Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

7 ΙΟΥΝΙΟΥ, ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΛΟΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ

Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος [Βρανιανά (νῦν Μεγ. Βραγγιανά) Ἀγράφων 1654 – Σάββατο 7 Ἰουνίου 1729].[1]
Ἡ Διαθήκη του.
Τὴν 1η Μαρτίου 1729, τρεῖς περίπου μῆνες πρὸ τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεως του [7 Ἰουνίου 1729], ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος, διαισθανόμενος ἴσως τὸ πέρας τῆς ἐπιγείου παρουσίας του, συνέταξε τὴ διαθήκη του, τὴν ὁποία ὑπαγόρευσε στὸν κατὰ σάρκα (ἑτεροθαλῆ) ἀδελφό του καὶ μαθητή του ἱερομόναχο Εὐγένιο [Εὐθύμιο].[2] Τὸ πρωτότυπο τῆς Διαθήκης ‒ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Εὐγενίου‒  λανθάνει. Ἀντιγράφεται ὅμως μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γορδίου στὸν κώδικα 171 τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, πιθανώτατα, ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο, γνωστὸ ἁγιογράφο καὶ συγγραφέα τοῦ ἔργου Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης καὶ αἱ κύριαι πηγαὶ αὐτῆς,[3] Διονύσιο τὸν ἐκ Φουρνᾶς τῶν Ἀγράφων, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ κάτοχος τοῦ κώδικα μέχρι τὴν κοίμησή του τὸ 1746. Μετὰ ἀντιγράφεται στοὺς ἄλλους κώδικες στοὺς ὁποίους σώζεται: ΕΒΕ 2188, 443,444, 1257 καὶ Μετ. Παν. Τάφου 120.[4]
Ἡ ἀρχὴ τῆς διαθήκης τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου 
στὸν κώδικα 171 τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους.

Ἀπὸ τὴ διαθήκη τοῦ Γορδίου, ἕνα κείμενο μὲ ἀποκλειστικὰ πνευματικὸ περιεχόμενο, καταδεικνύεται τὸ ἐνάρετο τοῦ βίου καὶ τῶν ἀξιακῶν ἀντιλήψεών του.[5] Δύο εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῶν πεποιθήσεών ποὺ ἀναδεικνύονται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς διαθήκης του: ἡ ἀκλόνητη πίστη του στὶς ἀρχές, τὰ δόγματα καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἀκτημοσύνης σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ταπεινό, ἡσύχιο καὶ λιτὸ βίο του.
Χαρακτηριστικὰ εἶναι δύο χωρία τῆς διαθήκης τοῦ Γορδίου:
«Ἀκλινῶς καὶ ἀμετατρέπτως διέμεινα καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ καὶ διανοίᾳ καὶ ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως τῆς ἁγιωτάτης καὶ καθολικῆς μητρὸς ἡμῶν ἐκκλησίας διάκειμαι μέχρι καὶ ἐσχάτης ἀναπνοῆς. Καὶ οὔτε εἰς λατινικόν τι δόγμα  διεφθαρμένον καὶ ἐναντίον τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐξέκλινα πώποτε· οὔτε εἰς λουτερανικὸν καὶ καλβινικόν· τῶν κατὰ τοὺς καιροὺς τούτους ἐναντιωτάτων ἡμῖν τοῖς  πιστοῖς καὶ ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς».[6]
«Οἱ μετ᾿ ἐμὲ ἀπολειφθέντες μοναχοί, οἵτινες ἂν εἶεν, πρωτεύοντος τοῦ ἐμοῦ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα ἀδελφοῦ καὶ πνευματικοῦ παιδὸς Εὐγενίου, σκεπτέσθωσαν ἀκριβῶς, ἵνα μὴ ὡς ἀνευλαβεῖς καὶ ἀμόναχοι μοναχοί, ὡς περὶ τῆς σωτηρίας τῆς ἑαυτῶν ψυχῆς μὴ φροντίζοντες, διαιτῶνται· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐγὼ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ ἢ δόξης κενῆς οὐκ ἐφρόντισα, οὕτω καὶ αὐτοὶ τῶν τοιούτων ἀπέχουσι καὶ τῇ εἰς Θεὸν ἐλπίδι στηριζόμενοι, οὐδενὸς τῶν ἀναγκαίων ἀπολειφθήσονται».[7]
Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος ἔζησε καὶ δημιούργησε στὸ πνεῦμα τῆς διαθήκης του τὴν ὁποία παραδίδει ὡς παρακαταθήκη πνευματική, μαζὶ μὲ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο του, γιὰ τὴ μελέτη τῶν σκέψεων καὶ τῆς πνευματικότητάς  του.

Ἐλαιογραφία τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, ἔργο Δημ. Βασιλείου. Συλλογὴ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Ἱστορικοῦ Μουσείου. Ἡ ἐλαιογραφία φιλοτεχνήθηκε μὲ δαπάνη τοῦ Νικολάου Γορδίου, συμβούλου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, υἱοῦ τοῦ διακεκριμένου Θεσσαλοῦ Γεωργίου Γορδίου (1875-1956), καθὼς πίστευαν πὼς ἦσαν ἀπόγονοι «τῆς εὐκλεοῦς καὶ ἱστορικῆς οἰκογενείας τῶν Γορδίων, οἵτινες διέπρεψαν ὡς σοφοὶ διδάσκαλοι τοῦ Γένους κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν»· Σ. Κ. Β. [=Σωκράτης Κ. Βάμβακος], «Γεώργιος Γόρδιος»,  Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 265. Τὸ ἔργο, διαστάσεων 31cm X 25cm, δωρήθηκε τὸ 1971 ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γόρδιο  στὸ Ἐθνικὸ καὶ Ἱστορικὸ Μουσεῖο. 
                                                           
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης



[1] Περὶ τοῦ βίου καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Γορδίου βλ. Π. Βασιλείου, « Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ τὸ ἔργον του (1654-1729)», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 129-156· τοῦ ἰδίου, μεγάλος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Εὐγένιος Γιαννούλης Αἰτωλὸς καὶ οἱ σπουδαιότεροι μαθητὲς τῶν Σχολῶν τῶν Ἀγράφων, ἐκδ. Στεφ. Βασιλόπουλος, Ἀθήνα 21985, σ. 168 κ.ἑ.· Μάρκος Α. Γκιόλιας, Ἱστορία τῆς Εὐρυτανίας στοὺς Νεότερους Χρόνους (1393-1821), ἐκδ. Πορεία, Ἀθήνα 1999, σ. 462-476· Χριστόφ. Δ. Ἀλεξάκης, Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθήνα 1990, σ. 174-193· Γιάν. Β. Καρύτσας, Οἱ Αἰτωλοὶ Διδάσκαλοι, Ἀθήνα 2002, σ. 223-254· Κ. Θ. Δημαρᾶς, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, ἐκδ. Γνώση, Ἀθήνα 92000, σ. 138-140, καὶ GPodskalsky, Ἡ Ἑλληνικὴ Θεολογία ἐπὶ Τουρκοκρατίας 1453-1821, μτφρ. π. Γ. Δ. Μεταλληνός, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 22008, σ. 383-386. Ἐπίσης, βιογραφικὰ τοῦ Γορδίου βλ. στὸ Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία (1675-1728), Ἔκδοση: Χαρίτων Καρανάσιος ‒ Ἰωάννα Κόλια, Προλεγόμενα-Σχόλια: Χαρίτων Καρανάσιος, τ. Α΄-Β΄, [Κέντρον Ἐρεύνης τοῦ Μεσαιωνικοῦ καὶ Νέου Ἑλληνισμοῦ / Ἀκαδημία Ἀθηνῶν], Ἀθήνα 2011, σ. 25-39, ὅπου ἀρκετὰ μέχρι τώρα δεδομένα στοιχεῖα ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Γορδίου ἀναθεωροῦνται καὶ τακτοποιοῦνται βάσει γραπτῶν πηγῶν (ἐπιστολῶν) τοῦ ἰδίου τοῦ Γορδίου.
[2] «Ἐν τῇ μονῇ τῶν Μεγάλων Βρανιανῶν: ‚αψκθω μαρτίου α΄η ἡμέρα Σαββάτῳ. Ἀναστάσιος ἱερομόναχος ὁ Γόρδιος ὑπηγόρευσα τὰ παρόντα καὶ ἐγράφησαν παρὰ τοῦ κατὰ σάρκα καὶ πνεῦμα μοι ἀδελφοῦ καὶ πνευματικοῦ παιδὸς Εὐγενίου»· Π. Ι. Βασιλείου, «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ τὸ ἔργον του», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 146.
[3] Γιὰ τὸν Διονύσιο τὸν ἐκ Φουρνᾶς βλ. Κ. θ. Δημαρᾶς, «Θεοφάνους τοῦ ἐξ Ἀγράφων, Βίος Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ», Ἑλληνικὰ 10 (1937-38) 213-271.
[4] Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 126.
[5] Ἔκδοση τῆς Διαθήκης, βάσει τοῦ κώδικα ΕΒΕ 2188 στὸ Π. Ι. Βασιλείου, «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος», 129-156. Στὴν ὑποσημείωση ἀρ. 9, [σελ. 147] τῶν σημειώσεων σχετικὰ μὲ τὴν ἔκδοση τῆς Διαθήκης ὁ Βασιλείου –λανθασμένα – γράφει πώς: «Φαίνεται ὅτι κλάδος τῆς οἰκογενείας τῶν Γορδίων συνεχίστηκε, γιατὶ ὑπάρχει καὶ σήμερα στὸ Μορφοβούνι τῶν Θεσσαλικῶν Ἀγράφων τὸ ἐπώνυμο αὐτό». Ὅμως, ὡς γνωστὸν τὸ «Γόρδιος» δὲν ἦταν ἐπώνυμο τοῦ Ἀναστασίου ἀλλὰ προσωνύμιο τοῦ μοναχικοῦ [κοσμικό του τὸ Ἀλέξιος] «Ἀναστάσιος», τὸ ὁποῖον ἔλαβε ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του Εὐγένιο Γιαννούλη τὸν Αἰτωλό (Μέγα Δένδρο Αἰτωλίας περ. 1597  - Βρανιανά, 6 Αὐγούστου 1682). Μάλιστα, τὸ προσωνύμιο «Γόρδιος» εἶχε προσδώσει προηγουμένως ὁ Γιαννούλης στὸν μεγαλύτερο τοῦ Ἀναστασίου ἀδελφό, τὸν Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία μόλις ὀκτὼ ἐτῶν [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Βίος τοῦ … Εὐγενίου Ἰωαννουλίου τοῦ ἐξ Αἰτωλίας …, στὸ Κ. Ν. Σάθας, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τ. 3, Βενετία 1872, σ. 470]. Ἐπίσης, εἶναι γνωστὸ πὼς τὸ ἐπώνυμο τοῦ πατέρα τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου ἦταν, Παπαλέκας [Κόλια, Ἰωάννα, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐξ Ἀγράφων (1656;-1719). Ἡ ἐπιστολογραφία του», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 3 (1990) 216]. Ἐξ ἄλλου, ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀδελφὲς τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, μὲ βάση ὅσα μᾶς παραδίδουν γραπτὲς πηγές, προκύπτει ὅτι δὲν ὑπῆρξε τεκνογονία. Οἱ τρεῖς ἀδελφοί (Ἀναστάσιος, Ἀθανάσιος καὶ Εὐγένιος) ἦσαν ἱερομόναχοι, μία ἐκ τῶν ἀδελφῶν τους, ἄδηλος, ποὺ ἐνυμφεύθη τὸ ἔμπορο Γεωργούση ἀπὸ τὸ Τετάγιον, ἐχήρευσεν ἐνωρὶς ἄτεκνος [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 1217 σχ. ἐπ. 416 καὶ σ. 1221 σχ. ἐπ. 426], ἐνῶ ἡ ἀδελφή τους Φέγγω, τὴν ὁποία ὁ Γόρδιος μνημονεύει στὴ διαθήκη του καὶ ζητεῖ τὴν προστασίαν της [«τὴν δὲ ἀθλίαν ἀδελφὴν ἡμῶν Φέγγον ὅση δύναμις ἐπιμεληθήτωσαν μέχρις οὗ καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ζωῆς παραπέμψουσι»· Βασιλείου, «Ἀναστάσιος Γόρδιος», σ. 147], παρέμεινε ἀνύμφευτος στὰ Βρανιανά. Τὰ περὶ ὑπάρξεως ἀπογόνων τῆς οἰκογένειας τοῦ Γορδίου ὑποστηρίζει, –ἐπίσης λανθασμένα– καὶ ὁ Σωκράτης Κ. Βάμβακος στό Σ. Κ. Β. [=Σωκράτης Κ. Βάμβακος], «Γεώργιος Γόρδιος»,  Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 265. Ὁ Γεώργιος Δ. Παυλίδης ὀρθῶς ἀναφέρει ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἀπόγονοι τῆς οἰκογένειας τοῦ Γορδίου οὔτε ἐξ ἀρρενογονίας, οὔτε ἐκ θηλυγονίας· λανθασμένα ὅμως ἀναφέρει πὼς τὸ «Γόρδιος» ἦταν ἐπώνυμο ἐπίκτητο τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν [Γεώργιος Δ. Παυλίδης, «Ἐπίσκεψις εἰς τὴν ἕδραν τῆς Σχολῆς τῶν Ἀγράφων», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 7-8 (1959) 240-241]. Ὁ ἴδιος ὁ Γόρδιος τονίζει γιὰ τὸ προσωνύμιό του: «ὧ Γόρδιος τὸ ἐπώνυμον» [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 331, ἐπ. 74], «οὗ τὸ ἐπίκλην Γόρδιος» [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 330,  ἐπ. 73], «Ἀναστάσιος, ὁ ἀπὸ τοῦ Γορδίου μᾶλλον ὀνόμασι τοῖς πλείοσι γνωριζόμενος» [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 399, ἐπ. 131]. Πιθανώτατα τὸ προσωνύμιο παραπέμπει στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος Γορδίου († 3 Ἰανουαρίου).
[6] Στὸ ἴδιο, σ. 143.
[7] Στὸ ἴδιο, σ. 146.
Δεῖτε τὴν διαθήκη τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, μεταγραμμένη ἀπὸ τὸν Πάνο Ι. Βασιλείου, βάσει τοῦ κώδικα 2188 τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, ἐδῶ.

2 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΤΟ ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΑΥΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ. ΠΡΟΣΘΕΤΕΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗ ΕΡΕΥΝΑ Η ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΥ, ΠΟΥ ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΝ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ ΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ, "ΠΕΡΙ ΜΩΑΜΕθ", ΠΟΥ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ Ο ΕΠΙΣΗΣ ΛΟΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΩΝΑΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ (+1765), ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΔΕΚΑΤΟΥ ΟΓΔΟΟΥ ΑΙΩΝΑ, ΣΤΑ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ, ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ,ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΣΚΕΙΤΟ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ, ΤΟΥ ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΜΕ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ,ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΥΤΟΨΙΑ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΛΛΑ ΠΙΘΑΝΟΝ ΝΑ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΜΕΣΩ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ, ΟΠΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΚΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΥΠΟ. ΘΑ ΗΤΑΝ ΕΥΤΥΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ, ΕΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΙΩΝΑ ΚΑΙ ΕΥΧΗΣ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΕΧΟΝΤΕΣ ΑΥΤΟ, ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΤΟ. ΕΜΕΙΣ ΠΑΝΤΩΣ ΩΣ ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΚΑΚΙΟΥ, ΩΣ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΙΩΝΑ ΚΑΙ ΩΣ ΦΙΛΟΑΓΡΑΦΙΩΤΕΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΘΥΜΟΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΛΟΥΜΕ ΘΕΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΥΤΗ.

    Γέρων Πατάπιος Καυσοκαλυβίτηε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. π. Πατάπιε, τό «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» εὐχαριστεῖ γιὰ τὰ εὐμενῆ σχόλια σας γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας, ἰδιαιτέρως ὅταν γνωρίζουμε πὼς ἐκπορεύονται ἀπὸ μία ἐγνωσμένης ἀξίας λόγια, μοναστικὴ καὶ δὴ ἁγιορειτικὴ μορφή. Ἔτι δὲ περισσότερον ὅταν εἶναι γνωστὸν πὼς ἐπὶ ἔτη πολλὰ διακονεῖτε, πρὸς δόξαν Θεοῦ ‒ἀλλά, πῶς ὄχι, καὶ ἡμῶν τῶν Ἀγραφιωτῶν‒, εἰς τὴν Σκήτην τῶν Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἰς τὴν Ἱερὰν Καλύβην τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων. Ὅσον δὲ περὶ τοῦ χειρογράφου τοῦ ἔργου τοῦ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου (1654-1729), «Περὶ Μωάμεθ καὶ κατὰ Λατείνων», τὸ ὁποῖον ἐσχάτως κατέστη κτῆμα τῆς Ἐνορίας τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καρπενησίου, καὶ ἡ ὑμετέρα λογιωσύνη θεωρεῖ ‒βάσει δείγματος γραφῆς‒ πὼς ἔχει ὡς ἀντιγραφέα τὸν παπα Ἰωνᾶ τὸν Καυσοκαλυβίτη († 1765) εἰς τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Ἀκακίου, ὅπου καὶ ὁ ἰδικός σας τόπος ἀσκήσεως καὶ μετανοίας, εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἡ γόνιμος ἐποικοδομιτικὴ συνεργασία σας μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τοῦ τόπου μας νὰ ἀποδώσει εὔκαρπον καὶ πλούσιον ἐρευνητικὸν ἀμητόν. Εὐλογεῖτε Ἑ. Ἀ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή