Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΜΠΟΡΜΠΟΤΣΕ(Ι)ΛΙΑ [ΜΟΥΡΤΖΙΑ] Μ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ]

 

«Μπορμποτσε(ι)λιά» Μεγάλων Βραγγιανῶν

 Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωστὰ τοπωνύμια τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων εἶναι καὶ τὸ «Μπορμποτσε(ι)λιά». Στὸν γνωστὸ γεωγραφικὸ χάρτη τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν, σχεδιασμένο ἀπὸ τὸν (†) Χριστόφορο Δ. Ἀλεξάκη, καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Μπορμποτσι(ε)λιά», κοντὰ καὶ δυτικὰ τῆς Ράχης Ἁγίου Νικολάου, στὸν τόπο ὅπου οἱ καλύβες τῶν Κασιωναίων.[1]

Χάρτης τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν (λεπτομέρεια), σχεδιασμένος ἀπὸ τὸν (†) Χριστόφορο Δ. Ἀλεξάκη, ὅπου καταγράφεται τὸ τοπωνύμιο «Μπορμποτσι(ε)λιά», κοντὰ καὶ δυτικὰ τῆς Ράχης Ἁγίου Νικολάου, στὸ τόπο ὅπου οἱ καλύβες τῶν Κασιωναίων. Βλ. Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1991, σ. 243.

Ἡ ὀνομασία, πιθανότατα, περιγράφει τὸν μικρό, σφαιρικὸ καρπὸ δέντρου (σὰν σπυρί), ποὺ παραπέμπει στὸ: μπομποτσιλιά < ἀρωμουνικὴ bobu(κόκκος, σπυρί) < πρωτοσλαβικὴ *bobъ. [2]

Σύμφωνα μὲ τὸν Π. Γ. Γεννάδιο, πρόκειται γιὰ τό, μὲ ζωηροὺς ἐρυθροὺς καρπούς, ἀκανθοφόρο φυτὸ «Κράταιγος», τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ σὲ ἄγονους τόπους μὲ τὶς κοινὲς ὀνομασίες Τρικκουκιά, Μουρτζιὰ καὶ ΜουμουτσελιὰΤσαπουρνιά, Μπουρμπουτζελιά: [3]

«Κράταιγος (Crataegus, τ. Ροδωδῶν)· γ. περιλ. περὶ τὰ 50 εἴδη ἰθαγενῆ τῆς βορ. εὐκράτου ζώνης [...]. Δένδρα ἀκανθοφόρα, πολλὰ κοσμητικά, ἀντέχοντα εἰς τὴν ξηρασίαν, ἄριστα ὡς ὑποκείμενα πρὸς ἐμβολιασμὸν τῆς Ἀπιδέας. [...] Εἴδη τῆς ἑλληνικῆς χλωρ. καὶ ἀλλαχοῦ ἀπαντῶντα τὰ ἑξῆς ἑπτά: [...] Κράταιγος ὁ μονόγυνος (C. monigynos), [...] ὀνομάζεται κοινῶς Τρικουκκιά, Μουρτζιά, καὶ Μουμουτζελιὰ ἢ Τσαπουρνιά, Μπουρμπουρτζελιά, καὶ ἀλλαχοῦ Γλόγος· δένδρον φυλλοβόλον, μετρίου μεγέθους, κοινότατον πολλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀναπτύσσεται βραδέως καὶ ἀντέχει εἰς τὴν ξηρασίαν. Ἀπαντᾶ εἰς ἀγόνους τόπους [...] φέρει πολυαρίθμους κατὰ βότρυς ἀναπτυσσομένους καὶ ζωηρῶς ἐρυθρῶς καρπούς των [...]. Σημειωτέον ὅτι Τρικόκκια ἢ Τρίκκοκα ὀνομάζονται ἐνιαχοῦ καὶ σήμερον οἱ καρποὶ τοῦ εἴδους τούτου».

Τὸ τοπωνύμιο, προφανῶς, ἔλαβε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν ἀρωμανικὴ (βλαχικὴ) ὀνομασία τοῦ φυτοῦ ποὺ φύεται ἐνδημικὰ στὸν τόπο αὐτό.

Κράταιγος: τὰ ἑπτὰ ἐντυπωσιακὰ ὀφέλη
τὴν ὑγεία.(naturanrg.gr krategos) 

Στὴ γνωστή, γιὰ τὸ πλούσιο ὀνοματολογικῶς περιεχόμενό της, ἱστοσελίδα https://sarantakos.wordpress.com/ ἀναφέρεται ὅτι: «στὴν Ἑλλάδα ἔχουμε περίπου ὀκτὼ αὐτοφυῆ εἴδη "Κραταίγου"· μεταξὺ αὐτῶν καὶ ὁ Crataegous azarolous var.aronia γνωστὸ καὶ ὡς μουρτζιά, τρικουκκιά, κωδωμηλιά, κουδουμαλιά».[4]

Στὴ λογοτεχνία ἀπαντᾶ ὡς «τρικοκκιὰ» στὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Ἂχ Βασανάκια» ὅπου ἡ γριὰ μάγισσα Βότσαινα, ἡρωϊδα τοῦ διηγήματος, χρησιμοποιεῖ ἕναν ἀκανθοφόρο κλάδο τοῦ δένδρου μὲ σκοπὸ νὰ πλήξει ὅμιλο κοριτσιῶν, ποὺ θεωρεῖ ὅτι εἶχαν, ἔναντί της, προσβλητικὴ καὶ ἀπαξιωτικὴ συμπεριφορά:[5]

«Ἔτρεχε πάλλουσα εἰς τὴν χείραν τὴν πελωρίαν τρικκοκιάν, μὲ τοὺς σκληροὺς καὶ χελωνοδέρμους πόδας της πλήττοντας τὸ ἔδαφος ὡς πέταλα φορφάδος. [...] Ἦσαν πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν κορασίδων [...] Ἐπεθύμει ν’ἀπολαύσῃ τὴν ἡδονὴν νὰ σχίσῃ τὸν λαιμὸν ἢ τὸ μάγουλον μιᾶς ἢ περισσοτέρον ἐκ τῶν νεανίων, πρὶν λάβωσιν αὐταὶ εἴδησιν [...]. Ὁ ἀέρας μόνον τῆς τρικοκκιᾶς, καὶ ἡ ἄκρα ἀκωκὴ μιᾶς τῶν πολυκλάδων ἀκανθῶν, ἔθιξε τὴν κόμην μιᾶς τῶν κορασίδων, τῆς δωδεκαετοῦς Μαχῶς, τῆς κόρης τοῦ Πορταρίτη. Συγχρόνως λίθος εὐστόχως ριφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὑψηλοῦ καὶ ἰσχνοῦ μαθητοῦ [...] ἐκτύπησε τόσον καιρίως, καὶ ἐκλόνισε τόσον σφοδρῶς τὴν πελωρίαν τρικοκκιάν, εἰς τὴν χείραν τῆς Βότσαινας, ὥστε ἡ μάγισσα ἠσθάνθη δεινὸν τὸν ἀντίκτυπον, ἡ χείρ της ἐπόνεσεν καὶ ἀφῆκε τὸ ὅπλον της νὰ πέσῃ καταγῆς. Ὁ ὑψηλόσωμος νέος ἐπάτησεν ἐν θριάμβῳ ἐπὶ τῆς πολυκλάδου τρικοκκκιᾶς καὶ ἡ μάγισσα ἐστράφη εἰς φυγήν».

Ἀκόμη, ὁ λόγιος ἱερέας τῆς Σκιάθου π. Γεώργιος Ρήγας ( Σκιάθος 1884 -Ἀθήνα 1960) στὸ λαογραφικό του ἔργο ἀναφέρει τὴν τρικοκκιὰ ὡς φυτὸ τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ στὴ Σκιάθο.[6]

Τρικοκκιά (Κράταιγος ὁ ὀξύανθος) μὲ καρποφορία.


Ἐπίσης, θεωρεῖται κορυφαῖο ρυθμιστικὸ βότανο τῆς καρδιᾶς καὶ γενικότερα τοῦ κυκλοφορικοῦ τοῦ αἵματος. Περιέχει βιοφλαβονοειδῆ, ποὺ τοῦ προσδίδουν τὸ κόκκινο χρῶμα του καὶ τὸ κάνουν διουρητικό, δυναμώνοντας τὰ ἀγγεῖα· φαινολικὲς ἑνώσεις ποὺ τὸ κάνουν παυσίπονο· ταννίνες ποὺ σφίγγουν τοὺς ἱστοὺς καὶ κουμαρίνες ποὺ δροῦν ἀντιθρομβωτικά. Κατάλληλο γιὰ ὑπέρταση / ὑπόταση, ἄγχος, στηθάγχη, προβλήματα τῶν ἀγγείων».

Τὸ χωριὸ Τρικοκκκιὰ Γρεβενῶν. 

Τέλος, μὲ τὸ ὄνομα «Τρικοκκιά» σώζεται ὀρεινό χωριό τοῦ νομοῦ Γρεβενῶν σὲ ὑψόμετρο 580 μέτρα. Ἡ παλιά ὀνομασία τοῦ χωριοῦ ἦταν «Τσαπουρνιά»· πιθανότατα προέρχεται ἀπὸ τὸν θάμνο «τσαπουρνιά», ποὺ παραπέμπει σὲ ἄλλη ὀνομασία τοῦ φυτοῦ Μπορμποτσελιὰ ἢ τρικοκκιά.[7] 

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίσυεση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν) φ. 1173, 12. 6. 2026, σ. 15-16.

 

 



 



[1]. Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1991, σ. 243.

[2]. Βλ. Κωνσταντίνου Νικολαΐδου, Ἑτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Κουτσοβλαχικῆς Γλώσσης, Ἀθήνα 1909, τύποις Π. Δ. Σακκελλαρίου, σ. 323.

[3] Βλ. Π. Γ. Γενναδίου, «Κράταιγος», Λεξικὸν Φυτολογικόν, ἐκδ. Δαμιανός, Ἀθήνα, χ.χ, σ. 552-553.

[4] https://sarantakos.wordpress.com/ 29.9. 2024, 00:29, ὅπου ἐπίσης ἀναφέρεται καὶ «Ὡς ἀγριοφρουτάκι ποὺ κάνουν γλυκὸ μὲ τὸν καρπό του ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἄνθη ἀφέψημα».

[5] Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ἂχ Βασανάκια», Ἅπαντα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1984, τ. Γ΄, σ. 17-18.

[6] «Τρικουκκιά: κράταιγος (κράτιγος), εἶδος». Βλ. π. Γεώργιος Ρήγας, Σκιάθου λαϊκὸς πολιτσμός, «Ὀνόματα φυτῶν», τ. Γ΄, σ. 266.

[7] Γενννάδιος, σ. 552.