Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

«ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΞΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥ ΣΟΛΩΝ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΟΝ»

Στὴν ἐφ. «ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ», φ. 72, Ὀκτ.-Νοέ.-Δεκ. 2017, σ. 5 δημοσιεύουμε μία φωτογραφία ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1950 μὲ τὰ ἀνάλογα σχόλια:
Ἐνθύμιον μὲ τοὺς ἐξαδέλφους μου Σόλων καὶ  Ἄγγελον
«Ὀνειρευόμαστε τὴν ἀθανασία ἀπὸ παιδιά»
Μίλαν Κούντερα, Ἡ Ἀθανασία

Εἶναι σύγχρονο μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, γραμμένο στὸ γενετικό του ὑλικό, τὸ αἴτημα γιὰ ἀθανασία. Σ᾿ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση λειτουργεῖ ‒σὲ κάποιο βαθμό‒  καὶ ἡ φωτογραφία. Τὸ δηλώνει, ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, ὁ ἀείμνηστος συγχωριανός μας Παναγιώτης Βασ. Τσιώλης στὴν πίσω πλευρὰ μιᾶς ἱστορικῆς φωτογραφίας του, ποὺ ἦλθε στὴν κατοχή μας καὶ τὴν δημοσιεύουμε. Ἔχει ληφθεῖ ἀπὸ ἄδηλο φωτογράφο στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 στὸν συνοικισμὸ Στανάδες τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν, στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ καταστήματος τοῦ ἐπίσης μακαρίτη Κώστα Γούλα. Στὸ βάθος τῆς φωτογραφίας διακρίνεται μέρος τῆς οἰκίας τοῦ Χαράλαμπου Ἀργυρίου.
Ἐξ ἀριστερῶν:
Παναγιώτης Βασ. Τσιώλης, Ἄγγελος Γεω. Δημητρίου, Σόλων Χρ. Τσιώλης
Σημειώνει χαρακτηριστικά:   
Ἐνθύμιον μὲ τοὺς ἐξαδέλφους μου Σόλων καὶ  Ἄγγελον γιὰ νὰ μὲ θυμοῦνται. Εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ Κώστα Γούλα. Γιὰ νὰ θυμόμαστε τὰ χρόνια ἐκεῖνα πῶς περνοῦν. Ὅλα χῶμα θὰ γίνουν καὶ ἡ φωτογραφία μου θὰ ζῇ αἰώνια.
Τσιώλης Παναγιώτης
Ἡ ἐνθύμηση
στὴν πίσω πλευρὰ
τῆς φωτογραφίας.
Πράγματι  ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν· χῶμα ἔγιναν. Μόνο ποὺ ἐνῷ ἡ φωτογραφία θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀπολεσθεῖ καὶ ὁ χρόνος τῆς ἀθανασίας της νὰ εἶχε περιορισθεῖ σημαντικὰ [ἀκόμη καὶ χωρὶς τὴν ἀπώλεια τῆς φωτογραφίας ἀλλὰ μὲ τὴν ὀφειλόμενη ἀπ᾿ ὅλους μας κοίμηση τῶν ἀπογόνων], μὲ τὴ δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα αὐξάνεται καὶ πληθύνεται ἡ διάρκεια τῆς ἀθανασίας καὶ ἰσχύουν ἀκόμη περισσότερο καὶ οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ σημειώματος: καὶ ἡ φωτογραφία μου θὰ ζῇ αἰώνια· μέσῳ ὅμως τῆς κυκλοφορίας τῆς ἐφημερίδας τόσο σὲ ἔντυπη ὅσο καὶ στὴν ‒ἄγνωστη γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη‒ ἠλεκτρονικὴ μορφή. Αἰωνία, λοιπόν, ἡ μνήμη καὶ τῶν τριῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι:
Σόλων  Χρ. Τσιώλης (Μεγ. Βραγγιανὰ 4/12/39 – Ἀθήνα 19/6/1983). Γεννήθηκε στὰ Μεγ. Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων. Τελειόφοιτος τοῦ ἑξαταξίου Γυμνασίου Καρδίτσας. Ὁ ἀνάδοχός του, ἴσως διακατεχόμενος ἀπὸ τὸ λεγόμενο προορατικὸ χάρισμα, τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα Σόλων· τοῦ ἀρχαίου Ἀθηναίου φιλοσόφου, νομοθέτη καὶ ποιητῆ. Πράγματι, παρόμοια ἦσαν τὰ χαρίσματα τοῦ Σόλωνα Τσιώλη: ἄνθρωπος τῆς δικαιοσύνης, τῆς τιμιότητας καὶ τῶν γραμμάτων. 



 Ὁ ἀείμνηστος Σόλων σὲ πανήγυρι
τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς στὰ 1976.
Δίπλα του ὁ Βασίλης Γεω. Τσιώλης.  

Ἀξιαγάπητος ἀπ᾿ ὅλους, διακρινόταν γιὰ τὴν ἰδιαίτερη μέριμνά του γιὰ τὸν τόπο μας καὶ τὴν σπάνια ποιότητα τοῦ χαρακτῆρα καὶ τοῦ ἤθους του. Στὶς 14 Νοε. 1981 ἐνυμφεύθη τὴν Ἐλισσάβετ Σαχίνη. Ἐργάστηκε στὴν ἑταιρεία SOFTEX στὴν Ἀθήνα καὶ διετέλεσε γενικὸς διευθυντής της. Ἐκοιμήθη μόλις 44 ἐτῶν…
Παναγιώτης Βασ. Τσιώλης.(Μεγ. Βραγγιανὰ 1908 – Ἀθήνα 2002) νυμφευμένος μὲ τὴν Ἐλισσάβετ Μπάρκα ἀπό τὴ Χρύσω τῶν Ἀγράφων, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τρία τέκνα: τὸν (†2008) Γεώργιο, τὴν Εὐσταθία καὶ τὴν Ἑλένη. Βετεράνος τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου στὰ βουνὰ τῆς Β. Ἠπείρου. Ἐργάστηκε ὡς ὑποδηματοποιὸς στὰ Μεγ. Βραγγιανὰ καὶ μετέπειτα στὴν Ἀθήνα ὡς πωλητὴς λαϊκῶν ἀγορῶν ἀπὸ ὅπου καὶ συνταξιοδοτήθηκε.
Ἄγγελος Γεω. Δημητρίου (Μεγ. Βραγγιανὰ 4/10/1922 – Θήβα 3/2/2011) ράφτης καὶ κτηνοτρόφος σύζυγος τῆς Λαμπρινῆς Παπαδοπούλου μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησαν ἕξη παιδιά: τὸν Χαράλαμπο, τὸν Γεώργιο, τὸν Ἀθανάσιο, τὴ Φρειδερίκη, τὴν († 2012) Ἑλένη καὶ τὸν Δημήτριο.
Ὁ τόπος ὅπου ἐλήφθη ἡ φωτογραφία
ὅπως εἶναι σήμερα

Ἰδιαίτερη μνεία γίνεται γιὰ τὸν Σόλωνα Τσιώλη γιατὶ ὅταν ἐκοιμήθη ἡ ἐφ. «ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ» δὲν ὑπῆρχε καὶ ἔτσι δὲν εἶχε γραφεῖ κάτι γι᾿ αὐτόν. Ξεχωριστὸ  χαρακτηριστικὸ γνώρισμα γιὰ τὸν Σόλωνα εἶναι πὼς οἱ ἀρετὲς τοῦ βίου του παρέμειναν καὶ  παραμένουν μέχρι τὶς μέρες μας ζωντανὲς στὴ μνήμη τῶν συγχωριανῶν μας καὶ τῶν οἰκείων του. Ἔτσι, ὁ ἀνεψιός του Χρῆστος Τσιώλης, γιὸς τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώρου Χρ. Τσιώλη († 11/10/1995) ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά  του, τὸ ὁποῖο γεννήθηκε τὸ 1989, τὸ βάπτισε τιμητικὰ μὲ τὸ ὄνομα Σόλων, ἐνῶ ἡ ἀνεψιά του Δήμητρα Μπέμπελη, θυγατέρα τῆς ἀδελφῆς του Ἐλευθερίας, ὀνοματοδότησε τὸν πρὶν λίγους  μῆνες γεννηθέντα πρωτότοκο γιό της, ὡς Σόλων καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα ἐπίκειται ἡ βάπτισή του ἐντὸς τοῦ 2018. Μακάρι νὰ τύχουν τοῦ προνομίου νὰ κληρονομήσουν τὰ χαρισματικὰ προσόντα τοῦ Σόλωνα Χρ. Τσιώλη, ἀλλά, πῶς ὄχι, καὶ τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου.
Ἁπὸ τὴν ἐφ. "ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ"
φ. 72, σ. 5.








Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης










Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Στὶς 3 Ἰανουαρίου 2018 συμληρώνονται 107 ἔτη ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Εἶναι γνωστὲς καὶ ἔχουν κατὰ καιροὺς δημοσιευτεῖ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σχέση ‒ φιλικὴ καὶ συγγενική τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τοὺς Ἀγραφιῶτες. Τὸ ἱστολόγιο μας τιμᾷ τὴ μνήμη του ἀναδημοσιεύει ἕνα ἄρθρο μὲ τίτλο: «Ἡ ἀθέατη τραγωδία τῆς αὐτάρκειας», ἀπὸ τὴν καλὴ φίλη τῶν Ἀγράφων, τὴν κ. Μαντὼ Μαλάμου δρ. φιλολογίας,  μὲ σχόλια σὲ δύο διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε τὸ 2001 στὸ τεῦχος 48 τοῦ Κυπριακοῦ περιοδικοῦ «Ἀκτή».

Σύγχρονο σχέδιο (2018), ὑπὸ Σπ. Σιατούφη.
Τὸ δημοσίευμα πραγματεύεται τὸ αἴσθημα τῆς αὐτάρκειας μιᾶς ἐγωτικὰ τακτοποιημένης εὐζωίας ποὺ διακατέχει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μεθᾷ και δὲν ἀντιλαμβάνονται πὼς οὐσιαστικὴ διαρκὴς αὐτάρκεια ζωῆς καὶ βεβαιότητες καὶ ἰσόβια ἀσφάλεια δὲν ὑφίστανται. Ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἀνατραπεῖ ἡ ὁποιαδήποτε ἰσσόρροπη κατάσταση καὶ ἡ σιγουριὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀπελπισίας, τῆς δυσθυμίας καὶ τῆς ἀπογοήτευσης. Μόνη κατάσταση ποὺ σώζει καὶ ἡρεμεῖ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο ἡ ἀνιδιοτελὴς καὶ ἀπροϋπόθετη ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. 
Πολλὲς φορὲς μία λεπτὴ γραμμή, μία μικρῆς διάρκειας χρονικὴ στιγμή, χωρίζει τὴν παραδεισένια κατάσταση ἀπὸ τὴν ὁλοσχερῆ καταστροφή. Ἕνα ταχὺ φαινόμενο ἐντροπίας ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ κατάσταση στὴν ἄλλη δίχως νὰ μπορεῖ νὰ ἐλεγθεῖ. Οἱ ξουσιαστικὲς δομὲς ὅσο πιὸ ἐπίβουλες εἶναι τόσο περισσότερο ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τῶν λεγομένων κεκτημένων τοῦ ἐξουσιαστοῦ:
«ἐὰν μένουμε κλεισμένοι στὴν αὐτάρκεια τοῦ Ἐγώ μας, ἡ τραγῳδία καραδοκεῖ στὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ μόνη λύσις τοῦ δράματος εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς προκλήσεως: ὅσο διαρκεῖ «ἡ πανήγυρις τοῦ παρόντος βίου» νὰ βιώσουμε τὴν Ἀγάπη στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον, τοῦ διπλανοῦ μας»
ἀλλὰ μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο καὶ τῶν ἰδίων τῶν ἀσκούντων ἐξουσία ἀλλὰ καὶ τῶν ἐξουσιαζομένων: τῶν ἐξαρτημένων οἱ ὁποῖοι, ὡς πρόσωπα χωρὶς οὐσιαστικὴ παρουσία καὶ λόγο ἀστοχοῦν· ἁμαρτάνουν. Γέννημα τῆς ἀστοχίας ὁ θάνατος εἴτε φυσικὸς εἴτε ὁ ὡς ὡσεὶ παρών, τεχνητός. Ἡ ἐξουσία, ἡ ἐξουσιατικὴ διάθεση μὲ αὐτοσκοπὸ τὴν ἰδιοτελῆ ἐπιβολή της μπορεῖ νὰ ὁδηγήσουν ‒ἰδιαίτερα ὅταν ἐκλείψουν‒ σὲ ψυχικά, σωματικὰ ἀλλὰ καὶ βιολογικὰ ἀδιέξοδα.
Τὸ περιεχόμενο τοῦ δημοσιεύματος, παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς παρῆλθαν 17 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔκδοσή του, σήμερα διατηρεῖ τὴν ἐπικαιρότητά του περισσότερο παρὰ ποτέ. Τὸ 2001 ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸν  Κόσμο  ἕνα αἴσθημα εὐημερίας ἀλλὰ καὶ ἀσφάλειας. Αὐτὰ σὲ λίγα χρόνια ἀνατράπηκαν τόσο ποὺ τίποτε πιὰ δὲν θυμίζει τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Οἰκονομική, κοινωνικὴ καὶ κυρίως πνευματικὴ κρίση, τρομοκρατία καὶ ἀβεβαιότητα ἀκόμη καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας ἔχουν ἐμφανιστεῖ ὡς ἡ ἀθέατη τραγωδία μιᾶς ἐπίπλαστης ἀσφάλειας, ποὺ καταρρέει μέσα ἀπὸ προσωπικὲς ἀλλὰ καὶ συνολικὲς τραγωδίες. Καὶ τότε ὁ καθένας ζητεῖ «εἰς τὸ ἔργον του, βάλσαμον κατὰ τῆς διπλῆς πληγῆς», ὅπως σημειώνει ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης.

Σημ: Μὲ τὴν δρ. φιλολογίας κ. Μαντὼ Μαλάμου ἔχουμε συνεργαστεῖ τὸ 2005, ὡς πολιτιστικὸς σύλλογος «Ἀναστάσιος Γόρδιος», στὴν ἔκδοση τοῦ τόμου τῶν Πρακτικῶν τῆς ἡμερίδας «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ ἡ περιοχὴ  τῶν Ἀγράφων» καὶ τὸ 2016, ὡς «Πανευρυτανικὴ Ἕνωση», μὲ τὴν παρουσίαση τοῦ διτόμου ἔργου τῆς ἔκδοσης τῶν Πρακτικῶν τοῦ Συνεδρίου: «Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλὸς καὶ αἱ σχολαὶ τῶν Ἀγράφων κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν». 


 Κων/νος Τσιώλης
Τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἀκτή»:




  Μαντὼ Μαλάμου

Η ΑΘΕΑΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΣ
                                            (Σχόλια σὲ δύο παπαδιαμαντικὰ διηγήματα)

«Ἁμαρτία ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρόν».
(Ν. Γ. Πεντζίκης, Τὸ Μυθιστόρημα τῆς Κυρίας Ἔρσης)

«Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέμματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερά, καὶ μυροβόλα!» Ἔτσι συνοψίζει ὁ Παπαδιαμάντης τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ ἥρωά του στὸ διήγημα «Μὲ τὸν πεζόβολο» (1907), τὸν ὁποῖο παρακολουθεῖ ὅλη τὴν ἡμέρα «εἴτε νὰ φυτεύῃ ἢ νὰ σκαλίζῃ ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην μὲ τὸν πεζοβόλον ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβᾶν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην, νὰ θαλασσώνῃ ἕως τὸ γόνα [...] εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:

Τὸ γιαλό, γιαλό, ψαράκια κυνηγῶ

Ὅλη ἡ περιγραφὴ τοῦ «φίλου του, τοῦ γυμνόποδος κηπουροῦ» καὶ ψαρᾶ ἐν τῷ ἅμα, παραπέμπει σὲ παραδείσια κατάσταση. Ὁ Τριαντάφυλλος ζῇ σὲ μιὰ μικρὴ Ἐδὲμ μὲ τὴν γυναῖκα του καὶ τὰ μικρὰ παιδάκια του. Τὰ ἀπογεύματα ἐρχόταν στὸν κῆπο του τακτικὰ «ἀφελεῖς καὶ ἀνοικτόκαρδες οἱ παραμάνες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικάλλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον. Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του [...] καὶ ὅλα αὐτὰ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμελιᾶς του — μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς σιωπηλῆς — καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο».
Καὶ ὅμως, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἰδανικὴ εἰκόνα ἀπουσιάζει ἡ γυναῖκα του. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἄντρα της τὴν ἔχει οὐσιαστικὰ ἀκυρώσει ὡς ὀντότητα. Τῆς ἔχει στερήσει τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι σαφής: «Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δ ε κ α π ε ν τ ο ῦ τ ι ν (ὑπογράμμιση δική μου), τὴν ἐνουθέτησεν ἐφ᾿ ἅπαξ, καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς:
— Κύτταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις ἔχω ἐλάττωμα, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κύτταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπήσῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μ α κ α ρ ί α    ὥ ρ α (ὑπογραμμίζει ὁ Παπαδιαμάντης), τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὴ γυναικοῦλα, τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον, ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ».
Ἐκεῖ σωπαίνει ὡς πρὸς αὐτὴν καὶ ὁ συγγραφέας. Ἀντιθέτως εἶναι διεξοδικότατος στὴν ἀφήγηση τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Τριαντάφυλλου. Τὸν παρακολουθεῖ τὶς Κυριακὲς τὸ πρωί, ὅταν ἀνεβαίνει στὸ χωριὸ νὰ πουλήσει τὸ ἐμπόρευμά του, ἀστειευόμενος μὲ τὶς νοικοκυρὲς — πάντα μὲ τὰ συνήθη σεξουαλικὰ ὑπονοούμενα — ἢ «σφενδονίζων ἄκακόν τινα βωμολοχίαν πρὸς τὸν ἀγοραστήν». Ὅταν ξεπουλάει, συναντιέται καὶ πίνει μὲ τοὺς «ἀνταγωνιστάς του εἰς τὸ ἐμπόριον». Μὲ τὸν ἕνα, ἀντίπαλό του «εἰς τὰ χωρατά, πλὴν μόνον ἐν καιρῷ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν [...] συνέπιπτε νὰ εἶναι πάντοτε ἀπὸ δύο κόμματα [...] ἐπειδὴ ἀλλοιῶς “δὲν θὰ εἶχε χάζι”. Καὶ τὸ πᾶν ἦτο πῶς νὰ κάμουν χάζι» (ὑ.δ.). Ὁ ἄλλος «τὸν γάιδαρόν του τὸν εἶχε μάθει ὑπακοὴν καὶ γυμναστικήν, ἀκόμη καὶ “γνῶσιν» καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος [...] Ὅταν ἔμβαινεν εἰς καπηλεῖον διὰ νὰ πίῃ μαζὶ πάντοτε μὲ τὸν ἀνταγωνιστήν του Τριαντάφυλλον καὶ μὲ ἄλλους τ ρ ι ά ν τ α φ ί λ ο υ ς, ἔδιδεν αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τὸν γάιδαρόν του.
— Νὰ σταθῇς βρὲ σύ, ἐδῶ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ νὰ μὴν κουνηθῇς. Τ᾿ ἀκοῦς;
Καὶ τὸ ζῷον ἐδείκνυεν ἐν τῷ ἅμα σχῆμα ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς.
— Ὁλόρθα τ᾿ αὐτιά σ᾿! μὴν τὰ κατεβάζῃς!
Ὁ ὄνος ὤρθωνε τὰ ὦτα, κι᾿ ἔμενεν ἐπὶ ὥρας πράγματι ἀκίνητος.
Δὲν ὑπάρχει σχέση παραλληλίας μὲ τὴν ἐξουθένωση τῆς «μικρῆς γυναικούλας»; Κατὰ τὴν προσωπική μου γνώμη, τὸ κλειδὶ τοῦ νοήματος βρίσκεται στὴν ἔκφραση «μακαρία ἡ ὥρα», τὴν ὁποία θεωρῶ εἰρωνεία, πικρότατη μάλιστα. Ἄλλωστε τὰ συνηθίζει αὐτὰ ὁ Παπαδιαμάντης (θυμίζω μόνο τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς θειὰ-Σειραϊνῶς στὸ διήγημα «Ὁ Ἀβασκαμὸς τοῦ Ἀγᾶ» [ἡ ὁποία εἶχε κατορθώσει νὰ χωρίσει ἕνα ἀνδρόγυνο τὴν ὥρα τοῦ γάμου καὶ νὰ βουλιάξει σχεδὸν ἕνα καράβι μὲ τὸ μάτι της]: «μιὰ καλὴ χριστιανὴ» [ὑ.δ.], ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δύο πράγματα ἐφοβοῦντο, τὴν γλῶσσαν της καὶ τὸ μάτι της»). Μήπως συνειρμικὰ ὑποβάλλει τὸ τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας «Μακαρία ἡ ὁδός»;
«Καὶ ὅμως, τίς νὰ τὸ ἔλεγε; Αὐτὸς ὁ τόσον εὔθυμος ἄνθρωπος καὶ φαιδρὸς ἐπέσυρε τῆς συμφορᾶς τὴν σκληρὰν μάστιγα (ὑ.δ.). Εἶδε τὴν δυστυχίαν, τὴν νόσον καὶ τοὺς θανάτους νὰ πλήττουν τὴν μικρὰν καλιάν του [...] Ἡ φαμίλια του, ἐκείνη ἡ μικρὰ σιωπηλὴ γυναικούλα, ἀφοῦ ἐγέννησε ἓν ἀκόμῃ τέκνον, ἀρρώστησε καὶ ἀπέθανε». Τὴν ἀκολουθοῦν ἕνα-ἕνα τὰ τρία μικρὰ παιδάκια της. «Ἔπεσαν καὶ ἀπέθαναν».
Ἡ παρουσία τῆς «σιωπηλῆς γυναικούλας» —δεκαπεντάχρονη μόλις στὸν γάμο της— εἶναι ἐντελῶς σκιώδης στὸ διήγημα· ἢ μᾶλλον εἶναι ἡ ἴδια σκιά. Δὲν ἔχει κἂν ὄνομα. Ὁ Παπαδιαμάντης, λεπτομερέστατος ὅσον ἀφορᾷ ὀνόματα καὶ οἰκογενειακὲς σχέσεις, ἀποσιωπᾷ ἀκόμη καὶ τὸ βαπτιστικό της ὄνομα, γιατὶ ἔτσι τὴν ὅρισε ὁ ἄντρας της, «νουθετώντας την ἐφ᾿ ἅπαξ». Καὶ ἐκείνη τὸ πίστεψε· ἀπὸ φόβο ἔκλεισε τὸ στόμα της γιὰ πάντα. Ἦταν ἀθῶα. Δὲν ἀνῆκε σ᾿ ἐκείνη τὴν κατηγορία τῶν γυναικῶν οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ χειρίζονται τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, σὰν τὴν παπαδιὰ στὸ διήγημα «Ἄλλος τύπος». Ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς «Νοσταλγοῦ» ἐννοήσει ὅτι «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, πότε δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι γυναικοκρατία». Ὅμως ξέρει πολὺ καλὰ καὶ ὅτι «ἄνδρες εἰσὶν οἱ κατὰ γυναικῶν νομοθετήσαντες» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός). Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ὑποκύπτει σὲ κανενὸς εἴδους μανιχαϊσμὸ ἢ ἀφέλεια. Γνωρίζει ὅτι ἡ καταδίκη στὴ σιωπὴ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν ἐν διαλόγῳ.
Ἡ Ἄλκηστις, τὸ αἰώνιο ἀρχέτυπο τῆς φιλάνδρου συζύγου, ἀφοῦ γύρισε ἀπὸ τὸν ᾍδη, θὰ παραμείνει σιωπηλὴ γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Ὡς σκιὰ τοῦ ᾍδου. Ἡ ἡρωίδα τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ σωπάσει μετὰ τὸ γάμο της, γιὰ πάντα. Θὰ εἶναι σκιὰ στὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν. Ἡ κάθοδός της στὸν Κάτω κόσμο εἶναι ζήτημα χρόνου.
Καὶ ὁ Τριαντάφυλλος θὰ λέει: «Μ᾿ ἐμάδησε ἡ μπόρα σὰν τριαντάφυλλο ποὺ εἶμαι. Καὶ μετὰ καιρόν, ὕστερον, θὰ λέει εἰς τὰς παρηγορίας τῶν φίλων:
«Μοῦ ἔρριξε ὁ Χάρος τὸν πεζόβολο».
Δὲν ἔχει οὔτε τώρα ἐπίγνωση τοῦ τὶ συνέβη, ὅπως δὲν καταλάβαινε τόσον καιρὸ ὅτι εἶχε καταδικάσει τὴν σύντροφό του στὴν ἀνυπαρξία.

* * *
Στὴ «Δασκαλομάννα» ὁ ἀνώνυμος δάσκαλος διέρχεται ὅλη τὴ ζωή του στὸ σχολεῖο μὲ τρόπο ἀπόλυτης φιλαυτίας: «Τότε εἰσῆλθεν ὁ διδάσκαλος, μὲ τὸ τσιγάρον εἰς τὸ στόμα [...] Ἤρχετο ἀπὸ τὴν ἀρραβωνιαστικήν του, ὅπου τρὶς ἢ τετράκις τῆς ἡμέρας, παραιτῶν τὸ Σχολεῖον εἰς τὴν τύχην του, ἀπήρχετο εἰς ἐπίσκεψιν». Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὸ λειτούργημα τοῦ δασκάλου. Τὸ σκηνικὸ τῆς τάξεως, ὅπως καὶ τὸ μέγιστο μέρος τοῦ διηγήματος, εἶναι ἄκρως κωμικό. Παρακολουθοῦμε τὴν ἐξέταση στὸ μάθημα τῆς Γεωγραφίας. Ὁ δάσκαλος ρωτάει μηχανικὰ ποιά εἶναι τὰ Ἑπτάνησα.
«Ὁ τρίτος μαθητὴς ἀπήντησεν ἀπνευστὶ καὶ ὁμαλῇ τῇ φωνῇ, χωρὶς νὰ ὑπεμφαίνει στίξιν ἢ παρένθεσιν:
“Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Ἁγία Μαῦρα, Παξοί, Ἰθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος καὶ Κύθηρα, Τσερῖγον”.
— Πολὺ καλά, ἐπένευσε καὶ πάλιν ὁ διδάσκαλος. Αὔριον νὰ μελετήσετε ἀπὸ ᾿δῶ ὣς ἐκεῖ. (Κ᾿ ἐχάραξε μὲ τὸν ὄνυχά του ἐπὶ τοῦ βιβλίου.) Ἱερὰν Ἱστορίαν θὰ κάμετε ἐπάναληψη τὸ ἴδιο, καὶ τρεῖς ἀράδες παρακάτω, προσέθηκεν ἰδὼν ὅτι ἐλησμόνησε νὰ ἀλλάξῃ τὸ μάθημα εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!
— Δάσκαλε, εἶπε φέρον τὴν χεῖρα εἰς τὸ οὖς τὸ παιδίον, γιατί ἐνῷ τὸ χαρτί μας μέσα λέει ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ νήσους, ὕστερα βγαίνουν δέκα στὸ μέτρημα;
— Τὰς ἐμέτρησας ἐσύ;
— Τὰς ἐμέτρησα, νά!
Καὶ ἤρχισε νὰ μετρᾷ ἐπὶ τῶν δακτύλων του, “Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Ἁγία Μαῦρα, κτλ.
Οἱ ἄλλοι συμμαθηταί του ἐγέλων ἐν χορῷ διὰ τὴν πολυπραγμοσύνην του. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι οὐδέποτε εἶχον ὑποπτευθῇ ὅτι εἶχον οἱανδήποτε ἔννοιαν αἱ λέξεις, ὅσαι ἦσαν τυπωμέναι ἐντὸς τῶν βιβλίων των. (Προσωπικὰ δὲν ξέρω ἄλλη ἐπιγραμματικότερη καὶ πιὸ καίρια κριτικὴ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος τῶν τελευταίων δύο αἰώνων). Ὡς διὰ νὰ “μὴν τοὺς χαλάσῃ τὴν καρδιά”, ἐπειδὴ ἐγέλων, ὁ διδάσκαλος ἔσπευσεν ν᾿ ἀπαντήσῃ:
— Αὐτὰ θὰ τὰ μάθετε ὅταν...
Ἴσως ἤθελε νὰ εἰπῇ ὅταν θὰ πᾶτε στὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο”. Ἀλλὰ διεκόπη.»
Αὐτὰ ὡς πρὸς τὸ πρῶτο μέρος.
«Φεῦ» ὅμως, ἡ ζωὴ δὲν περιμένει· «μετὰ ἓν ἔτος ἀκόμη, ἦτον πάλι μὲ τὰ μανίκια τοῦ ὑποκαμίσου, ἀλλὰ μανίκια παρέχοντα τὴν ἐντύπωσιν καμιζόλας ἢ γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαῦρα ἦσαν. Ὁ διδάσκαλος εἶχεν ἀπογοητευθεῖ διπλὴν ἀπογοήτευσιν, τὴν ἐκ τοῦ θαλάμου καὶ τὴν ἐκ τοῦ θανάτου». Χήρεψε λίγο καιρὸ μετὰ τὸν γάμο του. Καὶ τότε γίνεται, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, δάσκαλος: ὑποβάλλει ἀναφορὲς στὸν δήμαρχο γιὰ τὴν ἐπισκευὴ τῆς στέγης τοῦ σχολείου, καρφώνει μὲ τὰ χέρια του κάποια «χωλά» θρανία καὶ προσέχει «συντόνως» στὴν ἐξέταση τῶν μαθητῶν· «εἶτα ἀνέπτυσσεν ἀντὶ νὰ σημειώνῃ ἁπλῶς τὸ παρακάτω».Ἐζήτει εἰς τὸ ἔργον του βάλσαμον κατὰ τῆς διπλῆς πληγῆς, τῆς ἐκ τοῦ στεφανώματος καὶ ἐκ τῆς χηρείας».
Τὸ κοινὸ σημεῖο τῶν δύο διηγημάτων εἶναι, κατὰ τὴν γνώμη μου, ἡ ἀναλογία τῶν καταστάσεων, περιπέτεια κατὰ τὸν ἀριστοτελικὸ ὁρισμὸ («ἡ εἰς τοὐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολή»): φαιδρότης καὶ εὐτυχία στὴν ἀρχή, πένθος καὶ μοναξιὰ γιὰ τὸν κεντρικὸ ἥρωα στὸ τέλος. Ἡ αἴσθηση τοῦ τραγικοῦ ποὺ ἔχει ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἐκείνη τῶν ἀρχαίων κλασικῶν. Στὴν ὀρθόδοξη συνείδηση τοῦ Παπαδιαμάντη συναντᾶται ὁ «παλαίφατος τριγέρων λόγος» τοῦ Αἰσχύλου μὲ τὸν σύγχρονο γεροντικὸ λόγο γιὰ τὴν «ἰσχὺ τῶν πνευματικῶν νόμων»: ἐὰν μένουμε κλεισμένοι στὴν αὐτάρκεια τοῦ Ἐγώ μας, ἡ τραγῳδία καραδοκεῖ στὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ μόνη λύσις τοῦ δράματος εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς προκλήσεως: ὅσο διαρκεῖ «ἡ πανήγυρις τοῦ παρόντος βίου» νὰ βιώσουμε τὴν Ἀγάπη στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον, τοῦ διπλανοῦ μας, τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου ποὺ ἡ ζωὴ ἔχει φέρει κοντά μας. Ὄχι τὴν ἀφηρημένη ἀγάπη στὴν ἀνθρωπότητα, αὐτὴ ποὺ φοβᾶται ὁ Ντοστογιέφσκυ.
Στὴν περίπτωση τοῦ Τριαντάφυλλου ἀναιρεῖται κάθε ἔννοια συναντήσεως καὶ μάλιστα στὴν κατ᾿ ἐξοχὴν σχέση, τὴν συζυγία. Ἐπ᾿ οὐδενὶ πραγματώνεται «ὁ σκοπὸς τοῦ χριστιανικοῦ γάμου, ὅστις, κατὰ τὰς ὀρθοδόξους πηγάς, εἶναι ὄχι ὁ πολλαπλασιαμὸς τοῦ γένους, διότι ἄλλως ἐν περιπτώσει ἀτεκνίας φυσικὰ θὰ ἐθεσπίζετο τὸ διαζύγιον, ἀλλ᾿ ἡ σωφροσύνη τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς» (ὑδ. δ.)» («Ἡ Νοσταλγός»). Στὴν δεύτερη περίπτωση, μέχρι νὰ ἐπισυμβεῖ ἡ προσωπικὴ τραγῳδία, δὲν ὑφίσταται καμμία παιδαγωγικὴ σχέση, ἡ, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, «τέχνη τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν» τοὐλάχιστον παρῳδεῖται.
Ὅλα αὐτὰ βεβαίως ὁ Παπαδιαμάντης δὲν τὰ γράφει. Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν κρίνει κανέναν. Τοὺς ἀφήνει ὅλους νὰ κριθοῦν «ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου». Δὲν συμβουλεύει. Τὸ δήλωσε ἄλλωστε νωρίς: «Τὸ ἐμπόρευμα εἶναι τόσον εὐθηνόν, ὥστε καὶ οἱ πλέον φιλάργυροι γέροντες αὐτὸ καὶ μόνον σπαταλῶσι! Ἐγὼ εἶχα προσλάβει εἰς τὴν νεότητά μου ἤδη τὸ γεροντικὸν τοῦτο ἰδίωμα, νὰ συμβουλεύω τοὺς ἄλλους· καὶ συγχρόνως συνήθιζα νὰ μὴ δέχωμαι συμβουλὰς ἀπὸ κανένα. Ἀργότερα ἐνόησα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβουλεύω κανέν᾿ ἄλλον, εἰμὴ μόνον τὸν ἑαυτόν μου».
Τώρα, μόνο βλέπει καὶ «ζωγραφεῖ». Ἴσως κάποτε θρηνήσει:     
«Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κι᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου»
Ἀλλὰ πάντα ξέρει, «Ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ» ἡ Ἱστορία θὰ γράφεται ὡς τραγῳδία. Ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αἰσθανθεῖ ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ἕνας                                             «ἐν σαρκὶ περιπολῶν θεός».


Πηγή:
Μαντὼ Μαλάμου, «Ἡ ἀθέατη τραγωδία τῆς αὐτάρκειας», Ἀκτὴ 48 (2001) 395-399.


Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

"ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥΡΓΚΕΛΗ"

Χριστουγεννιάτικος Ἰούλιος*
Ξέρω πὼς τὰ βιβλία ἐπινοήθηκαν γιὰ νὰ ἑνώνουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ πέρα ἀπὸ τὸν θάνατο, προστατεύοντάς μας ἀπὸ τὸν πιὸ ἀδυσώπυτο ἐχθρὸ τῆς ζωῆς, τὴ λήθη.
(Στέφαν Τσβάϊχ, Μαντέλ, ἐκδ.   ‘‘Πελαργοῦ’’, Ἀθῆναι 1950, σ. 44)

Ἦτο  μαθητούδι, παιδάριον δεκαετές, λιανοπαίδι ἀγένειον, ἀθερὶς, σμαρίδιον ὅταν περὶ τὸ 196… ἐτύρβαζεν στὶς ἁλάνες, λακτίζων ἐντέχνως τὴν ποδοσφαίραν, σὲ ἄσημο δυτικὸ προάστιο τῆς πρωτευούσης. Ὅμως, καὶ ἕτερον ὄχι καὶ τόσον σύνηθες πάθος τὸν κατεῖχεν· ἄκουσον-ἄκουσον, τῆς φιλαναγνωσίας. Εἶναι γνωστὸν πὼς ἡ ποδοσφαίρησις  ἀντιμάχεται τὴν ἀνάγνωσιν ὅπως τὸ γερούσιον αἷμα τῆς σταφυλῆς, ὁ οἶνος, ἀντιμάχεται τὴν κράμβην· ὅπως τὸ πολυγηθὲς καὶ χριστευλόγητον αὐτὸ πόμα ἀντιπαθεῖ τὸν παγκράμβιο βίο.
Ἡμέραν τινά, ἐνῷ μὲ ἄλλους συνομιλήκους του ἀγυιόπαιδας ἐγύριζε ἀνὰ τὰς ῥύμας καὶ τοὺς ξηροχειμάρρους τοῦ τόπου, λίγες ἡμέρες πρὸ τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, διῆλθαν μπροστὰ ἀπὸ τὸ νέο, πρῶτο καὶ πρωτοφανὲς γιὰ τὴν περιοχὴ κατάστημα: ἕνα βιβλιοπωλεῖο,  τὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ Βασίλη Τουργκέλη, στοῦ «Μανάρα», δίπλα στὸ κουρεῖο τοῦ «Ἁλατᾶ». Ἡ ὁμήγυρις προσπέρασε νωχελικά, ὅμως ἡ ἀφεντιά του κοντοστάθηκε, σταμάτησε· ἀκίνητη ὡς στήλη ἅλατος. Ἀπέναντι, στὴ φωτισμένη προθήκη, στεκόταν καμαρωτὸς καὶ ἀστεράτος καὶ τυρκουαζάτος ἕνας Ἰούλιος Βέρν: «Τὰ τέκνα τοῦ Πλοιάρχου Γκράντ»· μὲ τὸ ὀνειρικὸ ἐξώφυλλο τοῦ χαράκτη Τάκη Τζανετέα! Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἔπεσεν τὸ βλέμμα του ἐπάνω εἰς τὸ βιβλίον, τὸ εἶχεν ἀγαπήσει. Πάει … αὐτὸ ἤτανε εἶπεν.

Ἔρωτας κτήσεως τὸν κατέλαβεν, σεβτντὰς ἦτον αὐτὸς ὄχι τσορβᾶς, ἔρωντας ὄχι γέροντας. Καὶ ὅσον ἐπερνοῦσαν οἱ μέρες τόσον ἐμεγάλωνε, τόσον ηὔξανε καὶ ὁ πρὸς τὸ βιβλίον πόθος του. Καὶ δὲν τὸ ἔλεγε στοὺς περὶ αὐτὸν ὁμιλήκους του μήπως καὶ τοῦ κολλήσουν τέλος κανὲν παρατσούκλι. Ὅμως, σὲ οἰκογενειακὸ περιβάλλον ἐν ἀπορίᾳ ἡ ἀπόκτησή του ἔμοιαζε, ὡς πολυτέλεια, ὡς μυθικὴ μακαρία, ὡς ὀπτασία, ὡς ξυπνητὸν ὄνειρον.  Οἴκοι δὲν ἐσώζετο ἄλλο βιβλίο πλὴν αὐτῶν τῶν δωρεὰν σχολικῶν τοῦ ΟΕΔΒ. Οὔτε ποτὲ εἶχεν ἀποκτήσει ἰδικόν του βιβλίον. Ἦτο ἀβιβλιοκτήτωρ.
Ὅμως, τὸν κατέλαβε τέτοιο πᾶθος γιὰ νὰ τὸ κάμει δικό του  ποὺ οὔτε ὕπνος δὲν τὸν ἐκόλαγε πλέον. Καὶ εἶχεν πέσει εἰς συλλογισμοὺς καὶ λογισμοὺς καὶ ἐξέχασε προσκαίρως καὶ ποδοσφαίραν καὶ παιγνιώδεις περιδιαβάσεις μὲ συντρόφους στὰ παιχνίδια. Εὐκαίρως, ἀκαίρως διήρχετο ἔξωθεν τοῦ βιβλιοπωλείου ἔρριπτε μίαν ματιὰν εἰς τὸ ποθούμενον τὸ ὁποῖον ἵστατο ἀκίνητον, ἀσάλευτον καὶ φωτοφεγγοβολὸν ὡς ἄλλο ἄστρο τῆς Βηθλεέμ, καὶ ἔψαχνε εἰς μάτην τρόπους νὰ ἀποκτήσει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου μου.
Τέλος, τὸ ἀποφάσισε. Ἀνήσυχος καὶ πλήρης δισταγμῶν καὶ φόβων, ἀπευθύνθηκε στὸν πατέρα:
‒Θέλω νὰ πάρω ἕνα βιβλίο, ἀπὸ τὸ νέο βιβλιοπωλεῖο ποὺ ἄνοιξε στοῦ «Μανάρα», τοῦ εἶπεν.
‒Τί βιβλίο; ἀπήντησεν.
Τί νὰ εἰπεῖ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ παρὰ τὴν καλή του πρόθεση καὶ διάθεση αὐτὸ θὰ τοῦ φαινόταν ὡς terra incognita.
Ἐψιθύρισεν:
‒Ἕνα μυθιστόρημα
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ἡ λέξη «μυθιστόρημα» εἶχε λίγο χαρακτῆρα ἔργου, τοὐλάχιστον, οὐχὶ παραδεδεγμένης χρησιμότητος. Περιέργως πῶς ἡ ἀπάντηση δὲν ἦταν κατὰ πάντα ἀρνητική.
‒Τί εἶναι αὐτό; τὸν  ἐρωτᾶ. Σοῦ χρειάζεται στὸ σχολεῖο;
Ἀναθάρρησε
‒Ναί! ἀπαντᾷ.
Ὅμως ἡ ἀπάντηση ἦταν ἀπρόσβεπτη καὶ σχεδὸν καθίστα ἀνέφικτο τὸ αἰτούμενον.
‒Τότε, νὰ μοῦ φέρεις σημείωμα ἀπὸ τὸν δάσκαλό σου, μὲ ὑπόγραφή του, καὶ τότε θὰ κάμω τρόπο νὰ στὸ πάρω.
Τὰ χρειάστηκε. Πάγωσε. Πάει, αὐτὸ ἦταν σκέφτηκε, δὲν γίνεται τίποτε.
Μετὰ τὸ πρῶτο σάστισμα ἐπανῆλθε ἀποφασισμένος πιότερον παρὰ ποτέ. Πέρασε καὶ στὰ ἄδυτα τῆς ‘‘παρανομίας’’. Μηχανεύτηκε, ὡς ἄλλος ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του, νὰ θυσιάσει τὴ νομιμότητα χάριν τῆς ἀναγνωστικῆς ἀπολαύσεως· τῆς πρώτης φορᾶς κτίσης ἑνὸς Γουτεμβεργιανοῦ ἀγαθοῦ. Ὅμως δὲν ἔπραξεν ὅπως ὁ γιὸς τῆς Μπούρμπενας· οἱ ἀναστολές του νικήθηκαν κατὰ κρᾶτος ἀπὸ τὴ γοητεία τοῦ ἔντυπου λόγου. Δημιούργησe λοιπόν, παράνομο μηχανισμὸ ἐντάσσοντας, στὸ σχέδιο ἀπόκτησης ἑνὸς Ἰουλίου (Βέρν) στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνος, καὶ ἕτερο πρόσωπο· ἕναν συνεργό. Ἀνέθεσε, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρισθεῖ ὁ γραφικός του χαρακτήρας, στὸν συμμαθητή του Ἀ., τὴ σύνταξη ἐνυπόγραφου σημειώματος μετὰ ἀπομιμήσεως ὑπογραφῆς τοῦ διδασκάλου, ὅπου ὑποτίθεται πὼς ὁ δάσκαλός του ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀληθές· πὼς τὸ βιβλίο τοῦ Ἰουλίου Βὲρν ἦταν χρήσιμο, πῶς ὄχι, καὶ ἀπαραίτητο γιὰ τὴ σχολική του μαθησιακὴ πορεία καὶ πρόοδο. Τὸ πῆρε, τὸ ἔδωσε στὸν κηδεμόνα του, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἀγαθότητί  του ἐπίστευσεν καί, πράγματι, τὴν ἑπομένη ἐπῆγαν καὶ ἀγόρασαν τὰ θρυλικά «Τὰ τέκνα τοῦ πλοιάρχου Γράντ» ἀπὸ τὸν καλοσυνάτο βιβλιοπώλη, ὁ ὁποῖος ὑπερακόντισε εἰς ἐπαίνους γιὰ τὴν ἐπιλογή. Προσπάθησε νὰ θυμηθεῖ τὴν τιμή, ἀλλὰ ἡ μνήμη του δὲν τὸν βοηθοῦσε. Ἴσως, ἐτιμᾶτο 18 δρχ. Μπορεῖ καὶ ὄχι. Βλέπεις ὁ κηδεμόνας του δὲν ἐνήργησε ὅπως ὁ πατὴρ τοῦ κ. Εὐριπίδη Νεγρεπόντη ποὺ σημείωσε τὶς 10.000 δρχ. γιὰ τὴν ἀγορὰ «ἀπὸ τοῦ Πανταζῆ» τὸν Ἰούλιο τοῦ 1943 στὴν Χαλκίδα τοῦ Ἀπὸ τὸν Καύκασο στὸ Πεκίνο τοῦ Ἰ. Βέρν. Ὅταν ἔπιασε τὸν τόμο τῶν ἐκδόσεων «Μίνωας» τυπωμένο στὰ 1965 ἠσθάνθη θάλπος καὶ συγκίνησιν ἄφατον. Ἦτο ὁ νέος, ὁ ὁριστικὸς κτήτωρ του! Τερπὸν ἀναγνωστικὸν survivor τὸν κατέλαβεν· λιβάδι ὁλάνθιστο, μυρίπνοο, γαλήνιο, ἀτέλειωτο τοῦ ἐφάνη. Φυσικά, ἐννοεῖται πὼς βιβλιοθήκη δὲν ὑφίστατο γιὰ τὸ μεταφέρει. Στὸν μικρὸ δίχωρο οἰκίσκο, μόλις καὶ μετὰ βίας χωροῦσαν τὰ πέντε καὶ τὸν περισσότερο χρόνο ἑπτὰ (παπποῦς, γιαγιά) μέλη τῆς οἰκογενείας. Τὸ ἐφύλαττε ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον· γιὰ νὰ ὀνειρεύεται καλλίτερα.
Τὸ διεξῆλθε ἀπνευστὶ. Καὶ ὄχι μόνον ἅπαξ, μὰ πάλιν καὶ πολλάκις καὶ πλειστάκις καὶ ποικιλοτρόπως: ἀπὸ τὴν ἀρχὴ πρὸς τὸ τέλος, ἀπὸ τὸ τέλος πρὸς τὴν ἀρχή, ἀπὸ τὴν μέση πρὸς τὸ τέλος ἢ πρὸς τὴν ἀρχή,  καὶ Κύριος οἶδεν μὲ ποιούς ἄλλους τρόπους.
Οἱ ραφὲς τῶν σελίδων μετὰ τὶς συνεχεῖς ἀναγνώσεις δὲν ἄντεξαν τὸ ἀναγνωστικό του μένος καὶ τὸ βιβλίο σιγὰ-σιγὰ ἐφυλλορόησεν· διελύθη εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, ἀφοῦ τὸν ταξίδεψε, μαζὶ μὲ τὸν ἀγαθὸ κ. Παγανέλη καὶ τὴν παρέα του, ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Γλασκώβης στὴ μακρινὴ Παταγωνία τῆς Ἀργεντινῆς (ἀπὸ τότε καλὰ κρατεῖ ἡ ἰδιαίτερη συμπάθεια του στοὺς Ἀργεντίνους ποδοσφαιριστές, ἰδιαίτερως τοῦ Παναθηναϊκοῦ: Βερὸν, Ρότσα, Μπορέλι· μὲ τὸ ὑπέροχο θρυλικὸ σκαφτάκι του στὸ 9-1 μὲ τὸν Ἐδεσσαϊκό, κ. ἄ.), στὴν Αὐστραλία τῆς Ἠβάνας, στὴ Νέα Ζηλανδία καὶ τὰ νησιὰ τοῦ Εἰρηνικοῦ. Καθημερινὰ ταξίδια μὲ τὸ «Ντάνκαν» τῆς παιδικῆς του φαντασίας καὶ πλοηγὸ τὴν εὐανάγνωστη θελκτικὴ ὄμορφη καθαρὴ bold γραμματοσειρὰ τοῦ ἐκδότη· μὲ ὅλους μὰ ὅλους τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματά της.
6. 12. 1992
Ὅπως, ὅμως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μένῃ προϊόν τι ἢ ἐμπόρευμα ἀνόθευτον εἰς τὴν ἀγοράν, ἀδύνατον καὶ περὶ τοῦ ἐλαχίστου συμβάντος νὰ μὴ γνωσθῇ, εἴτε εἰς τοὺς συγχρόνους εἴτε εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἡ ἀλήθεια, ἢ ἔστω μέρος αὐτῆς· καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὅλως κρυφὰ συμβάντα  εἰμὴ ὅσα… δὲν ἐσυνέβησαν.
Ἔτσι, δὲν ἄργησε νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια. Ὁ «συνεργός» τῆς παραβατικότητάς του, πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρίς, ἀπὸ παιδικὴ ἀφέλεια ἢ καὶ ἕνα εἶδος ἀγνωστικιστικῆς μαθητικῆς χαιρεκακίας ἐπρόδωσε τὸ γεγονὸς 
τῆς ψευδοῦς βεβαιώσεως στὸν ἴδιο τὸν καλό τους δάσκαλο, Ἀ. Κ. Ὁ ἐν ὑπερακμῇ ρώμης, εὔσαρκος, ἀλλὰ ταχὺς κ᾽ εὐκίνητος    δημοδιδάσκαλος τὸν ἐκάλεσε πλησίον τῆς δασκαλοκαθέδρας καὶ ἀφοῦ τοῦ ἀπηύθυνε μικρὸν κατηγορητικὸν λογίδριον τοῦ ἐζήτησε νὰ ἐξηγήσῃ τὰ κίνητρα τῆς ταπεινῆς πράξεώς του. Σαστισμένος ὑποψυθίρισεν ἓν ἀσθενικόν:
-Κύριε… 
Ἂν καὶ ἡ προσηγορία «Κύριε» εἰς τὸ στόμα τοῦ χλωμοῦ, εὐαισθήτου παιδίου, ἔχανεν ὅλην τὴν ἔκφρασιν τῆς ὑποτελείας, καὶ ἐγίνετο ἁβρὰ καὶ χαρίεσσα, πολὺ τρυφερωτέρα ἀπὸ τὸ καθολικώτερον καὶ προκριτώτερον ἄλλως ὄνομα, τὸ «δάσκαλε», καὶ ἀσυγκρίτως ἐκφραστικωτέρον, ἐντούτοις ὁ δάσκαλος κρίνας μὴ ἐπαρκεῖς τὶς ἐξηγήσεις, ἢ ἐπὶ τὸ ὀρθότερον βλέπων τὴν ἔνοχον σιωπήν του,  ἐφήρμοσε τὴν παιδαγωγικὴ μέθοδο τῆς ἐποχῆς. Ἐδάρη μετρίως διὰ σωφρονισμόν. Τί περίεργον ὅμως; Τὰ ἠχηρὰ ραπίσματα τοῦ δασκάλου τοῦ ἐφαίνοντο, ὡς χάδια, ὡς ἐὰν τὸν ἤγγιζεν δρόσος αὔρας νυκτερινῆς καθὼς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπιθυμίας του δὲν διέτρεχε κίνδυνον νὰ ἀπολεσθεῖ. Ὁ κολαφισμός του ἦτον πρόσκαιρος ἀλλὰ ἡ κατοχὴ καὶ ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου μόνιμη. Ἦτο ξύλον ποὺ ἔμοιαζε παραδεισένιο.  
Πρὸς τιμήν του ὁ δάσκαλος δὲν τὸ ἀνέφερε στὸν κηδεμόνα του διὰ περαιτέρω κολαφισμόν· ἴσως κατὰ βάθος ἀντελήφθη τὸ ἀγαθὸν τοῦ σκοποῦ του ἢ μετενόησε γιὰ τὸ εἶδος τῆς τιμωρίας του. Ἰκμὰς ἀνοχῆς ἐσώζετο ἀκόμη εἰς αὐτόν. Ἐσκέφθη, ἴσως, πὼς χάριν ἁπλῆς εὐπροσωπίας, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ ὁ κόσμος ὅτι δὲν μετεχειρίζετο καλῶς τοὺς μαθητές του, ὅτι ἐσκληρύνθη κάπως ὑπερμέτρως κατ᾿ αὐτοῦ, καθὼς δὲν ἐπρόκειτο περὶ μαθητοῦ ὅστις εἶχε πόθον νὰ διαρρήξῃ τ᾽ ἀφόρητα ἐκεῖνα δεσμὰ τῆς μαθήσεως· τὸ ἀντίθετον μάλιστα.
Κάπως παρῆλθεν, κορέστηκε ὁ ἔρωτάς του γιὰ τὸ βιβλίο «Τὰ τέκνα τοῦ πλοιάρχου Γκράντ»· βρέθηκαν, ἀποκτήθηκαν προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἄλλα ἀνάλογα ἀντικείμενα ἀναγνωστικοῦ πόθου. Πέρασαν χρόνια καὶ ὁ κολαφισμὸς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἔγινε γλυκειὰ ἀνάμνηση. Ἔπεσε στὴν ἀντίληψή του καὶ χρονογράφημα τοῦ ὁμοπατρίου του, Ζαχ. Παπαντωνίου, τοῦ ἰσορροπημένου στοχαστῆ τοῦ νεοελληνικοῦ λόγου, μὲ τίτλο: «Τὸ ξύλο τοῦ σχολείου» γραμμένο στὰ 1902 καὶ διεπίστωσε πὼς καὶ τότε αὐτὴ ἡ «παιδαγωγικὴ μέθοδος» ἦταν κοινὸς τόπος στὴ σχολικὴ ζωὴ· «θῦμα» της, τὴ μαθητική του περίοδο, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παπαντωνίου:
«Κάποτε ἔκαμα τὸ ἀσυγχώρητον λάθος νὰ κουρευθῶ μὲ τὴν ψιλὴν μηχανὴν καὶ ὁ κ. Στάης, μόλις εἶδε τὸ κεφάλι μου ὡς Ὁλλανδικὸν τυρί, μοῦ ἔδωσε τὰ χορταστικωτέρας καρπαζιάς, τὰς ὁποίας ἔφαγα καθ᾿ ὅλον τὸν μαθητικόν μου βίον, ἂν καὶ τὰς ἐδεχόμην εὐχαρίστως ἀπὸ τόσον συμπαθῆ καθηγητήν. Ἔκτοτε, ἐπὶ ἓν ἔτος, δὲν ἐπλησίασα εἰς τὸν κουρέα»
                   Ἐφ. Ἐμπρός, φ. 2311 / 21. 1. 1902.

 Μετὰ κάποιες δεκαετίες στὴν πλατεία Ἀβησσυνίας εἷς τζιριντζῆς εἶχεν ἁπλώσει πρὸς πώλησιν τὴν πραμάτεια του. Ἀνάμεσα στὰ ποικίλα πρὸς πώλησιν καὶ ἓν πανομοιότυπον. Τὸ εἶδε, τὸ ἀνεγνώρισεν, ἐπιάσθη ἀπὸ παρακείμενη μεσάντρα. Ἐκλονήθη, Ἐφ. Ἐμπρός, φ. 2311 / 21. 1. 1902.
ἐστύλωσε τὰ πόδια καὶ ἐμορμύρισε τὸ Γορδιακόν:
Καὶ ἂν εἶχα καὶ θησαυρὸν χρημάτων ἤθελα τὸν ἐξοδιάσῃ εἰς θησαυρὸν βιβλίων.
Τὸ τίμημα ὅμως ἦταν εὐτελές. Ἀνυποψίαστος ὁ συμπαθὴς μικροπραματευτὴς γιὰ τὴ συναισθηματικὴ «ὑπεραξία» τοῦ ἐντύπου. Τὸ πῆρε εἰς χεῖρας. Τὸ ἔψαυσε. Ἔνοιωσε πάλι τὴν πολύτιμη, πρωτεϊκὴ ἐκείνη αἴσθηση τῆς πρώτης κτήσεως. Μοναδικὴ πρωτοπυπία· ὡς ἐπιστροφὴ στὸν πρῶτο τύπο ποὺ λέει καὶ ὁ Ζήσιμος.
Ὅμως, δὲν σταματᾷ μόνον ἐκεῖ ἡ ἱστόρηση.  Στὴ λευκὴ σελίδα νά, βλέπει καὶ τὴν μελανομορφη ἀφιέρωση:
«Γιὰ τὴν ἑορτή σου ἕνα μικρὸ δῶρο. Ὁ παπποῦς, ἡ γιαγιά. 21η Μαΐου 1967».
Κωνσταντῖνος, λοιπόν, καὶ ὁ κάτοχος αὐτοῦ τοῦ ἀντιτύπου· ὅπως ὁ ἥρωάς μας.
Πρόσεξε, κάτι πού, φυσιολογικά, τὴν ἐποχὴ τῆς πρώτης κτήσεως τοῦ εἶχε διαφύγει· μία μικρὴ διαφορά. Ὁ τίτλος, στὴ σελίδα τίτλου ἀλλά καὶ στὸ ὀπισθόφυλλο, ἦταν ὀλίγον τι παρηλλαγμένος ἐπὶ τὸ δημοτικιστικότερον: «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΙΑΡΧΟΥ ΓΚΡΑΝΤ»· τὰ «τέκνα» ἔγιναν «παιδιά». Οἱ ἐκδόσεις  θεώρησαν φαίνεται ὡς πολὺ «καθαρευουσιάνικο» τὸ «τέκνα»: κι᾿ ὅμως τὴν ἀκοή του ἀνέπαυε καλλίτερα τὸ «τέκνα».
Ὑπερπρωτοτυπία, μοναδικὴ ἐπιστροφή, ὁλικὴ ἐπαναφορά. Τὸ ἀντίτυπο ὡς ‘‘θαλασσινόν’’ σαλπάρισε μαζί του καὶ πῆρε θέση στὴ βιβλιοθήκη του, ὅπως εἶχε σαλπάρει στὶς 30 Σεπτ. 1945, πάλι ἀπὸ τοῦ «Πανταζῆ» στὴ Χαλκίδα, τὸ Ἡ πλωτὴ πολιτεία τοῦ Ἰ. Βέρν γιὰ τὴ βιβλιοθήκη τοῦ τότε 12ετοῦς καὶ μετέπειτα ἔφεδρου σημαιοφόρου κ. Νίκου Γρηπονησιώτη. Τὸ φύλαξε, τὸ φυλάσσει καὶ θὰ συνεχίσει νὰ τὸ κατέχει ἄχρι τέλους. Ἂν καὶ ἀπὸ οὐρανομήκη καὶ ἀμφίκρημνα ὄρη καταγόμενος κατέπλευσε μὲ τὰ τέκνα τοῦ πλοιάρχου Γκράντ σὲ ὅλους τοὺς Ὠκεανοὺς τοῦ Νοτίου Ἡμισφαιρίου.  
ΓΑΚ, Κώδ. 171, σ. 1201.
 Ἀπὸ ἐπιστολὴ
τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου (1654-1729) τοῦ ἐξ Ἀγράφων
χρονολογημένη στὶς 20 Σεπτ. 1717.


Τέλος, ἀνέκραξε καὶ τὸ ἕτερον  περὶ βιβλιοφιλικοῦ πάθους Γορδιακόν:
Ἕως ὁποῦ ἀναπνέω, βιβλίοις προσκεῖσθαι βούλομαι...

Ντῖνος  Ἀγραφιώτης 

*Πρώτη δημοσίευση στὴν ἐφ. «ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» τῶν Γρεβενῶν, φ. 754, στὶς 15 Δεκ. 2017.

Ο ΑΛ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1901 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΖΑΧ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Εἰς ἕνα γῦρον ὁποῦ ἐκάμαμεν μὲ τὸ ποδήλατον, εἰς ὅλην τὴν πόλιν
Ὁ  Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ποδηλατεῖ στὴν Ἀθήνα τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1901
Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης,
σύγχρονο σχέδιο (2017)
 ὑπὸ Σπ. Σιατούφη.
Τὸ ἑορταστικὸ διήμερο 25-26 Δεκεμβρίου τῶν Χριστουγένων τοῦ ἔτους 1901, ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929) περιηγεῖται, μὲ ποδήλατο ὅπως ὁ ἴδιος δηλώνει στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες τῶν Ἀθηνῶν καταγράφοντας καὶ σχολιάζοντας τὰ δρώμενα τῆς Ἑορτῆς. Ὁ Μωραϊτίδης ἔχει ἐπιστρέψει πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τὸ πολυήμερο, κοπιαστικὸ ταξίδι του στὸ Καρπενήσι μέσα ἀπὸ χιονισμένα ἐλατοδάση καὶ τὸ ψύχος τοῦ χιονώδους καιροῦ τῶν Ἀθηνῶν θὰ τοῦ φαντάζει κουφόβραση σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνο τοῦ Καρπενησιοῦ καὶ τῶν ράχεων τοῦ Τυμφρηστοῦ. Τὶς ἐντυπώσεις του ὁ Μωραϊτίδης τὶς δημοσιεύει σὲ ἀβιβλιογράφητο ἄρθρο του στὴ 2η σελίδα τῆς  ἐφ. «Ἀκρόπολις» στὶς 28 Δεκεμβρίου τοῦ 1901, στὴ στήλη «ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΝ ΚΙΝΗΣΙΝ», μὲ τίτλο «ΔΥΟ ΗΜΕΡΑΙ» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ὁ ταξειδιώτης», ποὺ εἶναι τὸ σύνηθες δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7124 / 28. 12. 1901, σ. 2.

 Μὲ ζωντανὲς περιγραφές, λογοτεχνικὴ γραφὴ καὶ ἠθογραφικὴ διάθεση καταγράφει τὸν τρόπο τέλεσης τῶν Ἀκολουθιῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ στέκεται ἰδιαίτερα στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Κυριακῆς στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς καὶ τὸν κατανυκτικὸ καὶ ὑποβλητικὸ χαρακτῆρα μὲ τὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων:
Ι. Ν. Ἁγ. Κυριακῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
Εἰς τὴν ἁγίαν Κυριακὴν ὅμως ἡ Ἀκολουθία εἶχεν ἀρχίσει ἐνωρίτερον, τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν. Ἦτο δὲ λίαν κατανυκτικόν, διερχόμενος τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς νὰ βλέπῃς ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, μέσα εἰς τὸ βαθὺ τοῦ ὄρθρου σκότος, ἓν μέγα μανουάλιον καταυγάζον μὲ ἀναρίθμητα κηράκια καὶ ν᾿ ἀκούῃς τὸν ὕμνον τῆς ἑορτῆς.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7124 / 28. 12. 1901, σ. 2.  
Δηλώνει πὼς τὸ πλέον καταναλώσιμο προϊὸν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ὁ ρητινίτης οἶνος, τὸ ρετσινάτο:
 Τὸ περισσότερον πρᾶγμα, ὁποῦ ἐξοδεύεται περισσότερον εἰς τὰς Ἀθήνας  … εἶναι τὸ ἀθάνατον ρετσινᾶτο.
Περιηγεῖται ποδηλ
Ποδηλάτες στὴν Ἀκρόπολη.Ἀρχὲς 20ου αἰ.
Ποδηλάτες στὴν Ἀκρόπολη. Ἀρχὲς 20ου αἰ.
ατώντας στοὺς δρόμους τοῦ Ψυρρῆ, τοῦ Ἁγίου Φιλίππου καὶ τῆς Νεαπόλεως καὶ περιγράφει τὴν πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ἐπικρατεῖ, ἐνῷ στέκεται ξεχωριστὰ σὲ ἕνα εὔθυμο περιστατικὸ κοντὰ στὴ βρύση «τοῦ Τάτση», στὴ σημερινὴ ὁδὸ Τάκη:
εἰς ἕνα γῦρον ὁποῦ ἐκάμαμεν μὲ τὸ ποδήλατον … τὸ φαιδρότερον ἐπεισόδιον δι᾿ ἐμὲ ἦτο μία ἅμαξα, ἐκεῖ παρὰ τοῦ Τάτση τὴν βρύση.

καθὼς καὶ σὲ ἕνα δυσάρεστο καὶ θλιβερὸ περιστατικὸ αὐτοκτονίας καρκινοπαθοῦς σὲ πηγάδι τῆς ὁδοῦ Καποδιστρίου, ὅπου καὶ κατοικοῦσε ὁ Μωραϊτίδης στὰ τελευταῖα τοὐλάχστον χρόνια τῆς διαμονῆς του στὴν Ἀθήνα:
Τὸ δὲ θλιβερώτερον διεδραματίσθη περὶ τὴν ὁδὸν Καποδιστρίου, ὁποὺ μία γυναῖκα πάσχουσα ἀπὸ καρκίνον ἔπεσε εἰς τὸ πηγάδι τῆς κατοικίας της νὰ πνίξῃ ἐκεῖ τὸν πόνον της.
Ἀκόμη, ἀναφέρεται στὴν συνοικία Χριστοκοπίδου μὲ τὸν ὁμώνυμο ναὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, κατ᾿ ἔθος, πανηγυρίζει ὄχι στὶς 25 ἀλλὰ  στὶς 26 Δεκεμβρίου ὅταν ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ, παρακολουθεῖ τὸν λαμπρὸ ἑσπερινὸ τῆς πανηγύρεως καὶ κατονομάζει τὸν πρωτοψάλτη τοῦ Ναοῦ Ι. Δούκα.  Ὁ Ναός, ὁ ὁποῖος βρίσκόταν ὑπὸ κατασκευὴν καὶ λειτουργοῦσε ὡς ξύλινος, μετὰ τὴν Ἐπανάσταση εἶχε χρησιμεύσει ὡς ἕδρα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγκαινιάζεται ὡς γνωστὸν ἔνδεκα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1912. Στὸν Ναὸ πιθανολογεῖται πὼς ἐκκλησιάζοταν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 1851-1911), τὴν ἐποχὴ ποὺ διέμενε στὴν περιοχή, ἐνῶ  μὲ πρωτοβουλία του φέρεται πὼς ἔχει ἁγιογραφηθεῖ στὸ βόρειο κλῖτος τοιχογραφία τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Ἑλισσαίου:
 ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὴν  συνοικίαν τὴν πενιχρὰν τοῦ Χριστοκοπίδιου καὶ ἤκουσαν τὴν καμπανίτσαν τοῦ ξυλίνου ναοῦ, … εἰσῆλθον καὶ ἠκροάσθησαν ἕνα λαμπρὸν ἑσπερινὸν … ἀπὸ τὸν καλὸν πρωτοψάλτην τὸν τελειόφοιτον τῆς φιλολογίας κ. Ι. Δούκαν, ….Ἡ ἐκκλησία αὔτη τιμᾶται μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ πανηγυρίζει πάντοτε τὴ  δευτέραν ἡμέραν, ὅτε ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
 
Ι. Ν. Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ (
Χριστοκοπίδου) Ἀθηνῶν.
 
Ἀκολούθως, ἐνθυμεῖται τὸ Σκιαθίτο ἔθιμο τῆς προσκυνήσεως τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆ Γαλακτοτροφοῦσας, αὐτὴν τὴν ἡμέρα στὴ Σκιάθο, καὶ καταχωρίζει τοὺς στίχους ποὺ ἔψαλλαν τὰ μικρὰ παιδιὰ τὴς Σκιάθου. Ἐπίσης, μᾶς παραδίδει καὶ τὶς καιρικὲς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν ἐκεῖνο τὸ διήμερο στὴν Ἀττική:
Ὁ χιονώδης χθὲς καιρὸς ὅπου ὅλην τὴν ἡμέραν ἐχιόνιζεν εἰς ὅλα τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς βουνά, ἐπέτεινεν τὸ ψῦχος ἀρκετὰ ἐν τῇ πόλει.
Ἀθήνα 1901. Πλατεία Συντάγματος.

Τέλος, σχολιάζει τὴν ἑπομένη τοῦ διημέρου ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ὡς ἐνδιάμεσο στάδιο οἰκονομικῆς αὐτοσυγκράτησης τῶν Ἀθηναίων προκειμένου νὰ ἑορτάσουν τὴν Πρωτοχρονιά:
 ὁ λαὸς … ἂν καὶ εἶχεν διάθεσιν ἀγαθὴν νὰ τιμήσῃ ἀρκούντως καὶ τὸν Ἅγιον Στέφανον, ἀλλὰ ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν κατεπείγουσαν νὰ ἐξοικονομήσῃ λ ε φ τ ὰ [ἡ ἀραιογράφηση τοῦ Μωραϊτίδη] διὰ τὴν προεγγίζουσαν Πρωτοχρονιάν.
Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου καὶ τριτεξαδελφός του, ὁ Παπαδιαμάντης συνήθιζαν νὰ δημοσιεύουν Χριστουγεννιάτικα διηγήματα, κάθε χρόνο, στὸν Ἀθηναϊκὸ Τύπο. Τὸ 1901, ὅμως, ἀμφότεροι δὲν τὸ ἔπραξαν πρὸς ἀπογοήτευσιν τῶν ἀναγνωστῶν τους. Αὐτὸ ἐπισημαίνει ὁ Καρπενησιώτης λόγιος καὶ μετέπειτα Ἀκαδημαϊκὸς, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877- Ἀθήνα 1940), σὲ μία ἐπίσης, μεταχριστουγεννιάτικη ἐπιφυλλίδα του, ἀνάλογη μὲ αὐτὴν τοῦ Μωραϊτίδη, στὴν ἐφ. «Σκρίπ» στὶς 27 Δεκεμβρίου 1901 μὲ τίτλο, «ΠΩΣ ΕΠΕΡΑΣΑΜΕΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ». Μὲ χαριτολογικὴ διάθεση ὁ νεαρὸς τότε  Ζ. Παπαντωνίου, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε φιλικὴ σχέση μὲ τοὺς δύο Σκιαθίους λογοτέχνες καὶ δησοσίευσε εὐμενεῖς κρίσεις γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴν προσφορά τους τόσο ὅσο ἦσαν ἐν ζωῇ ὅσον καὶ μετὰ θάνατον, σημειώνει σχετικά:
 Ἐσυνειθίζετο ἕως πέρυσι ἀπαραβάτως νὰ γίνεται μία ἐπιθεώρησις τῆς Χριστουγεννιάτικης φιλολογίας, ἡ ὁποία ἀφθόνως ἐφύτρωνεν εἰς τὰς ἐφημερίδας.
Ἐφέτος, μῶκο! Ἡ Χριστουγεννιάτικη φιλολογία ἐξηράνθη μετὰ τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μωραϊτίδη. Διὰ πρώτην φορὰν οἱ δύο αὐτοὶ σεβάσμιοι δημιουργοὶ  τῆς ἑορτῆς, ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, δὲν ἔγραψαν διήγημα. Μᾶς κατέστρεψαν ὅλην τὴν ποίησιν. Μέγα μέρος συμπολιτῶν μας ἔκαμνε τὰ Χριστούγεννά του εἰς τὰς θάλασσας καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Σκιάθου μαζὶ μὲ τοὺς καταλαμπωμένους ἀπὸ παράδοξον αἴγλην ἥρωάς των.
Αὐτὸ δὲν ἰχύει πλήρως καθὼς τὴν μεθεπομένη τῆς δημοσιεύσεως τοῦ χρονικοῦ τοῦ Μωραϊτίδη δημοσιεύει ὁ ἴδιος, μὲ τὸ ἴδιο ψευδώνυμο, σὲ δύο συνέχειες στὶς 30 καὶ 31 Δεκεμβρίου 1901 στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις», ‒παρὰ τὴν παρέλευση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων‒ τὸ (Χριστουγεννιάτικο) διήγημά του «Παλατιανὰ Χριστούγεννα».
Ἀλλά, καὶ ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, ὁ Ἀγραφιώτης αὐτὸς ἀπαράμιλλος τεχνίτης τῆς γραφῆς,  ὑπῆρξε ποδηλάτης ἀλλὰ ὄχι τόσον δεινὸς ὅσον ὁ Μωραϊτίδης. 
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 9721 / 6. 3. 1905, σ. 1.

Ὅπως δηλώνει σὲ χρονογράφημά του στὶς 6 Μαρτ. 1905 στὴν ἐφ. «Σκρίπ», μὲ τίτλο «ΠΟΔΗΛΑΤΑ … ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ Ζ. Π., στὰ 1901 ἀσκοῦνταν στὴν ποδηλασία στὴν πλατεία τῆς (νῦν Παλαιᾶς) Βουλῆς. «Θύματα» τῆς ἀσκήσεως του, ὅπως μὲ χαρίεντα λόγον σημειώνει, ἦσαν δύο δένδρα τῆς πλατείας:
Ἡ παλαιὰ Βουλὴ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. Διακρίνονται τὰ δύο δένδρα ποὺ ἀναφέρει ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου στὸ χρονογράφημά του, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατέπιπτε κάμνοντας μαθήματα ποδηλασίας.  
Διὰ νὰ εἶναι τὸ θέαμα τελείως Ρωμαίικον πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος καυτηριάζω τὴν ἀποστροφὴν τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸ ποδήλατον ἔχω ν᾿ ἀναβῶ εἰς τοιοῦτον μηχάνημα τοὐλάχιστον τέσσαρα ἔτη. Τὰ πρῶτα μαθήματα τὰ ἔλαβα εἰς τὴν πλατείαν τῆς Βουλῆς, ὅπου ὑπάρχουν καὶ δύο δένδρα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς εἶναι αἰωνόβια, ἀφοῦ δὲν κατωρθώσαμε μὲ τὰς τόσας ἐπανειλημμένας συγκρούσεις μαζύ των νὰ ξερριζώσω.
Τότε ἦτο ἐποχὴ ποδηλατικὴ ἀκόμη. Μόλις τότε ἐμάνθανε ποδήλατον ὁ συνάδελφός μου κ. Β., ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους μετὰ 15 ἡμερῶν ἄσκησιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ἀποφάσισε θριαμβευτικῶς προπεμπόμενος νὰ ἐξέλθῃ καὶ εἰς τὴν πόλιν, ἰδὼν δὲ ἕνα ἁμάξι εἰς τὴν Ὁμόνοιαν κατέβη ἀπὸ τὸ ποδήλατον εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς ἐποχὴν καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ε. ἤρχισε νὰ μανθάνῃ τὸ χαριέστερον ποδήλατον τοῦ κόσμου, δηλαδὴ κατώρθωνε νὰ ἀνεβαίνῃ καὶ νὰ ποδηλατῇ, ἀλλὰ δὲν ἤξευρε νὰ κατεβαίνῃ καὶ ἔμενε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς ἐπὶ μιᾶς ρόδας ζητῶν βοήθειαν καὶ τὰ βιβλία του τὰ ὁποῖα εἶχαν πέσει καθ᾿ ὁδόν. Τότε δὲ ἀκριβῶς ἦτο ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, παρακολουθήσας μίαν ποδηλατικὴν ἐκδρομὴν ἔφθασεν εἰς τὴν Βουλιαγμένην πεζὸς καὶ ἱππευόμενος παρὰ τοῦ ποδηλάτου του. Ποία ἐποχή! Δυστυχῶς παρῆλθεν ὅπως τὰ ρόδα καὶ ἡ συμμαχία τῆς Ἀμπατζίας. Μίαν φορὰν μόνον ἐμφανίζονται τὰ ὡραῖα πράγματα. Μίαν φορὰν ἦλθε δοὺξ εἰς τὸ Φάληρον καὶ ἐπῆρεν ἑλληνίδα, οὔτε θὰ ἔλθῃ πλέον ἄλλος διὰ νὰ πάρῃ ἄλλην. Ἐν τούτοις ἡ σημερινὴ ἐκδρομὴ τῆς Ποδηλατικῆς μοῦ γεννᾷ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ δευτέρα. Ἀρχίζω να ὀνειροπολῶ ὅτι θὰ εὕρω καὶ ἐγὼ σύντροφον νὰ ποδηλατήσωμεν ὁμοῦ μέχρι Πατησίων. Ὑπάρχει τοιοῦτος ἄνθρωπος πλέον; Ἂς δημοσιεύσω μίαν εἰδοποίησιν.
Εἰδοποίησις:
«Ζητεῖται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι τὸ ποδήλατον εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ καφφενεῖον, νὰ δέχεται δὲ νὰ κινήσῃ τοῦς δύο πόδας του ἐπὶ ποδηλάτου, τοὐλάχιστον τοὺς δύο».
Διαφημιστικὴ καταχώριση γιὰ ποδήλατα, 
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 2243 / 14. 11. 1901, σ. 2.

Ἡ ἀπουσία τοῦ «καθιερωμένου» Χριστουγεννιάτικου διηγήματος στὰ 1901 ἀπὸ τοὺς Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδη ἀναφέρεται καὶ στὸ πρωτοσέλιδο ἄρθρο τῆς ἐφ. «Ἀκρόπολις» τῆς 25ης Δεκεμβρίου 1901, μὲ τίτλο «ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ» ὅπου κατὰ τὸν ἀρθρογράφο, μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ἄβες Ἀλώμ», τοῦ ζητεῖται ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα του Χριστουγεννιάτικο διήγημα. 
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7122 / 25. 12. 1901, σ. 1.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7122 / 25. 12. 1901, σ. 1.

Ἐκεῖ ἀναφέρει σχετικὰ μὲ τοὺς Μωραϊτίδη καὶ Παπαδιαμάντη:
Διήγημα τῶν Χριστουγέννων. Δύο εἶναι οἱ κατ᾿ ἐξοχὴν Χριστουγεννιάτικοι διηγηματογράφοι. Ἂν εἶχα τοῦ κ. Ἀ. Μωραϊτίδου τὴν γλυκύτητα καὶ τὴν παρατήρησιν θὰ μετεφερόμην ἀμέσως εἰς τὸ νησάκι ποὺ γλυκοχαιρετᾷ ἀφρισμένον τὸ κῦμα ὡσὰν νὰ τοῦ φέρῃ χαιρετισμοὺς ψηλὰ ἀπὸ τὴν Ἑπτάλοφον διὰ νὰ φάγουν μὲ περισσοτέραν ὄρεξιν τὸ ροδίζον ὡς παρειὰ ἐντροπαλῆς νυφούλας χριστόψωμον. Θὰ ἔγραφον διὰ τὸν καλὸν ἐκεῖνον καὶ κοιλαρᾶν ἡγούμενον ποὺ ἔτρωγε ἐλῃὲς ἀπὸ τὶς πράσινες τὶς παστωμένες τόσες ἑβδομάδες τώρα διὰ νὰ γευθῇ τὴν γαλοποῦλαν ποὺ ἐκόμιζεν ὁ ὑποτακτικὸς ὁ καθάριος καὶ εὐλαβής, ὁ πίνων δροσερὸν νεράκι ἀπὸ τοῦ ἁγιάσματος τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου τοῦ θαυματουργοῦ καὶ θερμὸν οἶνον ἀπὸ τὸ κελλάριον τοῦ κοινοβίου. Νὰ εἶχα τοὐλάχιστον τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη τὸν μυστικισμὸν καὶ τὴν ψυχολογίαν καὶ τὴν παραστατικότητα! Τί ὡραῖα ποὺ θὰ περιέγραφα τὴν σκηνὴν τῆς ἐξόδου ἀπὸ τοὺς ναοὺς ὄρθρου βαθέως ὅταν τὸ Μαριγάκι τῆς Ἀνέζως κι᾿ ὁ Σταυράκης τοῦ Καλαπόδη κυττάζονται μὲ τόσην τρυφερότητα ἐνῷ ὁ ἐνωματάρχης παρέκει, ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν λαθρεμπόρων τῆς ἀκτῆς στρίβει τὸν ἀρειμάνιον μύστακά του ὡσεὶ νὰ διατάσσῃ τὰ βλέμματα:
—Ἀτενῶς! ἀπαγορεύεται τὸ λαθρεμπόριον!....
Στὸ ἴδιο δημοσίευμά του ὁ Ζ. Παπαντωνίου, μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ἄλλος», ἀναφερόμενος στὴν κατανάλωση οἰνοπνευματοδῶν ποτῶν τὰ Χριστούγεννα, δηλώνει σκωπτικά, ἀντίθετα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Μωραϊτίδη, πὼς κυριαρχεῖ ἡ κατανάλωση μπύρας ἡ ὁποία «νικᾷ κατὰ κράτος» τὴν ξανθὴν ρετσίνα στὴν προτίμηση τῶν Ἀθηναίων:
Τεραστία κατανάλωση μπύρας ἔγινε τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων. Ἐκεῖ στὰ Χαυτεῖα ἐνόμιζες ὅτι ὁ κόσμος εἶχε κολλήσει τὰ χείλη του εἰς τὴν κάνουλαν τῶν ζυθοβαρέλων καὶ ἐρρόφα. Ὅλα τὰ τραπέζια περιερρέοντο ἀπὸ ἀφρούς. Ὅσῳ πηγαίνομεν καὶ γινόμεθα Γερμανοὶ εἰς τὴν μπυροποσίαν. Τὸ βασίλειον τῆς ξανθῆς ρετσίνας κλονίζεται.
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 2287 / 27. 12. 1901, σ. 1.

Ἡ ἐπιφυλλίδα τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη λειτουργεῖ ὡς μία σημαντικὴ γραπτὴ πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὴν κοινωνική, οἰκονομικὴ καὶ θρησκευτικὴ ζωὴ στὴν πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδας στὴν ἀρχὴ τοῦ 20ου αἰώνα. Ὅλο τὸ ἄρθρο, ποὺ δὲν ἔχει ἐκδοθεῖ σὲ δημοσιευμένα ἔργα τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη, μεταγραμμένο ἀπὸ τὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις», ἔχει ὡς ἑξῆς:

«ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΝ ΚΙΝΗΣΙΝ
ΔΥΟ ΗΜΕΡΑΙ
Εἰς τὰς ἐκκλησίας. — Ἓν ἔθιμον ἀθηναϊκόν. — Ἡ Χριστουγεννιάτικη λειτουργία. — Ἕνας εἱρμὸς Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. — Τί ἐξοδεύεται εἰς τὰς Ἀθήνας περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα. — Αἱ Ἁμαξοδρομίαι. — Δύο ἐπεισόδια. Ἓν φαιδρὸν καὶ ἓν θλιβερόν. Ὁ Χριστοκοπίδης. —  Ἡ Παναγία ἡ Γαλακτοτροφοῦσα. — Τὸ χιόνι.
Μὲ εἰρηνικὴν φαιδρότητα παρῆλθον αἱ δύο ἡμέραι τῶν Χριστουγέννων, καθ᾿ ἃς ἡ οἰκογενειακὴ ἑστία, τὸ ἱερὸν τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου ἄδυτον, συνεκέντρωσεν ἐν θερμότητι ἀδιαπτώτῳ ὅλην τὴν χαρὰν τοῦ μικροῦ κόσμου καὶ ὅλην τὴν ματαιόσχολον φλυαρίαν τοῦ μεγάλου.
*
Ἡ ἑορταστικὴ Ἀκολουθία τῆς πανηγύρεως ἐψάλη μετὰ πολλῆς λαμπρότητος εἰς ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς πόλεως, ἐν συρροῇ πυκνῇ κόσμου. Εἰς πολλοὺς τῶν ναῶν, μὲ ὅλας τὰς δύο λειτουργίας ἡ σύναξις τῶν πιστῶν ἦτο ἀσφυκτική, μὲ ὅλας δὲ τὰς προτροπάς τινων, νὰ φέρουν αἱ μητέρες τὰ μικρὰ παιδάκια νὰ κοινωνήσσουν ἀπὸ τὴν Παραμονή, ἵνα μὴ διαταράσσηται, ἐν τῇ Ἑορτῇ, διὰ τῶν φωνῶν των, ἡ σεμνότης τῆς Ἀκολουθίας, τὸ ἔθιμον τοῦτο, τὸ γνησίως ἀθηναϊκόν, ἐτηρήθη κι᾿ ἐφέτος κ᾿ ἔβλεπες τὴν αὐγὴν τὰς μητέρας νὰ σπεύδουν εἰς τὰς Ἐκκλησίας μὲ χαράν, βαστάζουσαι εἰς τὰς ἀγκάλας των τὰ μικρά των, ἐνῷ οἱ ἄνδρες των ἔσυρον ἀπὸ τὸ χέρι τὰ μεγαλύτερα.
*
Κατὰ διαταγὴν τῆς διοικούσης Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, οἱ ναοὶ τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν ἤρχισαν νὰ σημαίνωσι τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, τῆς πόλεως οὔσης βυθισμένης εἰς γενικὴ σκοτίαν καὶ μόνον εἰς τὰς κεντρικὰς πλατείας ἡμιφωτιζόντων μερικῶν φανῶν καὶ περὶ τὴν ἀγοράν, ἥτις, οἰκτρὸν θέαμα, εἶχεν χάσει ὅλην τὴν λαμπρότητα τῆς Παραμονῆς, ἰδίως τὸ τμῆμα τῶν πτηνῶν, ἦτο γυμνὸν ὅλως, πωληθέντων πάντων τῶν ἀνηρτημένων πουλερικῶν.
*
Εἰς τὴν ἁγίαν Κυριακὴν ὅμως ἡ Ἀκολουθία εἶχε ἀρχίσει ἐνωρίτερον, τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν. Ἦτο δὲ λίαν κατανυκτικόν, διερχόμενος τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς νὰ βλέπῃς ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, μέσα εἰς τὸ βαθὺ τοῦ ὄρθρου σκότος, ἓν μέγα μανουάλιον καταυγάζον μὲ ἀναρίθμητα κηράκια καὶ ν᾿ ἀκούῃς τὸν ὕμνον τῆς ἑορτῆς, τὸν περίφημον τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀντηχοῦντα ἀπὸ τὸν μικρὸν ἐκεῖνον ναΐσκον, τὴν κατανυκτικὴν ἐκείνην ὥραν:
Ἐκ νυκτὸς ἔργων ἐσκοτισμένης πλάνης
ἱλασμὸν ἡμῖν, Χριστέ, τοῖς ἐγρηγόρως
νῦν σοι τελοῦσιν ὕμνον ὡς εὐεργέτῃ
ἔλθοις πορίζων εὐχερῇ τε τὴν τρίβον,
καθ᾿ ἣν ἀνατρέχοντες εὕροιμεν κλέος.

*
Μετὰ μεσημβρίαν ὅπως ἀπεδείχθη, εἰς ἕνα γῦρον ὁποῦ ἐκάμαμεν μὲ τὸ ποδήλατον, εἰς ὅλην τὴν πόλιν, ὅτι τὸ περισσότερον πρᾶγμα, ὁποῦ ἐξοδεύεται περισσότερον εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν εἶναι οὔτε  τὰ ἀρνάκια , οὔτε αἱ γαλοποῦλαι, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ οἱ λουκουμάδες, ἀλλ᾿ εἶναι τὸ ἀθάνατον ρετσινᾶτο. Τὰς ὥρας καθ᾿ ἃς ἐπετρέπτο νὰ μένουν ἀνοικτὰ τὰ παντοπωλεῖα καὶ τὰ οἰνοπωλεῖα, ἔβλεπες ἀναριθμήτους ὁμίλους, παρέας-παρέας, ἀνθρώπων τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἄλλους νὰ ἀναβαίνουν ἀπὸ τὰ ὑπόγεια καὶ ἄλλους νὰ καταβαίνουν εἰς αὐτά. Τὰ ἡμιάνοικτα, μὲ τὴν μισὴν πόρταν παντοπωλεῖα, ἦσαν γεμάτα  εὐθυμούντων κωμαστῶν, αἱ δὲ ἅμαξαι διέσχιζον τὰς στενωποὺς τοῦ Ψυρρῆ καὶ τοῦ ἁγίου Φιλίππου φέρουσαι σωροὺς ἑορταστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἄσματα, μὲ ὄργανα, μὲ φωνὲς, μὲ κραυγάς, μὲ χαιρετισμούς, μὲ ποικίλα τέλος ἀναφωνήματα διέχυνον χαρὰν εἰς ὅλην τὴν πόλιν, ἐνῷ εἰς τὴν εὐρυάγυιαν Νεάπολιν γυναῖκες καὶ νεάνιδες τῆς λαϊκῆς τάξεως, παρὰ τὰς εἰσόδους τῶν οἰκιῶν των καθήμεναι, ἔβλεπον μὲ ἀρκετὸν χασομέρι καὶ ἀρκετὴν ἀπόλαυσιν τὰς παρελαυνούσας ἁμάξας, μὲ τὴν φυσαρμόνικαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐφρόντισαν μὲ τὸ ραχάτι των νὰ ἑτοιμάσουν τὸ καπαμαδάκι τοῦ δείπνου των.

*
Τὸ φαιδρότερον ἐπεισόδιον δι᾿ ἐμὲ ἦτο μία ἅμαξα, ἐκεῖ παρὰ τοῦ Τάτση τὴν βρύση, διὰ τῆς ὁποίας μεσῆλιξ πατὴρ ἔκαμνε τὸν περίπατόν του τὸν χριστουγεννιάτικον, ἄδων μεγαλοφώνως καὶ ἔχων ἀπέναντί του τὰ δύο τέκνα του, καθήμενα εἰς τὸ καλὸν μέρος τῆς ἁμάξης, δύο μικρὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα πολὺ διασκέδαζον μὲ τοῦ εὐθυμοῦντας ἰδίως τῶν πεζοδρομίων, οἵτινες τρικλίζοντες, δυό-δύο χειροκρατούμενοι, ἔβγαινον ἀπὸ ἕν ὑπόγειον, ἵνα κατέλθουν εἰς ἄλλο χαιρετίζοντες μὲ σαλευομένας φωνάς:
-Ἔτσι πάντα, Κίτσο μου! Πάντα τέτοια!

*
Τὸ δὲ θλιβερώτερον διεδραματίσθη περὶ τὴν ὁδὸν Καποδιστρίου, ὁποὺ μία γυναῖκα πάσχουσα ἀπὸ καρκίνον ἔπεσε εἰς τὸ πηγάδι τῆς κατοικίας της νὰ πνίξῃ ἐκεῖ τὸν πόνον της, καὶ ἔπλεε κάτω εἰς τὸ ὕδωρ τοῦ φρέατος, ἕως οὗ εὑρέθη σχοινίον μετὰ πολλὴν ἔρευναν, ἀπὸ τὸ γειτονικὸ μπακαλάκι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐχρησίμευσε οὐχὶ διὰ κρέμασμα, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις δὲν κατώρθωσε νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν αὐτοκτονήσασαν, ἥτις ἀνεσύρθη μέν, ἀλλ᾿ μετ᾿ ὀλίγον ἀπέθανεν καὶ ἐτάφη.

*
Τὴν 6ην ὥραν τὸ βράδυ τῆς ἑορτῆς, ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὴν  συνοικίαν τὴν πενιχρὰν τοῦ Χριστοκοπίδου καὶ ἤκουσαν τὴν καμπανίτσαν τοῦ ξυλίνου ναοῦ, τοῦ παναρχαίου καὶ ἐξόχως τιμωμένου ἐν τῇ συνοικίᾳ ταύτῃ ναοῦ τοῦ Χριστοῦ, ὅστις τώρα μόλις τέλος πάντων κτίζεται ἐν καλῷ σχεδίῳ διὰ συνεισφορῶν τῶν Ἀθηναίων, εἰσῆλθον καὶ ἠκροάσθησαν ἕνα λαμπρὸν ἑσπερινὸν καὶ ἕνα περίφημον «Θεοτόκε Παρθένε» ἀπὸ τὸν καλὸν πρωτοψάλτην τὸν τελειόφοιτον τῆς φιλολογίας κ. Ι. Δούκαν, ὅστις ἔχων περὶ ἑαυτὸν καὶ χορὸν ὑπηχοῦντα κατέθελξε τοὺς ὀλίγους εὐλαβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τάξιμον κάθε χρόνον νὰ προσκυνοῦν εἰς τὴν ἀρχαίαν αὐτὴν ἐκκλησίαν.Ἡ ἐκκλησία αὔτη τιμᾶται μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ πανηγυρίζει πάντοτε τὴ  δευτέραν ἡμέραν, ὅτε ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἀφθόρως τεκούσης τὸν Χριστόν. Καὶ ἡ ἀφήγησις αὔτη τώρα μοῦ φέρει εἰς τὴν ἐνθύμησιν τὴν ὡραίαν ἑορτὴν τῆς πατρίδος μου, αὐτὴν τὴν ἰδίαν, καθ᾿ ἣν συνήθως τίθεται εἰς προσκύνησιν ἡ εἰκὼν τῆς Παναγίας ἡ ἐπονομαζομένη Γαλακτοτροφοῦσα, ὡς θηλάζουσα τρυφερῶς ἐν ταῖς ἀγκάλαις της τὸ θεῖον βρέφος, ὅτε καὶ τὰ παιδία τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους ἔψαλλον τοὺ ἑπομένους γλυκυτάτους πρὸς τὴν Δέσποιναν τοῦ κόσμου στίχους:


Δέποινα πάντων Δέσποινα
Καὶ πάντων ὑπερτέρα
Καὶ πάντων ὑπερέχουσα
Τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Ἔκτεινον χεῖρα κραταιὰν
Καὶ σκέπασον τὸν κόσμον.
Ὅλον τὸν κόσμον σκέπασον
τῇ κραταιᾷ σου σκέπῃ·
τοὺς ἱεροὺς εὐλόγησον
τοὺς σοὶ ἱερουργοῦντας,
τοὺς μοναχοὺς συμπάθησον
τοὺς σὲ παρακαλοῦντας.

Ὅταν καθίσῃ ὁ Κριτὴς
κρῖναι τὴν Οἰκουμένην
τότε ἡμᾶς βοήθησον
Δέσποινα Παναγία

 *
Ὁ χιονώδης χθὲς καιρὸς ὅπου ὅλην τὴν ἡμέραν ἐχιόνιζεν εἰς ὅλα τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς βουνά, ἐπέτεινεν τὸ ψῦχος ἀρκετὰ ἐν τῇ πόλει, ἀλλ᾿ ἀντὶ νὰ ψυχράνῃ τὴν θερμότητα τῆς ἑορτῆς, τοὐναντίον εἰς ὅλας τὰς συνοικίας ἀνήφθησαν τόσαι θερμάστραι, ὅσα εἶναι τὰ ὑπόγεια ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀνεδίδετο μία  […] τοῦ μόνου κατὰ τοῦ ψύχους ἀντιφαρμάκου.
Διὰ τοῦτο καθ᾿ ὅλην τὴν νύκτα σχεδὸν ἀντήχουν τὰ ἄσματα τὰ παροίκια, τὰ ὁποῖα οἱ χριστουγεννιάτικοι κωμασταὶ διέσπειραν εἰς τὰ τέσσερα ἄκρα τῆς πόλεως, ἄλλοι μὲν ἀπερχόμενοι εἰς τὰς οἰκίας των ἐκ τῶν ὑπογείων, ἄλλοι δὲ ἐκ τῶν φιλικῶν οἰκιῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις ηὐθύμησαν.
     Χθὲς δὲ τέλος, μετὰ μίαν καλὴν ἀνάπαυσιν, πολὺ βραδέως καὶ μὲ πολλὴν ἀνορεξίαν ἐπανήρχισεν ὁ λαὸς τὰς ἐργασίας του, ἂν καὶ εἶχεν διάθεσιν ἀγαθὴν νὰ τιμήσῃ ἀρκούντως καὶ τὸν Ἅγιον Στέφανον, ἀλλὰ ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν κατεπείγουσαν νὰ ἐξοικονομήσῃ λ ε φ τ ὰ διὰ τὴν προεγγίζουσνα Πρωτοχρονιάν, [δὲν] ἐπεδόθη εἰς νέον νυχτέρι, ἀναλαβὼν ἀρκετὲς δυνάμεις  ἀπὸ τὴν [διή]μερον αὐτὴν ἄνεσιν. 

Ὁ ταξειδιώτης»
*Πρώτη δημοσίευση στὴν ἐφ. «ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» τῶν Γρεβενῶν, φ. 755, στὶς 22 Δεκ. 2017.
**Μὲ [ ] τὰ δυσανάγνωστα μέρη.

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠ. ΤΣΙΩΛΗΣ