Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ "ΟΙ ΝΙΚΟΛΑΟΙ"

                  Ἅγιος Νικόλαος, ὁ γλυκὺς ἅγιος τῶν θαλασσῶν *

 

 «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶναι ὁ Παπποῦς τοῦ ναυτικοῦ μας,

ἡ γλυκυτέρα τοῦ ναύτου παραμυθία· τῶν θαλασσῶν ὁ Ἅγιος»[1] 

                                             Στὸν κ. Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο, γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του

Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου (1877-1940).
Μολύβι σὲ χαρτί, ἔργο (2021) τοῦ Κώστα Ντιό. 

Ὁ καρπενησιώτης λογοτέχνης καὶ ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940), μὲ ἀφορμὴ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, δημοσιεύει στὴν ἐφημερίδα Σκρίπ, τὴν Παρασκευὴ 6 Δεκεμβρίου 1902, στὴ στήλη «Ἐντυπώσεις καὶ σκέψεις», χρονογράφημα μὲ τίτλο «Οἱ Νικόλαοι».[2] Στὸ ἄρθρο του σχολιάζει τὸν ἱστορικὸ καὶ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα τῆς ἑορτῆς καὶ ἰδιαίτερα τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ποὺ θέλει τὸν Ἅγιο
ὡς προστάτη τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν θαλασσινῶν ταξιδευτῶν. Μὲ χαριτολογικὴ διάθεση ἀναφέρεται στὸ πλῆθος ὅσων φέρουν ὡς βαπτιστικὸ τὸ ὄνομα Νικόλαος, τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ χωρὶς διάκριση μὲ διαφορετικὸ ὅμως περιεχόμενο ἑορτασμοῦ σὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ἀπὸ τοὺς πλέον εὔπορους ἕως καὶ τοὺς πλέον πτωχούς.

Δὲν ἀφήνει ἀσχολίαστη καὶ τὴν πολιτικὴ ζωὴ ὅταν ἀναφέρεται στὸν ὑπουργὸ Σπυρ.  Στάη,[3] τῆς παράταξης τοῦ Γ. Θεοτόκη, τὸν ὁποῖο ἡ κακοκαιρία κρατᾶ στὴ γενέτειρά του τὰ Κύθηρα, ἀπ’ ὅπου, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου, προσδοκᾶ νὰ ἐπιστρέψει μὲ ἀσφάλεια στὴν Ἀθήνα. Ἀναφέρεται καὶ στὶς δύο μεγάλες πολιτικὲς παρατάξεις τῆς ἐποχῆς τῶν ὁποίων ἡγοῦνται ὁ Θεόδ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ Γ. Θεοτόκης. Ὁ «κορδονικὸς συζητητής» εἶναι ὀπαδὸς τοῦ κόμματος του Δηλιγιάννη (ποὺ εἶχε ὡς σῆμα του τὸ κορδόνι), ἐνῶ οἱ «σανίδες» ὑπονοοῦν τὰ ἐπεισόδια, μὲ σανίδες παρακειμένων οἰκοδομῶν, ποὺ προκάλεσαν οἱ ὁπαδοί του στὸ κέντρο τῶν Ἀθηνῶν, μετὰ τὶς ἐκλογὲς τῆς 17ης Νοεμβρίου 1902. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ σχόλιό του γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς οἰκοπεδοφαγίας τῶν κατεχόντων, ποὺ φαίνεται πὼς εἶχαν, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀκόμη, τρόπους καὶ μεθόδους νὰ οἰκειοποιοῦνται, πρὸς ἴδιον ὄφελος, ἐκτάσεις τοῦ Δημοσίου.

Μὲ πνεῦμα λεπτῆς εἰρωνίας καὶ μὲ δεινότητα περιγραφικὴ ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου δίδει μιὰν εἰκόνα τοῦ κοινωνικοῦ καὶ λαογραφικοῦ χαρακτῆρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸν ἀστικὸ ἱστὸ τῆς ἑλληνικῆς Πρωτεύουσας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα· σὲ μιὰν Ἀθήνα ἡ ὁποία, ὅπως καὶ σήμερα, συνταράσσεται ἀπὸ ἔντονα πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ πάθη, ἀντιθέσεις καὶ ἀντιπαλότητες, ποὺ φτάνουν ἕως καὶ σὲ ἀκρότητες μὲ ἀποτέλεσμα ὅπως γράφει ὁ ἀρθρογράφος:

  «ἀποκαλυφθέντων τῶν πολιτικῶν φρονημάτων ἑκάστου ἡ σάλα ἔγινε Βουλή»!

 

Τὸ χρονογράφημα, ποὺ δημοσιεύει ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ἄλλος»  στὴν πρώτη σελίδα τοῦ Σκρίπ, καταλογογραφεῖται στὴ διατριβὴ τῆς Φωτεινῆς Κεραμάρη Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὡς πεζογράφος, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἔκτοτε ἐπαναδημοσιευθεῖ σὲ ἄλλο ἔντυπο. [4]

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, μορφὴ εὐγενικὴ καὶ ψυχὴ εὐαίσθητη,  κατάγεται ἀπὸ τὰ ψηλὰ βουνά, δὲν παύει νὰ τιμᾶ τὸν Ἅγιο τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν θαλασσινῶν. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ θαλασσινώτερος πάντων Ἑλλήνων, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο  «Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶναι ἡ τρυφερωτέρα τῶν νησιωτικῶν ἑορτῶν. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν οἰκία ἐν τῇ νήσῳ νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἕνα ναύτην, καὶ δὲν ὑπάρχει ναύτης νὰ μὴ ὀνομάζεται Νικόλαος».[5] Ὁ γνώριμος καὶ καλὸς φίλος τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης εἶχε δημοσιεύσει στὶς 6.12.1888 στὴν Ἑσπερινὴ Ἀκρόπολι τοῦ Βλ. Γαβριηλίδη τὸ διήγημα «Τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου», ποὺ ἀργότερα τοῦ ἔδωσε τὸν τίτλο «Τῶν Θαλασσῶν ὁ Ἅγιος».[6] Ὁ ἴδιος μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ὁ Ταξειδιώτης», εἶχε δημοσιεύει τὴν προηγούμενη χρονιὰ στὶς 6 Δεκεμβρίου 1901, στὴν Ἀκρόπολι, στὴ στήλη «Ἐπισκέψεις καὶ περίπατοι» ἕνα μικρὸ σχόλιο ἀναλόγου περιεχομένου γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἡμέρας, γιὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Ἀρχιεπίσκοπο Μύρων τῆς Λυκίας τὸν θαυματουργό:[7]

«Σήμερον δὲ εἶναι ἡ φαιδροτέρα ἑορτὴ τῆς θαλασσινῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία μὲ τόσην δόξαν καὶ τόσην θαυμαστὴν αἴγλην περιβάλλει τὸν ἅγιον Νικόλαον, τὸν ἐξόχως θαλασσινὸν ἅγιον, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου κοσμοῦνται τὰ περισσότερα Ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν σεπτὴν εἰκόνα φέρουν μετὰ σεβασμοῦ ἐν τῷ πρυμναίῳ, ἀποδίδοντα βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν πολιὸν τῶν Μυρέων Ἱεράρχην, ὅστις ἀκούραστος πάντοτε τρέχει καλούμενος καὶ προφθάνει πανταχοῦ, ὅταν ἡ ἀδυσώπητος τρικυμία ἀφαιρεῖ πᾶσαν ἐλπίδα ἀπὸ τὸν θαλαττεύοντα. Διὰ τοῦτο τὰς λευκοτέρας προσφορὰς θὰ κομίσουν εἰς τοὺς ναοὺς αἱ εὐσεβεῖς νησιωτοποῦλαι καὶ τὰς μεγαλυτέρας λαμπάδας θὰ ἀνάψουν εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Ἱεράρχου τὰ ναυτόπουλα, σχολάζοντα σήμερον, ὅπου κι ἂν εἶναι, καὶ τρέχοντα νὰ ἀνακαλύψουν μίαν ἐκκλησίτσαν κι ἕνα ἅγιον Νικόλαον μέσα εἰς τὴν ὅλην πνευματικὴν ἀκαταστασίαν, ἥτις τοὺς χρόνους αὐτοὺς σαλεύει τὰ πάντα.»

 

Ἐφ. Σκρίπ, φ. 6/12/1902, σ.1.

«NIKOΛΑΟΙ

Οἱ μυριοπληθεῖς Νικόλαοι ἑορτάζουν σήμερον μαζὶ μὲ τὰς ὀρθοδόξους θαλάσσας. Παντοῦ ὅπου ὁ ἀτμὸς ἀφῆκε μερικὰς λωρίδας ὕδατος ἐλευθέρας εἰς τὴν πτωχὴν ἱστιοφόρον μας, ἄλμπουρα καὶ πανιὰ καὶ μικραὶ ταλαιπωρημέναι κυανόλευκοι προσκυνοῦν τὸν γλυκὺν ἅγιον τῶν θαλασσῶν, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησε τὸν Ἥλιον τῶν ἀρχαίων εἰς τὴν προστασίαν τῶν Ναυτικῶν. Οἱ ἀρχαῖοι μὲ τὴν βαθέως φυσικήν των θρησκείαν ἕναν Θεὸν τῶν θαλασσῶν ἀνεγνώρισαν, περισσότερον ἴσως ἀπὸ τὸν Ποσειδώνα. Τὸν Ἥλιον, ὁ ὁποῖος ἐτόξευε μὲ τὴν ἀκτίνα του τὰς τρικυμίας καὶ ἔλυε τὰ σχοινία τῶν πλοίων τῶν δεμένων εἰς τοὺς λιμένας ἀπὸ τοὺς πάγους. Σήμερον δὲ μὲ τὴν ἡλιοφώτιστον αὐτὴν ἡμέραν φαίνεται ὡς νὰ ἐπέρχεται κάποια συνάντησις τοῦ ἀρχαίου προστάτου τῶν θαλασσῶν μὲ τὸν νεώτερον. Καὶ πολὺ πλέον εὐφρόσυνος ἀπὸ τὴν ἑορτὴν τῶν Νικολάων, τοὺς ὁποίους βλέπετε εἰς τὰ κοινωνικὰ τῶν ἐφημερίδων, εἶναι ἡ Ἑορτὴ τοῦ ξεκινήματος τῶν Ἑλληνικῶν ἱστιοφόρων διὰ τὸ ταξεῖδι, ἡ ὁποία σήμερον γίνεται εἰς θαλάσσας ποὺ δὲν γνωρίζομεν, πρὸς θαλασσινοὺς ἀγῶνας  τοὺς ὁποίους φρίττομεν καὶ νὰ μαντεύσωμεν ἡμεῖς οἱ ἀσφαλεῖς στεριανοί. Ἀκόμη καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Θεοτόκη προστατεύει ὁ σημερινὸς ἅγιος, διότι ἤκουσα περὶ τοῦ κ. Στάη ὅστις τετράκις ἀπεπειράθη νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὰ Κύθηρα, ὅπου εἶναι κλεισμένος, ἀλλὰ πλοῖον δὲν κατόρθωσε νὰ προσεγγίσῃ ἐκεῖ. Σήμερον βεβαίως θὰ τὸ κάμῃ, ἐὰν δὲν ἀναχώρησε ἀκόμη. Καμμία δύναμις δὲν μπορεῖ νὰ κατισχύσῃ  τῆς πίστεως τῶν ναυτικῶν πρὸς τὸν σημερινὸν ἅγιον. Ἐξ οὗ καὶ τὰ χαριτωμένα τῶν λαϊκῶν παραδόσεων:

— Ἅγιε Νικόλα μου, εἶπε κάποιος καπετάνιος ἐν ὥρᾳ φρικτῆς τρικυμίας, Ἅγιε Νικόλα μου βόηθα καὶ θὰ σοῦ ἀνάψω μία λαμπάδα ἴσα μὲ τὸ ἄλμπουρο.

— Ἴσα μὲ τὸ ἄλμπουρο; Ἐρωτᾷ ἕνας ναύτης. Καπετάνιε, τάξε καμμιὰ μικρότερη λαμπάδα, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ τὴν ἀνάψῃς.

Καὶ ὁ καπετάνιος μυστικῶς εἰς τὸ αὐτὶ τοῦ ναύτου

— Βρὲ ἀδελφέ, στάσου τώρα νὰ τὸν γελάσωμε καὶ βλέπομε!

Ἐφ. Σκρίπ, φ. 6/12/1902, σ.1.

Κατὰ περίεργον ἐπίβλεψιν τῆς προνοίας ὅλαι αἱ ἑορταὶ τοῦ χειμῶνος καταλάμπονται ἀπὸ ἥλιον. Νομίζει κανείς, ὅτι ἡ ἀνωτέρα Πρόνοια εὐνοεῖ τοὺς δανδῆδες τῶν Ἀθηνῶν καὶ παρασκευάζει ἀτμοσφαίραν κατάλληλον, ὥστε νὰ λάμψουν οἱ τροχοὶ τῶν ἁμαξῶν οἱ φέροντες τοὺς ἐπισκέπτας, οἱ μικροὶ κομψοὶ κόμβοι τῶν λαιμοδετῶν, τὰ περίφημα ἐκεῖνα μακρουλὰ γάντια, τὰ ὁποῖα προωρισμένα ὄντα διὰ τὰς ἑορτάς, φέρονται εἰς χεῖρας καθ’ ὃν τρόπον ὁ  φ ε ι δ ᾶ ς τῶν ἐπαρχιῶν κρατεῖ τοὺς ἀκινδύνους ὄφεις. Ἀλλ’ ἡ θεία Πρόνοια πάντοτε εἶναι μεγαλοφυής. Ἐφρόντισε νὰ θέσῃ εἰς τὸ στόμα τῶν ἐπισκεπτῶν ἕτοιμον τὴν πρώτην φράσιν τῆς ἐπισκέψεως.

— Ὡραῖος καιρός!

Τί θὰ ἐγίνετο ἄνευ τοῦ ὡραίου καιροῦ; Θὰ ἐπήρχετο κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν σιωπὴ ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας καὶ σκέψις βαθεία. Ὅλοι θὰ ἔχετε ἀπολαύσει τὴν ἀγωνίαν δέκα πομπαδωμένων καὶ ἰσαρίθμων ἀνθοφορεμένων κεφαλῶν, εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις, ἀγωνίαν διὰ νὰ εὑρεθῇ μία κουβέντα. Καὶ ἡ κουβέντα εἶναι συνήθως δύσκολον νὰ εὑρεθῇ, ἢ εὑρίσκεται ἀπὸ ὅλους μαζὶ ταυτοχρόνως.

— Λοιπόν, ὁ Δηλιγιά....

Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν σανίδων μέχρι σήμερον παρέστην εἴκοσι φορὰς εἰς τὴν σκηνὴν αὐτήν. Δέκα ἄνθρωποι ταυτοχρόνως ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν περὶ τοῦ Δηλιγιάννη κατόπιν δὲ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων ἐδόθη ὁ λόγος εἰς ἕνα καὶ κατόπιν ἀποκαλυφθέντων τῶν πολιτικῶν φρονημάτων ἑκάστου ἡ σάλα ἔγινε Βουλή!

— Λοιπόν, ὁ Δηλιγιάννης ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν

— Ὄχι δά! Ἑκατὸ εἶναι μέχρι στιγμῆς αὐτῆς...

— Πῶς; Εἶσθε Θεοτοκικός.

— Ναὶ δὲν τὸ κρύπτω ἀλλά...

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι εἶδος ἐκλογικῆς συμπλοκῆς, σκηνὴ καφενείου ἀρωματισμένη ὀλίγον, ἕνα κομμάτι διαδηλώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κορδονικὸς συζητητὴς δὲν σᾶς κτυπᾷ βεβαίως μὲ σανίδα, ἀλλὰ σᾶς λέγει εὐγενῶς.

— Εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ὁ Θεοτόκης... δόστε μου ἕνα τσιγάρο.

Δηλαδή, κάτι χειρότερον ἀπὸ σανίδα.

Τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὰ βλέπω ὅλα καθαρά, καὶ τὰ ἀκούω ὅλα καθαρὰ ὡσὰν νὰ εἶμαι χωμένος ὁπουδήποτε ὑπάρχει Νικόλαος ἑορτάζων, μέσα εἰς τὰς δαντελλοστολίστους αἰθούσας τῶν πτωχῶν σπιτιῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἰς τὸν τοῖχον καὶ φωτογραφίες εὐζώνων καὶ μέσα εἰς τοὺς μαλακωτάτης καθησιᾶς καναπέδες τοῦ ἐριτίμου πλουσίου Νικολάου, τοῦ καταφαγόντος δὲν ἠξεύρω ποῖον οἰκόπεδον.

Αἱ κινήσεις ποὺ θὰ γίνουν, αἱ φράσεις ποὺ θὰ ἀκουσθοῦν, εἶναι μετρημέναι μὲ τὰ ἑκατοστόμετρα. Φράσεις τριάντα ἑκατοστῶν, τσάϊ μὲ δύο κομμάτια ζάχαρι, δύο μακρουλοὶ δάκτυλοι βυθιζόμενοι εἰς τὰ φοντὰν καὶ ἁπτόμενοι διὰ τῶν ἄκρων, ἀτελεύτητος συζήτησις περὶ τοῦ βρασίματος ἢ ὄχι τοῦ νεροῦ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ κοιλιακοῦ τύφου, ἀποσακχαρωμένον μειδίαμα μιᾶς οἰκοδεσποίνης, ἡ ὁποία τρίβει τὰς χεῖρας, ἕνα γάντι ἐπάνω εἰς κάποιο γόνατον, ὡς χέρι τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀπολεσθὲν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ εὐφυολογίαι 40 βαθμῶν ὑπὸ τὸ μηδέν. Καὶ ὅμως ὀνομάζομεν τὸν Κρόνζε ἥρωα,[8] ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἐπολέμησεν, ἀλλὰ δὲν ἔκαμε καμμίαν ἐπίσκεψιν.

Ὁ ἄλλος»

                                                                    Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 *: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας, τῶν Γρεβενῶν, φ. 995/2. 12. 2022, σ. 14-15.


 

 

 

 



[1]. Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Τῶν Θαλασσῶν ὁ Ἅγιος», Τὰ Διηγήματα, ἐκδόσεις Γνώση κ΄ Στιγμή, τόμ. Α΄, Ἀθήνα 1990, σ. 76.

[2] . Ἐφ. Σκρίπ, φ. 6/12/1902, σ. 1.

[3]. «Στάης Σπυρίδων, Ἕλλην  πολιτικὸς ἐκ Κυθήρων (1859-1932...»· Θ. Β. (=Θ. Βελλιανίτης), λῆμμα «Στάης Σπυρίδων», ΜΕΕ, τ. 22, σ. 270.

[4] Φωτεινὴ Κεραμάρη, Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὡς πεζογράφος, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2001, σ. 246.

[5] Μωραϊτίδης, Διηγήματα, τ. Α΄, σ. 66.

[6] Ἐπίσης, στὴν Ἀκροπόλι τῆς ἑπομένης 7ης Δεκ. 1888, στὴ σελ. 3, ὁ συντάκτης  της σημειώνει: «"Τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου". Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κατεμαγεύθησαν αἱ Ἀθῆναι χθὲς ἀπὸ τὸ ἐν Ἑσπερινῇ Ἀκροπόλει διήγημα ὑπὸ τὸν ἀνωτέρω τίτλο τοῦ ἀρχισυντάκτου αὐτῆς κ. Α. Μωραϊτίδου [...] ἡ δὲ λευκοπώγων εἰκὼν τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ Παπποῦ, τοῦ Πολιούχου τοῦ ναυτικοῦ μας κόσμου, ἐπιφαίνεται εὐλογοῦσα ἥμερος, ἐπιβλητική, τολμηρά». 

[7] Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 6/12/1901, σ. 1.

[8]. Κρόνιε (Cronje), Πέτρος-Ἀρνόλδος, Νοτιοαφρικανὸς στρατηγός (1835-1911). Σὲ μάχη μὲ τοὺς Ἄγγλους, τὸ 1900, μετὰ ὀκταήμερον ἀγώνα, ἀναγκάστηκε νὰ παραδοθῇ. Οἱ Ἄγγλοι τὸν ἔστειλαν ἐξόριστο στὴ νῆσο Ἁγία Ἑλένη.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΕΓ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ

 

Τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὰ Μεγ. Βραγγιανά

Μετὰ ἀπὸ πολλὲς-πολλὲς δεκαετίες ‒ἄγνωστο πόσες‒ λειτουργήθηκε, στὶς 26 Ὀκτωβρίου 2022, τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου, ὁ ναὸς τοῦ ἁγίου Δημήτριου τοῦ μυροβλύτου στὰ Μεγ. Βραγγιανά, στὸν συνοικισμὸ Στανάδες. Πρόκειται γιὰ τὸν παλαιότερο (16ου αἰ.) ναὸ τῶν Βραγγιανῶν μὲ ἕνα σπάνιο σύνολο τέμπλου χρονογημένου στὰ 1588 καὶ ἀρκετὲς τοιχογραφίες, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες σώζονται σὲ ἀρκετὰ καλὴ κατάσταση. Τὸ ἀπόγευμα τῆς 25ης Ὀκτ. πραγματοποιήθηκε ὁ Ἑσπερινὸς καὶ τὴν ἑπομένη ὁ Ὄρθρος καὶ ἡ Θεία Λειτουργία μετ’ Ἀρτοκλασίας, παρουσίᾳ ἀρκετῶν πιστῶν τόσο ἀπὸ τὸν τόπο ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν εὐρύτερη περιοχή· ἀκόμη κι ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Οἱ ἀκολουθίες ἦσαν κατανυκτικές, ὑπὸ τὸ φῶς τῶν νυσταλέων κανδηλῶν καὶ τῆς κηροκρατίας, μὲ Λειτουργὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ τόπου π. Κωνσταντῖνο Κουτσουπιᾶ καὶ ἱεροψάλτες τούς: Περικλῆ Ἀντωνίου, Θεοφάνη Θεοδώρου καὶ Γεώργιο Μαντζιάρα. 



Οἱ καιρικὲς συνθῆκες ἦσαν ἰδανικὲς γιὰ τὴ ἐποχὴ καὶ ἐπέτρεψαν σὲ ὅλους τοὺς παρευρεθέντες, σὲ ὅλο τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα, νὰ ἀπολαύσουν καὶ τὶς ἀκολουθίες καὶ τὸν τόπο μὲ τὶς μοναδικὲς φθινοπωρινὲς ὀμορφιές του ἀλλὰ καὶ εὐχηθοῦν ἀλλήλοις τὸ Χρόνια Πολλά, καὶ τοῦ χρόνου νὰ γιορτάσουν καὶ πάλι τὴν τιμὴ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Κ.Τ.  









Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, 25 ΟΚΤ. 1929, ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ

 

Ὁ Μωραϊτίδης ἀπέθανεν

Ἀλέξ. Μωραϊτίδης (1850-1929).

Στὴν πρωϊνὴ καθημερινὴ ἐφημερίδα Φῶς τοῦ Καΐρου, στὸ φύλλο τῆς 30ης Ὀκτ. 1929, δημοσιεύεται ἡ εἴδηση, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀθηναϊκὸ τύπο καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν ἐφημερδα Ἐλεύθερον Βῆμα, ὅτι ὁ σκιαθίτης διηγηματογράφος Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ ὁποῖος μόλις πρὸ μηνὸς εἶχε καρεῖ μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀνδρόνικος, νοσεῖ βαριά. Τὸ δημοσίευμα αὐτὸ εἶναι ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ φύλλο τῆς 24ης Ὀκτωβρίου 1929 τοῦ Ἐλευθέρου Βήματος τῶν Ἀθηνῶν καὶ  ἀποδίδει τὴν ἐπιδείνωση τῆς ὑγείας τοῦ Μωραϊτιδη σὲ πλημμελῆ χρήση κηλεπιδέσμου. Ἀντίθετα, ὁ φιλέλληνας διανοούμενος Ὀκτάβιος Μερλιέ, σὲ σημείωμά του στὶς 29 Ὀκτ. 1929, πάλι στὸ Ἐλεύθερον  Βῆμα, μὲ τίτλο «Ἑλληνικαὶ τραγωδίαι. Πῶς ἀπέθανεν ὁ Μωραϊτίδης. Εἰς τὸ νησὶ τοῦ θανάτου», μὲ ἀφορμὴ τὸν θάνατο τοῦ Μωραϊτίδη, τὸν ἀποδίδει στὸ παλαιὸ κάταγμα κνήμης ποὺ εἶχε ὑποστεῖ πρὸ ἐτῶν καὶ τὸ ὁποῖο λόγῳ πλημμελοῦς φροντίδας του στὴν Σκιάθο, ἐλλείψει ἐπαρκῶν ὑγειονομικῶν μέσων, ὑποτροπίασε, μολύνθηκε καὶ ὁδήγησε στὸ μοιραῖο· ἢ σὲ κάποια σοβαρὴ πληγὴ ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἡ ὁποία δὲν ἀντιμετωπίστηκε μὲ τὸν πρέποντα τρόπο στὸ νησὶ τῆς Σκιάθου μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιμολυνθεῖ καὶ νὰ ὁδηγήσει σὲ θανατηφόρο γάγγραινα:
Ἐφ. Ἐλεύθερον Βῆμα, φ. 29.10.1929

«Ὁ πτωχὸς Μωραϊτίδης, ὁ ὁποῖος εἶχε θραύσει τὴν κνήμην του πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἔφθασεν εἰς Σκίαθον τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, φέρων  βαρυτάτην πληγὴν, τὴν ὁποίαν μόλις εἶχεν θεραπεύσει εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὁ νέος ἰατρός, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπεριποιήθη εἰς τὴν Σκίαθον, εὑρέθη ἀντιμέτωπος μὲ τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ γέροντος, ὅσον καὶ πρὸς τὸν κίνδυνον τῆς γαγγραίνης, καὶ ἐκαθάρισε ἐπιμελῶς μὲν τὴν πληγὴν, ἐπείσθη ὅμως ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ χειρουργικὴ ἐπέμβασις. Περὶ ἐγχειρήσεως οὔτε λόγος ἠδύνατο νὰ γίνει εἰς τὴν Σκίαθον, ἡ πληγὴ δὲν ἰάθη καὶ ... γνωρίζετε τί ἐπακολούθησε».

Τέλος, στὴ ληξιαρχικὴ πράξη θανάτου του, ποὺ ὑπογράφουν ὁ ληξίαρχος Σκιάθου καὶ κοινοτάρχης Φιλοκλῆς Γεωργιάδης καὶ ὁ ἰατρὸς Σταμάτιος. Ι. Βιδελινῆς ἀναφέρεται ὡς αἰτία θανάτου:

«Ὁ θάνατος κατὰ τὴν πιστοποίησιν τοῦ ἰατροῦ Σταματίου Βιδελινῆ ἐπῆλθεν ἐκ γεροντικοῦ μαρασμοῦ»

 Ἐν τῷ μεταξύ, ἄλλο ἀνώνυμο δημοσίευμα τοῦ Ἐλευθέρου Βήματος τῆς 26ης Ὀκτ. 1929 μὲ τίτλο «Ὁ Μωραϊτίδης εἰς τὰ τέλη τῆς ζωῆς του» μᾶς πληροφορεῖ πώς:

 «Ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος (Μωραϊτίδης) ἐζήτησε καὶ ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων [...]. Ἐξ Ἀθηνῶν ἔφθασεν εἰς Σκίαθον ἡ μοναχὴ Καλλιόπη Ἀντωνοπούλου καὶ ἤλλαξε τοὺς ἐπιδέσμους τῆς πληγῆς τοῦ ἀσθενοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχετο παρ’ οὐδενὸς ἄλλου νὰ νοσηλευθῇ, μετὰ δὲ τὴν ἀλλαγὴν ἠσθάνθη μεγάλην ἀνακούφισιν».

Βέβαια, εἶχε προηγηθεῖ ὁ θάνατος τοῦ Μωραϊτίδη, τὴν Παρασκευὴ 25 Ὀκτ. 1929, ἀλλὰ ἡ εἴδηση προφανῶς δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη στὴν Ἀθήνα ἀλλὰ οὔτε φυσικὰ καὶ στὸ Κάϊρο. Στὸ ἑπόμενο φύλλο τοῦ Ἐλευθέρου Βήματος, αὐτὸ τῆς 27ης Ὀκτ., δημοσιεύεται τηλεγράφημα ἐκ Σκιάθου, τὸ ὁποῖο στέλνει ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Σκιάθου Φιλοκλὴς Γεωργιάδης ποὺ ἀναγγέλλει τὴν κοίμηση, στὶς  25 Ὀκτ. 1929, τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη. Στὸ ἴδιο φύλλο ὁ Σπύρος Μελᾶς μὲ τὸ ψευδώνυμό του «Φορτούνιο» δημοσιεύει πρωτοσέλιδα ἐκτενῆ νεκρολογία γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη μὲ τίτλο «Ὁ δεύτερος Ἀλέξανδρος» δηλώνοντας ὅτι:

 «Ὁ Μωραϊτίδης ἤτανε πολὺ λίγο ποιητὴς, περισσότερο ζωγράφος, κυρίως θαλασσογράφος. Δὲ θὰ ξεχάσω ποτὲ τὴν περιγραφὴ τοῦ ταξειδιοῦ μιᾶς σκούνας: ἡ κίνησις τῆς θαλάσσης γίνεται λυρικὸ τραγούδι ...».

Τὴν εἴδηση τοῦ θανάτου τοῦ Μωραϊτίδη δημοσιεύει ὅλος σχεδὸν ὁ ἀθηναϊκὸς τύπος. Ἔτσι, στὶς 31 Ὀκτωβρίου 1029, καὶ τὸ Φῶς τοῦ Καΐρου ἀνακοινώνει τὸν θάνατο τοὺ Μωραϊτίδη μὲ ἕνα μικρὸ ἀνυπόγραφο δημοσίευμα μὲ τίτλο «Ἀπέθανεν ὁ Μωραϊτίδης», ὅπου ὁ ἀρθρογράφος, μεταξὺ ἄλλων, ἐπισημαίνει ὅτι ὁ Μωραϊτίδης:

 «Ὑπῆρξε ἀληθὴς χριστιανὸς καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη του ὑπῆρξε παροιμιώδης. Λιτὸς εἰς τὴν ζωήν του ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔζη ὡς ἀσκητὴς ἀποτραβηγμένος εἰς ἕνα μικρὸ σπιτάκι ὅπου ἐζοῦσε ἐργαζόμενος, προσευχόμενος καὶ νηστεύων. Ἐχθρὸς κάθε θορύβου καὶ πάσης ἐπιδείξεως ...»

Ἐφ. Φῶς, 31.10. 1929

 

Φῶς, 30.10. 1929, σ. 3.

Πεθαίνει ὁ Μωραϊτίδης

Γράφει τὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα»:

Ὁ περιβληθεὶς τὸ μοναχικὸν σχῆμα καὶ προχειρισθεὶς εἰς μοναχὸν Ἀνδρόνικον ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος, μονάζων δὲ εἰς τὴν γενέτειράν του Σκίαθον διηγηματογράφος Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, κινδυνεύει ν’ ἀποθάνῃ.

Ὁ ἐπιφανὴς λογοτέχνης καὶ σεβάσμιος μοναχός, πάσχων ἐκ κήλης, εἶχε χρησιμοποιήσει κακὸν ἐπίδεσμον, ἐξ αὐτοῦ δὲ προεκλήθη εἰς τὴν κοιλίαν του πληγή, ἥτις γαγγραινωθεῖσα περιήγαγε τοῦτον εἰς ἔσχατον κίνδυνον κατὰ τὰς ἐκ Σκιάθου πληροφορίας.

 

 

Φῶς, 31.10. 1929, σ. 2.

Ο ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΑΠΕΘΑΝΕΝ

Αἱ Ἀθηναϊκαὶ συνάδελφοι ἀγγέλλουν τὸν θάνατον τοῦ διηγηματογράφου Ἀλεξάνδρου ἢ Ἀνδρονίκου Μωραϊτίδη, ὅστις περιεβλήθη πρὸ διμήνου τὸ μοναχικὸν ἔνδυμα, ἐπισυμβάντα εἰς τὴν Σκίαθον.

Ὁ Μωραϊτίδης καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἀποτελοῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐπίσημον τρόπον τινὰ δυάδα χριστιανῶν λογοτεχνῶν. Ὁ  Μωραϊτίδης, ὑπῆρξε πραγματικὸς πιστὸς καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔργον του εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ πίστιν. Ὑπῆρξε ἀληθὴς χριστιανὸς καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη του ὑπῆρξε παροιμιώδης. Λιτὸς εἰς τὴν ζωήν του ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔζη ὡς ἀσκητὴς ἀποτραβηγμένος εἰς ἕνα μικρὸ σπιτάκι ὅπου ἐζοῦσε ἐργαζόμενος, προσευχόμενος καὶ νηστεύων. Ἐχθρὸς κάθε θορύβου καὶ πάσης ἐπιδείξεως ἔμαθε τελευταίως τόσον τὴν ἀπονομὴν εἰς αὐτὸν τοῦ Ἀριστείου τῶν Γραμμάτων, ὅσον καὶ τὴν ἐκλογήν του ὡς ἀκαδημαϊκοῦ. Εἰς τὴν Ἀκαδημίαν μάλιστα δὲν μετέβη ποτέ, ἀλλὰ τελευταίως εἶχε περισσότερον ἀπομονωθῇ, καὶ τέλος παρουσιάσθη εἰς τὸν Μητροπολίτην Χαλκίδος Γρηγόριον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος καὶ ἐζήτησε νὰ χειροτονηθῇ μοναχός. Ὄντως ἐχειροτονήθη καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀνδρόνικος, μετὰ δίμηνον δὲ ἀπέθανεν εἰς ἡλικίαν79 ἐτῶν.

                                                          Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Δ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ (15 Ὀκτ. 2022)

 


Σὰν σήμερα, πρὶν 172 χρόνια, στὶς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ 1850, γεννήθηκε στὴ Σκιάθο ὁ Ἀλέξανδρος Δ. Μωραϊτίδης, γνωστὸς καὶ ὡς ὁ ‘’ἄλλος’’ Ἀλέξανδρος σὲ σχέση μὲ τὸν τριτεξαδελφό του Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τὸ Ἱστολόγιό μας θυμᾶται καὶ τιμᾶ τὴν μορφὴ καὶ τὸ πνευματικὸ ἔργο τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη, τοῦ τελειωθέντος († 25 Ὀκτ. 1929) στὴ Σκιάθο ὡς μοναχοῦ Ἀνδρονίκου,  καθώς –πέραν τοῦ συνόλου τοῦ ἔργου του- μᾶς ἄφησε παρακαταθήκη ἕνα ὑπέροχο χρονογράφημά του μὲ τὸ περιπετειῶδες ταξίδι του, μὲ τὸ ἀτμόπλοιο «Ἤπειρος», ἀπὸ τὴν Ἀθήνα στὸ Καρπενήσι, στὰ 1901, παραμονὲς Χριστουγέννων μὲ χιόνια παρακαλῶ.


Ἐφέτος μάλιστα, στὶς ἀρχὲς τοῦ καλοκαιριοῦ, εἴχαμε τὴν ἐξαιρετικὴ τιμὴ καὶ εὐλογία νὰ δοῦμε καὶ νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας –κατόπιν εὐγενικῆς χειρονομίας τοῦ νῦν κατόχου του‒ νὰ ψαύσουμε τὸ κομποσχοίνι, τὸν προσευχητικὸ συνοδὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, τοῦ μοναχοῦ Ἀνδρόνικου.

                    Τ ὴ ν  ε ὐ χ ή  τ ο υ  ν ὰ  ἔ χ ο υ μ ε.

Κ. Σπ. Τ.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης.

Σ
τὴν ἐτήσια λογοτεχνικὴ καὶ εἰκαστικὴ ἔκδοση Φιλολογικὴ Πρωτοχρονιὰ τοῦ ἔτους 1986 δημοσιεύτηκε, στὴ σελίδα 44, μικρὸ χρονογράφημα τῆς Ἀντιγόνης Γαλανάκη-Βουρλέκη (Κόρινθος 1912-1992) μὲ τίτλο «Ρεμβασμὸς Δεκαπενταύγουστου», τὸ ὁποῖο προφανῶς παραπέμπει στὸ πολὺ γνωστὸ ὁμώνυμο διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ἡ Κορίνθια ποιήτρια καὶ πεζογράφος καταθέτει τὴν ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία της, τὴ λαχτάρα της, τὸν πόθο της νὰ καταφέρει, τὶς ἡμέρες ποὺ προηγοῦνται τῆς 15ης Αὐγούστου, ἡμέρα ποὺ τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου νὰ διαβάσει τὸ πάντερπνο διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου». Τὸ διήγημα, δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ Παναθήναια στὸ τεῦχος τῆς 15ης-30ης Ἰουνίου 1906, στὶς σελίδες 137-144, μὲ τὴν ὑπογραφή, «Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ».

Τὰ κύματα τῆς βιοτικῆς θαλάσσης, τὸ πολυμέριμνον τῆς καθημερινότητος μὲ τὶς ἀλλότριες ἔννοιές της, δὲν ἐπιτρέπουν στὴν χρονογράφο τὴν πραγμάτωση τοῦ ποθουμένου της: τὴν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ διηγήματος τοῦ Παπαδιαμάντη, τὴν περίοδο τοῦ Δεκαπενταυγούστου. 

Ἀντιγόνη Γαλανάκη- Βουρλέκη
 (1912-1992)
.  


 

«Ρεμβασμὸς Δεκαπενταύγουστου

Κάθε φορὰ ποὺ ζῶ τὸ νέο καλοκαίρι, ξανάρχεται τοῦτος ὁ πόθος, δὲν λέει νὰ σβήσει....

Πόσα χρόνια εἶναι Θέ μου ‒ἕξη;, ἑπτά;‒ ποὔχω αὐτὴ τὴ μικρή, τὴν πολὺ μικρὴ ἐπιθυμία, τὴν εὔκολη, τὴν ἁπλῆ καὶ ποὺ ὅμως δὲν μπόρεσα νὰ τὴν ἱκανοποιήσω;

Κάθε φορά, κάθε καλοκαιράκι ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια καὶ καθὼς φτάνει στὸ τέλος του ὁ Ἰούλιος κ’εἶναι ὁ Αὔγουστος ἐπὶ θύραις λέω μὲ χαρὰ στὸν ἑαυτό μου: Νὰ βρῶ τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη νὰ διαβάσω τὸν «Ρεμβασμὸ τοῦ Δεκαπενταυγούστου»!

Ὄμορφα ποὺ θἆναι, εὐτυχία κ’ ἀπόλαυση ποὺ θὰ σταθῇ γιὰ μένα τοῦτο τὸ διάβασμα! Κι ὅλο λέω μέσα μου: Μὴ ξεχάσεις, μὲ τίποτε μὴ ξεχάσεις, πρέπει ν’ ἀνοίξεις αὐτὸ τὸ βιβλίο.!

Ρεμβασμός

ἔργο Θάλειας Φλωρᾶ-Καραβία (Σιάτιστα 1871-Ἀθήνα 1960).

Τὶς ὧρες τοῦ καυτοῦ μεσημεριοῦ καθὼς ξαπλώνω μὲ τὴν ἐφημερίδα μου, μεσ’ τὴ γαλήνη τῶν ὡρῶν αὐτῶν ‒μὰ ποιὰ γαλήνη ἀφοῦ ἡ ζωὴ τῆς πολιτείας ἴδια ἐκφράζεται καὶ τὰ μεσημέρια, μὲ τὸν ἀσταμάτητο θόρυβό της‒ πέφτει ξαφνικὰ ἡ ἐφημερίδα ἀπ’ τὰ χέρια μου, γιατὶ τὰ μάτια μου στηλώθηκαν ἔτσι ἀναπάντεχα στὴ σκέψη ποὺ ἔγινε εἰκόνα. Εἶναι ὁ «Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου»!

Πάλι ἡ ἐπιθυμία: Γιατὶ φτάνει ἡ πολυσήμαντη μέρα μὲ κείνη τὴν εἰδικὴ χαρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου... Δεκαπέντε Αὐγούστου! Εἶναι κ’ ἡ μεγάλη γιορτὴ τῆς Παναγίας κι εἶναι μαζὶ κ’ ὁ «Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου» τοῦ Παπαδιαμάντη!

Πάλι μὲ κατακυριεύει ὁ πόθος νὰ δώσω στὸν ἑαυτό μου τούτη τὴν ξεχωριστὴ ἀπόλαυση νὰ διαβάσω τ’ὄμορφο διήγημα. Μὰ νά ποὺ μένει ὄνειρο γιὰ πάντα. Πάντα ἡ ζωή μου νὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ χίλιους δυὸ μόχθους ἀνάξιους, ὁπωσδήποτε δημιουργημένοι ἀπὸ ἀλλότριες ἔννοιες, ποὺ ἀφαιροῦνε ὁλότελα τὸν διάλογο μὲ τὴν ψυχή μου κ’ ἡ μέρα ἡ μεγάλη, ποὺ τὴν προσμένω γιὰ δική μου, νὰ περνάει χωρὶς πάλι νὰ διαβάσω Παπαδιαμάντη!

Παναθήναια (1906) 137
Ἡ ἀρχὴ τῆς πρώτης δημοσίευσης
 τοῦ διηγήματος
 
τοῦ Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη,
"Ρεμβασμὸς τοῦ
Δεκαπενταυγούστου''.

Κ’ ὄνειρο πιὰ νὰ γίνεται καὶ νὰ μένει τρυφερό, γαλήνιο ὄνειρο, ποὺ δὲν κουράζομαι νὰ τάζω στὸν ἑαυτό μου· σκίρτημα συθέμελο τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ νὰ γίνεται καθὼς φτάνει ἡ μέρα κ’ ἡ εὐτυχία καθὼς γλυστράει στὰ χέρια μου ἡ ἐφημερίδα, ξαφνικά, γιατὶ τὰ μάτια μου ξανακυττάζανε ἀόριστα στὸ βάθος τ’ ἀκαθόριστο, ποὺ μόνο ἡ ψυχὴ ξέρει νὰ βλέπει τὸν «Ρεμβασμὸ τοῦ Δεκαπενταυγούστου».!

Καὶ βέβαιη ὅσο ποτέ, νὰ δίνω τὴν μεγάλη ὑπόσχεση πὼς ναί, αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ διαβαστεῖ τὸ τερπνὸ χαριτωμένο διήγημα, ποὺ μονάχα κι ἀπ’ τὸν τίτλο κλείνει τὴν πιὸ ἐξαίσια ὑπόσχεση εὐτυχίας γεμάτη ἀπ’ τὶς μαγγανεῖες καὶ τοὺς λαφροὺς ἴσκιους τῆς καλοκαιρινῆς μεσημεριάτικης καὶ μεθυσμένης ὥρας.

                                                                         

                                       ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ-ΒΟΥΡΛΕΚΗ»

Kωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Σημ: πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας, φ. 983/2.9.2022, σ. 18.


Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

 Τὸ ἱστολόγιό μας ellinomouseionagrafon.blogspot.com, εἶχε τὴν ἐξαιρετικὴ τιμὴ νὰ προσκληθεῖ ἀλλὰ καὶ νὰ παραστεῖ στὴν ἐκδήλωση παρουσίασης τοῦ βιβλίου, τῆς συλλογῆς διηγημάτων, Στὰ κύματα τῆς τάξης καὶ τῆς θάλασσας, τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου· ἑνὸς ἀκαμάτου διακόνου τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας, κοντὰ στὸ πνεῦμα τῶν δικῶν μας διδασκάλων τοῦ Γένους, Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου, οἱ ὁποῖοι "δημιούργησαν" καὶ ὑπηρέτησαν αὐτὴν τὴν ἑστία γραμμάτων τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε καὶ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων».  

Ν.Δ.Τ. live

Στὰ κύματα τῆς τάξης καὶ τῆς θάλασσας

 

Xαλκίς, 18 Ἰουλίου 2022








«Μία ὀπτασία, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον»· αὐτὸ ἦταν, κατὰ παπαδιαμαντικὴν ρῆσιν, ἡ  ἐκδήλωση παρουσίασης τῆς συλλογῆς διηγημάτων, Στὰ κύματα τῆς τάξης καὶ τῆς θάλασσας, τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Πῶς ὄχι, ἄλλωστε; Ὁ συγγραφέας ἔχει ἀφιερώσει ὅλο του τὸ εἶναι στὴ μελέτη καὶ τὴν προβολὴ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Τὸ ἔχει δηλώσει ἄλλωστε ἀπερίφραστα:

«— Νοιώθω νὰ μὲ ἔχει μπολιάσει ὁλόκληρο ὁ Παπαδιαμάντης, γιατὶ στὸν ὕπνο μου καὶ στὸν ξύπνιο μου μιλάω καὶ διαλέγομαι μαζί του. Δὲν ξέρω τί νὰ πῶ, δὲν περιγράφεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα».

Στὴ Χαλκίδα, τὸ μικρό, περικαλλὲς ὑπαίθριο θέατρο «Π. Κωτσόπουλου», ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τοῦ μαέστρου Παναγιώτη Κωτσόπουλου, δίπλα ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ ἱερὸ ναὸ Παναγίας Ὁδηγήτριας (γνωστὸ καὶ ὡς «Μέσα Παναγίτσα»), ὅπου φιλοξενήθηκε ἡ ἐκδήλωση παρουσίασης τοῦ βιβλίου, ἔμοιαζε σὰν ὀνειρικὸ μπαλκόνι μὲ θέα τὸν Βόρειο Εὐβοϊκὸ καὶ τὰ κύματά του. Κι ἕνα θερινὸ μελτεμάκι, ἕνα "μπακλά-μελτέμ", ἔκανε τὴν καλοκαιρινὴ ζέστη εὐχάριστη.

Γιὰ τὸ βιβλίο μίλησαν: ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης, Πρόεδρος τοῦ Ἐφορευτικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ἄγγελος Μαντᾶς, δ. φ., ἐπίτιμος σχολικὸς σύμβουλος φιλολόγων καὶ ὁ Μανώλης Μ. Στεργιούλης, δ. φ., ἐπιμελητής τοῦ βιβλίου. Τὸν συντονισμὸ τῆς ἐκδήλωσης εἶχε ἡ Σούλα Παπαγεωργοπούλου, Πρόεδρος τοῦ Ἐφορευτικοῦ Συμβουλίου τῆς Δημόσιας Κεντρικῆς Βιβλιοθήκης Χαλκίδας, ἡ ὁποία διάβασε καὶ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο. Στὴν ἐκδήλωση συμμετεῖχε καὶ τὸ Δημοτικὸ Ὠδεῖο Χαλκίδας «Νίκος Σκαλκώτας» διὰ τοῦ διευθυντοῦ του Πάνου Στέλιου, ὁ ὁποῖος παρουσίασε μουσικὰ ἔργα του, μὲ τὴν Γιάννα Γκαρὰ στὸ πιάνο καὶ τὶς φωνὲς τῆς Γιούλης Λάμπρου-Σκλιὰ καὶ τῆς Γωγῶς Σκλιά. Χαιρετισμὸ ἀπηύθυνε, ἐκ μέρους τοῦ μητροπολίτου Χαλκίδος, Ἱστιαίας καὶ Βορ. Σποράδων κ. Χρυσοστόμου, ὁ θεολόγος ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Καλύβας.    


Ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης, ἀναφέρθηκε στὸ χρονικὸ τῆς δημοσίευσης στὴ Νέα Ἑστία
στὸ περιοδικὸ ποὺ διηύθυνε τῶν ἕξη ἐκ τῶν ὀκτὼ διηγημάτων τοῦ βιβλίου, στὰ θερινὰ τεύχη Ἰουλίου-Αὐγούστου τῶν ἐτῶν 2005 καὶ 2008-2012. Ἑστίασε στὴ συνέχεια τὴν ὁμιλία του στὸ διήγημα «Ἀεί γ’ ἀχεῖς... ἢ θάνατος στὴ Φιλοσοφική». Πρόκειται γιὰ μιὰ σκιαγράφηση, μὲ λογοτεχνικὴ μαεστρία καὶ δύναμη, μὲ  σάρκα καὶ ὀστά, τῆς ζωῆς τοῦ παλαιοῦ καθηγητοῦ τῆς Φιλολογίας Ἀντωνίου Χατζῆ. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς θέλησε νὰ μείνει στὴν ἱστορία τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης μὲ μία διόρθωση. Θεώρησε ὅτι σὲ ἕναν στίχο τῆς Ἠλέκτρας τοῦ Σοφοκλῆ, συγκεκριμένα στὸν στίχο: «ὦ παῖ, παῖ, δυστανοτάτας / Ἠλέκτρα ματρός, τίν’ ἀεὶ / τάκεις ὧδ’ ἀκόρεστον οἰμωγάν» πρέπει νὰ ἀντικατασταθεῖ τὸν «ἀεὶ τάκεις»  μὲ τὸ «ἀεὶ γ’ ἀχεῖς». Φαίνεται ὅτι δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ πόσο συγκλονιστικὸς εἶναι ὁ στίχος, "διαλύεσαι ἀπὸ τὴν οἰμωγὴ (τάκεις οἰμωγάν)", ἀλλὰ προκρίνει ὀρθὸν τὸ "ἐκπέμπεις οἰμωγή (ἀεὶ γ’ ἀχεῖς οἰμωγὰν)". Ἀτύχησε ὅμως ὁ αὐστηρὸς καθηγητὴς καθὼς δὲν ἔτυχε οὔτε μιᾶς ἁπλῆς ὑποσημείωσης σὲ κριτικὸ ὑπόμνημα μελλοντικῶν ἐκδόσεων τῆς Ἠλέκτρας. Ἄσε ποὺ ἤθελε οἱ φοιτητές του καὶ ὁ ΝΔΤ φυσικά νὰ τὸν χαιρετοῦν στρατιωτικὰ ὡς ἔχοντα βαθμὸ ἰσότιμο μὲ μητροπολίτη ἢ στρατηγό! Ὁ Σταῦρος Ζουμπουλάκης καταλήγοντας, διατύπωσε τὴν ἀπορία: ποιός, ἄραγε, θὰ βρεθεῖ νὰ γράψει διηγήματα γιὰ τὸν Τριανταφυλλόπουλο μὲ τὴ μαγκιὰ καὶ τὴ δύναμη τοῦ ταλέντου ποὺ διαθέτει τὸ αὐτός;


Ἑπόμενος ὁμιλητὴς ὁ Ἄγγελος Μαντᾶς, ὁ ὁποῖος, ἀναφέρθηκε στὴν εὐλογία, τὸ μοναδικὸ προνόμιο ποὺ εἶχε, ὄχι ἁπλὰ νὰ ἔχει διαβάσει ἀλλὰ κυρίως καὶ νὰ ἔχει ἀκούσει πολὺ Νίκο Τριανταφυλλόπουλο. Τὰ διηγήματα τοῦ τόμου, ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἱστορίες, τὰ ἔχει ἀκούσει διὰ στόματος ΝΔΤ ὄχι μόνο μία φορά στὰ κοινά τους ταξίδια, στὶς μετακινήσεις τους, στὶς συναντήσεις τους ὡς συνάδελφοι καὶ συμπολίτες στὴν πόλη τῆς Χαλκίδας· τοῦ ἄρεσε καὶ τοῦ ἀρέσει πολὺ τοῦ Ν. Τριανταφυλλόπουλου νὰ διηγεῖται. Καὶ ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ χάρισμα: νὰ γοητεύει μὲ τὸν προφορικὸ λόγο του, μὲ τὶς διηγήσεις του.

Ὁ Ἄγγελος Μαντᾶς θεωρεῖ τὸν ΝΔΤ τεχνίτη τοῦ λογου, ποὺ ὄχι μόνον γοητεύει τὸν ἀναγνώστη ἢ τὸν ἀκροατή, ἀλλὰ καὶ τὸν θεραπεύει. Τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Ἐμμανουὴλ Κριαρᾶ, ὁ ὁποῖος δήλωσε ὅτι ὁ λόγος, ἡ ὁμιλία τοῦ Τριανταφυλλόπουλου τὸν θεράπευσε, τὸ ἐπιβεβαιώνει. Στὸ ἐν λόγῳ περιστατικὸ ἀναφέρεται τὸ διήγημα  «Ἀλέξανδρος ἀκεσώδυνος ἢ ἐπεισόδιο στὴ Θεσσαλονίκη», ὅπου ὁ Κριαρᾶς θεωρεῖ πὼς ὁ λόγος τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου περὶ τοῦ μεταφραστοῦ Παπαδιαμάντη καὶ ὄχι ὁ ἰδιος ὁ Παπαδιαμάντης τὸν θεράπευσε ἀπὸ κοιλιακὸ ἄλγος. Ὡς ἀκραιφνὴς δημοτικιστὴς καὶ μαθητὴς τοῦ Ψυχάρη, ὁ Κριαρᾶς δὲν θέλει, κατὰ τὸν Τριανταφυλλόπουλο, νὰ παραδεχθεῖ τὴ θεραπευτικὴ δράση τοῦ Παπαδιαμαντικοῦ λόγου. Ὁ Ἄγγελος Μαντᾶς, ἂν καὶ διαφωνεῖ μὲ τὸν Κριαρά, δίδει μιὰ σολομώντεια λύση:

— Δὲν τὸν θεράπευσε ὁ Παπαδιαμάντης, ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης τοῦ Τριανταφυλλόπουλου!

Ὅσο γιὰ τὴν ἔκδοση, ὁ Ἀγγ. Μαντᾶς δηλώνει ὅτι εἶναι μιὰ καλαίσθητη καὶ ἐξαιρετικὰ προσεγμένη ἔκδοση τῆς Κεντρικῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Χαλκίδας, μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Μανώλη Στεργιούλη καὶ εἰκαστικὴ διακόσμηση ἀπὸ τὸν Πέτρο Χριστούλια. Πολλὲς εὐχαριστίες ἀναπέμπει καὶ στὴν πρόεδρο τῆς Βιβλιοθήκης Σούλα Παπαγεωργοπούλου, ποὺ ἀποδέχθηκε τὸ αἴτημα τῆς ἔκδοσης τῆς συλλογῆς διηγημάτων Στὰ κύματα τῆς τάξης καὶ τῆς θάλασσας.

Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ μυστικὸ ποὺ κάνει τὰ κείμενα τοῦ ΝΔΤ ἀπολαυστικὰ καὶ διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα; Εἶναι, κατὰ τὸν Ἄγγελο Μαντᾶ, ἡ μαγικὴ λέξη «μαγκιά». Ὁ Λουκᾶς Κούσουλας, φίλος τοῦ ΝΔΤ καὶ τοῦ Ἄγγ. Μαντᾶ, εἶχε δηλώσει στὸν Σταῦρο Ζουμπουλάκη:

—«Ἀπορῶ πῶς αὐτὸς ὁ νεωκόρος ἔχει τόση μαγκιὰ στὸ γράψιμο»

Σὲ ταξίδι τους –τοῦ Ἄγγελου Μαντᾶ μὲ τὸν Λουκᾶ Κούσουλα ἀπὸ τὸ Καρπενήσι στὴν Ἀθήνα τοῦ εἶχε ἐπισημάνει κάτι παρόμοιο:

—«Ἀπορῶ πῶς ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ διάγει συνειδητὰ ἀσκητικὴ χριστιανικὴ ζωή, μπορεῖ νὰ ζωγραφίζει τόσο πειστικὰ καὶ χωρὶς καμμιὰ ἀναστολὴ τὴν κοσμικὴ κατάσταση».

Κατὰ τὸν Ἄγγ. Μαντά:

 Μαγκιὰ τοῦ Τριανταφυλλόπουλου εἶναι ἡ κολυμβητική του ἐπιδεξιότητα τόσο ἐνάντια στὰ κύματα τῆς θάλασσας ὅσο καὶ στὰ κύματα τοῦ πελάγους τῆς τάξης: μὲ μεγάλες ἁπλωτὲς χωρὶς νὰ τοῦ ἀντιστέκεται ἢ νὰ δειλιάζει ἀπὸ κανένος εἴδους ρεῦμα.

Μαγκιά εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ Τριανταφυλλόπουλου μαθητὴς τοῦ Παπαδιαμάντη γάρ νὰ ἐντάσσει στὰ κείμενά του, στὸν γραπτό του λόγο, λέξεις, φράσεις μάγκικες· εἰκόνες καὶ μορφὲς τῆς πιάτσας, χειρονομίες τῶν γηπέδων, λόγια τοῦ καφενείου, ἀλλὰ καὶ τῶν  θαλασσινῶν περιπετειῶν του. Ἀφθονία μάγκικων λέξεων στὰ διηγήματά του καὶ τὰ πολλὰ καὶ διάφορα δημοσιεύματά του· ἀκόμη, εἰσάγει καὶ λέξεις ἀπὸ τὶς λεγόμενες "ἀπρεπεῖς", τὶς ὁποῖες δὲν θὰ χρησιμοποιοῦσε στὸν καθημερινό του λόγο. Μαγκιὰ δὲ εἶναι καὶ ὁ τρόπος, ἡ μοναδικὴ μαστοριὰ  μὲ τὴν ὁποία ἐνθέτει λέξεις καὶ προτάσεις μάγκικες: χωρὶς νὰ θίγεται διόλου τὸ λογοτεχνικὸ οἰκοδόμημα, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἀκόμη πιὸ στέρεο καὶ γοητευτικό. Δὲν καταστέφει τὴν αὐθεντικότητα τῶν φωνῶν τῶν ἡρώων του ἀλλὰ τὶς τονίζει καὶ τὶς ζωγραφίζει πειστικά, μὲ ἀληθοφάνεια καὶ χωρὶς νὰ προκαλεῖ.

Οἱ μάγκικες ἐκφράσεις προέρχονται, πηγάζουν ἀπὸ ἀπὸ τὴν παιδικὴ καὶ νεανικὴ ἡλικία του, ἀπὸ τὰ διαβάσματά του, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Σκαρίμπα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ θητεία του στὸ Ναυτικό.

Μαγκιὰ τοῦ ΝΔΤ εἶναι καὶ ὁ τροπος του νὰ καταφέρνει νὰ πείθει μὲ τὸν λόγο του τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὴν αὐθεντικότητα προσώπων καὶ καταστάσεων· νὰ εἶναι δηλαδὴ ἀποτελεσματικὸς ὁ λόγος του. Ὡς "μαθητής" τοῦ Πεντζίκη περιγράφει ἀναλυτικὰ καὶ μὲ λεπτομέρεια ἀντικείμενα, ἄτομα, τόπους, τρόπους καὶ καταστάσεις, μὲ ἀληθινὴ ἀλλὰ καὶ μυθοπλαστικὴ μαεστρία καὶ διακειμενικὴ δεινότητα, θέλοντας μάλιστα νὰ κάνει τὸν ἀναγνώστη συνδημιουργό.

Μαγκιά του εἶναι ὁ λόγος του: λόγος σπαθί, καθαρή, ντόμπρα φωνή. Δὲν μιμεῖται. Ἐρανίζεται ὑλικὰ γιὰ νὰ φτιάξει τὸ δικό του λογοτέχνημα μέσα ἀπὸ τὸν ὁλάνθιστο λειμώνα τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας.

Τέλος ὁλοκληρώνοντας τὴν ὁμιλία του ὁ Ἄγγ. Μαντᾶς θεωρεῖ μέγιστη μαγκιά του τὴν παραδοχή του κι ἂς τὸν παρεξηγήσουν κάποιοι καὶ ἄς μὴν εἶναι ἀρεστὸ σὲ ὅλους  πὼς εἶναι τέκνο γνήσιο τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. 

Τρίτος καὶ τελευταῖος ὁμιλητὴς στὴν ἐκδήλωση ἦταν ὁ Μανώλης Στεργιούλης, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τοὺς διοργανωτὲς γιὰ τὴν τιμητικὴ πρόσκληση καὶ τὸν ΝΔΤ γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς συμμετοχῆς του ὡς ὁμιλητοῦ στὴν παρουσίαση –στὸ κοινὸ τῆς Χαλκίδας καὶ ὄχι μόνον τοῦ βιβλίου του, ἐπέλεξε νὰ ἀναδείξει τὶς ἀναφορὲς τοῦ ΝΔΤ στὰ διηγήματά του, τὶς σχετικὲς μὲ ἐπεισόδια τῆς περιόδου τῆς ναυτικῆς θητείας του καὶ τὴ λήξη της.

 Ἀναφέρθηκε στὴν ἰσχὺ τῆς ἀπόφανσης τοῦ Στ. Ζουμπουλάκη, πὼς ὁ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος γράφει τὴν πιὸ μεταμοντέρνα λογοτεχνία στὴν Ἑλλάδα. Ἡ μελέτη τοῦ λογοτεχνικοῦ του ἔργου τὴν ἐπιβεβαιώνει ἀφοῦ ἡ γραφή του ἀντιστέκεται στὶς νεωτερικὲς τάσεις καὶ φόρμες.

 Ὁ συγγραφέας, κατὰ τὸν Μ. Στεργιούλη, περιγράφει τὰ γεγονότα καὶ τὶς καταστάσεις μὲ ἐναλλαγὴ πραγματικότητος καὶ ὀνειροφαντασίας, μυθοπλασίας καὶ ἱστορικότητας, παρωδίας καὶ αὐτοσαρκασμοῦ. Ἑρμηνεύει τὶς σκέψεις του γιὰ τοὺς τρόπους ποὺ πλάθει τοὺς ἥρωές του, μὲ τὴν παρουσία ἀκόμη καὶ ἡρώων ἄλλων διηγημάτων καὶ συγγραφέων, ὅπως ἡ σκαριμπικὴ ἡρωΐδα Μαίρη Δεπάνου, ἐνῶ ὀνειρεύεται  λόγῳ τῆς παπαδιαμαντικῆς του "θητείας" ὅτι πηγαίνει στὴν Σκιάθο ἀλλὰ καταδιωκτικὸ τοῦ Ναυτικοῦ τὸν ἀνακόπτει καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ Ναυτοδικεῖο!

Στὸ διήγημα «Λήξη ναυτικῆς θητείας» ὁ Μ. Στεργιούλης σημειώνει ὅτι ὁ ΝΔΤ κινεῖται κυρίως στὴν πραγματικότητα τῆς 40ήμερης ἄδειάς του, μετὰ ἀπὸ ἐγχείρηση στὸν λαιμό ἀνακαλώντας, μὲ διαρκεῖς μετατοπίσεις τῆς ἀφήγησης στὸ παρελθόν, στιγμὲς τῆς ναυτικῆς θητείας του, τῆς περιπέτειας τῆς ὑγείας του, ἀναφέροντας καὶ ἐπιστολὴ τοῦ πατέρα του πρὸς τὸ Ναυτικὸ γιὰ τὴν ὑπόθεση μισθοδοσίας τοῦ γιοῦ του:

 

«οὐδεὶς στρατεύετα ἰδίοις ὀψωνίοις»

 

Πρὸς τὸ τέλος τοῦ διηγήματος «Λήξη ναυτικῆς θητείας» ἐπανέρχεται σὲ μυθοπλαστικὴ ὀνειροφαντασία μὲ τὴ συνάντησή του μὲ τὴ μοῦσα Μαρμαρυγή, ἡ ὁποία τοῦ ἐπισημαίνει:

«Σήμερα τοὐλάχιστον ἦλθα νὰ σὲ βεβαιώσω, ὅπως τότε στὸ ἁρματαγωγό, ὅταν σὲ φοβέριζαν τὰ σαγόνια τοῦ ταμείου, ὅτι ἔχει ὁριστεῖ νὰ ταξιδέψεις χρόνια καὶ χρόνια, σὲ ἄλλα νερὰ μὲ πληρώματα χαριτωμένα. Ἐπειδὴ γιὰ χάρη τους παράκουσες τὴ μητέρα σου ποὺ σὲ ὀνειρευόταν σπαθάτο ἀξιωματικό, τὰ πληρώματα ποὺ θὰ σοῦ χαριστοῦν θὰ εἶναι ὅλα νησιωτικά, τάξεις πλέουσες, ἑτοιμάσου ν’ἀνοίξεις πανιὰ τὸν Σεπτέμβρη».

Τέλος ἡ μοῦσα Μαρμαρυγή, γνωστὴ κι ἀπὸ ἄλλα διηγήματά του, ὅταν λαμβάνει τὸ ἀπολυτήριο του μὲ τὴν λήξη τῆς ναυτικῆς θητείας του τὸν χαιρετᾶ εὐχόμενη:

—Στὸ καλὸ κύριε σημαιοφόρε ἐπιρρεπὴ στὴ νοσταλγία, θέλομεν ποτὲ συναντηθεῖ.

Ὁ Μ. Στεργιούλης ἐπισήμανε ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀφηγηματικὴ λόγοτεχνικὴ γραφή του, ὁ ΝΔΤ ἄλλοτε χρησιμοποιεῖ τὸ τρίτο πρόσωπο στὴν ἀφήγησή του, καὶ ἄλλοτε ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος γιὰ τὸ ἑαυτό του ἢ ἐνθέτει ἄλλα πρόσωπα νὰ μιλοῦν γι’ αὐτόν. Συχνὰ παραθέτει δευτερεύουσες ἀφηγηματικὲς περικοπὲς μέσα στὴν κυρίως ἀφήγησή του. Ἡ λεπτομερὴς περιγραφὴ τόπων καταστάσεων καὶ χαρακτήρων, ὁ ἐσωτερικὸς μονόλογος, διάλογοι μεταξὺ προσώπων μὲ φυσικότητα,  τὰ σχόλια καὶ οἱ κρίσεις τοῦ ἀφηγητῆ παραπέμπουν στὸν Ν. Γ. Πεντζίκη, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ καὶ δάσκαλό του.

Ὁ ΝΔΤ, λοιπόν, ἔφτιαξε τὸ δικό του ἀφηγηματικὸ πλεούμενο, τὸ ὁποῖο στὰ ταξίδια του γοήτευσε πληρώματα καὶ ἐπιβάτες ὅλων τῶν τάξεων καὶ ὅλων τῶν ἡλικιῶν, ποὺ ἄγουν πανήγυριν ὅταν διαβάζουν τὰ γραφόμενά του.


Στὸ τέλος, ὁ λόγος δόθηκε στὸ τιμώμενο πρόσωπο, τὸν Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο, ὁ ὁποῖος, ἐμφανῶς συγκινημένος, εὐχαρίστησε ὅσους συνέβαλαν στὴν ἔκδοση τῶν διηγημάτων του, τοὺς τρεῖς ὁμιλητὲς τῆς ἐκδήλωσης καὶ τὸ ἀκροατήριο: τοὺς γνωστούς, φίλους καὶ ἀναγνῶστες ποὺ τὸν τίμησαν μὲ τὴν παρουσία τους. Ἰδιαίτερα εὐχαρίστησε τὸ μουσικὸ σύνολο ποὺ πλαισίωσε καλλιτεχνικά, μὲ μουσικὰ ἰντερμέδια, τὴν ἐκδήλωση.


Καταγοητευμένος, σὲ κατάσταση ὀνειρικὴ εὑρισκόμενος, φαντάστηκα, πάλι ὡς σὲ "ξυπνητὸν ὄνειρον", ὅτι ἔλαβα τὸν λόγο ἀπὸ ἀθλητικὴ διαστροφὴ ὁρμώμενος γιὰ νὰ σχολιάσω τὸν ποδοσφαιρόφιλο καὶ ποδοσφαιριστὴ  Τριανταφυλλόπουλο. Ὅτι κατάφερε, αὐτὸς ὁ νεωκόρος, θεράπων καὶ πιστὸς τῆς στρογγυλῆς θεᾶς, νὰ ἀγωνιστεῖ ἀκόμη καὶ σὲ σιδερένιο γήπεδο, κι ἂς ἔπαθε κάταγμα κλειδὸς ἀπὸ δυνατὸ τζαρτζάρισμα· παράσημο ποδοσφαιρικῆς ἀγωνιστικότητος στὸ πεδίο τῆς ποδοσφαιρικῆς τιμῆς, ἐν ὥρᾳ ναυτικῆς θητείας!

Λοιπόν, σεβασμὸς καὶ τιμή, στοὺς "νεωκόρους" καὶ δῶρα λογοτεχνικὰ φέροντας. 

                                                                                                 Ὁ περισπώμενος

Σημ: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 982/12.8.2022, σ. 15-16.