 δὲν θὰ λυπηθοῦμε,

ἀλλὰ θὰ βροῦμε τὴ δύναμη

σὲ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν» [1]

 

π. Βασίλειος Χριστοδούλου,

Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα

φύσα ὣς ἐμᾶς, ἐκδ. Γρηγόρη,

Ἀθήνα 2026, σελ.472.




 

 

Μόνο ὁ ποιητικὸς τίτλος, Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα φύσα ὣς ἐμᾶς, μὲ τὴν ἐμφανῆ πρωτοτυπία του, τοῦ συγγραφικοῦ πονήματος τοῦ π. Βασιλείου Χριστοδούλου, δίδει τὸ ἐρέθισμα, προσκαλεῖ καὶ προκαλεῖ ‒χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ κίνητρο τοῦ συγγραφέα‒, τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει τὸ ἔργο. Ἡ προσθήκη τοῦ ὑποτίτλου: Λογοτεχνικὰ κείμενα σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, ὑποψιάζει τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὴν θεματικὴ ποὺ πραγματεύεται ὁ π. Χριστοδούλου.

Στὸ βιβλίο ἀναλύονται θεολογικά, ἀλλὰ κυρίως μὲ στόχο μία ποιμαντικὴ προσέγγιση, ‒χωρὶς ἀκαδημαϊκὴ καὶ θεωρητικὴ στόχευση‒ πέντε λογοτεχνικὰ ἔργα. Τὸ κάθε ἔργο ἀντιπροσωπεύει ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος. Πρόκειται γιὰ ἕνα θεατρικὸ ἔργο, ἕνα ποίημα, μία νουβέλα, ἕνα δοκίμιο καὶ ἕνα διήγημα. Ἡ ποιμαντικὴ ἀνάλυση ἔχει ὡς σκοπό, μέσῳ τοῦ διαλόγου τῶν χώρων τῆς Λογοτεχνίας καὶ τῆς Θεολογίας, μὲ ἔργα ποὺ δὲν εἶναι θρησκευτικὰ ἢ θεολογικά, νὰ φωτίσει ὑπαρξιακὰ καὶ ποιμαντικὰ ζητήματα καὶ ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ζωῆς μας.

Τὸ βιβλίο ἀπευθύνεται στὸ εὐρὺ ἀναγνωστικὸ κοινό: καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ διαθέτουν ἕνα ἐπίπεδο κατανόησης τέτοιων κειμένων ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους μὲ ἕνα πιὸ ἁπλὸ πλησίασμα σὲ ἀναγνώσεις λογοτεχνικῶν ἔργων, καθὼς μιλοῦν περισσότερο στὴν καρδιά, στὸ συναίσθημα τοῦ ἀναγνώστη. Κινεῖται σὲ χώρους ἀσυνήθιστους σὲ κληρικούς, καὶ γενικότερα ἐκκλησιαστικούς. Αὐτὸ ὀφείλεται, κυρίως, στὰ λεγόμενα στεγανὰ τῆς σκέψης ποὺ παρουσιάζουν αὐτοὶ οἱ χῶροι, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν νὰ προσλάβουμε ἐξαιρετικὰ σπουδαῖα λόγια στὴ ζωή μας. Αὐτὰ σὲ μία προσπάθεια νὰ ἀνοίξουν δρόμοι συνάντησης μὲ τὸν Θεό, καθὼς ὁ Θεὸς ἀγκαλιάζει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ ζωὴ καὶ ὄχι ἁπλὰ τὴν ἐπιβίωση.

Κατὰ τὸν συγγραφέα: στὰ λογοτεχνικὰ ἔργα κρύβεται ἡ ἀγωνία ἑνὸς ἀνθρώπου νὰ ξεπεράσει τὸν θάνατο, νὰ ἀπαντήσει σὲ μεγάλα ὑπαρξιακὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἀνρώπινη ὕπαρξη ἀπὸ τότε ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της. Ἔτσι, βλέπει τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ εἶναι κατάστικτα ἀπὸ τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ συναντηθεῖ ‒εἴτε αὐτὸ γίνεται ἑκούσια ἢ ἀκούσια‒ μὲ αὐτὰ ποὺ τὸν ὑπερβαίνουν· καὶ μὲ τὸν Θεό.

Ὁ π. Βασίλειος Χριστοδούλου θεωρεῖ ὅτι εἶναι λανθασμένη ἡ προσέγγιση, ἡ ἐκτίμηση ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου μὲ γνώμονα τὸν τρόπο ζωῆς, τὶς θέσεις τοῦ δημιουργοῦ του. Πρέπει νὰ ἐκτιμοῦμε ἕνα ἔργο Τέχνης γενικότερα αὐτοτελῶς, χωρὶς νὰ λαβάνονται ὑπ’ὄψιν ‒ἀκόμη κι ἂν εἶχαν ἐκφράσει οἱ δημιουργοί τους‒ ἀπόψεις ποὺ δὲν συνάδουν μὲ τὶς θεολογικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Κρίνουμε  ἕνα ἔργο Τέχνης χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς ὑπόδειγμα τὸν δημιουργό του· χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς παράδειγμα τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ συγγραφέα. Σὲ κάθε ἔργο Τέχνης μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ ἡ λάμψη τῆς θεϊκῆς παρουσίας.

Πραγματεύεται, ἐπιλέγει καὶ ἀναλύει θεολογικὰ καὶ ποιμαντικὰ τὴ Λογοτεχνία γιὰ νὰ συνδιαλλαγεῖ μὲ τὴν Θεολογία, καὶ ὄχι ἄλλη μορφὴ Τέχνης, γιατὶ θεωρεῖ ὅτι στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα ἐνυπάρχει καὶ εἶναι κυρίαρχη ἡ παρουσία τοῦ λόγου· ὅπως ἄλλωστε καὶ στὴ ζωή μας. Εἶναι ὁ λόγος, μὲ τὴν ἀμεσότητά του, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κοινωνοῦμε τὴν ὕπαρξή μας. Ἐξάλλου, ἡ εὐρύτητα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, ἡ ποικιλία τῶν μορφῶν του, ἐπιτρέπει στὸν καθένα νὰ βρεῖ ἕναν δικό του ἰδανικὸ χῶρο ἀνάπαυσης. Νὰ βρεῖ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ταιριάζει, ποὺ τὸν ἱκανοποιεῖ περισσότερο.

Οἱ ἄλλες μορφὲς Τέχνης ( ζωγραφική, γλυπτική, ἀρχιτεκτονική ) ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶναι εὔκολα ἀποκωδικοποιήσιμες, ἑρμηνεύσιμες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαιτοῦν ἀρκετὸ χρόνο καὶ δαπάνη γιὰ νὰ ἔλθει κανεὶς σὲ συνδιαλλαγὴ μαζί τους. Ἡ Λογοτεχνία ἀντίθετα μὲ τὴν ἀμεσότητα τοῦ λόγου ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἐξηγεῖ, νὰ ὁδηγεῖ σὲ κάποιο ἀποτέλεσμα· καὶ ὁ ἀναγνώστης νὰ μπορεῖ νὰ πορεύεται στοὺς ἴδιους δρόμους: νὰ συνδημιουργεῖ μὲ τοὺς ἥρωες τῶν ἔργων.

Τὰ ἔργα ποὺ ἀναλύονται δὲν εἶναι, ἔστω καὶ μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια τοῦ ὅρου, θρησκευτικά. Ὅμως, ἀνοίγουν νέους δρόμους κατανόησης τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξής μας. Προσφέρεται στὸν ἀναγνώστη ἡ γεύση πρωτόγνωρων ἀναγνωστικῶν ἐμπειρειῶν· ἀποτελοῦν μία εὐκαιρία δοκιμῆς ἑνὸς νέου δρόμου στὴ ζωή μας: ἕναν ἄμεσο τρόπο κοινωνίας μὲ ἕνα ἀριστούργημα τοῦ γραπτοῦ λόγου.

Ὁ ἀναγνώστης καλεῖται νὰ διαβάσει τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα καὶ τὴν ἀνάλυσή τους, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι ὁ Θεὸς πνέει τὰ χαρίσματά του παντοῦ· χωρὶς νὰ περιορίζεται. Ὁ συγγραφέας- δημιουργὸς μπορεῖ νὰ καταθέτει συγκλονιστικὲς στιγμὲς συνάντησης καὶ οἰκείωσης μὲ τὸ θεῖο χωρὶς καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὸ γνωρίζει.

Ὁ π. Χριστοδούλου δηλώνει ὅτι, ἐνδεχομένως, ὁ Θεὸς αἰσθάνεται πιὸ ἄνετα στὶς γραφὲς ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ προσδιορίζεται ὡς μὴ θρησκευόμενος καθὼς ἐκεῖ «βαδίζει ἥσυχα καὶ ἀφανῶς στὶς μύτες τῶν λέξεων» καὶ ὄχι σὲ βαρύγδουπες γραφὲς ὅσων αὐτοπροσδιορίζονταιι ὡς θρησκευτικοί· ποὺ  στριμώχνουν τὸν Θεὸ στὶς δικές τους ἀντιλήψεις καὶ βεβαιότητες.

Ὁ τίτλος, μὲ τὸ «Χρυσὲ ζωῆς», ἐκφράζει αὐτὸ τὸ πολύτιμο ποὺ περιέχουν αὐτὲς οἱ γραφές· πολύτιμες δηλαδὴ παρακαταθῆκες μυστηρίου καὶ μυστικῶν τοπίων τῶν δημιουργῶν τους. Εἶναι ζωογόνα κείμενα ποὺ σὲ δύσκολες περιστάσεις μᾶς κρατοῦν στὴ ζωή.[2] Εἶναι ζωογόνος ἀέρας ἡ Λογοτεχνία. Ἡ παράκληση «φύσα» παραπέμει στὴν εὐχὴ ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι νὰ καταστοῦν μέτοχοι αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ ζωῆς.

 Ὁ κόσμος, ὅσο περισσότεροι ἄνθρωποι, θὰ γίνουν κοινωνοὶ αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων καὶ τῆς ἀναλυσής τους ἀπὸ θεολογικὴ καὶ ποιμαντικὴ θέαση.

Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου δηλώνεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἡ πρόθεσή του νὰ ἀκολουθήσει, στὰ ἴχνη τῆς Λογοτεχνίας, τὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καθὼς πιστεύεται ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι «ἕνα σύμπαν κατάστικτο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ».

Στὸ βιβλίο ἀναλύονται, σκιαγραφοῦνται σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, τὰ ἑξῆς λογοτεχνικὰ ἔργα:

 

1. Ἡ μικρή μας πόλη τοῦ Θόρντον Ουάϊλντερ (θεατρικό)

Σκιαγραφεῖται, ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν κατοίκων μιᾶς φανταστικῆς πόλης τοῦ ἀμερικανικοῦ νότου: οἱ ἐρωτικὲς σχέσεις, ὁ γάμος, ὁ θάνατος καὶ ἡ αἰωνιότητα. Στὸ θεατρικό αὐτὸ ἀναλύεται: «Ἡ βασανιστικὴ συνύπαρξη ὅλων τῶν ἐπιπέδων τοῦ χρόνου (παρελθόν, παρόν, μέλλον) σ’ ἕνα φευγαλέο παρόν,[3] μία συνύπαρξη, μὲ τὴ γνωστὴ καὶ πρὸ αἰώνων τετελεσμένη καταληξή της, τὸν θάνατο, ποὺ καταφέρνει λογοτεχνικὰ νὰ παρουσιάσει ὁ Ουάϊλντερ μέσα στὴ Μικρή μας πόλη». Ἐνῷ διερωτᾶται:

«Μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μὴ λές ὁλόκληρη, πὲς ἐλάχιστη, ποὺ σ’ἀφήνει εὔκολα νὰ φύγεις, πῶς θὰ τὴ ζήσουμε; Πῶς θὰ τὴν περάσουμε τόσο πρόσκαιροι καὶ φευγαλέοι»;

 

2. Ἡ μπαλάντα τοῦ Οὔρι (Ποίημα)

 

«Οὐρανὲ

ὄχι δὲν θὰ πῶ τὸ ναί,

οὐρανὲ

φίλε μακρινέ.

Πῶς νὰ δεχθῶ

ἄλλης ἀγκαλιᾶς τὴ στοργὴ

πῶς νὰ δεχτῶ

μάνα μου εἶναι ἡ γῆ.

Πῶς ν’ἀρνηθῶ

Τῆς ζωῆς τὸ φῶς τὸ ξανθό

ἄχ, οὐρανὲ

πόνε μακρινέ. [...]

 

Ποίημα τοῦ Νίκου Γκάτσου τὸ ὁποῖο μελοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μάνο Χατζιδάκι. Οἱ στίχοι τοῦ ποιήματος ἀναφέρονται στὴν προσπάθεια ἰσορροπίας, στὸν ἐσωτερικό του κόσμο, τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ κινεῖται, μετεωριζόμενος στὰ ὅρια ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, ψυχικοῦ καὶ σωματικοῦ· μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.

Τὸ ποίημα ἀποτυπώνει τὸν ἐσωτερικὸ σπαραγμὸ καὶ τὴ δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν ἀσφάλεια τοῦ ἐδῶ:

«... ὁ ἄνθρωπος ἀκούει τὴν ψυχή του νὰ ζητᾷ τὸν οὐρανὸ καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη τοῦ σώματος νὰ παραμείνει στὰ ἴχνη τῶν αἰσθήσεων [...] Μία προσέγγιση γεμάτη ὑποσχέσεις πουλιῶν, ἡλιοστάλακτων γιορτῶν καὶ μὲ τὸ φλὲρτ ἑνὸς ὠκεάνιου πλάτους ποὺ ‒προαιώνια μᾶλλον‒ ὀφείλεται στὸν ἄνθρωπο».

 

3.Ἡ στενὴ πύλη τοῦ Ἀ. Ζίντ (νουβέλα)

Ὁ ἔρωτας καὶ ἡ θυσία, ἡ ἐπιρροὴ τῆς θρησκείας καὶ ἡ πίστη στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀρετὴ τῆς ἁγιότητος, σχολιάζονται μέσα ἀπὸ τὴν πορεία ζωῆς τῶν ἡρώων τοῦ ἔργου: τῆς Ἀλίσια καὶ τοῦ Ζερόμ.

 

4. Πείνα καὶ δίψα, τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ (δοκίμιο)

Πραγματεύεται τὴν ἔννοια τοῦ πάθους ἀλλὰ στὴν θετικὴ γόνιμη διάστασή του· ὄχι μὲ πρόσημο ἁμαρτίας, ὅπως τοὐλάχιστον ἀντιμετωπίζεται στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Θεωρεῖ, ἀναλύει τὸ πάθος ὡς ὁρμὴ ζωῆς, ἐνῶ σχολιάζεται πνευματικά, ποιμαντικά, ἡ δύναμη τῆς μοναξιᾶς ὡς πάθους καὶ δίψας τοῦ ἀπολύτου καὶ τῆς ἀγάπης.

5. Ἡ φάλαινα τοῦ Πὼλ Γκαντέν.

Ἕνα καφκικῆς ἀτμόσφαιρας διήγημα ποὺ περιγράφει τὴ συνάντηση ἑνὸς ζευγαριοῦ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ ἕνα εἶδος ὑπαρξιακῆς νωχέλειας, μὲ μία φάλαινα ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀποσύνθεσης.

Ὁ συγγραφέας προβάλλει τὴν πτώση ἑνὸς μεγαλείου. Στοχάζεται πῶς ἕνα τεράστιο κῆτος ποὺ ὄργωνε τὰ πελάγη τώρα εἶναι μιὰ μάζα σὲ ἀποσύνθεση. Ἔτσι τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ποὺ καταρρέει. Εἶναι ἡ κρυμμένη, ἡ ἀθέατη τραγωδία μιᾶς αὐτάρκειας, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐξαιρετικὰ εὔθραυστη.

Ἡ Λογοτεχνία καθίσταται μία ἀντιστασιακὴ πράξη ποὺ κραυγάζει ὅτι ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν μᾶς φτάνει. Ὅτι ἡ ὁρμὴ ζωῆς, δημιουργίας, ἀγάπης, προσφορᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλεῖται στὰ λίγα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς.[4] Ἡ ὕπαρξη τῆς Λογοτεχνίας σ’ αὐτὸ στηρίζεται. Εἶναι μία πράξη διαμαρτυρίας: ὅτι ἀπαιτοῦμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς συνέχειας γιὰ ἕναν ἄλλο καλλίτερο κόσμο. Εἶναι ἡ ὑποψία, τὸ ἄρωμα μιᾶς συνέχειας.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 *Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1178, 17.7.2026, σ. 16-17.



[1] Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὸ ποίημα «ᾨδὴ: Διατάσεις τῆς Ἀθανασίας ἀπὸ Ἀναμνήσεις τῆς Παιδικῆς Ἡλικίας» τοῦ Ἄγγλου ποιητῆ WilliamWordsworth (1770 – 1850). Οἱ στίχοι ἐνέπνευσαν τὸν τίτλο τῆς ταινίας Splendor in the grass [ Ἑλλ: Πυρετὸς στὸ αἷμα] τοῦ Ἐλ. Καζάν (1961). Ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ καὶ συναισθηματικὸ ἄξονα τῆς ταινίας, στὴν διάρκεια τῆς ὁποίας οἱ στίχοι ἀκούγονται ὡς μοτίβο.

 

[2] «Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦλθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου. [...] Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μ’ἐξυπηρετοῦσε μ’ αὐτὸ. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά μου. Ἐκεῖνος [...] ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγά-σιγὰ τὸν ‘‘Λαμπριάτικο Ψάλτη’’. Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγο-λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του νὰ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι -ἀγάλι ἡ θωριά του. Διάβασεν ἀρκετά. Κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Καὶ εἶπε μὲ χαρμολύπη: ‘‘παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατὶ ἔφυγε ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;’’ Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγε ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό. [...] Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει»· Ἀρχ. Ἀνανίας Κουστένης, «Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη, Ἀκτὴ 65 (Φεβρ. 2001) 367-368.

[3]  «Προσβλέποντας στὴ μεγάλη ἀθανασία [...] Ἀρνοῦμαι νὰ χαθῶ μαζὶ μὲ τὸ παρὸν καὶ μὲ τὶς φροντίδες του· θέλω νὰ ξεπεράσω τὸν ἑαυτό μου , νὰ γίνω μέρος τῆς Ἱστορίας, γιατὶ ἡ ἱστορία εἶναι αἰώνια μνήμη»· Μίλαν Κούντερα, Ἀθανασία, μεταφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1991, σ. 201.

[4] «Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ περάσει μία ζωὴ ἀναζητώντας τὴν Εὐκαιρία, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ καθοριστικὴ στιγμή, αὐτὴ ποὺ δικαιώνει τὴ γέννηση καὶ τὸν θάνατο, ἔχει πιὰ περάσει. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιστρέψει, ἀλλὰ ὑπῆρξε, ἀναπότρεπτα πλήρης, ἐκθαμβωτικὴ καὶ πλουσιοπάροχη, ὅπως κάθε ἀποκάλυψη»· Βλ. Οὐμπέρτο Ἔκο, Τὸ Ἐκκρεμὲς τοῦ Φουκώ, ἐκδ. Γνώση, Ἀθήνα 1990, σ. 807.



Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΜΠΟΡΜΠΟΤΣΕ(Ι)ΛΙΑ [ΜΟΥΡΤΖΙΑ] Μ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ]

 

«Μπορμποτσε(ι)λιά» Μεγάλων Βραγγιανῶν

 Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωστὰ τοπωνύμια τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων εἶναι καὶ τὸ «Μπορμποτσε(ι)λιά». Στὸν γνωστὸ γεωγραφικὸ χάρτη τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν, σχεδιασμένο ἀπὸ τὸν (†) Χριστόφορο Δ. Ἀλεξάκη, καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Μπορμποτσι(ε)λιά», κοντὰ καὶ δυτικὰ τῆς Ράχης Ἁγίου Νικολάου, στὸν τόπο ὅπου οἱ καλύβες τῶν Κασιωναίων.[1]

Χάρτης τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν (λεπτομέρεια), σχεδιασμένος ἀπὸ τὸν (†) Χριστόφορο Δ. Ἀλεξάκη, ὅπου καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Μπορμποτσι(ε)λιά», κοντὰ καὶ δυτικὰ τῆς Ράχης Ἁγίου Νικολάου, στὸ τόπο ὅπου οἱ καλύβες τῶν Κασιωναίων. Βλ. Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1991, σ. 243.

Ἡ ὀνομασία, πιθανότατα, περιγράφει τὸν μικρό, σφαιρικὸ καρπὸ δέντρου (σὰν σπυρί), ποὺ παραπέμπει στὸ: μπομποτσιλιά < ἀρωμουνικὴ bobu(κόκκος, σπυρί) < πρωτοσλαβικὴ *bobъ. [2]

Ἡ θέση "Μπορμποτσελιά" στὰ 
Μεγάλα Βραγγιανά.
(φωτο: Σωτήρης Θωμ. Τσιώλης)

Σύμφωνα μὲ τὸν Π. Γ. Γεννάδιο, πρόκειται γιὰ τό, μὲ ζωηροὺς ἐρυθροὺς καρπούς, ἀκανθοφόρο φυτὸ «Κράταιγος», τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ σὲ ἄγονους τόπους μὲ τὶς κοινὲς ὀνομασίες Τρικκουκιά, Μουρτζιὰ καὶ ΜουμουτσελιὰΤσαπουρνιά, Μπουρμπουτζελιά: [3]

«Κράταιγος (Crataegus, τ. Ροδωδῶν)· γ. περιλ. περὶ τὰ 50 εἴδη ἰθαγενῆ τῆς βορ. εὐκράτου ζώνης [...]. Δένδρα ἀκανθοφόρα, πολλὰ κοσμητικά, ἀντέχοντα εἰς τὴν ξηρασίαν, ἄριστα ὡς ὑποκείμενα πρὸς ἐμβολιασμὸν τῆς Ἀπιδέας. [...] Εἴδη τῆς ἑλληνικῆς χλωρ. καὶ ἀλλαχοῦ ἀπαντῶντα τὰ ἑξῆς ἑπτά: [...] Κράταιγος ὁ μονόγυνος (C. monigynos), [...] ὀνομάζεται κοινῶς Τρικουκκιά, Μουρτζιά, καὶ Μουμουτζελιὰ ἢ Τσαπουρνιά, Μπουρμπουρτζελιά, καὶ ἀλλαχοῦ Γλόγος· δένδρον φυλλοβόλον, μετρίου μεγέθους, κοινότατον πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀναπτύσσεται βραδέως καὶ ἀντέχει εἰς τὴν ξηρασίαν. Ἀπαντᾶ εἰς ἀγόνους τόπους [...] φέρει πολυαρίθμους κατὰ βότρυς ἀναπτυσσομένους καὶ ζωηρῶς ἐρυθρῶς καρπούς των [...]. Σημειωτέον ὅτι Τρικόκκια ἢ Τρίκκοκα ὀνομάζονται ἐνιαχοῦ καὶ σήμερον οἱ καρποὶ τοῦ εἴδους τούτου».

Τὸ τοπωνύμιο, προφανῶς, ἔλαβε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν ἀρωμανικὴ (βλαχικὴ) ὀνομασία τοῦ φυτοῦ ποὺ φύεται ἐνδημικὰ στὸν τόπο αὐτό.

Κράταιγος: τὰ ἑπτὰ ἐντυπωσιακὰ ὀφέλη
τὴν ὑγεία.(naturanrg.gr krategos) 

Στὴ γνωστή, γιὰ τὸ πλούσιο ὀνοματολογικῶς περιεχόμενό της, ἱστοσελίδα https://sarantakos.wordpress.com/ ἀναφέρεται ὅτι: «στὴν Ἑλλάδα ἔχουμε περίπου ὀκτὼ αὐτοφυῆ εἴδη "Κραταίγου"· μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Crataegous azarolous var.aronia γνωστὸ καὶ ὡς μουρτζιά, τρικουκκιά, κωδωμηλιά, κουδουμαλιά».[4]

Στὴ λογοτεχνία ἀπαντᾶ ὡς «τρικοκκιὰ» στὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Ὢχ Βασανάκια» ὅπου ἡ γριὰ μάγισσα Βότσαινα, ἡρωϊδα τοῦ διηγήματος, χρησιμοποιεῖ ἕναν ἀκανθοφόρο κλάδο τοῦ δένδρου μὲ σκοπὸ νὰ πλήξει ὅμιλο κοριτσιῶν, ποὺ θεωρεῖ ὅτι εἶχαν, ἔναντί της, προσβλητικὴ καὶ ἀπαξιωτικὴ συμπεριφορά:[5]

«Ἔτρεχε πάλλουσα εἰς τὴν χείραν τὴν πελωρίαν τρικκοκιάν, μὲ τοὺς σκληροὺς καὶ χελωνοδέρμους πόδας της πλήττοντας τὸ ἔδαφος ὡς πέταλα φορφάδος. [...] Ἦσαν πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν κορασίδων [...] Ἐπεθύμει ν’ἀπολαύσῃ τὴν ἡδονὴν νὰ σχίσῃ τὸν λαιμὸν ἢ τὸ μάγουλον μιᾶς ἢ περισσοτέρον ἐκ τῶν νεανίων, πρὶν λάβωσιν αὐταὶ εἴδησιν [...]. Ὁ ἀέρας μόνον τῆς τρικοκκιᾶς, καὶ ἡ ἄκρα ἀκωκὴ μιᾶς τῶν πολυκλάδων ἀκανθῶν, ἔθιξε τὴν κόμην μιᾶς τῶν κορασίδων, τῆς δωδεκαετοῦς Μαχῶς, τῆς κόρης τοῦ Πορταρίτη. Συγχρόνως λίθος εὐστόχως ριφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὑψηλοῦ καὶ ἰσχνοῦ μαθητοῦ [...] ἐκτύπησε τόσον καιρίως, καὶ ἐκλόνισε τόσον σφοδρῶς τὴν πελωρίαν τρικοκκιάν, εἰς τὴν χείραν τῆς Βότσαινας, ὥστε ἡ μάγισσα ἠσθάνθη δεινὸν τὸν ἀντίκτυπον, ἡ χείρ της ἐπόνεσεν καὶ ἀφῆκε τὸ ὅπλον της νὰ πέσῃ καταγῆς. Ὁ ὑψηλόσωμος νέος ἐπάτησεν ἐν θριάμβῳ ἐπὶ τῆς πολυκλάδου τρικοκκκιᾶς καὶ ἡ μάγισσα ἐστράφη εἰς φυγήν».

Ἀκόμη, ὁ λόγιος ἱερέας τῆς Σκιάθου π. Γεώργιος Ρήγας ( Σκιάθος 1884 -Ἀθήνα 1960) στὸ λαογραφικό του ἔργο ἀναφέρει τὴν τρικοκκιὰ ὡς φυτὸ τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ στὴ Σκιάθο.[6]

Τρικοκκιά (Κράταιγος ὁ ὀξύανθος) μὲ καρποφορία.


Ἐπίσης, θεωρεῖται κορυφαῖο ρυθμιστικὸ βότανο τῆς καρδιᾶς καὶ γενικότερα τοῦ κυκλοφορικοῦ τοῦ αἵματος. Περιέχει βιοφλαβονοειδῆ, ποὺ τοῦ προσδίδουν τὸ κόκκινο χρῶμα του καὶ τὸ κάνουν διουρητικό, δυναμώνοντας τὰ ἀγγεῖα· φαινολικὲς ἑνώσεις ποὺ τὸ κάνουν παυσίπονο· ταννίνες ποὺ σφίγγουν τοὺς ἱστοὺς καὶ κουμαρίνες ποὺ δροῦν ἀντιθρομβωτικά. Κατάλληλο γιὰ ὑπέρταση / ὑπόταση, ἄγχος, στηθάγχη, προβλήματα τῶν ἀγγείων».

Τὸ χωριὸ Τρικοκκκιὰ Γρεβενῶν. 

Τέλος, μὲ τὸ ὄνομα «Τρικοκκιά» σώζεται
ὀρεινό χωριό τοῦ νομοῦ Γρεβενῶν σὲ ὑψόμετρο 580 μέτρα. Ἡ παλιά ὀνομασία τοῦ χωριοῦ ἦταν «Τσαπουρνιά»· πιθανότατα προέρχεται ἀπὸ τὸν θάμνο «τσαπουρνιά», ποὺ παραπέμπει σὲ ἄλλη ὀνομασία τοῦ φυτοῦ Μπορμποτσελιὰ ἢ τρικοκκιά.[7] 

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίσυεση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν) φ. 1173, 12. 6. 2026, σ. 15-16.

 



 





 



[1]. Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1991, σ. 243.

[2]. Βλ. Κωνσταντίνου Νικολαΐδου, Ἑτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Κουτσοβλαχικῆς Γλώσσης, Ἀθήνα 1909, τύποις Π. Δ. Σακκελλαρίου, σ. 323.

[3] Βλ. Π. Γ. Γενναδίου, «Κράταιγος», Λεξικὸν Φυτολογικόν, ἐκδ. Δαμιανός, Ἀθήνα, χ.χ, σ. 552-553.

[4] https://sarantakos.wordpress.com/ 29.9. 2024, 00:29, ὅπου ἐπίσης ἀναφέρεται καὶ «Ὡς ἀγριοφρουτάκι ποὺ κάνουν γλυκὸ μὲ τὸν καρπό του ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἄνθη ἀφέψημα».

[5] Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ὢχ Βασανάκια», Ἅπαντα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1984, τ. Γ΄, σ. 17-18.

[6] «Τρικουκκιά: κράταιγος (κράτιγος), εἶδος». Βλ. π. Γεώργιος Ρήγας, Σκιάθου λαϊκὸς πολιτσμός, «Ὀνόματα φυτῶν», τ. Γ΄, σ. 266.

[7] Γενννάδιος, σ. 552.