Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

ΖΑΧ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: ‘‘ΤΟ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΛΟΝ’’


Γιὰ τὴν Παγκόσμια Ἡμέρα Μουσικῆς-21η Ἰουνίου
Βιολοντσέλλο*
Ὁ μυκώμενος γίγας τοῦ πάθους
Στὸν δεξιοτέχνη τοῦ βιολοντσέλλου Σταῦρο Παργινό· τὸν μαθητὴ τοῦ Δημήτρη (Τάκη) Παπαποστόλου τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ μουσικολόγου καὶ μπαλλαδόρου.
Ὁ λόγιος Καρπενησιώτης καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου (1877-1940),[1] μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων, παρακολουθεῖ, τὴν Παρασκευὴ 5 Ἀπριλίου 1902, στὴν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τοῦ φιλολογικοῦ συλλόγου «Παρνασσός», μουσικὴ ἐκδήλωση μὲ τὸν νεαρό, μόλις 23 ἐτῶν,[2] Γάλλο δεξιοτέχνη τοῦ βιολοντσέλλου Μαρὶξ Λέβενσον. Ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴ μουσική του κατάρτιση, τὴν ἐκτελεστική του δεινότητα, μὲ τὴν προσωπική του σφραγίδα δημιουργικότητας ἀλλὰ καὶ τὴ σκηνική του παρουσία, μεταφέρει τὶς ἐντυπώσεις του σὲ χρονογράφημά του μὲ τίτλο «Τὸ βιολοντσέλλον» στὴ στήλη «Καθημεριναὶ σελίδες» ‒ποὺ διατηρεῖ στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδας «Σκρίπ»‒ τὴν Κυριακὴ 7 Ἀπριλίου 1902.[3] Ὁ Παπαντωνίου δημοσιεύει τὸ ἄρθρο του μὲ τὸ φιλολογικὸ ψευδώνυμό του «Ὁ ἄλλος».[4]
Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Παρίσι,1910)·
 Ζωρογιαννίδης,
90 Παρισινὰ Γράμματα, σ. 314
Τὸ χρονογράφημα, ποὺ ἀρθρώνεται σὲ ἕξη μικρὲς ἐπιμέρους ἑνότητες, δὲν ἔχει δημοσιευθεῖ σὲ ἐκδόσεις ἔργων τοῦ Παπαντωνίου, καταλογογραφεῖται ὅμως στὴ διατριβὴ τῆς Φωτεινῆς Κεραμάρη, «Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὡς πεζογράφος».[5] Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, δεινὸς συντάκτης χρονογραφημάτων, χρησιμοποιεῖ δημοτικὴ γλῶσσα μὲ ἐγκατεσπαρμένους λόγιους τύπους καὶ μὲ τὸ ἰδιαίτερο χρονογραφικό του ὕφος, ποὺ ἀποκαλύπτει ἀθέατες ἀπὸ τοὺς πολλοὺς πτυχὲς καὶ ἀποχρώσεις τῶν γεγονότων, θίγει καὶ σχολιάζει τὴ μουσικὴ πραγματικότητα στὴν πρωτεύουσα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα, προϊὸν τῆς ἔλλειψης μουσικῆς παιδείας. Μὲ ἀφορμὴ τὴν παράσταση τοῦ Μ. Λέβενσον διατυπώνει γενικότερες εὔστοχες παρατηρήσεις καὶ σχόλια μουσικοῦ περιεχομένου, ἐνῶ δὲν παύει νὰ ἀσκεῖ κριτικὴ σὲ νοοτροπίες καὶ συμπεριφορές. Γενικότερα τὸ θέατρο καὶ ἡ μουσικὴ συγκαταλέγονται στὶς θεματικὲς τῶν χρονογραφημάτων του, ἀπότοκος τῆς προσωπικῆς του καλλιέργειας καὶ τῶν πνευματικῶν ἀνησυχιῶν καὶ ἀναζητήσεών του.[6]
Πρoσωπογραφία τοῦ Μ. Λέβενσον·
Ἐφ. Ἑστία, φ. 36 / 5. 4. 1902, σ. 1.
  


Εἶχε προηγηθεῖ καὶ ἄλλη συναυλιακὴ παρουσία τοῦ Λέβενσον, στὸν ἴδιο χῶρο, τὴ Δευτέρα 1η Ἀπριλίου.[7] Καὶ οἱ δύο μουσικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες πραγματοποιοῦνται γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων τοῦ Συλλόγου,[8] δὲν φαίνεται νὰ εἶχαν ἰδιαίτερη ἐπιτυχία ἀπὸ πλευρᾶς προσελεύσεως κοινοῦ,[9] παρὰ τὸ ἑλκυστικὸ πρόγραμμα τῆς συναυλίας.[10] Στὴ συναυλία συμμετεῖχε καὶ ἡ γνωστὴ τότε λυρικὴ τραγουδίστρια τῆς ἐποχῆς Θ. Λ. Φεράλδη,[11] ἀλλὰ καὶ ὁ Γάλλος πιανίστας Λουδοβῖκος Λιβόν.[12] Τὸ πρόγραμμα τῆς συναυλίας περιελάμβανε συνθέσεις τοῦ κλασικοῦ ρεπερτορίου ὀνομαστῶν συνθετῶν:
«Οἱ δύο Γάλλοι καλλιτέχναι, ὁ Μαρὶξ Λέβενσον καὶ ὁ Λουδοβῖκος Λιβόν, δίδουν εἰς τὸν ‘‘Παρνασσόν’’ τὴν ἐρχομένην Παρασκευὴν συναυλίαν μὲ τὴν εὐγενῆ σύμπραξιν τῆς Κας Φεράλδη. Ὁ Μαρὶξ Λέβενσον εἶναι ἔξοχος βιολοντσελλιστής· εἶναι ὁ Θάμσων [μήπως Σάμψων;] τοῦ βιολοντσέλλου. Ἐπροκάλεσε ζωηροτάτας ἐπευφημίας κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισίν του. Τὴν Παρασκευὴ θὰ παίξῃ τὴν ‘‘Σονάταν’’ τοῦ Χαῖνδελ, τοὺς ‘‘Μεγάλους Ἀοιδούς’’ τοῦ Βάγκνερ, τὴν ‘‘Ὀνειροπόλησιν’’ τοῦ Σβένδσεν, τὸ ‘‘Τραγούδι τῆς Ἡλακάτης’’ τοῦ Πόππερ καὶ ἄλλας συνθέσεις τοῦ Βάχ, Μπέκερ, Ρουβινστάϊν καὶ Περγκολέζε. Ὁ κ. Λιβὸν θὰ παίξῃ εἰς τὸ πιάνο τὴν ‘‘3ην Ballade’’ τοῦ Σοπέν, τὴν ‘‘Ὑφάντριαν’’ τῆς Σαμινάθ καὶ ἄλλην σύνθεσιν τοῦ Δίμερ. Ἡ Κα Φεράλδη θὰ τραγουδήσῃ τὸ ‘‘Γύρνα’’ τοῦ Σαμινάδ, τὸ ‘‘Ave Maria’’ τοῦ Γκουνὼ καὶ ‘‘Ἄριαν’’ τοῦ ‘‘Βασιλέως Ὕς’’ τοῦ Λαλό. Ἡ συναυλία αὐτὴ θ᾿ ἀποτελέσῃ μίαν ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους μουσικὰς ἀπολαύσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σπάνιαι τὴν ἐφετεινὴν περίοδον εἰς τὰς Ἀθήνας»[13]
Ἐφ.Σκρίπ, «Καθημεριναὶ σελίδες. 
Τὸ βιολοντσέλλον», 
φ.  2385 / 7. 4. 1902, σ. 1.
Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου ἀποδίδει τὸ γεγονὸς τῆς μὴ ἱκανοποιητικῆς προσελεύσεως κοινοῦ στὴ συναυλία τῆς 5ης Ἀπρ. 1902, στὴν ἀνεπαρκῆ προβολὴ τοῦ γεγονότος ἀπὸ τὸν Ἀθηναϊκὸ τύπο καὶ ἄλλα διαθέσιμα μέσα προβολῆς, χωρὶς ὁ ἴδιος ὁ Λέβενσον νὰ ἔχει φροντίσει νὰ διαθέτει κάποιον ἐπὶ τῶν δημοσίων σχέσεών του, ἀλλὰ καὶ στὴν οἰκονομικὴ δυσπραγία τοῦ μουσικόφιλου Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ:
 Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθῃ μετὰ ἕνα οἰκονομικὸ κλονισμὸν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ τοῦ ἀκούοντος τὰς συναυλίας, καὶ διὰ νὰ ἔλθῃ ἀδιαφήμιστος, ἄγνωστος, ἀνιμπρεσσάριος δὲν ἠκούσθη ἀπὸ πολλούς.
Ἐνδεχομένως αὐτὸ ὀφείλεται καὶ στὴν ὑψηλὴ τιμὴ τῶν εἰσιτηρίων, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ δημοσιογράφος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ὁ γελωτοποιός»,[14] στὴ στήλη ποὺ διατηρεῖ στὴν ἐφ. «Ἐμπρός» μὲ τίτλο «Ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν»  :
«Καὶ τὸ κοινὸν ἐξ ἄλλου, μεθ᾿ ὅλην τὴν ὑπερτίμησιν τῶν εἰσιτηρίων … ἐδείχθη ἀληθῶς ἀνεξάντλητον εἰς γενναίαν προμήθειαν εἰσιτηρίων, ἀδιάφορον ἂν εἰς ταῦτα ἀντιστοιχεῖ χρηματικὸν ποσὸν σχετικῶς ὑπέρογκον … καὶ διότι ἐπλήρωσαν 10 δραχμὰς δι᾿ ἕκαστον κάθισμα».[15]
Ἐφ. Σκρίπ, «Καθημεριναὶ σελίδες. 
Τὸ βιολοντσέλλον»,
 φ.  2385 / 7. 4. 1902, σ. 1.· 
«Ὁ ἄλλος», 
δημοσιογραφικὸ ψευδώνυμο τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου.
Μάλιστα, ὁ Καρπενησιώτης λογοτέχνης ἀναφέρεται κολακευτικὰ στὸ κοινὸ αὐτό, τὸ ὁποῖο συντηρεῖ καὶ στηρίζει τὶς Καλὲς Τέχνες στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐπιτυχημένα παραδείγματα προηγουμένων καλλιτεχνικῶν ἐκδηλώσεω,ν ποὺ εἶχαν καλὴ προβολὴ καὶ ἐπιτυχία, ὅπως τοῦ Βέλγου βιολιστὴ Σεζὰρ Τόμσον καὶ τῆς Γαλλίδας ἠθοποιοῦ Ζὰν Ἄντιγκ:
Ἂν ἤρχετο ὀλίγον ἐνωρίτερον θὰ ἐγίνετο καὶ δι᾿ αὐτὸν ὅ,τι ἔγεινε διὰ τὸν Τόμσον. … Τὸ κοινὸν αὐτὸ μόλις ἀρκεῖ διὰ νὰ γεμίσῃ μίαν αἴθουσαν. Εἶναι τὸ ἴδιον τὸ ὁποῖον ἀκούει τὴν Ζάν-Ἄδιγκ,[16] τὸν Τόμσον,[17] τὸν Λέβενσον … ἡ μουσικὴ πρέπει νὰ σκύψῃ ταπεινῶς καὶ νὰ τοῦ ἐκδηλώσῃ εὐγνωμοσύνην.
Ἐφ. Νέον Ἄστυ,
φ. 115 /4. 4. 1902, σ. 1.
 Φωτογραφία τοῦ Λουδοβίκου Λιβόν·
 πιανίστα στὴ συναυλία
 τοῦ Μ. Λέβενσον
Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου ὑπογραμμίζει πὼς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ βιολοντσέλλο ἦταν ἕνα δημοφιλὲς μουσικὸ ὄργανο στὴν πρωτεύουσα, ἀλλὰ ἐλάχιστοι εἶχαν τὶς δυνάμεις καὶ τὴ θέληση νὰ τὸ ὑπηρετήσουν πιστὰ σὲ βάθος χρόνου, καθὼς θεωρεῖ πὼς πρέπει νὰ ὑπάρχει μία ἰδιαίτερη καλλιτεχνικὴ κλήσις τῆς Τέχνης πρὸς τὸν καλλιτέχνη γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ δύναμη τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας του μέσα ἀπὸ τὸ μουσικὸ ὄργανό του. Ἀκόμη, ἀναφέρεται καὶ στὴν ἀρχαία βάρβιτο, ἕνα πολύχορδο μουσικὸ ὄργανο τῆς ἀρχαιότητος, ποὺ σὲ παραλλαγές του ‒ὅπως τὸ βιολοντσέλλο‒ ἐνθουσιάζει μέχρι σήμερα ὅσους ἀκοῦν, ἀπολαμβάνουν καὶ γοητεύονται ἀπὸ τὸν ἦχο του:

Ἐνῷ ἔγεινεν ἀπὸ τὰ ἀγαπητότερα τῶν ὀργάνων, καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ γονεῖς φιλοδοξοῦν νὰ φορτώσουν εἰς τὰ παιδιά των αὐτὸν τὸν μυκώμενον γίγαντα τοῦ πάθους, δὲν εὑρίσκονται δάκτυλα ἰσχυρὰ νὰ τὸ κρατήσουν … ὅτι ἡ τέχνη πηγαίνει πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὴν τέχνην … Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχεν ἕνας ἱστορικὸς λόγος νὰ ἀκμάζῃ ἡ βάρβιτος … ποίαν θαλασσοταραχὴν πάθους θὰ ἀνέδιδεν ὑπὸ τοὺς ἀνθρωπίνους δακτύλους τὸ κῦτος τῆς βαρβίτου μετὰ χιλιάδας αἰώνων.

Ἐντυπωσιασμένος ἐμφανίζεται ὁ Παπαντωνίου καὶ ἀπὸ τὴ φυσικὴ παρουσία, τὴν σκηνικὴ συμπεριφορά, τὴν ἐκτελεστικὴ δεινότητα,[18] ἀλλὰ καὶ τὴν «ἐρωτική» ἐσωτερικὴ σχέση τοῦ Λέβενσον μὲ τὸ βιολοντσέλλο,[19] τὸ ἀγαπημένο του ὄργανο:

 Ὑψηλὸς, μὲ μίαν κόμην φουντωμένην ἐπάνω εἰς τὴν ὡραίαν κεφαλήν, νευρικός, ἀνατινασσόμενος, γελῶν ὅταν δὲν πρέπῃ, σοβαρὸς ὅταν πρέπῃ νὰ μειδιάσῃ, χαριτωμένος, μισότρελλος, κουρδισμένος, ἀγκαλιάζων τὸ βιολοντσέλλον ὡς νὰ γίνεται ἕνα μαζί του ὅταν παίζῃ, κύπτων ἐπάνω του ὡς νὰ τοῦ κρυφομιλῇ. Εἶναι ὁ Λέβενσον …  καθήμενος, ἀκίνητος, ἀναπαύων τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τοῦ βιολοντσέλλου καὶ μειδιῶν ἀπαθέστατα.
Βιολοντσελλίστας·
ὑδατοπενογράφημα (2018),
 ὑπὸ Σπ. Σιατούφη
Τέλος ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, μὲ ὕφος λεπτῆς εἰρωνείας καὶ διακριτικότητας, σχολιάζει τὴν ‒κατὰ τὴ γνώμη του‒ ἑρμηνευτικὴ ἀνεπάρκεια[20] τοῦ Λουδοβίκου Λιβόν,[21] τοῦ Γάλλου πιανίστα ποὺ συνόδευε τὸν Λέβενσον στὶς συναυλίες τοῦ «Παρνασσοῦ»:
Περὶ τοῦ κ. Λιβὸν συντρόφου τοῦ Λέβενσον πιανιστοῦ, ἀναφέρουν τὰ προγράμματα ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ κοντσέρτο τοῦ Κολόν.[22] Πολλοὶ ἐξ Ἀθηνῶν σκέπτονται νὰ γράψουν εἰς τὸ Παρίσι ζητοῦντες νὰ μάθουν ἐὰν ἡ εἴδησις ἔχεται ἀκριβείας.
Γενικά, πάντως, ὁ Ἀθηναϊκὸς τύπος ἀναφέρεται μὲ κολακευτικὰ σχόλια γιὰ τὸν Λέβενσον καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς συναυλίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους συντελεστές της, ὅπως ὁ πιανίστας Λ. Λιβὸν καὶ ἡ λυρικὴ τραγουδίστρια Φ. Λ. Φεράλδη.[23]
Ἐφ. Νέον Ἄστυ,
φ. 115 /4. 4. 1902, σ. 1.
Φωτογραφία τοῦ Μάριξ Λέβενσον
.
Χαρακτηριστικά, στὴν ἐφ. «Νέον Ἄστυ» τῆς 6ης Ἀπριλίου 1902 γράφεται:
«Ἡ χειμερινὴ περίοδος κλείει μὲ τὰ τελειωτέρας  μουσικὰς ἀπολαύσεις. Χθὲς τὸ βράδυ εἰς τὸν ‘‘Παρνασσόν’’ ὁ Μάριξ Λέβενσον ὁ θαυμάσιος βιολοντσελλιστὴς καὶ ὁ πιανίστας των συναυλιῶν Λαμοῦρε τῶν Παρισίων Λιβόν,[24] ἔδωσαν μουσικὴν συναυλίαν μὲ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον προσφάτως ἐποίκιλλε τὸ γλυκὺ ᾆσμα τῆς κ. Φεράλδη. Ὁ Μάριξ Λέβενσον ὁ βιολοντσελλιστὴς ἐπροκάλεσε ἀληθῆ ἐνθουσιασμὸν μὲ τὸ ἰσχυρότατον τάλαντόν του. Τὸ βιολοντσέλλον, τοῦ ὁποίου ὁ ἦχος τόσον πλησιάζει μὲ τὴν ἀνθρωπίνην φωνὴν ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὰς χεῖρας τέτοιου καλλιτέχνου, ἐπλήρωσε τὴν αἴθουσαν ἀπὸ ἁρμονίας καὶ ἀπήχησεν εἰς ὅλην τὴν κλίμακα καὶ ἐπροκάλεσε βαθείας ἐντυπώσεις καὶ ἠκούετο ἄλλοτε λεπτὸν καὶ αἰθέριον ὅπως εἰς τὴν ‘‘Σικελικήν’’ τοῦ Περγκολέζε καὶ ἄλλοτε βαθὺ καὶ συνταρακτικόν, ὅπως εἰς τοὺς ἀριστοτεχνικοὺς ‘‘Ἁοιδούς’’ τοῦ Βάγκνερ … Ὅλη ἡ ἑσπερὶς χθὲς ἀπετέλεσε μίαν ἀπὸ τὰς σπανιωτέρας τῆς περιόδου».[25]
Ὁ Λέβινσον παρέμεινε στὴν Ἀθήνα τοὐλάχιστον μέχρι τὶς 11 Ἀπριλίου 1902. Μάλιστα, κατὰ τὶς ἡμέρες παραμονῆς του παρέδιδε μαθήματα βιολοντσέλλου μὲ ὑψηλὴ τιμή.[26] Ὁ Λέβενσον φαίνεται πὼς ἐμφανίστηκε καὶ ἀρκετοὺς μῆνες ἀργότερα στὴν Ἀθήνα, στὸν «Παρνασσό», στὶς 5 Δεκεμβρίου 1902, συνοδευόμενος πάλι ἀπὸ τὸν Λουδ. Λιβόν, μὲ ἑρμηνεῖες μουσικῶν συνθέσεων τῶν Μπάχ, Μπετόβεν, Πόππερ, κλπ.[27]


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ
ΤΟ ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΛΟΝ
Δύο λέξεις ἁπλῶς χρονογραφικαὶ ἐντελῶς εἰδησιολογικαὶ διὰ τὸν ποιητὴν βιολοντσέλλου, τοῦ ὁποίου ὁ δοξαριὰ ἐπέρασεν ὡς τρικυμία ἀπὸ τὴν ἀκοήν μας, διὰ τὸν Λέβενσον. Ἐν πρώτοις ἤθελα νὰ τοῦ τραβήξω ὀλίγον τὰ αὐτιὰ τοῦ ἀπερισκέπτου, διότι δὲν φαίνεται καθόλου καλὸς ἰμπρεσσάριος τοῦ ἑαυτοῦ του ἐλθὼν εἰς τὰς Ἀθήνας χωρὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι καὶ τὰ ρόδα καὶ ὁ οὐρανός, καὶ τέχνη ἔχουν ἀνάγκην ρεκλάμας. Ἂν ἤρχετο ὀλίγον ἐνωρίτερον θὰ ἐγίνετο καὶ δι᾿ αὐτὸν ὅ,τι ἔγεινε διὰ τὸν Τόμσον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθῃ μετὰ ἕνα οἰκονομικὸ κλονισμὸν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ τοῦ ἀκούοντος τὰς συναυλίας, καὶ διὰ νὰ ἔλθῃ ἀδιαφήμιστος, ἄγνωστος, ἀνιμπρεσσάριος δὲν ἠκούσθη ἀπὸ πολλούς. Ἐπὶ τέλους καὶ αὐτὸ τὸ κοινὸν τῶν Ἀθηνῶν ἐγονάτισε πλέον. Τὸ ἔπνιξαν αἱ συναυλίαι. Σκεφθῆτε τί ἤκουσεν ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον χειμῶνα, δηλαδὴ τί ἐπλήρωσε. Τὸ κοινὸν αὐτὸ μόλις ἀρκεῖ διὰ νὰ γεμίσῃ μίαν αἴθουσαν. Εἶναι τὸ ἴδιον τὸ ὁποῖον ἀκούει τὴν Ζάν-Ἄδιγκ, τὸν Τόμσον, τὸν Λέβενσον, τὸ ὁποῖον συντηρεῖ τὸ «Β΄ Θέατρον», τὸ «Ὠδεῖον», τὴ «Μουσικὴν Ἑταιρείαν», τὸν «Παρνασσόν», τοὺς γυμναστικοὺς συλλόγους, τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰς Καλλιτεχνικὰς Ἐκθέσεις. Δὲν εἰξεύρω ποῖα δικαιότατα παράπονα ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν ἀπὸ τὸ κοινὸν αὐτὸ τὸ θέατρον, ἡ ζωγραφική, ἡ γλυπτικὴ καὶ τὸ βιβλίον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ ἡ μουσικὴ πρέπει νὰ σκύψῃ ταπεινῶς καὶ νὰ τοῦ ἐκδηλώσῃ εὐγνωμοσύνην.
*
Tὸ βιολοντσέλλον εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχει μίαν περίεργον τύχην. Ἐνῷ ἔγεινεν ἀπὸ τὰ ἀγαπητότερα τῶν ὀργάνων, καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ γονεῖς φιλοδοξοῦν νὰ φορτώσουν εἰς τὰ παιδιά των αὐτὸν τὸν μυκώμενον γίγαντα τοῦ πάθους, δὲν εὑρίσκονται δάκτυλα ἰσχυρὰ νὰ τὸ κρατήσουν. Βιολισταί, πιανίσται, φλαουτίσται, ἀναφαίνονται ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον εἰς τὴν κοινὴν γραμμὴν τῶν ὑποσχομένων νὰ παίξουν καλὰ μίαν ἡμέραν, βιολοντσελλισταὶ ὅμως ὀλίγιστοι καὶ μεταξὺ τῶν ὀλιγίστων αὐτῶν ὀλίγιστοι πάλιν εἶναι οἱ ὑποφερτοί. Ἔπειτα ὁ Ρωμηὸς ἔχει καὶ τὴν γνωστὴν συνήθειαν νὰ πιάνῃ κἄτι τι διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ ἀσφαλῶς μετ᾿ ὀλίγον. Εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχουν πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπαιζαν βιολοντσέλλον ἐὰν πρὸ 15 ἐτῶν δὲν τὸ ἄφηναν. Περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι οἱ περισσότεροι ἔκαμαν καλά.
Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχεν ἕνας ἱστορικὸς λόγος νὰ ἀκμάζῃ ἡ βάρβιτος, ἕνα ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἶχε τόσην ἐπήρειαν ἐπὶ τῆς μελικῆς ποιήσεως τῆς Λέσβου, ὥστε ν᾿ ἀποδίδεται ἡ ἐφεύρεσίς του εἰς τὸν Ἀνακρέοντα. Εἶναι δὲ τόσον σεβάσμιον εἰς τὴν ἡλικίαν, ὥστε ὁ Ἀριστοτέλης ἐθεώρει τὴν βάρβιτον ὡς ἓν τῶν ἀχρήστων ἀρχαίων ὀργάνων, ἐγωϊστικώτατος ὁ μέγας Ἕλλην καὶ ἐδῶ, νομίζων ὅτι ὅλα τὰ πράγματα λήγουν εἰς τὴν ἐποχήν του καὶ μὴ ὑποπτευόμενος ποίαν θαλασσοταραχὴν πάθους θὰ ἀνέδιδεν ὑπὸ τοὺς ἀνθρωπίνους δακτύλους τὸ κῦτος τῆς βαρβίτου μετὰ χιλιάδας αἰώνων.
 **
Ὁ Λέβενσον μοῦ παρουσίασε τὸν τύπον τοῦ καλλιτέχνου, τὸν ὁποῖον εἰς ἁπλὰς γραμμὰς εἶχα διαμορφώσει ἀπὸ τὴν παιδικήν μου ἡλικίαν. Τοῦ καλλιτέχνου ποὺ ἔχει μέσα του τὴν ἀνησυχίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει πρὸ τῆς σπουδῆς καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν μίαν ἡμέραν θὰ σπαράξῃ ἓν ὄργανον, ἐνῷ ἡ σπουδὴ καὶ ἡ μελέτη δὲν θὰ ἐκτελοῦν τὴν ὥραν ἐκείνην ἢ τυπικὰς ὑπηρεσίας. Τὴν ὥραν ποὺ μοῦ ἐτύλιγεν ὁ καλλιτέχνης τὴν ὕπαρξιν μέσα εἰς τὰ μελωδίας τοῦ Μπὰχ καὶ εἰς τὰ νήματα τοῦ «τραγουδιοῦ τῆς ἀνέμης» τοῦ Πόππερ, ἐσυλλογιζόμην πόσοι θνητοὶ εἰς τὸν κόσμον πηγαίνουν καὶ μανθάνουν διὰ τῆς βίας ἓν ὄργανον αὐτόκλητοι χωρὶς νὰ τοὺς καλέσει ἡ φύσις!
Εἶναι μία ἀδιαντροπιά, μεγαλειτέρα βεβαίως ἀπὸ τοῦ νὰ παρουσιασθῇς εἰς γεῦμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔχεις κληθῇ. Γνωρίζω καὶ ἐδῶ νέους θηλυκοῦ καὶ ἀρσενικοῦ γένους, οἱ ὁποῖοι ἀποφάσισαν νὰ μάθουν ἕνα ὄργανον, κυρίως πιάνο, καὶ ἀφοῦ ἔχασαν ἑπτὰ χρόνια τῆς ζωῆς των ἐντὸς ἑνὸς ᾠδείου, ἀφοῦ ἐνήστευσαν, ἔκλαυσαν, ἐβασανίσθησαν, ἀφοῦ ἐκοπάνισαν τὰς χορδὰς καὶ τὰ πλῆκτρα, ἔμαθαν ἐπιτέλους τελείως τὴν ἐπιστήμην τοῦ ὀργάνου, χωρὶς βέβαια νὰ μάθουν οὔτε τὸ ἀλφάβητον τῆς ψυχῆς του. Ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἐκαλοῦντο ἀπὸ τὴν φύσιν νὰ γίνουν καλλιτέχναι, ἔγειναν δικηγόροι ἢ παπραγγελιοδόχοι. Μεγάλες ἀναποδιὲς γίνονται εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Ἡ παλαιὰ ἀλήθεια, ὅτι ἡ τέχνη πηγαίνει πρὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὴν τέχνην, ἀναποδογυρίσθη ἀσπλάχνως καὶ ἐκρεμάσθη μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω.
***
Ὑψηλὸς, μὲ μίαν κόμην φουντωμένην ἐπάνω εἰς τὴν ὡραίαν κεφαλήν, νευρικός, ἀνατινασσόμενος, γελῶν ὅταν δὲν πρέπῃ, σοβαρὸς ὅταν πρέπῃ νὰ μειδιάσῃ, χαριτωμένος, μισότρελλος, κουρδισμένος, ἀγκαλιάζων τὸ βιολοντσέλλον ὡς νὰ γίνεται ἕνα μαζί του ὅταν παίζῃ, κύπτων ἐπάνω του ὡς νὰ τοῦ κρυφομιλῇ. Εἶναι ὁ Λέβενσον. Ἰδοὺ διατὶ εἶπα ὅτι μοῦ ὑπενθυμίζει τὸν σ τ ο ι χ ε ι ώ δ η τύπον τοῦ καλλιτέχνου, τὴν ἀνησυχίαν τῆς ψυχῆς. Ἡ ὁποία ψυχὴ ἀνεπήδησε τόση, πλατειά, πολυτάραχος, μεγάλη, ὅταν ἠκούσθη ἡ πρώτη του συνταρακτικὴ δοξαριά. Κάποιος ποὺ ἤκουσεν τὸν Τόμσον προχθές, πολὺ καλὸς ἐρασιτέχνης βιολιστής, ἔσπασε τὸ βιολί του. Περιμένω νὰ ἰδῶ  καὶ μερικὰ συντρίμματα βιολοντσέλλων ἐν Ἀθήναις μετὰ τὸ ἄκουσμα τοῦ Λέβενσον.
****
Μία λεπτομέρεια. Πῶς χαιρετᾷ ὁ Λέβενσον, ὅταν τὸν χειροκροτοῦν;
Ὁ Λέβενσον … δὲν χαιρετᾷ!
Εἰς τὸν «Παρνασσόν» ἔβλεπε τὸ μανιωδῶς χειροκροτοῦν κοινὸν καθήμενος, ἀκίνητος, ἀναπαύων τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τοῦ βιολοντσέλλου καὶ μειδιῶν ἀπαθέστατα. Ὅταν τοῦ κατέβαινε ἔκαμνε καὶ μίαν ὑπόκλισιν. Ἀλλ᾿ αὐτὸ σπανίως καὶ μόνον ὅταν ἦτο ἠναγκασμένος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν σκηνὴν διὰ νὰ γίνῃ διάλειμμα.

*****
Περὶ τοῦ κ. Λιβὸν συντρόφου τοῦ Λέβενσον πιανιστοῦ, ἀναφέρουν τὰ προγράμματα ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ κοντσέρτο τοῦ Κολόν. Πολλοὶ ἐξ Ἀθηνῶν σκέπτονται νὰ γράψουν εἰς τὸ Παρίσι ζητοῦντες νὰ μάθουν ἐὰν ἡ εἴδησις ἔχεται ἀκριβείας.
Ὁ ἄλλος
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης




[1] Γιὰ τὸν Ζαχαρία Παπαντωνίου βλ. ἐνδεικτικά, Φωτεινὴ Κεραμάρη, Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὡς πεζογράφος, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2001, σ. 11-359 · Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Ἀλήθεια εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δὲν πρέπει νὰ λέγεται. 90 Παρισινὰ Γράμματα, ἐπιμ. – πρόλ. – εἰσαγωγὴ Νίκος Α. Ζωρογιαννίδης, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2010, σ. 7-57 · Διαβάζω, 285 (1992) 56-104.
[2] Ὁ δημοσιογράφος Δῆμος (Δημοσθένης) Βρατσάνος (1873-1944) συντάκτης τῆς στήλης «Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς πόλεως. Μὲ λίγα λόγια», στὴν ἐφ. «Ἑστία», ‒μὲ τὸ δημοσιογραφικὸ ψευδώνυμο «Τὸ λαγωνικό» [βλ. Κυριάκος Ντελόπουλος, Νεοελληνικὰ φιλολογικὰ ψευδώνυμα 1800-2004, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2005, σ. 117, 181], ἀναφερόμενος στὴν καλλιτεχνικὴ ἀξία τοῦ Λέβενσον καταγράφει καὶ τὴν ἀνάλογη θριαμβευτικὴ συναυλιακὴ πορεία του στὴν Ἰσπανία καὶ τὴν Πορτογαλία. Ἀναφέρει τὴν ἡλικία του (23 ἐτῶν) καὶ τὸν τόπο διαμονῆς του, τὸ Παρίσι: «Ὁ διάσημος βιολοντσελλιστὴς κ. Λέβενσον, τὸν ὁποῖον ἐθαυμάσαμεν προχθὲς εἰς τὸν «Παρνασσόν», ἔδειξε μέχρι τοῦδε τὴν τέχνην του εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Εὐρώπης.  Ὣς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως διαμένει στὸ Παρίσι…Εἰς τὴν Μαδρἰτην τὸν ἐχειροκρότουν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. Εἰς τὴν Λισσαβῶνα … ἐδέχθη αὐτοὺς καὶ εἰς ἰδιαιτέραν ἀκρόασιν ἡ Βασίλισσα τῆς Πορτογαλίας … Ὁ διακεκριμένος βιολοντσελλίστας μόλις εἶναι εἴκοσι τριῶν ἐτῶν»· ἐφ. Ἑστία, φ. 24 / 3. 4. 1902, σ. 4. Μετὰ τὸ πέρας τῆς συναυλίας παρετέθη δεῖπνο πρὸς τιμὴν τῶν δύο καλλιτεχνῶν: «…μετὰ την ἑσπερίδαν τοῦ Παρνασσοῦ …. εἰς τὸ σουπὲ προσεκλήθησαν καὶ οἱ καλλιτέχναι κ.κ. Λέβενσον καὶ Λιβὸν … τὸ θαυμάσιον γεῦμα παρετάθη μέχρι τῆς 4ης πρωϊνῆς … [καί] οἱ καλλιτέχναι πρὸς τιμὴν τῶν ὁποίων ἐδόθη τὸ γεῦμα δὲν εὑρῆκαν λέξεις νὰ ἐκφράσουν τὰς εὐχαριστίας των»· Ἐφ.  Ἑστία, «Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς πόλεως. Μὲ λίγα λόγια», φ. 28 / 7. 4. 1902, σ. 4. Μάλιστα οἱ καλλιτέχνες ἔπαιξαν καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ γεύματος: «Ὁ περίφημος βιολοντσελλιστὴς Λέβενσον ἔπαιξεν ἕνα ὡραῖο κομμάτι τοῦ Γκρίγκ, τὴν ‘‘Ρομάντσαν’’ τοῦ Βιετὰν καὶ τὸ ‘‘Τραγούδι τῆς ἀνέμης τοῦ Πόππερ’’»· Ἐφ. Ἑστία, «Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς πόλεως. Μὲ λίγα λόγια», φ. 27 / 6. 4. 1902, σ. 4.
[3] Ἐφ. Σκρίπ, «Καθημεριναὶ σελίδες», φ. 2385 / 7. 4. 1902, σ. 1.
[4] Γιὰ τὰ ψευδώνυμα μὲ τὰ ὁποῖα δημοσίευε ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, βλ. Κεραμάρη, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, σ. 65-66.
[5] Στὸ ἴδιο, σ. 241.
[6] Στὸ ἴδιο, σ. 90-95. Ἀκόμη καὶ περὶ τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς εἶχε δημοσιεύσει σχόλια ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου. Μάλιστα, θεωροῦσε ὡς καλύτερους ‒ἴσως καὶ μοναδικοὺς‒ βυζαντινοὺς ψάλτες τῶν Ἀθηνῶν στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ.  τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδη: «Ἡ βυζαντινὴ ἁπλούστατα κατέπεσεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι δὲν ὑπάρχουν ψάλται. Καὶ σήμερον κινδυνεύουν νὰ νὰ μείνουν μόνοι βυζαντινομανεῖς ὁ κ. Παπαδιαμάντης καὶ ὁ κ. Μωραϊτίδης»· βλ.  Ἐφ. Σκρίπ, φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1· Ἐφ. Ἐμπρός, φ. 5119 / 23. 1. 1911, σ. 1· Ν. Δ. Τ. – Λ. Τ., «Μουσικολογικά», Παπαδιαμαντικὰ Τετράδια 9 (2010) 120.‒—στὸ ἴδιο τεῦχος τῶν Παπαδιαμαντικῶν Τετραδίων ἀναδημοσιεύονται τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαντωνίου ἀπὸ τὸ «Σκρίπ» καὶ τὸ «Ἐμπρός»· Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, «Ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς: Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου χρονογραφεῖ γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ 1900», ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας 764 (2018) 17-18. Διαφορετικὴ γνώμη διετύπωσε ὁ Παπαδιαμάντης μὲ ἀπάντησή του ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ «Ἄστυ»· βλ. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα, ἐπιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,  ἐκδ. Δόμος, τ. Ε΄, Ἀθήνα 2005 , σ. 231, 393.
[7] Καὶ ἄλλη, ἔκτακτη, λαϊκὴ συναυλία τοῦ Λέβενσον πραγματοποιήθηκε τὴν Κυριακὴ 7 Ἀπρ. 1902 στὸν Παρνασσὸ μὲ χαμηλὸ εἰσιτήριο τριῶν δραχμῶν: «Σήμερον εἰς τὰς 4 ½ ὁ ‘‘Παρνασσὸς’’ καλεῖ εἰς λαϊκὴν συναυλίαν τοὺς ἀθηναίους. Θὰ παίξει ὁ διάσημος Λέβενσον. Ἡ τιμὴ ὡρίσθη εἰς τρεῖς δραχμὰς καὶ μόνον».· Ἐφ. Ἀκρόπολις, «Κίνησις καὶ ζωή. Τὰ μικρὰ τῆς ἡμέρας», φ. 7220 / 7. 4. 1902, σ. 1.· «Ὑποχωρήσαντες εἰς ἐπιμόνους παρακλήσεις οἱ δύο Γάλλοι καλιτέχναι Λέβενσον καὶ Λιβὸν δίδουν ἀποχαιρετιστήριον ἀπογευματικὴν αὔριον εἰς τὸν ‘‘Παρνασσὸν’’ 4½-6 ½. Τὸ πρόγραμμα εἶναι ἐκλεκτότατον μεταξὺ δὲ τῶν τεμαχίων θὰ ἀκουσθῇ σονάτα τοῦ Γκρίγκ, ἡ Πεταλούδα καὶ ἡ Μαζούρκα τοῦ Πόππερ, ἓν κλέφτικον ἑλληνικόν, καὶ ἓν τεμάχιον μὲ 2 βιολοντσέλλα. Τιμαί: 3 δρχ. καὶ διὰ τὰ μέλη 2 δρχ. Οὐδεὶς δὲν πρέπει νὰ λείψῃ»· Ἐφ. Ἑστία, «Ἡ τελευταία τοῦ Λέβενσον», φ. 27 / 6. 4. 1902, σ. 4.
[8] Ἐφ. Εμπρός, φ. 1949 / 1. 4. 1902.· Τὸ ποσὸν ποὺ εἰσπράχθηκε ὑπὲρ τῶν ἀπόρων παίδων ἀπὸ τὶς συναυλίες τοῦ Λέβενσον ἦταν 712,60… δρχ. Βλ. Τιμ. Ἀργυρόπουλος, Λογοδοσία τῶν κατὰ τὸ 38ο ἔτος πεπραγμένων, [Φιλ. Σύλλογος Παρνασσός], Ἀθήνα 1903, σ. κδ΄.
[9] «Δυστυχῶς εἶναι ὀλίγοι, πολὺ ὀλίγοι, καὶ ἑπομένως οἱ αὐτοὶ πάντοτε καὶ παντοῦ, οἱ παριστάμενοι εἰς τὰς συναυλίας καὶ τὰ θέατρα»· Ἐφ. Ἄστυ, «Λέβσον καὶ Λιβόν», φ. 4096 / 6. 4. 1902, σ. 3.
Ἀντιθέτως, σχετικὰ μὲ τὴν πρώτη συναυλία, αὐτὴ τῆς 1ης Ἀπριλίου, ὁ καλλιτεχνικὸς συντάκτης τῆς ἐφημερίδας «Ἄστυ» θεωρεῖ πὼς ἦταν ἐπιτυχημένη, ἐνῷ ἐπισημαίνει πὼς ἡ ἀξία τοῦ βιολοντσέλλου τοῦ Λέβενσον ἀνέρχεται σὲ 12.000 μάρκα: «Ἡ συναυλία τὴν ὁποίαν ἔδωσαν εἰς τὸν ‘‘Παρνασσόν’’ οἱ καλλιτέχναι Μ. Λέβενσον καὶ Λουδοβῖκος Λιβόν ὑπῆρξε τελείως ἐπιτυχής … Ὁ Λέβενσον ἔπαιξε εἰς τὸ βιολοντσέλλον ἐκλεκτὰ τεμάχια τοῦ Κρίγκ, τοῦ Πόππερ, τοῦ Σαίν. Ἤρεσε πάρα πολὺ τὸ ‘‘Τραγούδι τῆς Ἡλακάτης’’ τοῦ Πόππερ. Εὐτυχῶς ἡ συναυλία θὰ ἐπαναληφθῇ τὴν Παρασκευὴν καὶ θ’ ἀκουσθῇ πάλιν τὸ γλυκύτατον βιολοντσέλλον τοῦ Λέβενσον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει μόνον ἀξίαν διότι παίζεται ἀπὸ τέτοιον καλλιτέχνην, ἀλλὰ καὶ ἰδίαν ἀξίαν, ἀγορασθὲν ἀντὶ 12.000 μάρκων».· Ἐφ. Ἄστυ, φ. 4093 / 3. 4. 1902, σ. 3. Τὴν ἑπομένη τῆς συναυλίας τῆς 5ης Ἀπριλίου ὁ συντάκτης τῆς ἐφ. «Ἑστία» Δῆμος Βρατσᾶνος, πάλι μὲ τὸ ψευδώνυμο «Τὸ λαγωνικό», στὴ στήλη «Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς πόλεως. Μὲ λίγα λόγια» στὶς 6 Ἀπρ. 1902, γράφει σχετικὰ μὲ τὴν πενιχρὴ προσέλευση κοινοῦ: «Οὔτε καὶ χθὲς εἶχεν ἀρκετὸν κόσμον τὸ κοντσέρτο τοῦ βιολοντσελλιστοῦ κ. Λέβενσον καὶ τοῦ πιανίστα κ. Λιβόν … Μετὰ τὸ πρελούδιον τοῦ Μπάχ ὁ κ. Λέβενσον ἐκλήθη τετράκις εἰς τὴν σκηνήν … τὸ τραγούδι τῆς κ. Φεράλδη εἶχε χθὲς ἐξαιρετικὴν δροσιάν. Ἡ καλλιτέχνις κυρία κατεχειροκροτήθη».· Ἐφ. Ἑστία, φ. 27 / 6. 4. 1902, σ. 4.· ἐνῷ, ἐπίσης, στὴ στήλη «Ἐδῶ κι ἐκεῖ» στὴν ἐφ. «Σκρίπ», στὶς 7 Ἀπρ. 1902, ὅπου καὶ τὸ χρονογράφημα τοῦ Παπαντωνίου,  σημειώνεται: «Οὔτε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συναυλίαν τοῦ κ. Λέβενσον καὶ τοῦ κ. Λιβὸν εἰς τὸν ‘‘Παρνασσόν’’ δὲν ἐπῆγε δυστυχῶς πολὺς κόσμος. Καὶ εἶναι λύπη μεγάλη ἀλήθεια. Διότι οἱ Ἀθηναῖοι ἔχασαν μίαν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσουν ἕνα τεχνίτην τῆς πρώτης γραμμῆς».· [9] Ἐφ. Σκρίπ, «Ἐδῶ κι ἐκεῖ», φ. 2385 / 7. 4. 1902, σ. 1.  
[10] Ἀντιθέτως, ἀνήμερα τῆς συναυλίας τῆς 5ης  Ἀπρ. 1902 στὴν ἐφ. «Ἑστία» ἀναφέρεται πώς: «Μεγάλη ζήτησις εἰσιτηρίων ὑπῆρχε διὰ τὴν ἀποψινὴν συναυλίαν τοῦ Παρνασσοῦ … διότι ἔμειναν ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὸ βιολοντσέλλον τοῦ Λέβενσον».· Ἐφ. Ἑστία, «Ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς πόλεως. Μὲ λίγα λόγια», φ. 26 / 5. 4. 1902.· Γιὰ τὸ πρόγραμμα τῆς συναυλίας σὲ ἄλλη στήλη σημειώνεται γιὰ τὴ λυρικὴ τραγουδίστρια Φ. Λ. Φεράλδη πώς: «Τὸ ὅλον τῆς ἑσπερίδος θὰ συμπληρώσῃ εὐγενῶς προσφερθεῖσα ἡ κ. Φεράλδη, ἥτις θὰ ψάλλῃ μίαν σύνθεσιν τῆς Σαμινάδ, τὸ ‘‘Λίκνισμα’’ τοῦ Γκονάρ, τὸ ‘‘Ἄβε Μαρία’’ τοῦ Γκουνώ, καὶ μέρος τοῦ ‘‘Βασιλέως Ὓς’’ τοῦ Λαλό».· Ἐφ. Ἑστία, «Ἡ συναυλία τοῦ ‘‘Παρνασσοῦ’’, φ. 26 / 5. 4. 1902, σ. 4. Στὸ ἴδιο φύλλο στὴν πρώτη σελίδα δημοσιεύται ἀνυπόγραφη προσωπογραφία τοῦ Λέβενσον.
[11] «Ἡ κυρία Φεράλδη ἔψαλλε μετὰ περισσῆς χάριτος καὶ διὰ τῆς ὡραίας φωνῆς της τέσσαρας γαλλικὰς μονῳδίας ἐκ τῶν καλλιτέρων».· Ἐφ. Ἄστυ, «Λέβσον καὶ Λιβόν», φ. 4096 / 6. 4. 1902, σ. 3.
[12] «‘‘Ἡ συναυλία τοῦ Παρνασσοῦ’’. Τῆς ἐν τῷ ‘‘Παρνασσῷ’’ τελευταίας συναυλίας τῶν κ. Λέβινσον καὶ Λιβὸν τὸ πρόγραμμα εἶναι εἰς ἄκρον ἑλκυστικόν. Ἀρκεῖ  νὰ σημειωθῇ τὸ ‘‘Φύσημα τῆς Ἀνέμης’’ τοῦ Πόπερ, οἱ ‘‘Μουσικοδιδάσκαλοι’’ τοῦ Βάγκνερ, κτλ. καὶ τὸ ᾆσμα τῆς εὐγενεστάτης κ. Φεράλδη, ἥτις θὰ ψάλῃ, συνοδευομένη καὶ παρὰ τοῦ βιολοντσέλλου, ἄριαν ἐκ τοῦ ‘‘Βασιλέως Ὕς’’ τοῦ Λαλό, ‘‘Ἄβε-Μαρία’’ τοῦ Γκουνώ, τὸ ‘‘Λίκνισμα’’ τοῦ Γκονάρ, καὶ ‘‘Ἐπάνελθε’’ τῆς Σαμινάδ».· Ἐφ. Ἐμπρός, φ. 1952 / 4. 4. 1902.
[13] Ἐφ. Νέον Ἄστυ, φ. 115 / 4. 4. 1902, σ. 1, ὅπου δημοσιεύονται καὶ φωτογραφίες τῶν Lοevenson καὶ Livon.
[14] Ντελόπουλος, Ψευδώνυμα, σ. 92.
[15] Ἐφ. Ἐμπρός, «Ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν», φ. 1956 / φ. 1898 / 8. 4. 1902, σ. 1.
[16]«Ἡ Ἄδιγκ δύναται νὰ ἔχει ἀντιπάλους, δὲν ἔχει ὅμως οὐδεμία ἰσόπαλον».·Παῦλος Μπουρζὲ (θεατρικὸς συγγραφέας), ἐφ. Ἐμπρός, «Ἡ βαρωνὶς τοῦ Κάρλσμπεργ», φ. 1910 / 20. 2. 1902, σ. 1.
Ἡ ὀνομαστὴ  Γαλλίδα ἠθοποιὸς Ἰωάννα Ἄδιγκ (Janet Hading 1859-1941) ἦλθε στὴν Ἀθήνα στὶς 18 Μαρτίου 1902 καὶ ἔδωσε τέσσερις παραστάσεις στὸ Βασιλικὸ Θέατρο [Ἐφ. Σκρίπ, 9. 1. 1902]. Γιὰ τὶς θριαμβευτικὲς ἐμφανίσεις της στὴν Ἀθήνα βλ. Ἐφ. Ἐμπρός, «Αἱ παραστάσεις τῆς Ζὰν Ἄδεγκ», 5. 3. 1902 / φ. 1922, σ 1.· Ἐφ. Ἐμπρός, «Ζὰν Ἄδεγκ», φ. 1924 / 7. 3. 1902, σ. 1.·Ἐφ. Ἐμπρός, «Ἡ πρώτη τῆς Ζάν Ἄδεγκ», φ. 1923 / 6. 3. 1902, σ. 3.
[17] Sézar Thomson (1875-1931), ὀνομαστὸς Βέλγος βιολιστής, δάσκαλος τοῦ βιολιοῦ καὶ συνθέτης.
Τὴν προηγουμένη τῆς 1ης συναυλίας τοῦ Λέβενσον, στὶς 31 Μαρτίου 1902, στὴν αἴθουσα τῆς «Μoυσικῆς Ἑταιρείας» δόθηκε ἡ τελευταία συναυλία τοῦ Τόμσον· Ἐφ. Ἐμπρός, «Ἡ τελευταία τοῦ Τόμσον», φ. 1949 / 1. 4. 1902: «Ὁ διάσημος καλλιτέχνης τὸν ὁποῖον εἶχον θαυμάσει δὶς ἤδη οἱ Ἀθηναῖοι ἐφάνη καὶ χθὲς ἀπαράμιλλος κατενθουσιάσας τὸ ἀκροατήριο».· Ἐφ.  Ἐμπρός, «Ἡ τελευταία τοῦ Τόμσον» φ. 1949 / 1. 4. 1902· «Ἔχουν σχεδὸν ἐξαντληθῇ τὰ εἰσιτήρια διὰ τὴν προσεχῆ συναυλίαν τοῦ Βέλγου βιολιστοῦ κ. Τόμσον εἰς τὴν ‘‘Μουσικὴν Ἑταιρείαν’’. Ὁ κ. Τόμσον ἔρχεται σήμερον εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐπιτροπὴ ἐκ μελῶν τῆς ‘‘Μουσικῆς Ἑταιρείας’’ θὰ κατέβει στὸν Πειραιᾶ, ὅπως ὑποδεχθῇ τὸν ἔξοχον καλλιτέχνην».· Ἐφ. Σκρίπ, «Ἐδῶ κι ἐκεῖ» φ. 2366 / 18. 3. 1902, σ. 1.· «…Εἶναι καὶ δύσκολον νὰ μὴ ἀντιληφθῇ ὁ ἀκροατὴς τὸ ὑπέροχον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπαλλεν εἰς τὴς δοξαριὲς τοῦ Τόμσον. Ἤρκουν αἱ ποικιλίαι ποὺ ἐξετέλει εἰς τὸ βιολί, αἱ συντρακτικαί, αἱ κρυσταλλώδους διαυγείας  καὶ ἀσυλλήπτου λεπτότητος, διὰ νὰ κύψῃ ἕνα κοινὸν θαμβωμένον πρὸ τοιαύτης τέχνης».· Ἐφ. Σκρίπ, «Τόμσον», φ. 2372 / 24. 3. 1902, σ. 3.
[18] «Ἡ χθεσινὴ συναυλία τοῦ Παρνασσοῦ θ᾿ ἀφήσῃ ἐποχήν  … Ἡ θεία βάρβιτος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ἀπόλλωνος τὴν μορφὴν καὶ τὴν μουσικὴν ἔμπνευσιν τοῦ κ. Λέβσον συνετάραξε, καθήδυνε, ἐμάλαξε τὰς ψυχάς».· Ἐφ.  Ἄστυ, «Λέβσον καὶ Λιβόν», φ. 4096 / 6. 4. 1902, σ. 3.
[19] «Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν ἐξάρωμεν τὴν ἔκφρασιν, κυρίως τὴν ἔκφρασιν ἐν τῇ ἐκτελέσει ὅλων τῶν τεμαχίων τοῦ προγράμματος».· Ἐφ. Ἄστυ, φ. 4096 / 6. 4. 1902, σ. 3.
[20] Ὁ συντάκτης τῆς ἐφ. «Ἄστυ» εἶχε ἄλλη ἄποψη: «Ὁ κ. Λιβὸν εἶναι δεξιώτατος ἐκτελεστὴς τοῦ κλειδοκυμβάλου, καλλιτέχνης καὶ αὐτὸς πρώτης δυνάμεως καταθέλξας μὲ τὴν τρίτην χορῳδίαν τοῦ Σοπὲν καὶ τὸ ‘‘ἆσμα τοῦ γυπός’’ τοῦ Διμέρ».· Ἐφ. Ἄστυ, «Λέβσον καὶ Λιβόν», φ. 4096 / 6. 4. 1902, σ. 3.
[21] Luis Livon, d. 1913, καθηγητὴς πιάνου στὸ Ὠδεῖο  τῆς Μασσαλίας https://books.google.gr/books?id=mtYz_WjAM_UC&pg=PA52&lpg=PA52&dq=luis+livon+piano&source=bl&ots=2VN_v7seh1&sig=XW0cetGjvnjuhSH6lZi-6cihQ7U&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjE6N6CxczbAhVRK1AKHWF9DrEQ6AEIQTAH#v=onepage&q=luis%20livon%20piano&f=false
[22] Γαλλικὴ συμφωνικὴ ὀρχήστρα ἡ ὁποία ἱδρύθηκε τὸ 1873 ἀπὸ τὸν βιολονίστα Édouard Collone. Σὲ χρονογράφημα τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου, ἀπὸ τὸ Παρίσι, ποὺ δημοσιεύεται στὶς 11 Δεκ. 1908 στὴν ἐφ. «Ἐμπρός» μὲ τὸν τίτλο «Μουσική» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ Ζ. Π., ἀναφέρεται στὴν ὀρχήστρα τοῦ Κολλὸν καὶ μεταξὺ ἄλλων γράφει πώς: «Ἡ ὀρχήστρα τοῦ Κολὸνν ἀποτελεῖται ἀπὸ 150 ἐκτελεστὰς πρώτης γραμμῆς. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς φθάνει τοὺς 200, ὅταν προστίθεται χορῳδία ὅπως εἰς τὴν ‘‘Ἐνάτην Συμφωνίαν’’ τοῦ Μπετόβεν. Εἰς κάθε συναυλίαν θὰ λάβῃ μέρος ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους καλλιτέχνας τῶν Παρισίων καὶ πολλάκις ἕνα κουαρτέτο τῆς Ὀπερά»· βλ. Ζωρογιαννίδης, …90 Παρισινὰ Γράμματα, σ. 173-176.
[23] Ἡ λυρικὴ τραγουδίστρια Φ. Λ. Φεράλδη, μετέπειτα καθηγήτρια τοῦ Ὠδείου, [βλ. Ἐφ. Ἐμπρός, 8. 3. 1911] ἀναφέρεται καὶ στὸν ἀπολογισμὸ τοῦ Καλλιτεχνικοῦ τμήματος τοῦ ‘‘Παρνασσοῦ’’ ὡς συμμετέχουσα στὴν ὀρχήστρα γιὰ τοὺς εὐγενεῖς σκοποὺς τοῦ Συλλόγου· βλ. Κωνσταντῖνος Βοβολίνης, Τὸ χρονικὸν τοῦ Παρνασσοῦ, Ἀθήνα 1951, σ. 252-253.
[24] Orchester Lamoureux (γνωστὴ καὶ ὡς Concerts Lamoureux) εἶναι μία ὀρχηστρικὴ συναυλιακὴ ὁμάδα ἡ ὁποία ἔδινε ἑβδομαδιαῖες συναυλίες μὲ τὴ δική της ὀρχήστρα. Ἱδρύθηκε στὸ Παρίσι ἀπὸ τὸν Charles Lamoureux τὸ 1881. Ἔχει διαδραματίσει σημαντικὸ ρόλο στὴ γαλλικὴ μουσικὴ ζωή. Στὸ χρονογράφημα τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου, ἀπὸ τὸ Παρίσι, ποὺ δημοσιεύεται στὶς 11 Δεκ. 1908 στὴν ἐφ. «Ἐμπρός» μὲ τὸν τίτλο «Μουσική» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ Ζ. Π., ἀναφερόμενος στὴν ὀρχήστρα τοῦ Λαμουρὲ σημειώνει πὼς: « Τὸ Concert Lamoureux γίνεται εἰς εἰδικὴν αἴθουσαν συναυλιῶν, ὁλόκληρον μέγαρον παρὰ τὴν λεωφόρον τῶν Ἠλυσίων … Εἰς τοῦ Λαμουρὲ συνωθεῖται ὅλη ἡ ἀριστοκρατία»· βλ. Ζωρογιαννίδης, …90 Παρισινὰ Γράμματα, σ. 174-175.
[25] Ἐφ. Νέον Ἄστυ, «Ἡ συναυλία τοῦ ‘‘Παρνασσοῦ’’», φ. 117, 6. 4. 1902, σ. 2.
[26] «Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Λέβενσον δίδει μαθήματα βιολοντσέλλου, λίαν πολύτιμα εἰς τοὺς νέους φιλόμουσους. Ἕκαστον μάθημα πληρώνεται πρὸς μίαν λίραν. Εἶναι τὸ ἀκριβώτερον μάθημα ποὺ ἐδόθη εἰς τὰς Ἀθήνας»· Ἐφ. Σκρίπ, «Ἐδῶ κ᾿ Ἐκεῖ»,  φ. 2387 / 9. 4. 1902, σ. 1.
[27] Ἐφ. Σκρίπ, «Δημόσια θεάματα», φ. 2617 / 26. 11. 1902, σ. 3.


*Πρώτη δημοσίευση στὰ «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας» τῶν Γρεβενῶν, φ. 780.