Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

O ΑΛΕΞ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ, ΒΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ «ΠΛΑΚΑ» ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

 Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης: 

«Μὲ τρεῖς κουμπέδες ὑψηλούς, τρίτρουλλος ἄλλη Ἁγία Σοφία»

 

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929), μὲ ἀφορμὴ τὴν ἑορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (30 Ἰαν.), δημοσιεύει, τὴν Τετάρτη 30 Ἰαν. 1902, στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις τῶν Ἀθηνῶν, στὴν 1η σελίδα, χρονογράφημα μὲ τίτλο «Μὲ τρεῖς κουμπέδες»[1].

«Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης»,
ἔργο (1974) 
Ντίνου Ἀναστασοπούλου. 

Βηματίζοντας στὴν περιοχὴ τῆς ἱστορικῆς Πλάκας τῶν Ἀθηνῶν, στὴν τοποθεσία μὲ τὸ τοπωνύμιο «Κουντίνο», κοντὰ στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης
‒στὴν ὁμώνυμη ἀρχαϊκὴ συνοικία, ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ‒ καταγράφει τὸ ρεῦμα ἀνοικοδόμησης στὴν περιοχὴ μέ:

«...< τὰς> λευκὰς οἰκοδομάς, μέσα εἰς τὸν κόπρον τῶν κτηνῶν καὶ τὰ τρίμματα τοῦ σανοῦ καὶ τῶν ἐλαιοκλάδων».

Ὅμως, προσηλώνει τὰ μάτια του, στέκεται μπροστὰ σὲ ἕνα μικρὸ «ὑελοφόρο» προσκυνητάρι τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, ὅπου κατὰ τὴν παράδοση ἦταν ἡ οἰκία στὴν ὁποία διέμενε ὁ Ἅγιος, ὅταν ἦλθε τὸν 5ο αἰ. ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ σπουδάσῃ. Βρίσκεται στὸ σημεῖο ὅπου ἡ ἉγίαΤράπεζα παλαιότερου ναοῦ ἀφιερωμένου στὸν Ἅγιο. [2]

Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλη τοπικὴ παράδοση ποὺ ἀφορᾶ τὸ σπήλαιο τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου (τοῦ ἁγίου Σιδερέα ὅπως τὸν καταγράφει) στὸν λόφο τοῦ Λυκαβηττοῦ, ὅπου πάλι κατὰ τὴν παράδοση ἀσκήτευε ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, ὅταν κι αὐτὸς ἦλθε στὴν Ἀθήνα γιὰ σπουδές. Ὁ ναὸς εἶναι ἀφιερωμένος ἐπίσης καὶ στὸν ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Χιοπολίτη· ἀλλὰ καὶ στὴν ἁγία Μυρώπη (Μερόπη) καθὼς καὶ στὸν ἅγιο Γεράσιμο.

. Ὁ ταξειδιώτης (=Ἀλέξανδρος Δ. Μωραϊτίδης),
Ἀκόμη, παραθέτει καὶ ἄλλη τοπικὴ παράδοση ὅπου, στὴ θέση Πέτρα ἐκεῖ ὅπου ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ,[3] εἶχε κατασκηνώσει μὲ μέριμνα τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ ὁ πνευματικὸς τοῦ στρατεύματός του καὶ ἑταῖρος του, Ἀθανάσιος, ὅταν αὐτὸς μετέβαινε στὴν Κρήτη γιὰ νὰ τὴν ὑποτάξῃ.

Ὁ Α. Μ. ἀναφερόμενος στὰ εὐλαβῆ αἰσθήματα τῶν Ἀθηναίων τονίζει ὅτι στὸ Λεκανοπέδιο καὶ στὴν εὐρύτερη περιοχή, οἱ πιστοὶ γέμισαν μὲ πάνω ἀπὸ 600 παρεκκλήσια τὸν τόπο. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ προσκυνητάρι, ὁ Μωραϊτίδης διατυπώνει τὸ αἴτημα νὰ ἀνεγερθεῖ στὴν Ἀθήνα περικαλλής, βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, ναὸς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, κοντὰ στὸ Κάστρο τῶν Ἀθηνῶν· τὸν φαντάζεται μάλιστα μὲ τρεῖς κουμπέδες,[4] τρεῖς τρούλλους δηλαδή, σὰν ἄλλη Ἁγιασοφιά, καί:

«μὲ τὰς θαμβωτικὰς βαθυχρώμους τριπλὰς χοροστασίας του, μὲ τὰ τόξα του καὶ τὰς καμάρας του. Καὶ μὲ ἕναν κώδωνα γλυκύλαλον, ὁ ὁποῖος νὰ συγκαλῇ σήμερον, πρωΐ-πρωΐ, τοὺς Ἀθηναίους εἰς ἔπαινον τῶν τριῶν Ἁγίων. Ἐκεῖ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἐκεῖνα ἐρείπια τῆς εὐλαβοῦς ἀρχαιότητος ν’ ἀναβλαστήσῃ ὁ ναὸς ὁ τρίτρουλλος».

Ἀναπολεῖ τὶς ἐποχὲς ποὺ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα «τὴν ἑλληνικὴν σοφίαν καὶ λογοτεχνίαν»· φαντάζεται δὲ ὅτι ψάλλεται τὸ ἐγκώμιον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαυρόποδα γιὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, τὸ ὁποῖον καὶ παραθέτει.

«Ὁ ταξειδιώτης»,
ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη
 

στὸ χρονογράφημά του.


Ἐπανερχόμενος, ἀπὸ τὴν ὀνειρικὴ αὐτὴ κατάσταση στὴν πραγματικότητα, δηλώνει ἀπογοήτευση γιατί, ὅπως τὸ εὐτελές, τὸ ὑελοφόρον προσκυνητάρι περικλείει, κρύβει ἐντός του, τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου: «τὴν χρυσήλατον τῆς Ἐκκλησίας σάλπιγγα» ὅπως θεωρεῖ τὸν Ἅγιο. Ἔτσι, καταθέτει καὶ ἄλλο παράπονό του: πὼς καὶ οἱ Ἑλληνικὲς Μονὲς περικλείουν, κρύβουν ἐν ἀφανείᾳ στὶς βιβλιοθῆκες τους, τὰ ἔργα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τῶν ὁποίων τὰ διδάγματά εἶναι:

«ὁ τύπος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς συγχρόνου κοινωνίας μας, τόσον ἀπομακρυνομένης ὁσημέραι ἀπὸ τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου».

Ὅμως, τὸ ὅραμα τοῦ Α. Μωραϊτίδη δὲν ἔγινε πραγματικότητα. Δὲν ἀνηγέρθη κανείς, τρίτρουλλος μάλιστα, ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς «τρεῖς μεγίστους φωστῆρες», στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἰσχύει ὅμως, ἀκόμη παραμένει ἐκκρεμές, τὸ αἴτημά του· καὶ εἶναι πάντα ἐπίκαιρο τὸ χρονογράφημά του, στὸ ὁποῖο καταθέτει τὴν ἔντονη ἐπιθυμία του γιὰ ἕναν ἐπιβλητικὸ νέο ναὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τὸ ὑπογράφει δὲ μὲ τὸ γνωστὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο, «Ὁ ταξειδιώτης».

 

KEIMENO

 

«ΑΠΟ ΤΑΣ ΖΩΝΤΑΝΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΚΟΥΜΠΕΔΕΣ

Ἔτυχε νὰ περιπατῶ περὶ τὰς σκολιὰς ἀτραποὺς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Εἶναι ἡ παλαιὰ τῶν ἰθαγενῶν συνοικία: αὐτή, ὅπου μόλις τώρα ἄρχισε νὰ εἰσχωρεῖ ἡ κορδέλα τῆς ρυμοτομίας παρακοθολουμένη ἀπὸ τὴν νεωτέραν ἀρχιτεκτονικήν, ἥτις τὰς μάνδρας ἐκείνας τὰς ἀρχαϊκὰς κρημνίζουσα, θεμελιώνει λευκὰς οἰκοδομάς, μέσα εἰς τὸν κόπρον τῶν κτηνῶν καὶ τὰ τρίμματα τοῦ σανοῦ καὶ τῶν ἐλαιοκλάδων. Ἐκεῖ, εἰς μίαν γωνίαν ὑπάρχει σκοτεινὴ παραθυρίς, ὑελοφόρος καὶ φέγγουσα τὴν νύκτα, ἔνδον τῆς ὁποίας κανδήλα καίει πρὸ μιᾶς παλαιᾶς εἰκόνος τοῦ Χρυσοστόμου. Εἶναι προσκυνητάριον βεβαίως, σημειοῦν τὴν θέσιν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἀρχαίου ναοῦ, ὅστις ἐτιμᾶτο εἰς τὸ ὄνομα τοῦ θείου Πατρός. Ἡ δὲ παράδοσις ἡ ἀθηναϊκὴ, εὐσεβὴς καὶ εὐλαβής, ὡς ἦταν πάντοτε αἱ Ἀθῆναι καὶ αἱ παραδόσεις των, σημειώνει μὲ ἀμυδρὰς καὶ λιποσάρκους γραμμάς ὅτι ἐδῶ, ὅπου τώρα κεῖται τὸ ταπεινὸν αὐτὸ προσκυνητάριον, ὑπῆρχεν ὁ οἶκος, ἐν ᾧ κατῴκησεν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅτε ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν νὰ σπουδάσῃ τὴν ἑλληνικὴν σοφίαν.

Ἡ παράδοσις εἶναι ἀνεπίσημος ὣς εἶναι ἀνεπίσημος ἡ ἄλλη ὡσαύτως φήμη ὅτι, εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Λυκαβηττοῦ, ὅπου εἶναι σήμερον ἐσφηνωμένος ὁ ἅγιος Σιδερέας, κατῴκει ἀσκητεύων ἐν Ἀθήναις Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, ἐλθὼν καὶ αὐτὸς ἐνταῦθα πρὸς σπουδήν. Ὣς εἶναι ὡσαύτως ἀμυδρὰ καὶ ἀνεπίσημος, ἡ ἄλλη παράδοσις, ὅτι ἐκεῖ εἰς τὴν Πέτραν, ἀπέναντι τοῦ Πύργου τοῦ σιδηροδρόμου, ὅπου τώρα ἐπακουμβᾷ ὁ εὐτελὴς ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἀθῳ, εἶχε πήξει σκηνὴν Νικηφόρος ὁ Φωκᾶς διὰ τὸν πνευματικὸν τοῦ στρατεύματος, τὸν Ἀθανάσιον, τὸν ἑταῖρον αὐτοῦ ὅτε μετέβαινε νὰ ὑποτάξῃ τὴν Κρήτην.

Εἶναι ἀνεπίσημοι αἱ παραδόσεις αὐταὶ καὶ ἄγραφοι, ἀλλὰ τόσον σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὰ εὐλαβῆ αἰσθήματα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, τοῦ πληρώσαντος, εἰς χρόνους ἱκανούς, τὴν πεδιάδα τῆς Ἀττικῆς δι ἑξακοσίων παρεκκλησίων, ὥστε τὴν δέχομαι ὡς ἱστορικήν, φρονῶν ὅτι ὄντως ἐκεῖ ποὺ κατῴκει ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὅταν τὸν 5ον αἰώνα ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔχων πρὸς τοῦτο συνεπιμαρτυροῦσαν τὴν ὄψιν τότε τῆς πόλεως.

*

Ἀλλὰ διατὶ μόνον τὸ ἁπλοῦν αὐτὸ τὸ ἐρημικὸν προσκυνητάριον νὰ ὑπάρχει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χρυσοῦ ἁγίου καὶ νὰ μὴν ἔχει ἤδη ἀνεγείρει ἡ πόλις μας ναὸν περικαλλῆ εἰς μνήμην τῶν τριῶν οἰκουμενικῶν διδασκάλων;

Ἡ φαντασία μου, πλέουσα εἰς τὸ πέλαγος τῶν λόγων τῶν σοφῶν ἱεραρχῶν, φαντάζεται τὸν ναὸν αὐτὸν ἐπάνω ἐκεῖ εἰς τὰς στενωπὰς καὶ σκολιὰς ἀτραποὺς τοῦ Κάστρου, ὅπου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἐρείπια, ἀπὸ τὸν σωρὸν τῶν λευκῶν μαρμάρων, ἀπὸ τὰ συντρίμματα τῶν ἑλληνικῶν βωμῶν καὶ ἰωνικῶν κιονόκρανων ἤθελει νὰ ἀναδράμῃ εἰς ὕψος καὶ κάλλος ἕνας ναὸς πάντιμος καὶ περίοπτος μὲ τρεῖς κουμπέδες ὑψηλούς, τρίτρουλλος ἄλλη Ἁγία Σοφία, εἰς τιμὴν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Νὰ εἶναι ἁγνοῦ βυζαντινοῦ ρυθμοῦ ὁ ναὸς αὐτός μὲ τοὺς τριπλούς του νάρθηκας καὶ τοὺς τριπλούς του τρούλλους, μὲ τὰς θαμβωτικὰς βαθυχρώμους τριπλὰς χοροστασίας του, μὲ τὰ τόξα του καὶ τὰς καμάρας του.

Καὶ μὲ ἕναν κώδωνα γλυκύλαλον, ὁ ὁποῖος νὰ συγκαλῇ σήμερον, πρωΐ-πρωΐ, τοὺς Ἀθηναίους εἰς ἔπαινον τῶν τριῶν Ἁγίων. Ἐκεῖ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἐκεῖνα ἐρείπια τῆς εὐλαβοῦς ἀρχαιότητος ν’ ἀναβλαστήσῃ ὁ ναὸς ὁ τρίτρουλλος ὡς ἄνθος ἐρημικὸν τρίπλοκον καὶ τρίκλωνον, τὸ ὁποῖον ποτισμένον εἰς τὰ θεῖα νάματα τῆς νέας τῶν Ἑλλήνων θρησκείας, ν’ ἀνοίξῃ λευκὸν ὡς ἡ Περιστέρα τοῦ Ἰορδάνου καὶ νὰ εὐωδιάσῃ ὅλην τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὸν μῦρον του. Νὰ λάβῃ φωνὴν τὸ τρίπλοκον ἄνθος νὰ λαλήσῃ καὶ νὰ εἰπῇ:

― Ἀπὸ τὰ ἐρείπια αὐτά, τὰ λευκὰ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ἐξῆλθεν ἡ φωνὴ ἡ ἐμπνευσμένη, καὶ λαλιὰ ἡ καλλίστομος, ἡ κηρύξασα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, τοῦ Εὐαγγελίου τὰ θεῖα ρήμματα.

*

Τοὺς σωματικούς μου ὀφθαλμοὺς ἔχων προσηλωμένους ἐπάνω εἰς τὸ πενιχρὸν προσκυνητάριον τῆς Πλάκας, ἀναδιφῶ μὲ τοὺς νοεροὺς τῆς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς τὰς σελίδας τῶν Συναξαρίων καὶ ἀναπολῶ τοὺς χρόνους, ὅπου καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἦλθον εἰς τὴν πόλιν μας νὰ σπουδάσουν τὴν ἑλληνικὴν σοφίαν καὶ λογοτεχνίαν, τὰς λαμπηδόνας τῆς ὁποίας ἀπηθανάτισαν τόσον λαμπρῶς εἰς ἔπη καὶ λόγους, εἰς δόγματα καὶ στίχους καὶ εἰς μίαν καλλίρροον ἠθικὴν διδασκαλίαν, δι ὧν ἀναγέννησαν τὴν κοινωνίαν ρυθμίσαντες αὐτὴν πρὸς τὰς βάσεις τοῦ Εὐαγγελίου, διδάσκοντες ἡμέραν καὶ νύκτα τὰς Γραφάς, συμβουλεύοντες, ἐνθαρρύνοντες, παραμυθοῦντες, ἐπιτιμῶντες, κτυπῶντες δὲ τὰς αἱρέσεις δεξιὰ κι ἀριστερά. Τρίπλοκον τοῦ Λόγου φραγγέλιον, σφενδόνη δαβιδικὴ τρίκλωνος, σπαρτίον τοῦ Σολομῶντος κόκκινον, <φιμώσαντες> τοὺς αἱρεσιάρχας καὶ περιτειχίσαντες τὴν νέαν τοῦ Χριστοῦ Ποίμνην «τῷ ἐρυθραίῳ τοῦ Σωτῆρος αἵματι».

*

Εἰς τὸν ναὸν αὐτὸν σήμερον, ἐὰν ὑπῆρχε, θὰ ἐσυνάζετο ὁ κόσμος νὰ ἀνάψῃ τὴν λαμπάδα του πρὸ τῆς εἰκόνος τῶν Ἁγίων καὶ νὰ ἀκούσῃ τὸ ἐγκώμιον αὐτῶν, γραμμένον ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπον τῶν Εὐχαϊτῶν, τὸν ἁγιώτατον τοῦτον Ἰωάννην, ὅστις μετὰ ἀπὸ μυστικὴν ὀπτασίαν, ὁποῦ τοῦ ἐνεφανίσθησαν καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, ἐγερθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἀνεφώνησεν:

«Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους.

φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντες ἐν βίῳ.

Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·

αἱ τρεῖς ἀηδόναι δὲ τῶν ψυχῶν ἔαρ [...]

Ὁ Γρηγόριος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,

πρὸς ὕψος οὐ πείθοντα πάντα ἐκτρέχειν.

Τοῖς λιποθυμήσασι δ’ ἐκ παθῶν πάλιν,

ἀναπνοή τις οἱ Βασιλείου λόγοι.

Μιμούμενος δὲ τὴν ροὴν τῶν ὑδάτων

ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος

τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει [...]»[5]

 

Ἀλλὰ τὸ ὄνειρόν μου συντόμως διαλύεται. Οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς ψυχῆς μου ζοφοῦνται πάλιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἀπομένουν τὰ σωματικά μου μόνον βλέμματα, προσηλωμένα ἀκόμη ἐπὶ τοῦ εὐτελοῦς προσκυνηταρίου, ὅπερ ἁπλοῦν καὶ ἀσβεστωμένον ἀτάκτως ἐκεῖ κρύπτει μὲ τόσην ἀφάνειαν τὴν χρυσήλατον τῆς Ἐκκλησίας σαλπιγγα, ὡς αἱ βιβλιοθῆκαι τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν περικλείουσι ἐν σιγῇ καὶ νεκρικῇ ἀφανείᾳ τοὺς τόμους τῶν θεοπνεύστων τῶν τριῶν ἁγίων συγγραφέων, ὧν τὰ διδάγματα ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ τύπος καὶ ὑπογραμμὸς τῆς συγχρόνου κοινωνίας μας, τόσον ἀπομακρυνομένης ὁσημέραι ἀπὸ τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου.

Ὁ ταξειδιώτης »

Χάρτης Μεγ. Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων,
(λεπτομέρεια), ἔργο (†) Χριστόφορου Ἀλεξάκη,
ὅπου καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Κουμπές».


Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης



[1]. Ὁ ταξειδιώτης (=Ἀλέξ. Μωραϊτιδης), «Μὲ τρεῖς κουμπέδες», ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 30. 1. 1902, σ. 1.

[2]. Ἐνδεχομένως, ἡ ὕπαρξη τοῦ προσκυνηταρίου τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξη ἐκεῖ τοῦ, μὴ σωζόμενου πλέον, ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μετοχίου τῆς μονῆς Ἀστερίου, στὴ διασταύρωση τῶν ὁδῶν Δαιδάλου καὶ Περιάνδρου.· βλ. Ἄρτεμις Σκουμπουρδῆ, Μοναστηράκι-Πλάκα.Οἱ γειτονιὲς τῶν θεῶν, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 20065, σ. 373-4.

[3]. Πρόκειται γιὰ τὸ ἱστορικὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ, τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, κοντὰ στὸν πέτρινο λόφο τοῦ Θησείου.

[4] Kubbe i 1. θόλος, τροῦλλος, κουμπές, 2. =θολωτός, τρουλλωτός, θολοειδής. Βλ. Faruk Tuncay - Λεωνίδας Καρατζᾶς, Τουρκοελληνικὸ λεξικό, Κέντρο Ἀνατολικῶν Γλωσσῶν καὶ Πολιτισμοῦ, Ἀθήνα 2000, σ. 450. Μάλιστα, στὰ Ἄγραφα, στὸ χωριὸ Μεγάλα Βραγγιανά, σώζεται τὸ τοπωνύμιο «Κουμπές». Πρόκειται γιὰ ἐλατοβριθῆ τόπο, θολωτοῦ σχήματος, σὲ ὕψωμα, δυτικὰ τοῦ κυρίως οἰκισμοῦ τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ κοντὰ βρίσκονται καὶ τὰ ἐρείπια παλαιοῦ, ἀρχαίου χριστιανικοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου («Ἀλσαίου» κατὰ τὸ τοπικὸ προφορικό ἰδίωμα).

[5]. Ἐκ τοῦ Συναξαρίου τῆς Λ´ τοῦ Μηναίου Ἰανουαρίου, Βενετία 1843, ἐπιμελείᾳ τοῦ ἱερομονάχου Βαρθολομαίου Κουτλουμουσιανοῦ τοῦ Ἰμβρίου.

Σημ: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ  Δυτ. Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν),φ. 1192, 6/11/2026, σ. 15-16.









Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

TYΡΒH 27 (ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2026). ΧΑΡΤῼΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 Κυκλοφορήθηκε, ἀπὸ τὴν θρυλική πλέον ΦΑΙΔΡΑ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ (τῶν Γρεβενῶν), τὸ φ. 27 τῆς ἱστορικῆς ἅμά τε καὶ χαριτολογικῆς Τύρβεως. Ὅπως σημειώνει ἡ ΦΑΙΔΡΑ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑ: τὸ φύλλο "εἶναι μαστορεμένο μὲ τὸν καημὸ τοῦ χαρτῴου πολιτισμοῦ -ἐφημερίδες, περιοδικά, κλπ ἔντυπα- ποὺ μᾶς ἁπαρτίζουν καὶ μεγαλώσαμε μαζί. Πάθη τυπογραφικὰ καὶ χειρόγραφα μὲ βαρεῖες ὡς κατάδικές μας παρτιτοῦρες." Τὸ ἱστολόγιό μας μετέχει στὸ φ. 27 διὰ τοῦ διαχειριστοῦ του μὲ ἄρθρο ποῦ ἀφορᾶ ἕνα παλαιὸ -(τοῦ 1971)- περιοδικό, τὸ ξεχασμένο πλέον σήμερα περιοδικὸ Ἀμαζόνιος. Ἰδού: 


Ἀμαζoνιοειδὴς ὁ  πλοῦς

«Μέλι παραμυθητικῶν γραφῶν,

ἀπὸ παραμυθητὴ οἰκειότατο»

ΝΔΤ

Τὸ ἐξώφυλλο τοῦ τεύχους 16,
μὲ τὸν Ἄλκη Γαλανὸ καὶ τὴν Μάνια,
τὴν Κόρη τῆς Ζούγκλας,
στὸν Ἀμαζόνιο. 
 

 

Στὶς 17 Ἰουνίου 1971 κυκλοφορεῖ, μὲ τιμὴ τρεῖς (3) δραχμές, τὸ ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ Ἀμαζόνιος (σελ. 68, σχῆμα 17Χ12)· ἕνα ἐντυπο ποὺ ἀπευθυνόταν σὲ προεφήβους καὶ ἀνῆκε στὴν κατηγορία τῶν λεγομένων «ἀναγνωσμάτων ζούγκλας», ποὺ ἦταν δημοφιλῆ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Ἦταν ἔργο τῶν ἐκδόσεων «Στρατίκη» μὲ συγγραφέα τὸ Κώστας Φωτεινό, συγγραφικὸ ψευδώνυμο τοῦ Πότη Στρατίκη (Κοπανάκι Μεσσηνίας 1926-Ἀθήνα 9 Ἰουνίου 2019)· μέλος τῆς ΕΠΟΝ στὴ διάρκεια τῆς Ἐθνικῆς Ἀντίστασης. Μαζί του, στὴ συγγραφὴ τῶν ἱστοριῶν, ἡ Λούξ, ψευδώνυμο τῆς Λουκίας Μπακοπούλου. Οἱ ἱστορίες ποὺ περιεῖχε διαδραματίζονταν, κυρίως, σὲ τροπικὰ σκηνικὰ καὶ μὲ ἀνάλογα σενάρια:

Ἕνα ἑλληνόπουλο, ὁ Ἄλκης Γαλανός, «πῆρε τὰ μεγάλα πέλαγα» προσπαθώντας νὰ ἀνακαλύψει τὰ ἴχνη τοῦ ἀγνοουμένου ‒γιὰ ἀρκετοὺς μῆνες‒ πατέρα του, μέλους ἐξερευνητικῆς ἀποστολῆς στὴ τεράστια, γεμάτη παγίδες, κινδύνους καὶ ἀπρόοπτα, Ζούγκλα τοῦ Ἀμαζονίου. Στὴν ὁμάδα ποὺ συνόδευε τὸν Ἄλκη ξεχωρίζουν: ἡ ὄμορφη ( πῶς ὄχι; ) Μάνια, βασίλισσα τῆς Ἰάβας, καὶ ὁ εὐτράπελος, ὁ διασκεδαστικὸς Πάμπλο Καράμπα.

Τὸ περιοδικὸ ἦταν βραχύβιο ‒δυστυχῶς δὲν μακροημέρευσε ἡ ἔκδοση‒ καὶ μὲ μικρὸ τιράζ, μὲ ἀποτέλεσμα, σήμερα, νὰ εἶναι σχετικὰ δυσεύρετο. Κυκλοφόρησαν μόνο 20 τεύχη, μὲ τὸ τελευταῖο τεῦχος 20, στὶς 28 Νοεμβρίου 1971.

Τὸ τελευαῖο, τεῦχ. 20, 28/11/1971,
τοῦ Ἀμαζονίου

Ἦταν μιὰ ἐξαιρετική, μία μερακλίδικη γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς, ἔκδοση, ἡ ὁποία κυκλοφοροῦσε ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος. Ἂν καὶ σταμάτησε σὲ ἕναν μικρὸ (μόλις 20) ἀριθμὸ τευχῶν, εἶχε μιὰ ποιότητα καὶ λάμψη ἰδιαίτερη, ποὺ χαρακτηρίζει ὅσους δημιουργοῦν νέες φόρμες καὶ καταθέτουν ἐνδιαφέρουσες προτάσεις, πέραν τῆς ἐποχῆς τους.

Κάθε τεῦχος εἶχε δικό του τίτλο. Ἐνδεικτικοὶ τίτλοι:

Τὸ Μαῦρο Χέρι / Μάνια, ἡ Κόρη τῆς Ζούγκλας / Στὴν Κόλαση τοῦ Ἀμαζονίου / Τὸ Καταραμένο Τοτέμ / Μυστικὸ τῆς Ζούγκλας / Ἀντίο Μάνια / Λὸς Γκαριμπέιρος / Μονομαχία χωρὶς οἶκτο / Ἡ Πράσινη Κόλαση / Ἡ Πιρόγα Αἴνιγμα / Ὁ ποταμὸς τῶν νεκρῶν / Κραυγὲς στὴ Νύχτα

 

Οἱ ἱστορίες, αὖρες ἰαματικὲς στὴ Ζούγκλα τοῦ Ἀμαζονίου, δρόσιζαν τὰ σπλάχνα καὶ «θεράπευαν ἀπὸ λογῆς-λογῆς ἕλκη» τὶς νεανικὲς ψυχές μας. Ὁ Κώστας Φωτεινὸς εἶχε ἤδη σημειώσει τεράστια ἐπιτυχία μὲ τὸν Μικρὸ Σερίφη. Ἡ ἔκδοση, «ἀναψυχὴ ἐν μέσῳ τῶν αὐχμηρῶν καὶ τῶν ἀνιαρῶν», ἔγινε ἀπὸ τοὺς «Ἀφοὺς Στρατίκη» σὲ συνεργασία μὲ τὸν Β. Πολίτη.

Μόλις ὁ μικρὸς Ντῖνος Ἀγραφιώτης εἶδε ἀναρτημένο τὸ περιοδικὸ στὸ περίπτερο τοῦ ἀειμνήστου κὺρ Ἀντώνη Κομνηνὸς καὶ τῆς συμπαθεστάτης, ἀειμνήστου ἐπίσης, συζύγου του Πολυτίμης τὸ γένος Σιδέρη, στὴν μικρὴ πλατεία τῆς πόλης, δίπλα στὸ θρυλικὸ σινὲ «Ὄασις», φρόντισε, οἰκονομώντας ἀπὸ τὴν ἡμερήσια δραχμὴ ποὺ ἐλάμβανε ἀπ’ τοὺς οἰκείους του γιὰ κουλούρι στὸ διάλειμμα τοῦ σχολείου, κατάφερε, σὲ τρεῖς μέρες, μένοντας δίχως κουλούρι φυσικά, νὰ πάρει τὸ πρῶτο παρθενικὸ τεῦχος. Τὸν γοήτευσε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἔγχρωμο ἐξώφυλλο, τὸ ἐπώνυμο τοῦ ἥρωα-πρωταγωνιστῆ, τοῦ Ἄλκη Γαλανοῦ, τὸ ὁποῖο φυσικὰ τὸν παρέπεμπε στὸ παλαιὸ ἀρχικὸ ἱστορικὸ πατρικό του ἐπώνυμο: τὸ «Γαλάνης».

Τὸ διάβαζε λέξη-λέξη καὶ ἡ ἀνάγνωση ἔμοιαζε νὰ «τὸν ἀναψύχει ὡς αὔρα θαλασσινή, θωπευτική, ὡς μυστηριώδης παραμυθία».

Τὰ τεύχη δὲν εἶναι αὐτοτελῆ· ὑπάρχουν κάποια μεμονωμένα συναρπαστικὰ ἐπεισόδια, μὰ ἡ ἱστορία ἐξελίσσεται μᾶλλον ἀργά. Κάπως ἔτσι, τὸ Νο 20 τεῦχος, μὲ τίτλο «Κραυγὲς στὴ νύχτα», ἔμελλε νὰ εἶναι καὶ τὸ τελευταῖο τῆς σειρᾶς, ἀφήνοντας ἔτσι τὶς περιπέτειες τοῦ Ἄλκη Γαλανοῦ καὶ τῆς παρέας του ἡμιτελεῖς.

Τὸ περιοδικό, λοιπόν, ἀνέστειλε τὴν ἔκδοσή του. Δὲν κατέστη, ἑπομένως, νὰ γίνει γνωστὸ ἂν ὁ Ἄλκης Γαλανὸς βρῆκε, ἐντόπισε, συνάντησε τὸν πατέρα του. Ἂν τὸν βρῆκε, αἰχμάλωτο ἴσως ἢ χαμένο, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὴν ἀπέραντη Ζούγκλα τοῦ Ἀμαζονίου καὶ ἐνδεχομένως χρειάστηκε νὰ τοῦ φωνάξει:

«― Ἰδικοί σας εἴμεθα, Γραικοί!»

Γιὰ ἕναν μαθητὴ τῆς Στ΄ Δημοτικοῦ, «μαθητικὸν ἐρίφιον» ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀμαζόνιος «ἔγραψε ἐν τῇ καρδίᾳ του ὡραία καὶ μυστηριώδη εἰκόνα»· φώτισε τὴν φαντασία του, τὴν παιδικὴ ψυχή του, τὰ ὄνειρά του, μὲ φῶτα-ὁλόφωτα.

Ντῖνος Ἀγραφιώτης - Γαλάνης


Σημ: Μπορεῖτε νὰ ἀποθηκεύσετε σὲ μορφὴ pdf τὴν Τύρβη 27 ἀπὸ ἐδῶ:
 https://mygrevena.gr/%cf%84%cf%8d%cf%81%ce%b2%ce%b7-27-%cf%87%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%8e%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ac%ce%bb%ce%bb%ce%b1-%cf%80%ce%ac/?fbclid=IwY2xjawVJYSFleHRuA2FlbQIxMABwZG9mBXNydGMGYXBwX2lkEDIyMjAzOTE3ODgyMDA4OTIAAR4ABcZBgKDcsM77fwIVrsJL8quUDpxF18JsGDKm8ycBdJWQc5XE7mxuQgKz0A_aem_fQLorF5MEko1n2gsFHo7Pg


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΕΓ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ, ΣΧΟΛ. ΕΤΟΣ 1975-1976

 

Ἀναστάσιος Γόρδιος:

«Μενέτω καὶ παιδευέσθω κατὰ τὴν ἐμὴν δύναμιν»

 


Ἀπὸ τὸ φωτογραφικὸ ἀρχεῖο τοῦ Χρήστου Βασ. Χαλιμούρδα προέρχεται ἡ φωτογραφία μὲ τοὺς 28 μαθητὲς τοῦ «Δημοτικοῦ Σχολείου Βραγγιανῶν Εὐρυτανίας» τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1975-76. Πενῆντα ἐτῶν καὶ πλέον, λοιπόν, τὸ φωτογραφικὸ αὐτὸ τεκμήριο τῆς μαθητικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς ἱστορίας τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν. Ἡ φωτογραφία ἐλήφθη στὸ «2θέσιον Δημ. Σχολεῖον Βραγγιανῶν – Α΄ Ἐκπ. Περ. Εὐρυτανίας», ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ σχετικὴ ἐπιγραφὴ ἐπὶ πινακίδος, στὸν τοῖχο, δίπλα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Σχολείου. Ἔτσι, συνεχίζεται ἡ παράδοση τῆς παιδείας στὴν περιοχή, ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ἀκόμη, ὅταν λειτουργοῦσε τὸ λεγόμενο «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων»: τὸ σχολεῖο ποὺ ἵδρυσε περὶτὸ 1661, ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης ὁ Αἰτωλὸς (περ. 1595- 1682) καὶ συνέχισε τὴ λειτουργία του, σχεδὸν μέχρι τὴν κοίμησή του, ὁ ἐκ Μεγ. Βραγγιανῶν λόγιος ἱερομόναχος, Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος (1654 1729).

ΜΑΘΗΤΕΣ*:

«1. Γεωργία Η. Χρήστου 2. Εὐσταθία Στ. Χρήστου 3. Λαμπρινὴ Παν. Γούλα 4. Εὐσταθία Γεω. Γούλα 5. Ἰωάννης Βασ. Τσιώλης 6. Χρῆστος Ι. Ἰωάννου 7. Γεώργιος Κ. Κούτης 8. Χρῆστος Βασ. Χαλιμούρδας 9. Σωτήριος Θ. Τσιώλης 10. Παρασκευὴ Νικ. Χρήστου 11. Σταυρούλα Γ. Ἀργυρίου 12. (†)Δέσποινα Παν. Γούλα 13. Σταυρούλα Βασ. Τσιώλη 14. Βασίλειος Ἄγγ. Παρθένης 15. Γεώργιος Βασ. Χαλιμούρδας 16. Βασίλειος Ι. Ἰωάννου 17. Βασίλειος Ἀπ. Παρθένης 18. Κωνσταντῖνος Βασ. Τσιώλης 19. Χρῆστος Ἀπ. Παρθένης 20. Δήμητρα Βασ., Τσιώλη 21. Χρυσούλα Ι. Ἰωάννου 22. Βασιλικὴ Ἠλ. Ἀλεξάκη 23. Ευαγγελία Νικ. Χρήστου 24. Κωνσταντῖνος Γεω. Γούλας 25. Παναγιώτης Κ. Κούτης 26. Χαράλαμπος Ἠλ. Χρήστου 27. Χαράλαμπος Γεω. Γούλας 28 Σπυρίδων Στέφ. Χρήστου.

Δάσκαλος: Παναγιώτης Γκαραβέλας»

 

                                             

Κων/νος Σπ. Τσιώλης

* Τὰ ὀνόματα μᾶς ὑπαγόρευσε ὁ κτήτωρ τῆς φωτογραφίας, Χρῆστος Βασ. Χαλιμούρδας

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ:ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ

 

Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη

Ἀλέξανδρος Δημ. Μωραϊτίδης,
(Σκιάθος 1850 -1929).
Ἀκρυλικὸ σὲ χαρτί. 
Ἔργο (2018), Κώστα Ντιό.  
 

Σὲ δημοσίευμα τῆς τοπικῆς (Βόλος) ἐφημερίδας Νέα Ἑλλάς, (φ. 522, 11 Νοε. 1935, σ. 2), δημοσιεύται ἀνταπόκριση τοῦ «Σ. ΑΓΑΛ.», ἀπὸ τὴ Σκιάθο, ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη (Σκιάθος, 1850-1929). Ὁ «Σ.
ΑΓΑΛ.», ποὺ ὑπογράφει τὸ δημοσίευμα, εἶναι ὁ Σπύρος Ἀγάλλος(ου), ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη τὸ 1965: γιὸς τοῦ Παναγιώτη Ἀγάλλου καὶ τῆς Σοφίας συζ. Λ(ιμπερίου) Γιακουμῆ, ἀνεψιᾶς τοῦ Μωραϊτίδη, καθὼς ὁ Λιμπέριος Γιακουμῆς εἶχε παντρευτεῖ τὴν Σεραϊνώ, μεγαλύτερη ἀδελφὴ τοῦ Μωραϊτίδη. Ὡς γνωστόν, ὁ Σκιαθίτης λόγιος ἐκοιμήθη στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του στὶς 25 Ὀκτωβρίου 1929, ἀφοῦ στὶς 16 Σεπτ. 1929 εἶχε καρεῖ μοναχός, μετωνομασθεὶς ὡς Ἀνδρόνικος μοναχός. Μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια, στὶς 1 Νοεμ. 1935, γίνεται, κατὰ τὸν «Σ. ΑΓΑΛ», μὲ παρουσία τῶν συγγενῶν του, ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του:

«σύμφωνα μὲ τὰ κρατοῦντα ἐν Σκιάθῳ πανάρχαια ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα».

Τῆς ἐκταφῆς καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ποὺ ἀκολούθησε, στὸ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, προΐστατο ὁ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Σκιάθου, Οἰκονόμος Γεώργιος Ρήγας, (Σκιάθος 1884- Ἀθήνα 1960), ὁ ὁποῖος ἐκφώνησε ἐπικήδειο λόγο γιὰ τὸν Ἀλέξ. Μωραϊτίδη.

Τὰ ὀστὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη,
καὶ τοῦ Οἰκονόμου π. Γεωργίου Ρήγα,
στὸν γυναικωνίτη τοῦ ναοῦ
τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν Σκιάθου 
 

Μάλιστα, κατὰ τὸν «Σ. ΑΓΑΛ», ὁ πνευματικὸς τοῦ Μωραϊτίδη, ὁ π. Δανιὴλ Κατουνακιώτης ὁ Σμυρναῖος, ὁ ὁποῖος προσφάτως (9 Μαρτίου 2020) ἁγιοκατατάχθηκε ἀπὸ τὸ 
(φωτο Φ. Δημητρακόπουλος). Πατριαρχεῖο, λέγεται ὅτι εἶχε προβλέψει γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη ὅτι:

— «Ὅταν γίνῃς καλόγηρος μετὰ 40 ἡμέρας θὰ ἀποθάνῃς».

Ὅπως καὶ ἔγινε.

Ἡ δὲ Ὄρσα (Μπέλλου), νεωκόρος τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς, ἐν μέσῳ λυγμῶν, γιὰ τὴν κοίμηση τοῦ Μωραϊτίδη, κατέθεσε τοὺς παρακάτω στίχους:

Ἀστέρι στὴν Ἀνατολή / φανάρι στὸ Ντιβάνι

/ καὶ μέσ’ στὴ μέσ’ τῆς Ἐκκλησιᾶς / κλωνὶ μαργαριτάρι.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

. Ἐφ. Νέα Ἑλλάς (Βόλου),.
11.11. 1935, 
 
φ. 522, σ. 2.



«Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου

ΣΚΙΑΘΟΣ, 8 Νοεμβρίου.

Πολὺ κατανυκτική, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπιβλητικὴ ἔγινε τὴν 1ην Νοεμβρίου ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου, τοῦ γνωστοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ καὶ λογογράφου. Κατὰ τὸ 1929, τὴν 16 Σεπτεμβρίου, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης εἶχε καρῇ, ὅπως εἶναι γνωστόν, μοναχὸς ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος εἰς τὸν ναὸν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἐν Σκιάθῳ. Εἶχεν ἤδη πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους καταταχθεῖ μεταξὺ τῶν Ἀκαδημαϊκῶν. Διὰ τῆς εἰς μοναχὸν κουρᾶς του μετωνομάσθη Ἀνδρόνικος. Σαράντα ὅμως ἡμέρας κατόπιν, τὴν 25ην Ὀκτωβρίου 1929, παρέδιδε τὴν ψυχήν του εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως ἐξεπληρώνετο καὶ ἡ πρόρρησις τοῦ πατρὸς Δανιὴλ ἀπὸ τὰ Κατουνάκια τοῦ Ἁγίου Ὄρους –τὸν ὁποῖο ὁ Μωραϊτίδης πολὺ ἐσέβετο– καὶ ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχεν εἰπῇ:

— «Ὅταν γίνῃς καλόγηρος μετὰ 40 ἡμέρας θὰ ἀποθάνῃς».

Προχθές, λοιπόν, τὴν πρωΐαν, σύμφωνα μὲ τὰ κρατοῦντα ἐν Σκιάθῳ πανάρχαια ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα, ἀφοῦ ἐσταύρωσε τὸν τάφον τοῦ Μωραϊτίδου ὁ Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Σκιάθου Οἰκονόμος Γεώργιος Ρήγας, ἔγινεν ἡ ἐκταφὴ τῶν λειψάνων του. Ἐπηκολούθησεν ἀμέσως ἡ τέλεσις τῆς Θείας Λειτουργίας εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Ἁγ. Τριάδος, ὅπου προσεκομίσθη καὶ ἡ κάρα τοῦ Μωραϊτίδου καὶ ἐψάλη ἡ κεκανονισμένη ἐπιμνημόσυνος ἀκολουθία. Παρίσταντο οἱ ἐπιζῶντες συγγενεῖς του. Κατανυκτικὴ δέ, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ἐπιβλητική, ὑπῆρξεν ἡ ὅλη τελετή, τὴν ὁποίαν κατέστεψε ἕνα προσφυὲς καὶ συγκινητικὸν δίστιχον τῆς ὑπεργήρου ἤδη θειὰ-Ὄρσας, ἥτις ἀσπαζομένη τὴν κάραν τοῦ Μωραϊτίδου ἐν μέσῳ τῶν εἰλικρινῶν λυγμῶν της ἐμοιρολόγησε:

Ἀστέρι στὴν Ἀνατολή / φανάρι στὸ Ντιβάνι

/ καὶ μέσ’ στὴ μέσ’ τῆς Ἐκκλησιᾶς / κλωνὶ μαργαριτάρι.

Σ. ΑΓΑΛ.»

* Εὐχαριστίες στὴν Λαμπρινὴ Τριανταφυλλοπούλου γιὰ τὴ συνδρομή της.

Σημ.: πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερ. Χρονικὰ Δυτ. Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν) φ. 1189, 16.10.2026, σ. 15-16. 




Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΠΛ. ΤΣΙΛΛΕΡ)

 Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης:

«Εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην πλατείαν τοῦ Τσίλλερ» 

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης
(Σκιάθος,1850-1929)


 



Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850
‒ 1929) δημοσιεύει, μὲ τὴν δημοσιογραφική του ἰδιότητα, στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις μὲ τὴν ὁποία συνεργαζόταν, χρονογράφημά του ποὺ ἀφορᾶ ἐπίσκεψή του στὴν πόλη τοῦ Πειραιῶς. Τὸ χρονογράφημά του αὐτὸ δημοσιεύεται στὸ φύλλο τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1901, στὴν 2η σελίδα, στὴ στήλη «Σκέψεις καὶ περίπατοι». Τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ταξειδιώτης».

Ὁ Ἐρνέστος Τσίλλερ
μὲ τὴν Κοζανίτισσα
σύζυγό του Σοφία Δούδου.
 
 

Μὲ χαριτολογικὴ διάθεση, μὲ τὴν περιγραφικὴ δεινότητα ποὺ διακρίνει τὸν γραπτό του λόγο, καταθέτει τὶς σκέψεις του γιὰ τὴ διάταξη τῶν ἀτμοπλοίων στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς καὶ τὸν μεταξὺ τῶν ναυτιλιακῶν ἑταιρειῶν συγχρωτισμὸ καὶ συνωστισμό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποδυνάμωση –λόγῳ ἐσωστρέφειας– τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Σημειώνει τὸ πρόβλημα μὲ τὶς δυσάρεστες ὀσμὲς ποὺ ἀναδίδουν οἱ λιμενικὲς δραστηριότητες, ὅπως αὐτὲς ἀπὸ τὰ κοντινὰ ναυπηγεῖα. Τὸν ἐντυπωσιάζει τὸ λιμάνι τῆς Ζέας, τὸ γνωστὸ Πασαλιμάνι, ἐνῷ ἀπολαμβάνει τὴν καθαριότητα τῆς πλακόστρωτης προκυμαίας
.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ἐπισκεπτόμενος τὸν Πειραιά, στέκεται στὸ λόφο τῆς Καστέλλας, στὴν τότε πλατεία Τσίλλερ, νῦν πλατεία Ἀλεξάνδρας, ἀπ’ ὅπου ἀπολαμβάνει, ‒μιὰν ἡλιόλουστη ἡμέρα μὲ μαΐστρο‒ τὴ θέαση τοῦ Σαρωνικοῦ. Ἀναφέρει ὅτι μποροῦσε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν θέση, νὰ ἰδῇ νὰ διαγράφεται στὸ βάθος ἡ νῆσος Ὕδρα. Ἴσως, ὅμως, σφάλλει ὁ Μωραϊτίδης καὶ ἐκλαμβάνει ἄλλο νησί ‒ἴσως τὴν Αἴγινα ἢ τὸ Ἀγκίστρι‒ ὡς τὴν νῆσο Ὕδρα. Ἡ Ὕδρα, ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ ἀπόσταση περίπου 70 χιλιομέτρων ἀπὸ τὸν Πειραιά, δὲν φαίνεται μὲ γυμνὸ μάτι, οὔτε ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς Καστέλλας, καθὼς ἀνάμεσα τους παρεμβάλλεται ἡ χερσόνησος τῶν Μεθάνων καὶ ὁ Πόρος.

Τὸ 1875 ὁ πασίγνωστος Σάξωνας ἀπὸ τὴ Δρέσδη Ἀρχιτέκτων-Μηχανικός, Ἐρνέστος Τσίλλερ (Ernst Ziller) ἀγόρασε μία μεγάλη ἔκταση στὴν περιοχὴ τῆς πλατείας Ἀλεξάνδρας καὶ τῆς Ζέας Πειραιῶς καὶ μέσα σὲ δύο χρόνια ὁλοκλήρωσε τὴν ἀνέγερση ἑπτὰ πολυτελῶν ἐπαύλεων ποὺ ἀποτέλεσεαν τὴ Συνοικία Τσίλλερ, ἢ Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων, τὴν μετέπειτα Καστέλλα. Ἐκεῖ κατὰ καιροὺς διέμεναν γνωστοὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ διακεκριμένες εὔπορες οἰκογένειες ὅπως ὁ Βασιλέας Γεώργιος ὁ Α΄ καὶ ἡ Βασίλισσα Ὄλγα ἢ ἡ οἰκογένεια Ἐμμ. Μπενάκη κ. ἄ. Μάλιστα, φρόντισε ὅλα τὰ κτίρια νὰ ἔχουν θέα, πρόσοψη στὸ Πασαλιμάνι. Ἄνοιξε ἐπίσης καὶ πηγάδι ποὺ ἐλέγετο ὅτι διέθετε τὸ καλλίτερο νερὸ στὸν Πειραιᾶ. Ἀπὸ τὶς ἑπτὰ πολυτελεῖς κατοικίες τῆς λαμπερῆς Συνοικίας Τσίλλερ σήμερα σώζεται μόνον μία, αὐτὴ τῆς οἰκίας τοῦ βιομηχάνου Π. Πατσιάδου (νῦν ἰδιοκτησία Σταυριανάκου). Δίπλα στὴ Συνοικία Τσίλλερ ἔμενε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Τσίλλερ μὲ τὴν σύζυγό του Σοφία Δούδου, πιανίστρια, μαθήτρια τοῦ Φρ. Λίστ, μόνιμη κάτοικος Αὐστρίας. Τὴν γνώρισε στὴ Βιέννη, ὅπου ἀνθοῦσε τότε Ἑλληνικὴ κοινότητα. Ἡ Σοφία ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐμπόρου Κωνσταντίνου Δούδου ἀπὸ τὴν Κοζάνη τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Ὁ Τσίλλερ, λοιπόν, μετέτρεψε ἕνα παλαιὸ ἐργοστάσιο ὑαλουργίας, ποὺ ἦταν δίπλα στὴ Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων, σὲ θερινὴ κατοικία του. Ἀπέκτησαν πέντε παιδιὰ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τρία τελευταῖα γεννήθηκαν στὸν Πειραιᾶ.

Τέλος, ὁ Ἀλέξανδρος. Μωραϊτίδης καλεῖ ὅσους ἀγαποῦν τὶς περιηγήσεις, τοὺς εὐχάριστους περιπάτους, νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν Πειραιά, σὲ ἐργάσιμη ἡμέρα δέ, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν τὴν πόλη καὶ τὶς δραστηριότητές της, χωρὶς αὐτὸ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνα εἶδος ἀπραξίας, ὡς ἀποφυγὴ ἐργασίας, χωρὶς αἴσθημα ἐνοχῆς δηλαδή· χωρὶς νὰ ὰντιβαίνει στὴν ρήση τοῦ Ἡσιόδου ( τοῦ Ἀσκραίου, ὡς καταγομένου ἀπὸ τὴν Ἄσκρα Βοιωτίας):

«ἀεργίῃ τὄνειδος».

. Ἐφ. Ἀκρόπολις,
 
φ. 1 Ὀκτ. 1901, σ. 2.


ΚΕΙΜΕΝΟ

Ἐφ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 1 Ὀκτ.. 1901, σ. 2.

«ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Ὁ ἄνεμος ὁ τόσον βιαίως πνέων μᾶς παρέσυρε μέχρι Πειραιῶς. Τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἀκτοπλοΐας ὅλα μὲ τὰ σήματα τοῦ ἀπόπλου, ὅλα ἕτοιμα πρὸς ἀναχώρησιν, ὅλα μαζὶ-μαζὶ παραπλεύρως ἡ μία ἑταιρεία μὲ τὴν ἄλλην ὡς κακοὶ γείτονες Ἡ θέα των μᾶς ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν μικροραδιούργων μπακάληδων ἢ καφετζήδων, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὰ μαγαζειά των ὁ ἕνας δίπλα εἰς τὸν ἄλλον. Δι αὐτὸ λοιπόν, ἐσκέφθην, ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία φθίνει, ἐνῷ ξέναι ἑταιρεῖαι μεγαλύνονται καὶ ἀκμάζουσι μέσα εἰς τὰς θαλάσσας τὰς Ἑλληνικάς.

*

Ἔτσι κάμνουν καὶ μερικοὶ ποὺ χάνονται μέσα εἰς τὰ χωρία των, κατατριβόμενοι καὶ συντριβόμενοι μέσα εἰς τὲς μικροπονηρίες καὶ μικροσοφιστίες, διότι ἐξαρχῆς δὲν ἔσχον τὴν τόλμην, ἐνῷ εἶχον ὅλην τὴν εὐφυΐαν, νὰ παραιτήσουν τὴν ἀργίαν ‒διότι ἀργίαν μαρτυρεῖ αὐτὴ ἡ πυκνὴ σύγχρονος ἀκτοπλοΐα‒ καὶ νὰ ἐξέλθουν εἰς μεγαλύτερα κέντρα καὶ εἰς μεγαλυτέραν δράσιν...

**

Αἱ προκυμαῖαι τοῦ Πειραιῶς ἐμύριζαν χθές, ἐμύριζαν ὅλαι βοῦρκον καὶ λάσπην δυσώδη, αἱ Ἁλαί, πίσσαν καὶ νάφθην αἱ τοῦ κεντρικοῦ λιμένος, τοῦ ἀρχαίου ἐμπορίου, διότι ὁ σφοδρὸς μαΐστρος, ἔφερε πρὸς τὰ ἐδῶ ὅλην τὴν ὀσμὴν τῆς καιομένης πίσσης ἐν τῷ κατέναντι ναυπηγείῳ.

* **

Ἄλλ’ ὁ λιμὴν τῆς Ζέας, τὸ Πασαλιμάνι, ἤρεμος καὶ γαλήνιος ὡς λίμνη, μὲ τὰ κράσπεδά του τὰ κτιστά, μὲ τὰς πλακοστρώτους προκυμαίας του, αἱ ὁποῖαι καθαραὶ-καθαραὶ ἔλαμπον θαρρεῖς κι ἔγιναν γιὰ μένα, νὰ εὐφρανθῶ ἐν τῇ μονώσει κι ἐρημίᾳ αὐτῇ μιᾶς ὅλης πόλεως.

** **

Ἡ «Συνοικία Τσίλλερ» ἢ «Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων»

 ἐν Πειραιεῖ, στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰ

Κι ἐκάθισα ὁλομόναχος εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην πλατείαν τοῦ Τσίλλερ ὁποὺ προχωρεῖ ὡς πρῶρα πλοίου μέσα εἰς τὸν Σαρωνικόν. Ὁ μαΐστρος εἶχεν ἐξαγριώσει τὸ πέλαγος μὲ τὸ μελανὸν χρῶμα ὁποῦ τοῦ ἔδωσε, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον πίπτουσαι αἱ ρόδιναι ἀκτῖνες τῆς χρυσῆς δύσεως ἐχάνοντο ἀμαυρούμεναι.

Κρῖμα εἰς τὸν ζωγράφον καὶ κρῖμα εἰς τὰ χρώματά του τὰ ὁλόχρυσα. Ἡ πνοὴ τοῦ ἀνέμου προσπίπτουσα ἐπὶ τοῦ αἰωρουμένου ἐκεῖ ἠλεκτρικοῦ λαμπτῆρος διελύετο εἰς συριγμούς, ἀπαράλακτα ὡς νὰ φυσᾷ ὁ ἄνεμος εἰς ἄρμενα τοῦ πλοίου. Οὐδὲν ἱστίον ἐλεύκαζε εἰς τὸν ὁλόμαυρον πόντον, ὁποῦ μόνον ἡ νῆσος Ὕδρα κάτω διεγράφετο διαυγὴς καὶ καθαρὰ ὡς γαλανὴ ζωγραφία καλλιτέχνου.

*****

Ὅσοι ἐρασταὶ τῆς ἡσυχίας, ὅσοι τῆς ἐρημίας θαυμασταί, κατέλθετε εἰς τὸν Πειραιᾶ ν’ ἀπολαύσετε ὅλας τὰς πλατείας του, καὶ ὅλας τὰς παραλίους ἐξοχάς του ἐν ἡμέρᾳ ἐργασίμῳ. Μή σᾶς ταράξῃ τοῦ Ἀσκραίου ποιητοῦ τὸ ρητόν: «ἀεργίῃ τὄνειδος». Σήμερον καὶ ἡ ἀργία κατήντησε σωστὴ ἐργασία, ὡς ἐτακτοποιήθη ὑποβληθεῖσα εἰς τόσους τύπους καὶ διατυπώσεις τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ. Καὶ εἰς ἓν ἁπλοῦν περίπατον νὰ ἐξέλθῃς, ἔχεις ἀνάγκην τόσων καὶ τόσων. Καὶ ὅλοι θὰ σὲ καμαρώσουν, κανεὶς δὲ δὲν θὰ εὑρεθῇ νὰ σὲ ὀνειδίσῃ...

Ὁ ταξειδιώτης»

 Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 1188, 9 Ὀκτ. 2026.



 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΛΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ (AI)

 Παλιὰ βιβλία: 

οἱ "στυμμένες λεμονόκουπες" τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης (ΤΝ)*

 

«[...] Τ’ ἀγαπᾶς ἰδιαίτερα αὐτὰ τὰ παλιὰ βιβλία, γιατὶ ξέρεις ὅτι λίγοι θὰ τὰ ἀναζητοῦν καὶ λιγότεροι θὰ τὰ διαβάζουν, ἀφοῦ οἱ συγγραφεῖς τους ὅλο καὶ ἀστοχοῦνται [...]. Ἔτσι, σιωπᾶς καὶ προσεύχεσαι γιὰ τὶς ψυχὲς ὅλων αὐτῶν, ποὺ τὰ γραπτά τους, ὡς ἄλλα λείψανα, χρόνο μὲ τὸ χρόνο, ὅλο καὶ χλωμιάζουν καὶ περιμένουν μιὰν ἄλλη Ἀνάσταση. [...] Ἕνα ἄγγιγμα, ἕνα φυλλομέτρημα, μιὰ ἀνάγνωση. Γιατί, ὅπως ὅλοι οἱ θνητοί, τὸ ἀξίζουν [...]». (†) π. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός, «Περὶ βιβλίων καὶ ἀναγνώσεως ὁ λόγος» (9. 1. 2012).


 

«᾽Εγώ, ἕως ὁπoῦ ἀναπνέω, βιβλίοις προσκεῖσθαι βούλομαι. Καὶ ἂν εἶχα θησαυρὸν χρημάτων, ἤθελα τὸν ἐξοδιάσει εἰς θησαυρὸν βιβλίων», γράφει ὁ Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος (1654-1729), ὁ λόγιος ἱερομόναχος τῶν Ἀγράφων, σὲ ἐπιστολή του, ἀπὸ τὰ Ἄγραφα, πρὸς τὸν παλαιὸ συμμαθητή του, τὸν ἱερομόναχο Χριστoφόρο, στὰ 1717. Ἦταν ὄντως ὁ Γόρδιος ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους βιβλιόφιλους τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας. ῎Ερευνες γιὰ βιβλία, δανεισμός, ἀγορά, κρίση, ἀντιγραφὴ καὶ συγγραφὴ βιβλίων εἶναι θέματα ποὺ ἀπαντοῦν στὶς ἐπιστολές του. ῾Η φροντίδα γιὰ τὸ βιβλίο τὸν ἀκολουθεῖ σ᾽ ὅλη τὴν πορεία τῆς ζωῆς του.

Ὅμως, στὶς μέρες μας, ἂν ζοῦσε ὁ Γόρδιος, δὲν εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ ἐπαναλάμβανε αὐτὴν τὴ στάση καὶ τὴ λαχτάρα του γιὰ τὰ βιβλία. Πλέον, τὰ ἀδηφάγα μοντέλα ΤΝ καταβροχθίζουν, διὰ τῆς σαρώσεως (scanning), ἑκατομμύρια βιβλία κα;i, στὴ συνέχεια, τὰ καταστρέφουν· τὰ ἀποβάλλουν ἐν εἴδει ἀπορριμάτων, ὡς χαρτοπολτό· ἀπομένουν δὲ ὡς ράκη, ριγμένα σὲ μιὰ γωνιά, μέχρι νὰ ἔλθει ὁ καιρός τους νὰ καταστραφοῦν σὲ κάποια ὑψικάμινο ἤ, στὴν καλλίτερη περίπτωση, νὰ γίνουν ὑλικὸ γιὰ προϊόντα ἀνακύκλωσης.

 Ὁ Ὀδυσσέας Γραμματικάκης σὲ ἄρθρο του στὴν Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν τῆς 26ης Αὐγούστου 2026, μὲ τίτλο «Τὰ παλιὰ βιβλία ὄμοφα καταστρέφονται», σημειώνει (σ.24) μεταξὺ ἄλλων ὅτι:

« [...] Ἀπὸ τὸ 2024, ἑταιρεῖες τεχνητῆς νοημοσύνης ἀγοράζουν μαζικὰ παλιὰ βιβλία τὰ σκανάρουν καὶ τὰ καταστρέφουν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐκπαιδεύουν τὰ Μεγάλα Γλωσσικὰ Μοντέλα τῶν ἐφαρμογῶν τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης μὲ λεξιλόγιο ποὺ σπανίζει στὴ σύγχρονη ἐποχή».

Οὔτε ὁ π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός, ὁ ἀείμνηστος († 27.4.2024) λόγιος κληρικὸς τῆς Σκοπέλου τῶν Β. Σποράδων, θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ τὴν τύχη ποὺ θὰ εἶχαν στὶς μέρες τῆς ΤΝ τὰ παλιὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα τὸν γοήτευαν, τὸν ἔθελγαν, τὸν συγκινοῦσαν. Ὅτι οἱ σκέψεις ποὺ ἔκανε γιὰ τὰ παλιὰ βιβλία ‒ἐνθυμούμενος τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν μαθητής, ἢ τὴν ἐποχὴ ποὺ περιδιαβαίνοντας στὰ βιβλιοπωλεῖα, στοὺς δρόμους τῆς ὁδοῦ Σόλωνος καὶ τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις του στὶς βιβλιοθῆκες τῆς Πρωτευούσης, ὅταν φοιτοῦσε στὴν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή‒ θὰ εἶχαν τέτοια "ἀντιμετώπιση" ἀπὸ τοὺς χειριστὲς τῶν μοντέλων τῆς ΤΝ:

«Γιατὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ πεῖς στὸν κόσμο αὐτὰ ποὺ ἔνοιωθες τότε, ὅταν ζοῦσες, δηλαδή, στὴ Μεγάλη τὴν Πολιτεία, καὶ μονάχα μέσα στὶς βιβλιοθῆκες καὶ στὶς ἀφτιασίδωτες τὶς ἐκκλησιὲς ἀνάσαινες ἐλεύθερα. Στὶς βιβλιοθῆκες, αὐτὲς τὶς Τράπεζες τοῦ Πνεύματος ποὺ δανείζουν, προσφέρουν, χαρίζουν, δίχως νὰ περιμένουν τόκους καὶ χρεωλύσια, ἱκανὰ ποσὰ γνώσεων καὶ Γνώσης [...] .

 Μὲ τὸ χρόνο, λοιπόν, τὶς βρῆκες τὶς βιβλιοθῆκες ποὺ σὲ ἀνάπαυαν καὶ τὶς ἐπισκεπτό­σουν, γιὰ νὰ ἡσυχάσει τὸ πνεῦμα σου, νὰ ταξιδἐψει ἡ ψυχή σου, νὰ πάρει νέο κουράγιο τὸ εἶναι σου, ὥστε νὰ περπατήσει, δίχως παραπατήματα καὶ τὴν ἄλλη μέρα στοὺς πολύβουους καὶ ἄσπλαχνους δρόμους τῆς μεγάλης πολιτείας.

Ὅμως, αὐτὸ ποὺ σὲ πλήγωνε ἦταν οἱ ἀργίες, τ᾿ ἀπογέματα τοῦ Σαββάτου καὶ οἱ Κυ­ριακές, ὅταν οἱ βιβλιοθῆκες ἦταν κλειστὲς κι ἐσὺ ἔνοιωθες ὅπως οἱ ἄστεγοι, τριγυρνώντας τούτη τὴ φορὰ στοὺς σχεδὸν ἔρημους δρόμους τῆς Σόλωνος καὶ τῆς Ἀκαδημίας, κοιτώντας μὲ σιωπηλὴ οἰκειότητα στὶς φωτισμένες προθῆκες τῶν βιβλιοπωλείων τὰ νέα βιβλία ποὺ σὲ κοιτοῦσαν μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκονισμένο τὸ τζάμι μὲ φιλία καὶ κάτι πάσχιζαν νὰ σοῦ ποῦν γι᾿ αὐτὸ ποὺ κρατοῦσαν χωνεμένο στὰ κλειστά τους φύλλα, τὰ στολισμένα μὲ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, εἰκόνες, σχέδια καὶ, κάποτε, θαυμάσια πρωτογράμματα. Τὰ κοιτοῦσες μὲ τὶς ὧρες καὶ πάσχιζες, πρὶν ἀναχωρήσεις γιὰ τὴ μοναξιά σου, ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσεις κάποιο λόγο, μιὰ φράση ἔστω, ὡς τεκμήριο φιλίας καὶ στέρεης ἀνθρωπιᾶς. Καὶ γιὰ νὰ πεῖς ὅλη τὴν ἀλήθεια, θὰ πρέπει νὰ κατεβάσεις ἀρκετὰ σκαλοπάτια στὸν Χρόνο καὶ νὰ σιμώσεις τὴν παιδικὴ ἡλικία, ὅταν πάνω στὸ γαλαζοπράσινο ξύλινο θρανίο τοῦ ξεχασμένου σήμερα Δημοτικοῦ Σχολείου τοῦ χωριοῦ σου, ἄνοιγες γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Ἀναγνωστικό, γιὰ νὰ συλλαβίσεις τὰ γράμματα ποὺ σοῦ χάριζαν οἱ ζωγραφισμένες σελίδες του, ἐνῶ παράλληλα ἔφθανε μέσα σου ἐκείνη ἡ μυ­ρωδιὰ ἀπό χαρτὶ τυπωμένο καὶ μελάνι… Ἀπὸ τότε αὐτή σου ἡ σχέση μὲ τὸ βιβλίο ἔγινε σχέση πάθους, ποὺ ξεκινοῦσε ἀπ᾿ τὴν πρώτη γνωριμία, μέσω ἐκείνης τῆς ἀνάσας ποὺ ἄφηνε μέσα σου τὸ τυπωμένο χαρτὶ τοῦ καλοστημένου Ἀναγνωστικοῦ τῆς πρώτης τοῦ Δημοτικοῦ [...]».

                                                              

Σήμερα, μετὰ ἀπὸ μαζικὴ ἀγορά, ἑκατομμύρια παλιὰ καὶ μεταχειρισμένα βιβλία, ταξιδεύουν σὲ κοῦτες κατὰ δεκάδες χιλιάδες γιὰ Νεβάδα, Κολοράντο, Καναδᾶ κ. ἀ. ὅπου σαρώνονται ἠλεκτρονικὰ καὶ καταστρέφονται βιβλία ἀπὸ τὶς νεοφυεῖς ἑταιρείες ΤΝ: μὲ σκοπὸ νὰ ἐκπαιδευτοῦν τὰ Μεγάλα Γλωσσικὰ Μοντέλα τῶν ἐφαρμογῶν ΤΝ μὲ σπάνιες γιὰ τὴν ἐποχή μας λέξεις. Καταλήγουν δέ, ὡς πεταμένα κουρελόχαρτα, ἀφημένα σὲ μιὰ γωνιά, μέχρι νὰ παρέλθει ὁ καιρός τους. Ὅπως δὲ σημειώνει ὁ κ. Γραμματικάκης οἱ ἑταιρεῖες αὐτές, διὰ τῶν ἐκπροσώπων τους, τὸ ὁμολογοῦν:

«ἡ προσπάθεια μας εἶναι νὰ σκανάρουμε καὶ νὰ καταστέψουμε ὅλα τὰ βιβλία στὸν κόσμο».

Σκοπός τους εἶναι ἡ ἐξαφάνιση τοῦ πρωτοτύπου καὶ ἡ ἀλλοίωση τοῦ νοήματος τῶν λέξεων ἀλλὰ καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ λεξιλογίου: ἂν εἶναι δυνατὸν μὲ μία μόνον λέξη νὰ καλύπτονται, νὰ νοηματοδοτοῦνται τὰ συναισθήματα καὶ οἱ ὁρίζοντες τῆς συνείδησης. Καὶ καταλήγει ὁ Ὀδυσσέας Γραμματικάκης:

«Ἕως τὸ 2050 ἡ δυστοπία τοῦ Ὄργουελ μπορεῖ νὰ βγεῖ ἀληθινή: οἱ λέξεις θὰ εἶναι ὅλο καὶ λιγότερες, οἱ ἔννοιες ἐντελῶς ἀποϊδεολογικοποημένες, ἁπλούστερες καὶ ὁπρῶτος best-selling συγγραφέας ΤΝ θὰ μπαίνει γιὰ πρώτη φορὰ στὴ λίστα Βooker».

Ὑποσχέσεις γιὰ μία ἐποχὴ ἀπίστευτης ἀφθονίας γιὰ ὅλους τάζουν οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ λογισμικὰ τῆς ΤΝ, διὰ τῶν τεχνο-αρχόντων τους. Μέχρι καὶ προαιρετικὴ ἐργασία προβλέπουν καὶ προτείνουν. Ἴσως, γιὰ νὰ ἀποκρυβοῦν οἱ φόβοι, οἱ σκοτεινὲς προοπτικὲς γιὰ περιθωριοποίηση, διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως μαζῶν «πλεονάζοντος πληθυσμοῦ», ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο δυναμικὸ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἐργατικῆς τάξης: ὑπὸ τὸν τρόμο τοῦ σταδιακοῦ αὐτοματισμοῦ· μὲ τὴν συγκέντρωση θηριώδους ἰσχύος στοὺς κολοσσοὺς παραγωγῆς ΤΝ.

Ἡ προσφάτως θανοῦσα (24 Αὐγ. 2026), ταλαντοῦχα ἀμερικανίδα μουσικὸς καὶ ἀστέρι τῆς κάντρι καὶ τῆς πόπ Ντόλλυ Πάρτον, εἶχε ἱδρύσει τὸ φιλανθρωπικὸ σωματεῖο Imagination Library, μὲ σκοπὸ τὴ δωρεὰν ἀποστολὴ βιβλίων σὲ παιδιὰ ἡλικίας ἕως 5 ἐτῶν. Κάθε βιβλίο ἀπευθύνεται προσωπικὰ σὲ συγκεκριμένο παιδί, μὲ σκοπὸ νὰ ἐγγυηθεῖ τὴν καθολικὴ πρόσβαση σὲ βιβλία καὶ νὰ ἐμπνεύσει μία διὰ βίου ἀγάπη γιὰ τὸ διάβασμα. Κάθε μῆνα διανέμει 3,5 ἑκατομμύρια βιβλία. Ὑποκλινόμαστε, We allways love you Ντόλλυ. Μακάρι ἡ δράση τῶν ἑταιρειῶν ΤΝ νὰ μὴν καταστρέψει τὴν προσπάθειά σου: γιὰ νὰ ἐμπνεύσει στὰ παιδιὰ τὴν διὰ βίου ἀγάπη γιὰ τὴν ἀνάγνωση καὶ τὸ βιβλίο.

Ὁ Παντελὴς Μπουκάλας, ἄνθρωπος τῶν δρόμων τῆς γραφῆς ἀλλὰ κάποτε καὶ χειρώναξ διακινητὴς τους, σημειώνει γιὰ τὰ βιβλία:

«Βαρὺ πράγμα τὸ βιβλίο. Καὶ κοφτερό. Δὲν μιλάω γιὰ τὸ συμβολικὸ βάρος τῶν νοημάτων ποὺ ἴσως κρύβουν οἱ σελίδες του οὔτε γιὰ τὶς ὀξύαιχμες ἰδέες ποὺ πιθανὸν νὰ κυοφοροῦν. Γιὰ τὸ καθαυτὸ βάρος του μιλάω, τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ τὴν κοφτερὴ κυριολεξία.[...] Τίποτε πιὸ βαρὺ ἀπὸ τὸ χαρτί, κι ἂς μοιάζει ἀέρινο. Καὶ πιὸ κοφτερό. Στὴ βιασύνη μου εἶχα ἀποκομίσει τὰ γδαρσιματάκια μου [...]»

 (Π. Μπουκάλας,  «Ἡ βαρύτητα τῶν βιβλίων» Τύρβη 25, Καλοκαίρι 2025, σ. 1).

 

Μὲ τὴ σάρωση τῶν βιβλίων ἀπὸ τὶς ἐφαρμογὲς μοντέλων ΤΝ τὸ βιβλίο χάνει καὶ τὸ φυσικό του βάρος, ἀλλὰ καὶ τὶς φυσικὲς κοφτερές του ἰδιότητες· ἀπὸ ἀέρινο γίνεται ἀέρας, ἀπὸ ἔντυπο χειροπιαστὸ ἐμφανίζεται πλέον ὡς ἴχνος ἠλεκτρονικό· ἀντὶ ὀσμῆς εὐωδίας τυπωμένου χαρτιοῦ, γίνεται ἄοσμη συγκέντρωση pixels καὶ ἀπὸ ἀνάσα ἔντυπου λόγου μετατρέπεται σέ, χωρὶς ἀνάσες, ὀθόνη νέων τεχνολογιῶν.Ἡ φυσικὴ μορφὴ τοῦ βιβλίου πλέον χάνεται καὶ ὁ χαρτῷος πολιτισμός, ἰδιαίτερα αὐτὸς τῶν παλαιοτέρων χρόνων, ἀπομειοῦται, ὑποχωρεῖ πρὸς δόξαν ὅσων εὔκολα πλέον ἐλέγχουν, ἐξουσιάζουν τὶς μηχανὲς διαχείρισης τῶν Μοντέλων Τεχνητῆς Νοημοσύνης. Ἔτσι, κι ὁ Βαγγέλης ὁ Γκαντάρας, ὁ συνταξιοῦχος βιβλιοπώλης τῶν Γρεβενῶν, δὲν θὰ ἔμπαινε στὸν πειρασμὸ νὰ ἀγοράσει, τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του μάλιστα, τὴν Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ Δρανδάκη ἀντὶ γιὰ «σφυρίδες καὶ καραβιδάκια καὶ τσίπουρο Γρεβενιώτικο» καθὼς μᾶς μολογάει ὁ «Ἔμφρων» Ἀντώνης Παπαβασιλείου στὴν Τύρβη του!

«Σκοτώνουν τ’ ἄλογα ὅταν γεράσουν» τιτλοφορεῖται τὸ βιβλίο (1935) τοῦ Horace McCoy καὶ ἡ ὁμώνυμη, καὶ ἐμπνευσμένη ἀπὸ αὐτό, ταινία (1969) τοῦ Sydney Pollac. Ἔτσι, κατὰ ἑκατομμύρια μάλιστα, "Σκοτώνουν τὰ βιβλία ὅταν γεράσουν" τὰ ἐργαλεῖα τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης· καὶ τὰ πετοῦν, ἀφοῦ τὰ ἀπομυζήσουν, σὰν στυμμένες λεμονόκουπες.

                                                                                                  Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1183, σ. 15-16.