Τὰ γυαλιά, τὰ ματογυάλια, τὰ «ὀφθαλμικὰ ὑελία»
τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη.
| . Φορητὴ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ. Ἔργο (2026) τῆς Αἰκατερίνης Χαραλαμποπούλου. Πρώτη φορὰ ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται μὲ γυαλιὰ ὁράσεως, μὲ «ὀφθαλμικὰ ὑελία» ὅπως τὰ ἀποκαλεῖ στὶς ἐπιστολές του. |
Ἀπὸ τὴ σωζόμενη Ἀλληλογραφία τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη διαπιστώνουμε ὅτι προμηθευόταν καὶ χρησιμοποιοῦσε γυαλιὰ ὁράσεως, προφανῶς μὲ φακοὺς πρεσβυωπίας, καθὼς στὶς ἐπιστολές του αὐτὲς παρουσιάζεται ὡς περίπου ἄνω τῶν 75 ἐτῶν· εὑρισκόμενος δηλαδή, ἤδη ἀπὸ χρόνια, σὲ γεροντικὴ ἡλικία, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ σὲ ἐπιστολή του, στὶς 30 Αὐγούστου 1672, ἀπὸ τὰ Βρανιανά, πρὸς τοὺς ἱερεῖς Ἰωάννες τῶν Τρικάλλων:
«Ἱερέων
εὐλαβέστατοι καὶ θεοσεβέστατοι πρεσβυτέρων κύριοι Ἰωάνναι. [...]. Ὅλες γοῦν οἱ ἡλικίες
τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἐδιάβηκαν, ἔμεινε μόνον εἰς ἡμᾶς ἡ γεροντικὴ μὲ πολλὰ πάθη·
ἔμεινε, νὰ εἰποῦμεν ὡσὰν εἰς παράδειγμα, ὡσὰν μένει ἡ τρυγία τοῦ κρασίου, ξινὴ
καὶ ἀνωφελὴς καὶ ἀχρεία, καὶ μετὰ ταῦτα ρίπτεται εἰς τὴν λεωφόρον καὶ πατᾶται ἀπὸ
τοὺς διαβάτας· εἰς ταῦτα καταντίζει ἡ ἀνθρωπίνη ζωὴ θέλοντας οἱ ἄνθρωποι καὶ μή».
Λογικὸ
εἶναι σὲ αὐτὴ τὴν ἡλικία τῆς ζωῆς του νὰ ἐμφανίζει προβλήματα μὲ τὴν ὅραση του.Ἔτσι
στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀναφέρει τὴ χρήση ματογυαλίων:
«Τὰ
ὑελία τὰ ἔδωκεν ὁ κυρ-Ἰωάννης· ἂν χαθοῦσι, τῆς ζημίας ὁ ὀφειλέτης εἰμὶ ἐγώ, ὅτι
ἐγὼ εἰμὶ ἡ αἰτία τῆς ἀπωλείας. Ἐλπίζομεν ὅμως τὸ ἔλθιμον τῆς ὑμετέρας ἀγάπης καὶ
ἂς μὴν μᾶς τὸ στερήσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν· ὑελία ηὕραμεν ἄλλα καὶ ἀναπληροῦσι τὴν
χρείαν καὶ ἂς μὴν ἔχει πλέον φροντίδα διὰ ὑελία ἐδικά μας»
Μετὰ
ἀπὸ ἐννέα ἔτη, σὲ ἄλλη ἐπιστολή του ἀπὸ τὰ Βρανιανά, στὶς 20 Σεπτ. 1681, ὅταν ἦταν
περίπου 84 ἐτῶν, πρὸς τὸν παλαιὸ μαθητή του Γρηγόριο Μάνεση στὸ Αἰτωλικό, δηλώνει
τὴν προμήθεια γυαλιῶν ὁράσεως μὲ ἀποστολέα τὸν παλαιὸ μαθητή του, τὸν ὁποῖο δὲν
παραλείπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ: περισσότερο γιὰ τὴν προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἀνταποκρίθηκε
στὸ αἴτημά του. Ἀναφέρει ἀπώλεια ὁράσεως ἀπὸ τὸν δεξιὸ ὀφθαλμὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν
ἀριστερὸ ὀφθαλμὸ σημειώνει ἀμυδρή, μειωμένη ὅραση:
| Κώδ. Ι. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους 693, φ. 34.
Χεὶρ Ἀθανασίου τοῦ Ἐλαχίστου, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου. |
Μετὰ
ἀπὸ ἕνα ἑξάμηνο περίπου, στὶς 5 Μαρτίου 1682, ἕξι μῆνες πρὶν τὴν ὁσιακὴ κοίμησή
του, σὲ ἄλλη ἐπιστολή του, ἀπὸ τὰ Βρανιανά, πρὸς τὸν Γρηγόριο Μάνεση στὸ Αἰτωλικό,
ἀφοῦ ψέγει τὸν παλαιὸ μαθητή του ὅτι παραμελεῖ τὰ διδακτικά του καθήκοντα ‒σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο τὸν ἔστειλε
στὸ Αἰτωλικό‒
σημειώνει ὅτι ἔχει χάσει σχεδὸν ὁλοκληρωτικὰ τὴν ὅρασή του καὶ χρειάζεται πλέον
κάποιον γιὰ νὰ τὸν βοηθεῖ ὅταν βαδίζει:
«Ἐγὼ
δὲν σὲ ἔπεμψα αὐτοῦ νὰ γεροντεύῃς καὶ νὰ ἀκολουθᾷς μητροπολίτας, ἀλλὰ νὰ διδάσκῃς
καὶ νὰ δείχνῃς γράμματα. [...] Ἐπρόκρινα ἢ νὰ σὲ ἔχω μὲ λόγου μου νὰ μὲ πιάνῃ ἀπὸ
τὸ χέρι νὰ σηκώνωμαι καὶ νὰ μοῦ δείχνῃς τὴν στράταν, ὁποῦ ἐτυφλώθηκα».
Ἡ
ἁγιογράφος Αἰκατερίνη Χαραλαμποπούλου, μὲ βάση αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὸν ἅγιο
Εὐγένιο, φιλοτέχνησε, πρόσφατα (2026), εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἐμφανίζεται μὲ
τὰ «ὀφθαλμικά του ὑελία»· κρατώντας στὸ δεξί του χέρι τὸ ἀργυροῦν «Ἅγιον
Ποτήριον» ποὺ δώρησε στὴ Μονὴ Τατάρνας, ὅπου, περίπου τὸ 1616, ὁ Εὐγένιος
Γιανούλης ὁ Αἰτωλὸς εἶχε χειροτονηθεῖ διάκονος.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης