Ἑλένη Γλύκατζη Ἀρβελέρ: τὸ πρῶτο
της βιβλίο
Στὸν
Ἀθανάσιο Ἐλευθ. Ράντο.
«Ὁ
θησαυρὸς εἶναι τὰ συναισθήματά μας·
φρεσκοκομμένα
νομίσματα, ὅλο νὰ λάμπουν»
(Ἄννα Γριμμάνη, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ
. 600 μολύβια καὶ 10 ποιήματα,
ἐκδ. Γκοβόστη,
Ἀθήνα 2020, σ. 147)
![]() |
| Ἡ Ἑλένη Γλύκατζη-Ἀρβελέρ, μαθήτρια τοῦ Δ΄ Γυμνασίου Θηλέων Ἀθηνῶν. |
Στὶς 16 Φεβρουαρίου 2026 ἀπεβίωσε ἡ σπουδαία ἑλληνίδα Ἱστορικός-Βυζαντινολόγος, Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελέρ (Hélène Ahrweiler, Ἀθήνα, 29.8.1926 - 16.2.2026). Μία ἐξέχουσα ἀκαδημαϊκὴ προσωπικότητα, μία διεθνὴς ἑλληνίδα, ἡ ὁποία ἀγάπησε τὴν Ἱστορία σὰν παιδί της.
Ἦταν
θυγατέρα τοῦ ἐμπόρου Νικολάου Γλύκατζη, ἀπὸ τὰ Μουδανιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ τῆς Καλλιρρόης Ψαλτίδη, ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια τῆς
Προύσας.
Σὲ συνέντευξή της στὸν δημοσιογράφο
Γιάννη Ν. Μπασκόζο, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στὸ βιβλίο της Μιὰ ζωὴ χωρὶς ἄλλοθι, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 2017 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις
Μεταίχμιο, ἀναφέρει, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ὅτι τὸ πρῶτο βιβλίο ποὺ ἀγόρασε ἦταν Τὰ Θεῖα Δῶρα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου
(Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940), λογοτέχνη, δημοσιογράφου καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ, μὲ ἐκ
πατρὸς καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων. Στὴ συνέντευξή της αὐτὴ διηγεῖται,
πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο ἔγινε ἡ ἀγορὰ τοῦ βιβλίου:
«Ἡ
οἰκογένεια τῆς μάνας μου ἦταν καλοστεκούμενη, γιατὶ αὐτοὶ εἶχαν πάει στὴ Ρουμανία,
δὲν ἦρθαν κατὰ δῶ. Ὁ πατέρας μου εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸν θεῖο Τζώρτζη, ὁ ὁποῖος
καθόταν στὴν Καστέλλα Ἡ Καστέλλα τότε εἶχε προσφυγικὰ σπίτια, δὲν εἶχε γίνει αὐτὸ
ποὺ εἶναι τώρα. Ὁ θεῖος αὐτὸς, ὅταν ἐρχόταν, μᾶς ἔδινε χαρτζιλίκι. Σ’ ἐμένα ἔδινε
μία "Δήμητρα", τὸ δεκάρικο, στ’ ἀδέλφια μου ἔδινε ἕνα
"Ποσειδώνα", τὸ εἰκοσάρικο. Μ’ αὐτὰ τὰ δεκάρικα ποὺ μάζευα, πῆγα κι ἀγόρασα
Τὰ Θεῖα δῶρα, τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι εἶναι ὡραῖο βιβλίο ‒
εἶμαι πιὰ στὸ Γυμνάσιο, εἶμαι Α΄ Γυμνασίου‒
μία συμμαθήτριά μου, θυμᾶμαι τὸ ὄνομά της, λεγόταν Λίλιαν Καυκᾶ καὶ ὁ πατέρας
της ἦταν ἐφέτης. Ἂν τὸ διαβάσει ἂς ἔλθει νὰ μὲ βρεῖ».
![]() |
| Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τὰ Θεῖα δῶρα, Ἐκδ. Δημητράκου, Ἀθήνα 19311 . |
Ἡ Λίλιαν Καυκᾶ (1925-2017), στενὴ φίλη καὶ συμμαθήτρια τῆς Ἑλένης Γλύκατζη τὰ χρόνια ἐκεῖνα στὸ Δημόσιο σχολεῖο Παγκρατίου, ἦταν θυγατέρα τοῦ νομικοῦ Κωνσταντίνου Καυκᾶ (1892—1974), Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν περίοδο 1959-1962 καὶ σύζυγος τοῦ Ἐλευθερίου Ράντου, Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἦταν, ἐπίσης, μητέρα τοῦ Ἀθανασίου Ράντου, πρώην Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νῦν, ἀπὸ τὸ 2020, Γενικοῦ Εἰσαγγελέα τοῦ Δικαστηρίου τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης. Μάλιστα, σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Ἀθανασίου Ράντου, ἡ μητέρα του Λίλιαν θυμόταν τὴ φωνὴ τῆς Ἑλένης ἀπὸ τὸ "χωνὶ" τοῦ ΕΑΜ στὸν Βύρωνα, ποὺ ἔφτανε μέχρι τὸν Προφήτη Ἠλία Παγκρατίου, ὅπου κατοικοῦσε, ἀπὸ τὸ 1933, ἡ οἰκογένεια Καυκᾶ.
Τὸ
βιβλίο αὐτὸ τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου ἀναφέρει ὡς κτῆμα τῆς Ἑλένης Γλύκατζη καὶ ἡ
Ἄννα Γριμμάνη στὸ ἔργο της, Ἑλένη
Γλύκατζη -Ἀρβελέρ. 600 μολύβια καὶ 10 ποιήματα: ἕνα βιβλίο ποὺ βασίζεται σὲ
μία σειρὰ συζητήσεών της μὲ τὴν Ἀρβελέρ, ὅπου ἀποτυπώνονται ἐπιλεκτικὰ γεγονότα
μιᾶς πολύπτυχης διαδρομῆς της σὲ διεθνῆ καμβά. Μάλιστα, σὲ ἕνα σημεῖο τῆς
συνέντευξης δηλώνεται ὅτι καὶ ὡς φοιτήτρια ἔφερε Τὰ Θεῖα Δῶρα μαζί της:
«Ἦταν
ἄριστη φοιτήτρια, κάπνιζε ἀδιάκοπα καὶ διάβαζε πολύ. Μιὰ μέρα, ὅπως ἐρχόταν
πάντα μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸν Βύρωνα στὸ πανεπιστήμιο, εἶχε μαζί της ἕνα βιβλίο, Τὰ Θεῖα
Δῶρα, μὲ τὸ ποίημα "Ἡ προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ". Τὸ κρατοῦσε σφικτά».
Τὴν «Προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ» τοῦ
Ζ. Παπαντωνίου, ὅπως πάλι διηγεῖται ὁ Ἀθανάσιος Ράντος, ὁ γιός της, ἡ Λίλιαν
Καυκᾶ τὴν ἔλεγε ἀπὸ στήθους, μαζὶ μὲ ἄλλα ποιήματα καὶ τραγούδια μέχρι τὸ τέλος
τῆς ζωῆς της· ἰδιαίτερα τα δύο τελευταῖα χρόνια, ἀπὸ τὴν ἀναπηρικὴ πολυθρόνα
της, κρατώντας τὸ χέρι τοῦ γιοῦ της.
Ἡ Ἑλένη
Γλύκατζη καὶ ἡ Λίλιαν Καυκᾶ δὲν ξανασυνατήθηκαν. Δὲν κατάφεραν νὰ βρεθοῦν. Πολλὲς
οἱ μέριμνες τῆς βιοτικῆς θαλάσσης γάρ. Οὔτε ἡ Λίλιαν διάβασε τὴν προτροπὴ τῆς Ἑλένης
νὰ πάει νὰ τὴν βρεῖ, καθὼς εἶχε πεθάνει δύο μῆνες πρίν. Ἔγινε ὅμως, θείᾳ
βουλήσει, συνάντηση τοῦ γιού της μὲ τὴν Ἑλένη Γλύκατζη. Στὴν ὄχι ἐντελῶς τυχαία
αὐτὴ συνάντηση ἐξέφρασε τὴ χαρά της, τὴ συγκίνησή της, ποὺ συνάντησε διὰ ζώσης
τὸν γιὸ τῆς Λίλιαν· καταξιωμένο ἐπιστήμονα καὶ διάκονο τοῦ Δικαίου ἀπὸ ὕψιστες
θέσεις, τὶς ὁποῖες τοῦ ἀνέθεσε ἡ Πολιτεία.
![]() |
| Tὸ «Ἀπολυτήριον», στὶς 17 Σεπτ. 1945, ἀπὸ τὸ Δ΄ Γυμνάσιον Θηλέων Ἀθηνῶν, |
τῆς Ἑλένης
Γλύκατζη.
Ἐπίσης, ἡ Ἑλένη Γλύκατζη -Ἀρβελὲρ
εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία, τὸ 1978, ὡς πρύτανης τῆς Σορβόνης, ἀναγορεύει τὸν
Κωνσταντῖνο Τσάτσο ‒
Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Καρπενήσι καὶ τὰ Ἄγραφα
‒
σὲ ἐπίτιμο διδάκτορα τῆς Σορβόνης . Ὅπως δηλώνει πάλι στὸ Μία ζωὴ χωρὶς ἄλλοθι, στὸν Γιάννη Ν. Μπασκόζο:
«Στὸ
Παρίσι γνώρισα κι ἄλλους Ἕλληνες ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, χάρη στὸν Τσάτσο. Τὸ
1978 ἦλθε ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος στὴ Σορβόνη γιὰ νὰ γίνει ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ
Πανεπιστημίου. Ἐγὼ ἤμουν πρύτανης τῆς Σορβόνης. Ἤδη εἶχε γίνει Πρόεδρος τῆς
Δημοκρατίας. Ὑπῆρξαν πολλὲς αἰτήσεις ἀπὸ τὴν καλὴ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν νὰ παρακολουθήσουν
τὴν ἀναγόρευσή του σὲ διδάκτορα, μεταξὺ τῶν ὁποίων, οἱ Γουλανδρῆδες, οἱ Μεντζελόπουλοι,
οἱ Ποταμιάνοι καὶ ἄλλοι. Κι ἔτσι γνώρισα τὴν κοινωνία τὴν ἀθηναϊκή».
Λοιπόν, Τὰ Θεῖα Δῶρα τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ποὺ ἐκδίδονται τὸ 1931 ἀπὸ τὶς
ἐκδόσεις Δημητράκου, γίνονται κτῆμα τῆς Ἑλένης Γλύκατζη –μετὰ ἀπὸ σύσταση τῆς
συμμαθήτριάς της Λίλιαν Καυκᾶ‒,
περὶ τὸ 1938, ὅταν ἦταν μαθήτρια τῆς Α΄ Γυμνασίου· τὰ ἔφερε δὲ μαζί της καὶ στὴ
διάρκεια τῶν φοιτητικῶν της χρόνων. Ἀγαπημένο της ποίημα ἦταν «Ἡ προσευχὴ τοῦ
ταπεινοῦ»· ἀπ’ ὅπου οἱ στίχοι αὐτοὶ προτυπώνουν, νομίζω, τὴ ζωή καὶ τὸ ἔργο
της:
«Δὲν ἔχω
δόξα. Εἶν’ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει
Ἄκουσα
τὴ γλυκειὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.
Ἔδωκα
στὰ παιδιὰ χαρές, στοὺς σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες
καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ».
Ὅμως, οἱ παλαιὲς συμμαθήτριες τοῦ
Δημοσίου σχολείου Παγκρατίου συναντήθηκαν ξανά· ἀλλοιῶς ὅμως: ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ,
τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν τοῦ Τρισαγίου. Ἀσφαλῶς ὁ Δικαιοκρίτης θὰ κατατάξει τὶς
ψυχές τους ἐν σκηναῖς Δικαίων, ὅπου θὰ λένε μαζί, ἐν οὐρανοῖς πλέον, τὴν
«Προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ».
Καθώς, ὅμως,
ἡ θεϊκὴ βούληση νικᾷ κάθε φύσεως τάξιν, ἔτσι, λοιπόν, θέλησε νὰ βρεθεῖ ὁ ὑπογράφων, προσευχητικά, στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία
τῆς Λίλιαν Καυκᾶ, στὶς 5 Σεπτεμβρίου 2017 στὸ Α΄ κοιμητήριο Ἀθηνῶν· χωρὶς νὰ
γνωρίζει ὅτι μπροστά του περνᾶ τὸ σκήνωμα ἐκείνης ποὺ εἶχε γοητευτεῖ ἀπὸ τὸν
λόγο τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου καὶ εἶχε κάνει κοινωνὸ τοῦ λόγου του καὶ τὴν Ἑλένη
Γλύκατζη-Ἀρβελέρ. Ἄκουσε ὅμως τὸν γιό της Ἀθανάσιο Ράντο νὰ ἀποχαιρετᾶ τὴν
μητέρα του Λίλιαν προπέμποντάς την στὴν τελευταία της κατοικία ὡς:
«Ἀρχόντισσα ἀνάμεσα σὲ οἰκογένεια ἀθλητῶν»
Κωνσταντῖνος
Σπ. Τσιώλης












