Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

ZAXAΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: Πάσχα τοῦ 1900


Ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς
Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου χρονογραφεῖ γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ 1900
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
(σκίτσο Χριστίνας Κατσάρη) 

Γιὰ τὸ πρῶτο Πάσχα τῆς νέας ἑκατονταετηρίδος ἀρθρογραφεῖ ὁ νεώτατος, μόλις 23 ἐτῶν,[1] Καρπενησιώτης λόγιος Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940), μὲ ἐκτενὲς χρονογράφημά του στὸ πρωτοσέλιδο τῆς ἐφ. «Σκρίπ», στὶς 11 Ἀπριλίου 1900· τῆς Τρίτης τῆς Διακαινησίμου τοῦ Πάσχα ἐκείνης τῆς χρονιᾶς. Τὸ ἄρθρο, ποὺ τὸ ὑπογράφει ὡς Ζ. Π., ἀπαρτίζεται ἀπὸ πέντε ἐπὶ μέρους στιγμιότυπα καὶ καταστάσεις τῆς ἐποχῆς ποὺ ἀπηχοῦν τὶς  παραδόσεις καὶ τοὺς λατρευτικοὺς τύπους τοῦ Πάσχα στὴν Ἀθήνα ἀλλὰ καὶ στὴν ὀρεινὴ Ἑλλάδα. Μὲ ἐπιγραμματικότητα σκέψης καὶ σατιρικὴ δηκτικὴ διάθεση, ὅπως εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν χρονογράφημάτων του,  προσπαθεῖ, μὲ τὴν ποιότητα τοῦ ὕφους καὶ τῆς τεχνικῆς του, νὰ ἀποδώσει κάποιες λεπτὲς ἀποχρώσεις ἀπὸ τὸν καμβᾶ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ τὴν ἐφ. «Σκρίπ» συνεργάζεται ὡς ἀρθρογράφος ἀπὸ τὸ 1895 σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν.[2] Ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι ἡ ἁπλὴ καθαρεύουσα μὲ ἀρκετὰ δημώδη στοιχεῖα, ὅπως συνήθιζε στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δημοσιογραφικῆς του παρουσίας.[3]  
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1667 / 11. 4. 1900, σ. 1.

Στὴν πρώτη σκηνὴ τοῦ χρονογραφήματός του ἀναφέρεται στὸ χαρακηριστικὸ λαογραφικὸ γνώρισμα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ὁ οἰκογενειακὸς χαρακτήρας του. Ἡ συγκέντρωση τῶν οἰκογενειῶν κατ᾿ οἶκον, μὲ τὰ πασχαλινὰ αὐγὰ καὶ τὸν ὀβελία, ποὺ ἔχει ὅμως ὡς συνέπεια, ἀκόμη καὶ μέχρι τὶς μέρες μας, οἱ μεγάλες πόλεις, ἡ πρωτεύουσα μὲ τοὺς δρόμους της, νὰ ἐρημώνουν ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀνθρώπινη παρουσία καὶ ζωή:

Καὶ αὐτὰ ἔχει ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς. Φεύγει ἀπὸ τοὺς δρόμους, φεύγει ἀπὸ τὰ πλάτη τοῦ ὑπαίθρου καὶ κλείεται ὑπὸ μίαν στέγην … Ἂν τὴν ἡμέραν αὐτὴν γυρίσῃς εἰς τοὺς δρόμους φαίνεσαι ἁπλούστατα ὡς ἐπαίτης ζητιανεύων ζωήν
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1667 / 11. 4. 1900, σ. 1.

Τὸ δεύτερο πασχαλινὸ στιγμιότυπο ποὺ σχολιάζει ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου ἀφορᾶ τὴν συμπαθῆ τάξη τῶν νεαρῶν ὑπαλλήλων τῶν παντοπωλείων τῆς ἐποχῆς: τῶν μπακαλοπαίδων ὅπως ἀποκαλοῦνται, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σὲ κατάσταση εὐθυμίας ἀπὸ τὴν οἰνοποσία καὶ θορυβοῦν στοὺς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ λεπτὴ χιουμοριστικὴ εἰρωνικὴ διάθεση περιγράφει σκηνὲς ἀπὸ τὴν ἐργασία τους ἀλλὰ καὶ τὴ διασκέδασή τους:
Εἶναι τόσον ὁρμητικὸν τὸ κέφι τῶν νεαρῶν εὐσάρκων βιοπαλαιστῶν, ὥστε σκορπίζει ἀφθόνως φαιδρότητα εἰς τὴν  κρύαν πόλιν ἡ διέλυσις ἑνὸς βιζαβὶ[4] ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξέχουν χονδροὶ πόδες μὲ τακούνια ὑψωμένα πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ὅπου διακρίνονται αἱματώδεις λαιμοὶ φουσκωμένοι ἀπὸ τὸ ᾆσμα καὶ κεφαλαὶ λικνιζόμεναι ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῆς μέθης … [ὁ μπακαλόπαις] …  Ἀνέρχεται τὴν σκάλαν τῶν σπητιῶν τραγουδῶν, μὲ ὅλον τὸ ζεμπίλι τὸ ὁποῖον τοῦ κάθεται εἰς τὸν ὦμον, καὶ φεύγει ὡς Δὸν Ζουὰν φορτωμένος μειδιάματα  καὶ φιλοφρονήσεις δουλικῶν, τὰ ὁποῖα ρίπτουν πάντοτε ἰδιαιτέρως εὐμενῆ βλέμματα πρὸς τὴν μπακαλοπαιδικὴν εὐρωστίαν.
Στὴν τρίτη σκηνὴ ὑπογραμμίζει τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα σὲ στρατιωτικὲς μονάδες. Δηλώνει πὼς ἡ δύναμη τοῦ ἀναστάσιμου μηνύματος εἶναι τόση ὥστε, τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, καταλύει ἀκόμη καὶ τὸν ἰδιαιτέρως αὐστηρό χαρακτῆρα τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ ἱεραρχίας καὶ οἱ ἱεραρχικὰ ἀνώτεροι συγχρωτίζονται μὲ τοὺς κατώτερους, χωρὶς νὰ τηρεῖται τὸ τυπικὸ πρωτόκολλο πειθαρχίας  τῶν ὑπηρεσιακῶν σχέσεων τους:
ἡ «συγκρατοῦσα τοὺς στρατοὺς κτλ.» πειθαρχία τρέπεται εἰς φυγήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μύσταξ τοῦ λοχίου παύει νὰ ἀγριεύῃ πρὸς τὸν στρατιώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δύο ἄκρα τοῦ στρατοῦ, ὁ στρατιώτης καὶ ὁ Βασιλεὺς συναντῶνται ὡς δύο καλοὶ φίλοι καὶ τσιγκρίζουν αὐγά.
Τονίζει ἀκόμη τὶς ἰδιαίτερες γευστικὲς περιποιήσεις τῶν ἐπισκεπτομένων τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, ὅπου:
οἱ καλοὶ ὑπαξιωματικοὶ σᾶς προσφέρουν τοὺς τρυφεροὺς μεζέδες τοῦ ὀβελίου, παρεσκευασμένους κατὰ τὴν ἀνεφίκτου τελειότητος κοκορετσοποιητικὴν τέχνην τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν.

Ἀκολούθως, ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου μὲ διάθεση λεπτῆς εἰρωνείας καὶ σαρκασμοῦ περιγράφει ἐπιγραμματικὰ τὸ στρατιωτικὸ ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτῆρα τοῦ Πάσχα στὶς ὀρεινὲς ἐπαρχίες. Ἐμμέσως, πλὴν σαφῶς, ἀναφέρεται σὲ πασχαλινὲς ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὴ γενέτειρά του, τὸ Καρπενήσι, ὅπου:

Ὁ ὀβελίας διαμελίζεται ἐπὶ εὐωδιάζοντος στρώματος ἐλατοκλάδων … ἕπεται γλεντοκόπημα ἀντηχοῦν εἰς πᾶσαν τὴν θαμμένην ἐντὸς καπνοῦ ἐπαρχιακὴν πόλιν.

Ἀναφέρεται μάλιστα σὲ μία ἐνθύμησή του ποὺ τοῦ εἶχε κάμει μεγάλη ἐντύπωση· μία ἐπιγραφὴ στὸν ἐξώστη τοῦ τοπικοῦ σταθμοῦ χωροφυλακῆς. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴν τὴν ἐπιγραφὴ καυτηριάζει τὴν συμπεριφορὰ καὶ πρακτικὴ τῶν ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς:

Ἐκ τῶν καπνισμένων αὐτῶν ἀναμνήσεων διέσωσα μίαν ἐπιγραφὴν τὴν ὁποία εἶδα κατὰ τὸ Πάσχα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου τοῦ καταστήματος τῆς χωροφυλακῆς.
«Ἡ χωροφυλακή, ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται τὸ ἰσχυρότερον στήριγμα τῆς κυβερνήσεως»
  Καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐζήτουν νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιγραφῆς, ἤκουσα ἀπὸ τὸ κατῶγι τῆς χωροφυλακῆς πολίτην στενάζοντα, διότι τὴν προηγουμένην εἶχε δαρῆ μέχρι αὐλακώσεως τῶν πλευρῶν του διὰ βουνεύρου.       
 Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου ὁλοκληρώνει τὸ χρονογράφημά του σχολιάζοντας μὲ σκωπτικὴ διάθεση τὸν λόγο τῶν ἱεροκηρύκων στοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγ. Ἑβδομάδος. Θεωρεῖ πὼς ὁ λόγος τους βρίθει κοινοτοπιῶν καὶ ὑπερβολῶν. Ἐξαιρεῖ μόνον τὸν τότε κήρυκα τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Γεώργιο Γέγλε:[5]
Οἱ ἱεροκήρυκες ἐσκόρπισαν καὶ ἐφέτος εἰς τοὺς Ἀθηναϊκοὺς ναοὺς θησαυροὺς φράσεων καὶ περιόδων  καλῶς συντεταγμένων καὶ συνδεομένων διὰ τοῦ δὲ καὶ τοῦ γάρ. … ὁ μόνος ἀναδειχθεὶς ὑπεράνω τῶν κοινοτυπιῶν, ἦτο ὁ ὁμιλήσας εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης καθηγητὴς κ. Γέγλες
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.

Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, λίγες μέρες νωρίτερα, τὴν Μεγάλη Παρασκευή, στὶς 7 Ἀπριλίου 1900, πάλι στὴν ἐφ. «Σκρίπ», σὲ χρόνογράφημά του μὲ τίτλο «ΣΚΕΨΕΙΣ ΡΩΜΗΟΥ (ΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ)» καὶ πάλι μὲ τὴν ὑπογραφὴ Ζ.Π.  ἐκφράζει τὴν ἀπογοήτευσή του γιὰ τὴν ἔλλειψη βυζαντινότροπων ἱεροψαλτῶν στοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ σημειώνει πὼς σχεδὸν μοναδικοὶ παραδοσιακοὶ ἱεροψάλτες εἶναι οἱ δύο Σκιάθιοι διηγηματογράφοι Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης:
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.

Ἡ βυζαντινὴ ἁπλούστατα κατέπεσεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι δὲν ὑπάρχουν ψάλται. Καὶ σήμερον κινδυνεύουν νὰ μείνουν μόνοι βυζαντινομανεῖς ὁ κ. Παπαδιαμάντης καὶ ὁ κ. Μωραϊτίδης, οἱ δύο ἀσκηταὶ διηγηματογράφοι μας…[6]
ΗΧΩ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ[7]
Καλὴ καὶ ἁγία ἡ συγκέντρωσις εἰς τὸν οἶκον. Καλὸς καὶ ὁ πάτερ-φαμίλιας μὲ τὴν γενειάδα του, καλοὶ καὶ οἱ θρίαμβοι τῶν αὐγῶν μὲ τὴν στερεὰν μύτην, καλῶς ψημένον καὶ τὸ ἀρνί. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ἐρημία τῶν δρόμων τῆς πόλεως, ὁ ἀπότομος ἐξαφανισμὸς τοῦ ὡραίου ἐξωτερικοῦ κόσμου, τῶν ὡραίων μορφῶν, τῶν περιπάτων, τὸ στείρευμα τῶν ποταμῶν τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι βοοῦν εἰς τὰς ὁδοὺς ὅλας τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ χάνονται δύο τρεῖς φορὰς τὸ ἔτος, αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι εὐφροσύνη. Τὴν στιγμὴν ποὺ σοῦ παρουσιάζεται μὲ ἀλγεβρικὴν στρυφνότητα τὸ πρόβλημα «πῶς θὰ περάσῃς τὴν ὥραν» καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ λύσῃς, εἶσαι ἀσφαλῶς δυστυχὴς ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὰ ἔχει ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς. Φεύγει ἀπὸ τοὺς δρόμους, φεύγει ἀπὸ τὰ πλάτη τοῦ ὑπαίθρου καὶ κλείεται ὑπὸ μίαν στέγην ἢ ἐντὸς μιᾶς μάνδρας ἀποπνιγομένης ἐκ καπνοῦ καὶ κνίσσης. Ἂν τὴν ἡμέραν αὐτὴν γυρίσῃς εἰς τοὺς δρόμους φαίνεσαι ἁπλούστατα ὡς ἐπαίτης ζητιανεύων ζωήν.
*
Μόνον οἱ μπακαλόπαιδες ἀπομένουν κυρίαρχοι τῶν ὑπαιθρίων Ἀθηνῶν κατὰ τὸ Πάσχα. Καὶ εἶναι τόσον ὁρμητικὸν τὸ κέφι τῶν νεαρῶν εὐσάρκων βιοπαλαιστῶν, ὥστε σκορπίζει ἀφθόνως φαιδρότητα εἰς τὴν  κρύαν πόλιν ἡ διέλυσις ἑνὸς βιζαβὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξέχουν χονδροὶ πόδες μὲ τακούνια ὑψωμένα πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ὅπου διακρίνονται αἱματώδεις λαιμοὶ φουσκωμένοι ἀπὸ τὸ ᾆσμα καὶ κεφαλαὶ λικνιζόμεναι ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῆς μέθης. Ὅλα αὐτὰ συγκεντρωμένα εἰς τὸν μαπακαλόπαιδα. Εἶναι ἀληθὴς βιοπαλαιστής. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδαν κάμνει ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἰς ἄλλα μέρη ἔχει ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὰς γνωστὰς ἀπορροφητικὰς μηχανὰς ποὺ ἀναβιβάζουν τὸν οἶνον  ἀπὸ τὰ ὑπόγεια.
Ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς ταλαιπωρίας του ἔχει πάντοτε τὴν ἐρυθρὰν στρογγυλότητα κοκκινογουλίου καὶ τὴν εὐθυμίαν ἐκείνων ποὺ ποτίζει μὲ ρετσινάτον. Ἀνέρχεται τὴν σκάλαν τῶν σπητιῶν τραγουδῶν, μὲ ὅλον τὸ ζεμπίλι τὸ ὁποῖον τοῦ κάθεται εἰς τὸν ὦμον, καὶ φεύγει ὡς Δὸν Ζουὰν φορτωμένος μειδιάματα  καὶ φιλοφρονήσεις δουλικῶν, τὰ ὁποῖα ρίπτουν πάντοτε ἰδιαιτέρως εὐμενῆ βλέμματα πρὸς τὴν μπακαλοπαιδικὴν εὐρωστίαν.

*
Τὸ πασχαλινὸν ξεφάντωμα τῶν στρατώνων εἶναι ἓν δημόσιον θέαμα παρεχόμενον δωρεὰν εἰς τοὺς πλανώμενους ἀνὰ τὴν μελαγχολικὴν πόλιν καὶ ἀναζητοῦντας ματαίως διαβάτας καὶ θόρυβον.
Ἀξίζει δὲ νὰ παρίσταται κανεὶς εἰς τὴν μοναδικὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ «συγκρατοῦσα τοὺς στρατοὺς κτλ.» πειθαρχία τρέπεται εἰς φυγήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μύσταξ τοῦ λοχίου παύει νὰ ἀγριεύῃ πρὸς τὸν στρατιώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δύο ἄκρα τοῦ στρατοῦ, ὁ στρατιώτης καὶ ὁ Βασιλεὺς συναντῶνται ὡς δύο καλοὶ φίλοι καὶ τσιγκρίζουν αὐγά. Ἡ καλλιτέρα ὥρα διὰ νὰ ἴδῃ ἢ μᾶλλον νὰ γευθῇ κανεὶς τὸ Πασχαλινὸν γλέντι τῶν στρατώνων εἶναι ἡ πρωϊνή, ὅταν οἱ καλοὶ ὑπαξιωματικοὶ σᾶς προσφέρουν τοὺς τρυφεροὺς μεζέδες τοῦ ὀβελίου, παρεσκευασμένους κατὰ τὴν ἀνεφίκτου τελειότητος κοκορετσοποιητικὴν τέχνην τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν.
Διὰ τοῦτο καὶ τὰς καλλιτέρας ἐντυπώσεις, δηλαδὴ τοὺς καλλίτερους μεζέδες ἀπεκόμισαν οἱ ἐπισκεφθέντες τὰ παραπήγματα ἐκ τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος.

* 

Εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας τὸ στρατιωτικὸν γλέντι κατὰ τὸ Πάσχα ἔχει πάντοτε ἑλληνικώτερον τύπον, ἁπλούστατα διότι καὶ τὸ περιεχόμενον καὶ τὸ περιέχον εἶναι ἑλληνικώτερον, ὁ δὲ ὀβελίας διαμελίζεται ἐπὶ εὐωδιάζοντος στρώματος ἐλατοκλάδων. Οἱ στρατῶνες οἱ μαῦροι καὶ παλαιοί, οἱ διασώζοντες τὴν φυσιογνωμίαν τῶν παλαιῶν ἀνθυγιεινῶν στρατώνων, φαιδρύνονται μὲ τὴν ἄφθονον πρασινάδαν, ἡ ὁποία σκεπάζει  τὰς τριζούσας κλίμακας, καὶ τὰ μακρὰ μπαλκόνια, πλαισιοῦντα τὰς ἀορίστου χρώματος εἰκόνας τῶν Ἑλλήνων Βασιλέων.
Καὶ ἕπεται γλεντοκόπημα ἀντηχοῦν εἰς πᾶσαν τὴν θαμμένην ἐντὸς καπνοῦ ἐπαρχιακὴν πόλιν. Ἐκ τῶν καπνισμένων αὐτῶν ἀναμνήσεων διέσωσα μίαν ἐπιγραφὴν τὴν ὁποία εἶδα κατὰ τὸ Πάσχα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου τοῦ καταστήματος τῆς χωροφυλακῆς.
«Ἡ χωροφυλακή, ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται τὸ ἰσχυρότερον στήριγμα τῆς κυβερνήσεως»
Καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐζήτουν νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιγραφῆς, ἤκουσα ἀπὸ τὸ κατῶγι τῆς χωροφυλακῆς πολίτην στενάζοντα, διότι τὴν προηγουμένην εἶχε δαρῆ μέχρι αὐλακώσεως τῶν πλευρῶν του διὰ βουνεύρου.[8]

*
Οἱ ἱεροκήρυκες ἐσκόρπισαν καὶ ἐφέτος εἰς τοὺς Ἀθηναϊκοὺς ναοὺς θησαυροὺς φράσεων καὶ περιόδων  καλῶς συντεταγμένων καὶ συνδεομένων διὰ τοῦ δὲ καὶ τοῦ γάρ. Εἷς ἐξ αὐτῶν ἤρχισε τὸν λόγον του ἀπὸ τὴν φράσιν τοῦ Χριστοῦ «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» καὶ κατέληξεν ὡς ἑξῆς:
—Ἰδοὺ διατί, ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ ὁ Ἐτὲμ ἔφθασε μέχρι Ταράτσας.[9]
Καὶ οὕτω καθ᾿ ἑξῆς. Μοῦ εἶπον ὅτι ὁ μόνος ἀναδειχθεὶς ὑπεράνω τῶν κοινοτυπιῶν, ἦτο ὁ ὁμιλήσας εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης καθηγητὴς κ. Γέγλες. Οἱ ἄλλοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἐξήντησαν τὸ ἀκροατήριον περισσότερον τῆς σαρακοστῆς.
Ἀλλὰ τὸ ρεκὸρ τὸ κατέχει πάντοτε ὁ γνωστὸς ἐν Ἀθήναις θεολόγος,[10] ὁ ὁποῖος πέρυσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἤρχισε τὸν λόγον του εἰς τὸν ναόν εἶναι γνωστὸν εἰς ποῖον ναόνὡς ἑξῆς:
—Μολονότι διῆλθον ὅλην τὴν παρελθοῦσαν νύκτα βασανιζόμενος ὑπὸ κοιλιακῶν ἐνοχλήσεων…

Ζ. Π.


[1]Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, χαρισματική, εὐφυὴς καὶ καλλιεργημένη μορφὴ τῶν γραμμάτων μὲ ξεχωριστὸ ὕφος καὶ παρατηρητικότητα ἄρχισε νὰ ἀρθρογραφεῖ ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν μόλις 16 ἐτῶν στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις» τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη· Διαβάζω, 285 (1992) 58.
[2] Βλ. Φωτεινὴ Κεραμάρη, Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὡς πεζογράφος, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2001, σ. 64, 219.
[3] Στὸ ἴδιο, σ. 68.
[4] Ἀπὸ τὴ Γαλλικὴ ἐπιρρηματικὴ ἔκφραση΄΄vis-à-vis΄΄ ποὺ σημαίνει κατ᾿ ἔναντι. Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου ὀνομάζονταν ἔτσι οἱ ἄμαξες μὲ ἕνα ἢ δύο ἄλογα καὶ μὲ τέσσερις θέσεις ἐπιβατῶν ἔτσι ὥστε νὰ κάθονται ἀνὰ δύο ΄΄βιζαβί΄΄ δηλ. ἀπέναντι, ἀντικριστά.
[5] Γεώργιος Σπ. Γέγλες (Ζάκυνθος 9. 4. 1860 - Ἀθῆναι 1828). Θεολόγος μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Σαρδηνία. Καθηγητὴς στὴν Μέση Ἐκπαίσευση, συγγραφέας θεολογικῶν μελετῶν καὶ ἱεροκήρυκας· βλ. Λεωνίδας Χ. Ζώης, Λεξικὸν ἱστορικὸν καὶ λαογρραφικὸν Ζακύνθου, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1963, σ. 118· Σπυρίδων Ν. Ἀβούρης, «Γέγλες Γεώργιος», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τ. 4, στ. 238.
[6] Ἐφ. Σκρίπ, φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.
[7] Ἐφ. Σκρίπ, φ. 1667 / 11. 4. 1900, σ. 1.
[8] Πρόκειται προφανῶς γιὰ παιδικὴ ἀνάμνηση τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου, ὅταν διέμενε στὸ Καρπενήσι. Γιὰ τὸ διάστημα παραμονῆς τοῦ Παπαντωνίου στὸ Καρπενήσι βλ.  Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Ἀλήθεια εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δὲν πρέπει νὰ λέγεται. 90 Παρισινὰ Γράμματα, ἐπιμέλεια – προλογος – εἰσαγωγή Νίκος Α. Ζωρογιαννίδης, ἐκδ. Ἁρμός, σ.  16.
[9] Ὁ Ἐτὲμ Πασᾶς (1851-1909) ἦταν Ὀθωμανὸς στρατιωτικὸς καὶ πολιτικός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897 ἠγήθηκε ὡς ἀρχιστράτηγος τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων στὴ Θεσσαλία. Τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἔφτασαν μέχρι τὸ χωριὸ Ταράτσα, τέσσερα χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Λαμία, ὅπου ἡ ἑλληνικὴ πλευρά ‒μὲ τέχνασμα‒ ἔπεισε  τὸ στρατηγεῖο τῶν Ὀθωμανῶν γιὰ ὑπογραφὴ  ἀνακωχῆς, στὶς 8 Μαΐου 1897, καὶ ἔτσι ἀπεφεύχθη ἡ κατάληψη τῆς Λαμίας.
[10] Ἄγνωστο σὲ ποιὸν ἱεροκήρυκα ἀναφέρεται ὁ Παπαντωνίου. Ἐνδεχομένως, κατὰ πληροφορίαν, πρόκειται περὶ τοῦ Μιχαὴλ Γαλανοῦ (1862-1948), ἱεροκήρυκα καὶ πολιτικοῦ, ἱδρυτικοῦ μέλους τοῦ συλλόγου «Ἀνάπλασις»· βλ. Κωνσταντῖνος Κούρκουλας, «Μιχαὴλ Γαλανός», Ἠθικὴ καὶ Θρησκευτικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τ. 4, στ. 155-157.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

«ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΞΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥ ΣΟΛΩΝ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΟΝ»

Στὴν ἐφ. «ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ», φ. 72, Ὀκτ.-Νοέ.-Δεκ. 2017, σ. 5 δημοσιεύουμε μία φωτογραφία ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1950 μὲ τὰ ἀνάλογα σχόλια:
Ἐνθύμιον μὲ τοὺς ἐξαδέλφους μου Σόλων καὶ  Ἄγγελον
«Ὀνειρευόμαστε τὴν ἀθανασία ἀπὸ παιδιά»
Μίλαν Κούντερα, Ἡ Ἀθανασία

Εἶναι σύγχρονο μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, γραμμένο στὸ γενετικό του ὑλικό, τὸ αἴτημα γιὰ ἀθανασία. Σ᾿ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση λειτουργεῖ ‒σὲ κάποιο βαθμό‒  καὶ ἡ φωτογραφία. Τὸ δηλώνει, ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, ὁ ἀείμνηστος συγχωριανός μας Παναγιώτης Βασ. Τσιώλης στὴν πίσω πλευρὰ μιᾶς ἱστορικῆς φωτογραφίας του, ποὺ ἦλθε στὴν κατοχή μας καὶ τὴν δημοσιεύουμε. Ἔχει ληφθεῖ ἀπὸ ἄδηλο φωτογράφο στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 στὸν συνοικισμὸ Στανάδες τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν, στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ καταστήματος τοῦ ἐπίσης μακαρίτη Κώστα Γούλα. Στὸ βάθος τῆς φωτογραφίας διακρίνεται μέρος τῆς οἰκίας τοῦ Χαράλαμπου Ἀργυρίου.
Ἐξ ἀριστερῶν:
Παναγιώτης Βασ. Τσιώλης, Ἄγγελος Γεω. Δημητρίου, Σόλων Χρ. Τσιώλης
Σημειώνει χαρακτηριστικά:   
Ἐνθύμιον μὲ τοὺς ἐξαδέλφους μου Σόλων καὶ  Ἄγγελον γιὰ νὰ μὲ θυμοῦνται. Εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ Κώστα Γούλα. Γιὰ νὰ θυμόμαστε τὰ χρόνια ἐκεῖνα πῶς περνοῦν. Ὅλα χῶμα θὰ γίνουν καὶ ἡ φωτογραφία μου θὰ ζῇ αἰώνια.
Τσιώλης Παναγιώτης
Ἡ ἐνθύμηση
στὴν πίσω πλευρὰ
τῆς φωτογραφίας.
Πράγματι  ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν· χῶμα ἔγιναν. Μόνο ποὺ ἐνῷ ἡ φωτογραφία θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀπολεσθεῖ καὶ ὁ χρόνος τῆς ἀθανασίας της νὰ εἶχε περιορισθεῖ σημαντικὰ [ἀκόμη καὶ χωρὶς τὴν ἀπώλεια τῆς φωτογραφίας ἀλλὰ μὲ τὴν ὀφειλόμενη ἀπ᾿ ὅλους μας κοίμηση τῶν ἀπογόνων], μὲ τὴ δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα αὐξάνεται καὶ πληθύνεται ἡ διάρκεια τῆς ἀθανασίας καὶ ἰσχύουν ἀκόμη περισσότερο καὶ οἱ τελευταῖες λέξεις τοῦ σημειώματος: καὶ ἡ φωτογραφία μου θὰ ζῇ αἰώνια· μέσῳ ὅμως τῆς κυκλοφορίας τῆς ἐφημερίδας τόσο σὲ ἔντυπη ὅσο καὶ στὴν ‒ἄγνωστη γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη‒ ἠλεκτρονικὴ μορφή. Αἰωνία, λοιπόν, ἡ μνήμη καὶ τῶν τριῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι:
Σόλων  Χρ. Τσιώλης (Μεγ. Βραγγιανὰ 4/12/39 – Ἀθήνα 19/6/1983). Γεννήθηκε στὰ Μεγ. Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων. Τελειόφοιτος τοῦ ἑξαταξίου Γυμνασίου Καρδίτσας. Ὁ ἀνάδοχός του, ἴσως διακατεχόμενος ἀπὸ τὸ λεγόμενο προορατικὸ χάρισμα, τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα Σόλων· τοῦ ἀρχαίου Ἀθηναίου φιλοσόφου, νομοθέτη καὶ ποιητῆ. Πράγματι, παρόμοια ἦσαν τὰ χαρίσματα τοῦ Σόλωνα Τσιώλη: ἄνθρωπος τῆς δικαιοσύνης, τῆς τιμιότητας καὶ τῶν γραμμάτων. 



 Ὁ ἀείμνηστος Σόλων σὲ πανήγυρι
τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς στὰ 1976.
Δίπλα του ὁ Βασίλης Γεω. Τσιώλης.  

Ἀξιαγάπητος ἀπ᾿ ὅλους, διακρινόταν γιὰ τὴν ἰδιαίτερη μέριμνά του γιὰ τὸν τόπο μας καὶ τὴν σπάνια ποιότητα τοῦ χαρακτῆρα καὶ τοῦ ἤθους του. Στὶς 14 Νοε. 1981 ἐνυμφεύθη τὴν Ἐλισσάβετ Σαχίνη. Ἐργάστηκε στὴν ἑταιρεία SOFTEX στὴν Ἀθήνα καὶ διετέλεσε γενικὸς διευθυντής της. Ἐκοιμήθη μόλις 44 ἐτῶν…
Παναγιώτης Βασ. Τσιώλης.(Μεγ. Βραγγιανὰ 1908 – Ἀθήνα 2002) νυμφευμένος μὲ τὴν Ἐλισσάβετ Μπάρκα ἀπό τὴ Χρύσω τῶν Ἀγράφων, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τρία τέκνα: τὸν (†2008) Γεώργιο, τὴν Εὐσταθία καὶ τὴν Ἑλένη. Βετεράνος τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου στὰ βουνὰ τῆς Β. Ἠπείρου. Ἐργάστηκε ὡς ὑποδηματοποιὸς στὰ Μεγ. Βραγγιανὰ καὶ μετέπειτα στὴν Ἀθήνα ὡς πωλητὴς λαϊκῶν ἀγορῶν ἀπὸ ὅπου καὶ συνταξιοδοτήθηκε.
Ἄγγελος Γεω. Δημητρίου (Μεγ. Βραγγιανὰ 4/10/1922 – Θήβα 3/2/2011) ράφτης καὶ κτηνοτρόφος σύζυγος τῆς Λαμπρινῆς Παπαδοπούλου μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησαν ἕξη παιδιά: τὸν Χαράλαμπο, τὸν Γεώργιο, τὸν Ἀθανάσιο, τὴ Φρειδερίκη, τὴν († 2012) Ἑλένη καὶ τὸν Δημήτριο.
Ὁ τόπος ὅπου ἐλήφθη ἡ φωτογραφία
ὅπως εἶναι σήμερα

Ἰδιαίτερη μνεία γίνεται γιὰ τὸν Σόλωνα Τσιώλη γιατὶ ὅταν ἐκοιμήθη ἡ ἐφ. «ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ» δὲν ὑπῆρχε καὶ ἔτσι δὲν εἶχε γραφεῖ κάτι γι᾿ αὐτόν. Ξεχωριστὸ  χαρακτηριστικὸ γνώρισμα γιὰ τὸν Σόλωνα εἶναι πὼς οἱ ἀρετὲς τοῦ βίου του παρέμειναν καὶ  παραμένουν μέχρι τὶς μέρες μας ζωντανὲς στὴ μνήμη τῶν συγχωριανῶν μας καὶ τῶν οἰκείων του. Ἔτσι, ὁ ἀνεψιός του Χρῆστος Τσιώλης, γιὸς τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώρου Χρ. Τσιώλη († 11/10/1995) ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά  του, τὸ ὁποῖο γεννήθηκε τὸ 1989, τὸ βάπτισε τιμητικὰ μὲ τὸ ὄνομα Σόλων, ἐνῶ ἡ ἀνεψιά του Δήμητρα Μπέμπελη, θυγατέρα τῆς ἀδελφῆς του Ἐλευθερίας, ὀνοματοδότησε τὸν πρὶν λίγους  μῆνες γεννηθέντα πρωτότοκο γιό της, ὡς Σόλων καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα ἐπίκειται ἡ βάπτισή του ἐντὸς τοῦ 2018. Μακάρι νὰ τύχουν τοῦ προνομίου νὰ κληρονομήσουν τὰ χαρισματικὰ προσόντα τοῦ Σόλωνα Χρ. Τσιώλη, ἀλλά, πῶς ὄχι, καὶ τοῦ Ἀθηναίου φιλοσόφου.
Ἁπὸ τὴν ἐφ. "ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ"
φ. 72, σ. 5.








Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης










Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Στὶς 3 Ἰανουαρίου 2018 συμληρώνονται 107 ἔτη ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Εἶναι γνωστὲς καὶ ἔχουν κατὰ καιροὺς δημοσιευτεῖ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ σχέση ‒ φιλικὴ καὶ συγγενική τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τοὺς Ἀγραφιῶτες. Τὸ ἱστολόγιο μας τιμᾷ τὴ μνήμη του ἀναδημοσιεύει ἕνα ἄρθρο μὲ τίτλο: «Ἡ ἀθέατη τραγωδία τῆς αὐτάρκειας», ἀπὸ τὴν καλὴ φίλη τῶν Ἀγράφων, τὴν κ. Μαντὼ Μαλάμου δρ. φιλολογίας,  μὲ σχόλια σὲ δύο διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ κείμενο δημοσιεύτηκε τὸ 2001 στὸ τεῦχος 48 τοῦ Κυπριακοῦ περιοδικοῦ «Ἀκτή».

Σύγχρονο σχέδιο (2018), ὑπὸ Σπ. Σιατούφη.
Τὸ δημοσίευμα πραγματεύεται τὸ αἴσθημα τῆς αὐτάρκειας μιᾶς ἐγωτικὰ τακτοποιημένης εὐζωίας ποὺ διακατέχει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς μεθᾷ και δὲν ἀντιλαμβάνονται πὼς οὐσιαστικὴ διαρκὴς αὐτάρκεια ζωῆς καὶ βεβαιότητες καὶ ἰσόβια ἀσφάλεια δὲν ὑφίστανται. Ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἀνατραπεῖ ἡ ὁποιαδήποτε ἰσσόρροπη κατάσταση καὶ ἡ σιγουριὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀπελπισίας, τῆς δυσθυμίας καὶ τῆς ἀπογοήτευσης. Μόνη κατάσταση ποὺ σώζει καὶ ἡρεμεῖ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο ἡ ἀνιδιοτελὴς καὶ ἀπροϋπόθετη ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. 
Πολλὲς φορὲς μία λεπτὴ γραμμή, μία μικρῆς διάρκειας χρονικὴ στιγμή, χωρίζει τὴν παραδεισένια κατάσταση ἀπὸ τὴν ὁλοσχερῆ καταστροφή. Ἕνα ταχὺ φαινόμενο ἐντροπίας ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ κατάσταση στὴν ἄλλη δίχως νὰ μπορεῖ νὰ ἐλεγθεῖ. Οἱ ξουσιαστικὲς δομὲς ὅσο πιὸ ἐπίβουλες εἶναι τόσο περισσότερο ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια τῶν λεγομένων κεκτημένων τοῦ ἐξουσιαστοῦ:
«ἐὰν μένουμε κλεισμένοι στὴν αὐτάρκεια τοῦ Ἐγώ μας, ἡ τραγῳδία καραδοκεῖ στὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ μόνη λύσις τοῦ δράματος εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς προκλήσεως: ὅσο διαρκεῖ «ἡ πανήγυρις τοῦ παρόντος βίου» νὰ βιώσουμε τὴν Ἀγάπη στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον, τοῦ διπλανοῦ μας»
ἀλλὰ μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο καὶ τῶν ἰδίων τῶν ἀσκούντων ἐξουσία ἀλλὰ καὶ τῶν ἐξουσιαζομένων: τῶν ἐξαρτημένων οἱ ὁποῖοι, ὡς πρόσωπα χωρὶς οὐσιαστικὴ παρουσία καὶ λόγο ἀστοχοῦν· ἁμαρτάνουν. Γέννημα τῆς ἀστοχίας ὁ θάνατος εἴτε φυσικὸς εἴτε ὁ ὡς ὡσεὶ παρών, τεχνητός. Ἡ ἐξουσία, ἡ ἐξουσιατικὴ διάθεση μὲ αὐτοσκοπὸ τὴν ἰδιοτελῆ ἐπιβολή της μπορεῖ νὰ ὁδηγήσουν ‒ἰδιαίτερα ὅταν ἐκλείψουν‒ σὲ ψυχικά, σωματικὰ ἀλλὰ καὶ βιολογικὰ ἀδιέξοδα.
Τὸ περιεχόμενο τοῦ δημοσιεύματος, παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς παρῆλθαν 17 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔκδοσή του, σήμερα διατηρεῖ τὴν ἐπικαιρότητά του περισσότερο παρὰ ποτέ. Τὸ 2001 ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸν  Κόσμο  ἕνα αἴσθημα εὐημερίας ἀλλὰ καὶ ἀσφάλειας. Αὐτὰ σὲ λίγα χρόνια ἀνατράπηκαν τόσο ποὺ τίποτε πιὰ δὲν θυμίζει τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Οἰκονομική, κοινωνικὴ καὶ κυρίως πνευματικὴ κρίση, τρομοκρατία καὶ ἀβεβαιότητα ἀκόμη καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας ἔχουν ἐμφανιστεῖ ὡς ἡ ἀθέατη τραγωδία μιᾶς ἐπίπλαστης ἀσφάλειας, ποὺ καταρρέει μέσα ἀπὸ προσωπικὲς ἀλλὰ καὶ συνολικὲς τραγωδίες. Καὶ τότε ὁ καθένας ζητεῖ «εἰς τὸ ἔργον του, βάλσαμον κατὰ τῆς διπλῆς πληγῆς», ὅπως σημειώνει ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης.

Σημ: Μὲ τὴν δρ. φιλολογίας κ. Μαντὼ Μαλάμου ἔχουμε συνεργαστεῖ τὸ 2005, ὡς πολιτιστικὸς σύλλογος «Ἀναστάσιος Γόρδιος», στὴν ἔκδοση τοῦ τόμου τῶν Πρακτικῶν τῆς ἡμερίδας «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ ἡ περιοχὴ  τῶν Ἀγράφων» καὶ τὸ 2016, ὡς «Πανευρυτανικὴ Ἕνωση», μὲ τὴν παρουσίαση τοῦ διτόμου ἔργου τῆς ἔκδοσης τῶν Πρακτικῶν τοῦ Συνεδρίου: «Ὅσιος Εὐγένιος ὁ Αἰτωλὸς καὶ αἱ σχολαὶ τῶν Ἀγράφων κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν». 


 Κων/νος Τσιώλης
Τὸ κείμενο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἀκτή»:




  Μαντὼ Μαλάμου

Η ΑΘΕΑΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΣ
                                            (Σχόλια σὲ δύο παπαδιαμαντικὰ διηγήματα)

«Ἁμαρτία ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρόν».
(Ν. Γ. Πεντζίκης, Τὸ Μυθιστόρημα τῆς Κυρίας Ἔρσης)

«Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέμματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερά, καὶ μυροβόλα!» Ἔτσι συνοψίζει ὁ Παπαδιαμάντης τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ ἥρωά του στὸ διήγημα «Μὲ τὸν πεζόβολο» (1907), τὸν ὁποῖο παρακολουθεῖ ὅλη τὴν ἡμέρα «εἴτε νὰ φυτεύῃ ἢ νὰ σκαλίζῃ ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην μὲ τὸν πεζοβόλον ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβᾶν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην, νὰ θαλασσώνῃ ἕως τὸ γόνα [...] εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:

Τὸ γιαλό, γιαλό, ψαράκια κυνηγῶ

Ὅλη ἡ περιγραφὴ τοῦ «φίλου του, τοῦ γυμνόποδος κηπουροῦ» καὶ ψαρᾶ ἐν τῷ ἅμα, παραπέμπει σὲ παραδείσια κατάσταση. Ὁ Τριαντάφυλλος ζῇ σὲ μιὰ μικρὴ Ἐδὲμ μὲ τὴν γυναῖκα του καὶ τὰ μικρὰ παιδάκια του. Τὰ ἀπογεύματα ἐρχόταν στὸν κῆπο του τακτικὰ «ἀφελεῖς καὶ ἀνοικτόκαρδες οἱ παραμάνες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικάλλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον. Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του [...] καὶ ὅλα αὐτὰ ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμελιᾶς του — μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς σιωπηλῆς — καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο».
Καὶ ὅμως, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἰδανικὴ εἰκόνα ἀπουσιάζει ἡ γυναῖκα του. Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἄντρα της τὴν ἔχει οὐσιαστικὰ ἀκυρώσει ὡς ὀντότητα. Τῆς ἔχει στερήσει τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι σαφής: «Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δ ε κ α π ε ν τ ο ῦ τ ι ν (ὑπογράμμιση δική μου), τὴν ἐνουθέτησεν ἐφ᾿ ἅπαξ, καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς:
— Κύτταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις ἔχω ἐλάττωμα, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κύτταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπήσῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μ α κ α ρ ί α    ὥ ρ α (ὑπογραμμίζει ὁ Παπαδιαμάντης), τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὴ γυναικοῦλα, τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον, ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ».
Ἐκεῖ σωπαίνει ὡς πρὸς αὐτὴν καὶ ὁ συγγραφέας. Ἀντιθέτως εἶναι διεξοδικότατος στὴν ἀφήγηση τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Τριαντάφυλλου. Τὸν παρακολουθεῖ τὶς Κυριακὲς τὸ πρωί, ὅταν ἀνεβαίνει στὸ χωριὸ νὰ πουλήσει τὸ ἐμπόρευμά του, ἀστειευόμενος μὲ τὶς νοικοκυρὲς — πάντα μὲ τὰ συνήθη σεξουαλικὰ ὑπονοούμενα — ἢ «σφενδονίζων ἄκακόν τινα βωμολοχίαν πρὸς τὸν ἀγοραστήν». Ὅταν ξεπουλάει, συναντιέται καὶ πίνει μὲ τοὺς «ἀνταγωνιστάς του εἰς τὸ ἐμπόριον». Μὲ τὸν ἕνα, ἀντίπαλό του «εἰς τὰ χωρατά, πλὴν μόνον ἐν καιρῷ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν [...] συνέπιπτε νὰ εἶναι πάντοτε ἀπὸ δύο κόμματα [...] ἐπειδὴ ἀλλοιῶς “δὲν θὰ εἶχε χάζι”. Καὶ τὸ πᾶν ἦτο πῶς νὰ κάμουν χάζι» (ὑ.δ.). Ὁ ἄλλος «τὸν γάιδαρόν του τὸν εἶχε μάθει ὑπακοὴν καὶ γυμναστικήν, ἀκόμη καὶ “γνῶσιν» καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος [...] Ὅταν ἔμβαινεν εἰς καπηλεῖον διὰ νὰ πίῃ μαζὶ πάντοτε μὲ τὸν ἀνταγωνιστήν του Τριαντάφυλλον καὶ μὲ ἄλλους τ ρ ι ά ν τ α φ ί λ ο υ ς, ἔδιδεν αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τὸν γάιδαρόν του.
— Νὰ σταθῇς βρὲ σύ, ἐδῶ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ νὰ μὴν κουνηθῇς. Τ᾿ ἀκοῦς;
Καὶ τὸ ζῷον ἐδείκνυεν ἐν τῷ ἅμα σχῆμα ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς.
— Ὁλόρθα τ᾿ αὐτιά σ᾿! μὴν τὰ κατεβάζῃς!
Ὁ ὄνος ὤρθωνε τὰ ὦτα, κι᾿ ἔμενεν ἐπὶ ὥρας πράγματι ἀκίνητος.
Δὲν ὑπάρχει σχέση παραλληλίας μὲ τὴν ἐξουθένωση τῆς «μικρῆς γυναικούλας»; Κατὰ τὴν προσωπική μου γνώμη, τὸ κλειδὶ τοῦ νοήματος βρίσκεται στὴν ἔκφραση «μακαρία ἡ ὥρα», τὴν ὁποία θεωρῶ εἰρωνεία, πικρότατη μάλιστα. Ἄλλωστε τὰ συνηθίζει αὐτὰ ὁ Παπαδιαμάντης (θυμίζω μόνο τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς θειὰ-Σειραϊνῶς στὸ διήγημα «Ὁ Ἀβασκαμὸς τοῦ Ἀγᾶ» [ἡ ὁποία εἶχε κατορθώσει νὰ χωρίσει ἕνα ἀνδρόγυνο τὴν ὥρα τοῦ γάμου καὶ νὰ βουλιάξει σχεδὸν ἕνα καράβι μὲ τὸ μάτι της]: «μιὰ καλὴ χριστιανὴ» [ὑ.δ.], ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δύο πράγματα ἐφοβοῦντο, τὴν γλῶσσαν της καὶ τὸ μάτι της»). Μήπως συνειρμικὰ ὑποβάλλει τὸ τῆς Νεκρωσίμου Ἀκολουθίας «Μακαρία ἡ ὁδός»;
«Καὶ ὅμως, τίς νὰ τὸ ἔλεγε; Αὐτὸς ὁ τόσον εὔθυμος ἄνθρωπος καὶ φαιδρὸς ἐπέσυρε τῆς συμφορᾶς τὴν σκληρὰν μάστιγα (ὑ.δ.). Εἶδε τὴν δυστυχίαν, τὴν νόσον καὶ τοὺς θανάτους νὰ πλήττουν τὴν μικρὰν καλιάν του [...] Ἡ φαμίλια του, ἐκείνη ἡ μικρὰ σιωπηλὴ γυναικούλα, ἀφοῦ ἐγέννησε ἓν ἀκόμῃ τέκνον, ἀρρώστησε καὶ ἀπέθανε». Τὴν ἀκολουθοῦν ἕνα-ἕνα τὰ τρία μικρὰ παιδάκια της. «Ἔπεσαν καὶ ἀπέθαναν».
Ἡ παρουσία τῆς «σιωπηλῆς γυναικούλας» —δεκαπεντάχρονη μόλις στὸν γάμο της— εἶναι ἐντελῶς σκιώδης στὸ διήγημα· ἢ μᾶλλον εἶναι ἡ ἴδια σκιά. Δὲν ἔχει κἂν ὄνομα. Ὁ Παπαδιαμάντης, λεπτομερέστατος ὅσον ἀφορᾷ ὀνόματα καὶ οἰκογενειακὲς σχέσεις, ἀποσιωπᾷ ἀκόμη καὶ τὸ βαπτιστικό της ὄνομα, γιατὶ ἔτσι τὴν ὅρισε ὁ ἄντρας της, «νουθετώντας την ἐφ᾿ ἅπαξ». Καὶ ἐκείνη τὸ πίστεψε· ἀπὸ φόβο ἔκλεισε τὸ στόμα της γιὰ πάντα. Ἦταν ἀθῶα. Δὲν ἀνῆκε σ᾿ ἐκείνη τὴν κατηγορία τῶν γυναικῶν οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ χειρίζονται τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, σὰν τὴν παπαδιὰ στὸ διήγημα «Ἄλλος τύπος». Ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε ἤδη ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς «Νοσταλγοῦ» ἐννοήσει ὅτι «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, πότε δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι γυναικοκρατία». Ὅμως ξέρει πολὺ καλὰ καὶ ὅτι «ἄνδρες εἰσὶν οἱ κατὰ γυναικῶν νομοθετήσαντες» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός). Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ὑποκύπτει σὲ κανενὸς εἴδους μανιχαϊσμὸ ἢ ἀφέλεια. Γνωρίζει ὅτι ἡ καταδίκη στὴ σιωπὴ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν ἐν διαλόγῳ.
Ἡ Ἄλκηστις, τὸ αἰώνιο ἀρχέτυπο τῆς φιλάνδρου συζύγου, ἀφοῦ γύρισε ἀπὸ τὸν ᾍδη, θὰ παραμείνει σιωπηλὴ γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Ὡς σκιὰ τοῦ ᾍδου. Ἡ ἡρωίδα τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ σωπάσει μετὰ τὸ γάμο της, γιὰ πάντα. Θὰ εἶναι σκιὰ στὸν κόσμο τῶν ζωντανῶν. Ἡ κάθοδός της στὸν Κάτω κόσμο εἶναι ζήτημα χρόνου.
Καὶ ὁ Τριαντάφυλλος θὰ λέει: «Μ᾿ ἐμάδησε ἡ μπόρα σὰν τριαντάφυλλο ποὺ εἶμαι. Καὶ μετὰ καιρόν, ὕστερον, θὰ λέει εἰς τὰς παρηγορίας τῶν φίλων:
«Μοῦ ἔρριξε ὁ Χάρος τὸν πεζόβολο».
Δὲν ἔχει οὔτε τώρα ἐπίγνωση τοῦ τὶ συνέβη, ὅπως δὲν καταλάβαινε τόσον καιρὸ ὅτι εἶχε καταδικάσει τὴν σύντροφό του στὴν ἀνυπαρξία.

* * *
Στὴ «Δασκαλομάννα» ὁ ἀνώνυμος δάσκαλος διέρχεται ὅλη τὴ ζωή του στὸ σχολεῖο μὲ τρόπο ἀπόλυτης φιλαυτίας: «Τότε εἰσῆλθεν ὁ διδάσκαλος, μὲ τὸ τσιγάρον εἰς τὸ στόμα [...] Ἤρχετο ἀπὸ τὴν ἀρραβωνιαστικήν του, ὅπου τρὶς ἢ τετράκις τῆς ἡμέρας, παραιτῶν τὸ Σχολεῖον εἰς τὴν τύχην του, ἀπήρχετο εἰς ἐπίσκεψιν». Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὸ λειτούργημα τοῦ δασκάλου. Τὸ σκηνικὸ τῆς τάξεως, ὅπως καὶ τὸ μέγιστο μέρος τοῦ διηγήματος, εἶναι ἄκρως κωμικό. Παρακολουθοῦμε τὴν ἐξέταση στὸ μάθημα τῆς Γεωγραφίας. Ὁ δάσκαλος ρωτάει μηχανικὰ ποιά εἶναι τὰ Ἑπτάνησα.
«Ὁ τρίτος μαθητὴς ἀπήντησεν ἀπνευστὶ καὶ ὁμαλῇ τῇ φωνῇ, χωρὶς νὰ ὑπεμφαίνει στίξιν ἢ παρένθεσιν:
“Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Ἁγία Μαῦρα, Παξοί, Ἰθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος καὶ Κύθηρα, Τσερῖγον”.
— Πολὺ καλά, ἐπένευσε καὶ πάλιν ὁ διδάσκαλος. Αὔριον νὰ μελετήσετε ἀπὸ ᾿δῶ ὣς ἐκεῖ. (Κ᾿ ἐχάραξε μὲ τὸν ὄνυχά του ἐπὶ τοῦ βιβλίου.) Ἱερὰν Ἱστορίαν θὰ κάμετε ἐπάναληψη τὸ ἴδιο, καὶ τρεῖς ἀράδες παρακάτω, προσέθηκεν ἰδὼν ὅτι ἐλησμόνησε νὰ ἀλλάξῃ τὸ μάθημα εἰς τὴν Ἱερὰν Ἱστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!
— Δάσκαλε, εἶπε φέρον τὴν χεῖρα εἰς τὸ οὖς τὸ παιδίον, γιατί ἐνῷ τὸ χαρτί μας μέσα λέει ὅτι ἡ Ἑπτάνησος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἑπτὰ νήσους, ὕστερα βγαίνουν δέκα στὸ μέτρημα;
— Τὰς ἐμέτρησας ἐσύ;
— Τὰς ἐμέτρησα, νά!
Καὶ ἤρχισε νὰ μετρᾷ ἐπὶ τῶν δακτύλων του, “Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Ἁγία Μαῦρα, κτλ.
Οἱ ἄλλοι συμμαθηταί του ἐγέλων ἐν χορῷ διὰ τὴν πολυπραγμοσύνην του. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι οὐδέποτε εἶχον ὑποπτευθῇ ὅτι εἶχον οἱανδήποτε ἔννοιαν αἱ λέξεις, ὅσαι ἦσαν τυπωμέναι ἐντὸς τῶν βιβλίων των. (Προσωπικὰ δὲν ξέρω ἄλλη ἐπιγραμματικότερη καὶ πιὸ καίρια κριτικὴ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος τῶν τελευταίων δύο αἰώνων). Ὡς διὰ νὰ “μὴν τοὺς χαλάσῃ τὴν καρδιά”, ἐπειδὴ ἐγέλων, ὁ διδάσκαλος ἔσπευσεν ν᾿ ἀπαντήσῃ:
— Αὐτὰ θὰ τὰ μάθετε ὅταν...
Ἴσως ἤθελε νὰ εἰπῇ ὅταν θὰ πᾶτε στὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο”. Ἀλλὰ διεκόπη.»
Αὐτὰ ὡς πρὸς τὸ πρῶτο μέρος.
«Φεῦ» ὅμως, ἡ ζωὴ δὲν περιμένει· «μετὰ ἓν ἔτος ἀκόμη, ἦτον πάλι μὲ τὰ μανίκια τοῦ ὑποκαμίσου, ἀλλὰ μανίκια παρέχοντα τὴν ἐντύπωσιν καμιζόλας ἢ γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαῦρα ἦσαν. Ὁ διδάσκαλος εἶχεν ἀπογοητευθεῖ διπλὴν ἀπογοήτευσιν, τὴν ἐκ τοῦ θαλάμου καὶ τὴν ἐκ τοῦ θανάτου». Χήρεψε λίγο καιρὸ μετὰ τὸν γάμο του. Καὶ τότε γίνεται, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, δάσκαλος: ὑποβάλλει ἀναφορὲς στὸν δήμαρχο γιὰ τὴν ἐπισκευὴ τῆς στέγης τοῦ σχολείου, καρφώνει μὲ τὰ χέρια του κάποια «χωλά» θρανία καὶ προσέχει «συντόνως» στὴν ἐξέταση τῶν μαθητῶν· «εἶτα ἀνέπτυσσεν ἀντὶ νὰ σημειώνῃ ἁπλῶς τὸ παρακάτω».Ἐζήτει εἰς τὸ ἔργον του βάλσαμον κατὰ τῆς διπλῆς πληγῆς, τῆς ἐκ τοῦ στεφανώματος καὶ ἐκ τῆς χηρείας».
Τὸ κοινὸ σημεῖο τῶν δύο διηγημάτων εἶναι, κατὰ τὴν γνώμη μου, ἡ ἀναλογία τῶν καταστάσεων, περιπέτεια κατὰ τὸν ἀριστοτελικὸ ὁρισμὸ («ἡ εἰς τοὐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολή»): φαιδρότης καὶ εὐτυχία στὴν ἀρχή, πένθος καὶ μοναξιὰ γιὰ τὸν κεντρικὸ ἥρωα στὸ τέλος. Ἡ αἴσθηση τοῦ τραγικοῦ ποὺ ἔχει ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἐκείνη τῶν ἀρχαίων κλασικῶν. Στὴν ὀρθόδοξη συνείδηση τοῦ Παπαδιαμάντη συναντᾶται ὁ «παλαίφατος τριγέρων λόγος» τοῦ Αἰσχύλου μὲ τὸν σύγχρονο γεροντικὸ λόγο γιὰ τὴν «ἰσχὺ τῶν πνευματικῶν νόμων»: ἐὰν μένουμε κλεισμένοι στὴν αὐτάρκεια τοῦ Ἐγώ μας, ἡ τραγῳδία καραδοκεῖ στὴ ζωὴ τοῦ καθενός μας. Ἡ μόνη λύσις τοῦ δράματος εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς προκλήσεως: ὅσο διαρκεῖ «ἡ πανήγυρις τοῦ παρόντος βίου» νὰ βιώσουμε τὴν Ἀγάπη στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον, τοῦ διπλανοῦ μας, τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου ποὺ ἡ ζωὴ ἔχει φέρει κοντά μας. Ὄχι τὴν ἀφηρημένη ἀγάπη στὴν ἀνθρωπότητα, αὐτὴ ποὺ φοβᾶται ὁ Ντοστογιέφσκυ.
Στὴν περίπτωση τοῦ Τριαντάφυλλου ἀναιρεῖται κάθε ἔννοια συναντήσεως καὶ μάλιστα στὴν κατ᾿ ἐξοχὴν σχέση, τὴν συζυγία. Ἐπ᾿ οὐδενὶ πραγματώνεται «ὁ σκοπὸς τοῦ χριστιανικοῦ γάμου, ὅστις, κατὰ τὰς ὀρθοδόξους πηγάς, εἶναι ὄχι ὁ πολλαπλασιαμὸς τοῦ γένους, διότι ἄλλως ἐν περιπτώσει ἀτεκνίας φυσικὰ θὰ ἐθεσπίζετο τὸ διαζύγιον, ἀλλ᾿ ἡ σωφροσύνη τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς» (ὑδ. δ.)» («Ἡ Νοσταλγός»). Στὴν δεύτερη περίπτωση, μέχρι νὰ ἐπισυμβεῖ ἡ προσωπικὴ τραγῳδία, δὲν ὑφίσταται καμμία παιδαγωγικὴ σχέση, ἡ, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, «τέχνη τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν» τοὐλάχιστον παρῳδεῖται.
Ὅλα αὐτὰ βεβαίως ὁ Παπαδιαμάντης δὲν τὰ γράφει. Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν κρίνει κανέναν. Τοὺς ἀφήνει ὅλους νὰ κριθοῦν «ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου». Δὲν συμβουλεύει. Τὸ δήλωσε ἄλλωστε νωρίς: «Τὸ ἐμπόρευμα εἶναι τόσον εὐθηνόν, ὥστε καὶ οἱ πλέον φιλάργυροι γέροντες αὐτὸ καὶ μόνον σπαταλῶσι! Ἐγὼ εἶχα προσλάβει εἰς τὴν νεότητά μου ἤδη τὸ γεροντικὸν τοῦτο ἰδίωμα, νὰ συμβουλεύω τοὺς ἄλλους· καὶ συγχρόνως συνήθιζα νὰ μὴ δέχωμαι συμβουλὰς ἀπὸ κανένα. Ἀργότερα ἐνόησα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβουλεύω κανέν᾿ ἄλλον, εἰμὴ μόνον τὸν ἑαυτόν μου».
Τώρα, μόνο βλέπει καὶ «ζωγραφεῖ». Ἴσως κάποτε θρηνήσει:     
«Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κι᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου»
Ἀλλὰ πάντα ξέρει, «Ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ» ἡ Ἱστορία θὰ γράφεται ὡς τραγῳδία. Ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αἰσθανθεῖ ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ἕνας                                             «ἐν σαρκὶ περιπολῶν θεός».


Πηγή:
Μαντὼ Μαλάμου, «Ἡ ἀθέατη τραγωδία τῆς αὐτάρκειας», Ἀκτὴ 48 (2001) 395-399.