Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

ΛΕΥΤEΡΗΣ ΣΠ. ΤΣΙΩΛΗΣ (1944-2024)

 

Μὲ βαθύτατη θλίψη, μὲ συγκίνηση, μὲ λύπη ἄφατη τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» ἀποχαιρετᾶ ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο ‒ἀπὸ τὴν 1η Ἰουνίου 2024‒ ἕνα ἐκλεκτό του μέλος, ἕναν συμπατριώτη μας,τὸν Λευτέρη Σπ. Τσιώλη, ὁ ὁποῖος διακόνησε τὸν τόπο μας, τὰ Ἄγραφα, τὰ Μεγ. Βραγγιανά, τὸ μέρος ὅπου γεννήθηκε, τὸ Βαλάρι τῶν Βραγγιανῶν, μὲ αὐταπάρνηση καὶ πίστη στὶς ἀξίες τῆς ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς ἀφοσίωσης στὶς παραδόσεις καὶ τὴν ἱστορία τῶν Ἀγράφων, τοῦ τόπου μας. Ὅπου κι ἂν βρισκόταν ἡ μέριμνά του, ἡ φροντίδα του, τὸ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον του ἦταν γιὰ τὰ μέρη μας: τὰ Ἄγραφα μὲ τὰ ψηλὰ βουνά τους. 

26.7.1991. Ὁ Λευτέρης Σπ. Τσιώλης († 1. 6. 2024)
μὲ τὸν ἀείμνηστο ἐπίσης Σπύρο Ἀρ. Τσιώλη († 13.1. 2013)
†


      Σεμνὸς καὶ ἀθόρυβος, ἐργαζόταν μὲ διάθεση νὰ προσφέρει τὸ καλλίτερο ποὺ εἶχε νὰ διαθέσει γιὰ τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς συντοπίτες του. Ἄνθρωπος τοῦ μέτρου, συμπαθής, συνεργάσιμος καὶ ἐργατικός, τίμησε εὐλαβικὰ τὶς προγόνικές του ἀξίες καὶ πέτυχε νὰ ἔχει τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμὸ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐνστερνίζονταν τὶς ἰδέες τῆς προόδου καὶ τῆς προκοπῆς τοῦ τόπου μας· τοῦ τόπου, ὅπου τώρα πλέον ἀναπαύεται ἐν εἰρήνῃ τὸ σῶμα του. Ὁ βίος του καὶ ὡς οἰκογενειάρχης ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτης ὑπῆρξε παράδειγμα τιμιότητος και ἀνεπιτήδευτης καλωσύνης πρὸς ὅλους. Εὐγενικὸς χαρακτήρας, συνετὸς καὶ πάντα μὲ ἀγαθὴ προαίρεση.

Ἡ ψυχή του ἂς καταταγῇ στὴν χώρα τῶν Δικαίων

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: ΠΑΣΧΑΛΙΝΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

 

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ἡ  κ α ν τ α δ ο π ο ί η σ ι ς  τοῦ «Χριστὸς Ἀνέστη»

«Κύριε Ἀλέξανδρε Παπαδιαμάντη καὶ κύριε Ἀλέξανδρε Μωραϊτίδη, κλειδοκράτορες τῆς βυζαντινῆς μελῳδίας, [...] κουνηθῆτε ὀλίγον καὶ ἐπαναστατήσατε κατὰ τῆς φυσαρμόνικας ἡ ὁποία φυσᾷ βραχνῶς καὶ ἐκτὸς τῶν ἱερωτάτων μελῳδιῶν τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς μας ψυχῆς».

Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, ἀκρυλικὸ σὲ χαρτί, 
ἔργο (2021) Κώστα Ντιό. 

Στὶς 14 Ἀπριλίου 1902, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940) δημοσιεύει, στὴν ἐφημ. Σκρίπ, χρονογράφημά του μὲ τίτλο «Πασχαλιναὶ σημειώσεις», τὸ ὁποῖο ὑπογράφει μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ἄλλος». Σχολιάζει μὲ διάθεση πικρῆς εἰρωνείας τὸ φαινόμενο τῆς τετραφωνίας στοὺς ἱεροὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀπόδοση θρησκευτικῶν ὕμνων καὶ ἰδαίτερα τοῦ ἐπικαίρου «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ τὴ συνοδεία κοσμικῶν ὀργάνων· μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλεια τοῦ βυζαντινότροπου χαρακτήρα του καὶ τὴ μεταβολή του ‒ ἔστω καὶ μὲ κάποια διάθεση ὑπερβολῆς‒ σὲ μία μορφὴ μουσικῆς καντάδας.

Πράγματι, ἤδη ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1880 εἶχε ἀρχίσει ἡ εἰσαγωγὴ τῆς τετραφωνίας στὴ λατρευτικὴ σύναξη: μία λειτουργικὴ μουσικὴ πρακτικὴ ποὺ ὑποστηριζόταν ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα ἀλλὰ καὶ τοὺς δυτικοτραφεῖς Ἀθηναίους. Mὲ τὴν τετραφωνία δὲν τονίζεται ὁ λόγος ἀλλὰ καταπνίγεται, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὀρθόδοξη λατρευτικὴ πράξη καὶ παράδοση, ὅπου λόγος καὶ μουσικὴ εἶναι μία ἀδιαίρετη ἑνότητα κατάλληλη γιὰ προσευχή, καὶ ὅπου τὸ ἱερατικὸ ὕφος καὶ ὁ πνευματικὸς χαρακτήρα της ἀποτελοῦν τὸ ἔνδυμα τοῦ λειτουργικοῦ λόγου.

Στὸ ρεῦμα αὐτὸ τῆς ἀντίθεσης στὴ δυτικότροπη τετραφωνικὴ λειτουργικὴ μεταβολὴ συντάσσεται καὶ ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου μὲ σκοπὸ τὴ διαμόρφωση ἑνὸς ἀθηναϊκοῦ κλίματος ἱκανοῦ νὰ καθιερώσει ὁριστικὰ τὴ λειτουργικὴ μουσικὴ τῆς Ὀρθόδοξης  Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῆς τετραφωνίας, μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν κατάργηση τῆς τετραφωνίας καθὼς πιστεύει ὅτι :

 

«Ἡ ἐξέλιξις ἡ λαίμαργος καὶ ἡ παμφάγος ἐπέπρωτο νὰ μᾶς πάρῃ καὶ τὴν βυζαντινὴν μελῳδίαν τοῦ "Χριστὸς Ἀνέστη", τὴν ὁποίαν τὰ χείλη τῶν πάππων μας, ὅταν τὸ ἔψαλλον πρῶτοι εἰς τὸ τραπέζι, τὰ χείλη τῶν παλαιῶν ἱερέων μὲ τὰ χιονάτα γένεια, τὰ παιδικά μας χρόνια, αἱ παλαιαί μας ἀγαλλιάσεις μᾶς παρέδωκαν διὰ νὰ τὴν παραδώσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰ παιδιά μας καὶ εἶναι αἰωνία ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἑλληνικήν. Ἦλθεν ἡ εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ καὶ ἐ κ α ν τ α δ ο π ο ί η σ ε  τὸ "Χριστὸς Ἀνέστη"».

Ἐφ. Σκρίπ, φ. 14.4.1902, σ. 1. 

Καλεῖ ἐπιτρόπους καὶ ἱεροψάλτες, τοὺς νεοψάλτες ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ, νὰ μὴν ἀφήσουν κληρονομία αἰώνων ἱερῶν. Γιὰ νὰ μὴν ἀπολέσουμε :

«τὸν ἀγαλλιαστικώτατον βυζαντινὸν ἦχον <διὰ> τοῦ ὁποίου ἀναστήθημεν ὡς ἔθνος καὶ ἐμεγαλώσαμεν ὡς ἄτομα»

Ἀπευθύνεται δὲ καὶ στὸν σεβασμιώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν, μὲ τὴν ἰδιότητά του ὡς προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ προτείνει:  

«διατάξετε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ σάλπισμα τῆς Ἀναστάσεως εἰς τὴν ἀρχικήν του μελῳδίαν».

Δὲν παύει δέ, ὡς ἔσχατη ἔκκληση, νὰ προσφεύγει στὸ κύρος καὶ τὴν προσωπικότητα τῶν δύο σκιαθιτῶν Ἀλεξάνδρων, τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μωραϊτίδη, τοὺς «κλειδοκράτορες τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς», ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ, γιὰ νὰ τοὺς ζητήσει νὰ ἐπαναστασήσουν :

«κατὰ τῆς φυσαρμόνικας ἡ ὁποία φυσᾷ βραχνῶς καὶ ἐκτὸς τῶν ἱερωτάτων μελῳδιῶν τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς μας ψυχῆς».

. “ Τὸ φιλὶ τῆς Ἀναστάσεως”  (τοῦ Σταμ. Σταμ)., Μπουκέτο 527 (1934) 687.  

Στὴ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ πασχαλινοῦ χρονογραφήματός του παραθέτει –μὲ χαριτολογικὴ διάθεση‒ δύο περιστατικὰ ἀπὸ τὴν προφορικὴ παράδοση αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὸ πάθημα ἑνὸς ἐξαιρετικὰ ὀλιγογράμματου ἱερέα, ὁ ὁποῖος ὑπολόγιζε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάσχα μὲ τὸ μέτρημα τῶν πενῆντα κουκκιῶν ποὺ εἶχε στὴν τσέπη του. Τὸ ἄλλο ἀναφέρεται στὸν ἀναστάσιμο ἀσπασμό, τὸ φιλί τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ πλέον δίδεται μεταξὺ τῶν πιστῶν κάπως τυπικὰ καὶ ἐξ ἀποστάσεως καθὼς ἔχει χάσει τὴ θέρμη, τὴν ἐγκαρδιότητα καὶ τὸν αὐθορμητισμὸ παλαιοτέρων ἐποχῶν.

ΚΕΙΜΕΝΟ

«ΠΑΣΧΑΛΙΝΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ἡ ἐξέλιξις ἡ λαίμαργος καὶ ἡ παμφάγος ἐπέπρωτο νὰ μᾶς πάρῃ καὶ τὴν βυζαντινὴν μελῳδίαν τοῦ "Χριστὸς Ἀνέστη", τὴν ὁποίαν τὰ χείλη τῶν πάππων μας, ὅταν τὸ ἔψαλλον πρῶτοι εἰς τὸ τραπέζι, τὰ χείλη τῶν παλαιῶν ἱερέων μὲ τὰ χιονάτα γένεια, τὰ παιδικά μας χρόνια, αἱ παλαιαί μας ἀγαλλιάσεις μᾶς παρέδωκαν διὰ νὰ τὴν παραδώσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰ παιδιά μας καὶ νὰ εἶναι αἰωνία ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἑλληνικήν. Ἦλθεν ἡ εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ καὶ ἐ κ α ν τ α δ ο π ο ί η σ ε  τὸ "Χριστὸς Ἀνέστη". Μία κιθάρα λείπει διὰ νὰ εἶναι ἡ καντάδα πλήρης. Ποῦ νὰ τὸ ἐφαντάζοντο αὐτὸ οἱ πάπποι καὶ οἱ παλαιοὶ παππάδες μὲ τὰ χιονάτα γένεια, ποῦ νὰ τὸ ἐφαντάζοντο οἱ ρασοφόροι τοῦ ’21 ὅταν ἔμελπον αὐτὸν τὸν συμβολισμὸν τῆς ἀναστάσεως τοῦ Γένους ὑπὸ τὸν τρόμον τοῦ τυράννου;

Ἐρίτιμοι κ. ἐπίτροποι, καλὴ εἶναι ἡ εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ διὰ τὸ "Δόξα σοι" καὶ διὰ τὸ "Κύριε ἐλέησον" καὶ διὰ τὸ "Χαῖρε νύμφη" ‒ἂν καὶ τίποτε δὲ εἶναι καλὸν ὅταν ἀφαιρεῖ κάτι τι ἀπὸ τὸ θησαυροφυλάκιον τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων‒  ἀλλὰ εἶναι ὡς αὐθάδης ἐπέμβασις φυσαρμόνικας ἡ τετραφωνοποίησις τοῦ ἐθνεγερτικοῦ τροπαρίου μὲ τὸν ἀγαλλιαστικώτατον βυζαντινὸν ἦχον <διὰ>τοῦ ὁποίου ἀναστήθημεν ὡς ἔθνος καὶ ἐμεγαλώσαμεν ὡς ἄτομα. Μόνον δὲ μουσικὴ ἀντίληψις ψάλτου τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τὸ χονδρὸν λάθος νὰ κοπανίσῃ τετραφωνίαν ἐπὶ τοῦ βυζαντινοῦ μέλους, σώζουσαν δῆθεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ προσχήματα, ἀλλὰ γεμίζουσαν τ’ αὐτιά μας ἀηδίαν, ὅπως θὰ ὁμολογήσουν βέβαια ὅλοι οἱ εἰδικοὶ καλούμενοι νὰ ἐκφέρουν γνώμην. Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ ἔχει τὴν ψυχολογίαν της. Καὶ τονίσασα τὸ "Χριστὸς Ἀνέστη" εἰς τὸν  π λ ά γ ι ο ν   π ρ ῶ τ ό ν  της, τὸν ἦχον τῆς ἀγαλλιάσεως καὶ τῆς πανηγύρεως, βεβαίως δὲ ἐτόνιζεν εἰς τὰ κουτουροῦ. Ἀλλ’ οὕτως ἢ ἄλλως, τὸ βυζαντινὸν "Χριστὸς Ἀνέστη" σκορπίζει τὴν πασχαλινήν του μέθην ἀπὸ αἰώνων. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐπίτροποι, οἱ ὁποῖοι τὴν κληρονομίαν ἱερῶν αἰώνων, ἠθέλησαν νὰ τὴν μεταβάλουν κατὰ τὸ κέφι των, καὶ ποῖοι εἶναι οἱ νεοψάλται οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ παρεμβάλουν τὰς ἀλφαβητικὰς μουσικάς των γνώσεις εἰς ἕνα κειμήλιον;

Σεβασμιώτατε, πρόεδρε τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, λάβετε τὸν κόπον νὰ διατάξετε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ σάλπισμα τῆς Ἀναστάσεως εἰς τὴν ἀρχικήν του μελῳδίαν. Κύριε Ἀλέξανδρε Παπαδιαμάντη καὶ κύριε Ἀλέξανδρε Μωραϊτίδη, κλειδοκράτορες τῆς βυζαντινῆς μελῳδίας, ψάλλοντες δὲν γνωρίζω εἰς ποίους ἀρχαίους βυζαντινοὺς ναΐσκους αὐτὰς τὰς ἡμέρας, κουνηθῆτε ὀλίγον καὶ ἐπαναστατήσατε κατὰ τῆς φυσαρμόνικας ἡ ὁποία φυσᾷ βραχνῶς καὶ ἐκτὸς τῶν ἱερωτάτων μελῳδιῶν τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς μας ψυχῆς.

"Χριστὸς Ἀνέστη"! Ἀληθῶς Ἀνέστη, ἀλλὰ πρέπει νὰ πάῃ κανεὶς εἰς καμμίαν ἐπαρχίαν διὰ νὰ πεισθῇ περὶ τοῦ γεγονότος.

***

Ἐὰν ἡ γιαγιὰ μερικῶν ἀναγνωστῶν μου παρέλειψε νὰ διηγηθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ Πασχαλινὸ παραμύθι περὶ τοῦ πῶς ἔμαθε τὸ Πάσχα ὁ ἀγράμματος παππᾶς, ἀναλαμβάνω νὰ τὸ διηγηθῶ ἐγὼ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑορτῆς, μὲ τὴν εὐχαρίστησιν ὅτι δίδω μίαν κίνησιν εἰς τὴν πορείαν τῆς χαριτωμένης παραδόσεως διὰ μέσου τῶν ἐτῶν. Ἂν εἶναι παραμύθι ἢ γεγονός, δὲ τὸ ἠξεύρω.

Ὁ ἀγράμματος παππᾶς μία φορὰ κι ἕναν καιρὸ θέλων νὰ μάθῃ πότε ἔρχεται τὸ Πάσχα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἤξευρε κανεὶς ἀπὸ τὸ χωριὸ διὰ νὰ τὸν φωτίσῃ, ἐσκέφθη νὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς Ἑορτολόγιον 50 κουκκιά. Γνωρίζων ὅτι τὸ Πάσχα ἔρχεται 50 ἡμέρας μετὰ τὴν τελευταίαν Κυριακὴν τῶν Ἀπόκρεω, ἐμέτρησε 50 κουκκιὰ καὶ τὰ ἔβαλεν εἰς τὸ ἀντερί του, σκοπεύων νὰ τρώγῃ ἕνα κουκκὶ τὴν ἡμέραν ἕως ὅτου τελειώσουν.

Τὸ τελευταῖον κουκκὶ θὰ ἐσήμαινε τὴν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως. Μίαν ἡμέραν ἡ παππαδιὰ μπαλώνουσα τὸ ἀντερὶ τοῦ παππᾶ, ἀνεκάλυψεν ἐντὸς τῆς τσέπης του τὰ κουκκιά.

— Ἀφοῦ τὰ λιγουρεύεται, εἶπεν, ὁ παππᾶς μου τὰ κουκκιά, ἂς τοῦ ρίξω μερικά.

Καὶ ἔρριξε μίαν χοῦφταν κουκκιὰ ἀκόμη εἰς τὴν τσέπην. Ὁ παππᾶς ἐξηκολούθει, ἔχων τὸ μυστικὸν πάντοτε σχέδιόν του, νὰ τρώγῃ ἀπὸ ἕνα κουκκὶ τὴν ἡμέραν. Ἀλλὰ τὰ κουκκιὰ δὲν ἐτελείωναν. Μίαν ἡμέραν ἐνῷ ἐπήγαινεν τὸ σιτάρι του εἰς τὸν μῦλον, βλέπει εἰς τὸν δρόμον τσόφλια ἀπὸ αὐγά κόκκινα.

— Μπρέ!

Κάποιος χωριάτης ἀπὸ ἄλλο χωριό, ἠρωτήθη ἀπὸ τὸν παππᾶν εἰς τὸν μῦλον πῶς εὑρέθησαν τὰ κόκκινα αὐγά.

— Ἀπὸ τὴ Λαμπρή, παππᾶ μου.

— Ἦρθε ἡ Λαμπρή;

— Τώρα! Εἶναι ἕνας μῆνας.

Ὁ παππᾶς ἄφησε τὸ σιτάρι του, ἐκαβαλίκεψε τὸ μουλάρι, καὶ μόλις ἔφθασεν εἰς τὸ χωριὸ ἔπιασεν εὐθὺς τὴν καμπάναν, τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ κτυπᾷ λυσσωδῶς. Οἱ χωρικοὶ ἐμαζεύθησαν καὶ εἰδοποίηθησαν ὅτι ἦλθε τὸ Πάσχα.

Ἀνεστήθη λοιπὸν καὶ ἐκεῖ ὁ Χριστὸς κατόπιν ταφῆς 33 ἡμερῶν. Ἀπὸ τότε καὶ ἡ παροιμία:

"Ὅσο ἔχει κουκκιὰ ἡ φλάσκα

οὔτε φέτο οὔτε τοῦ χρόνου Πάσχα"

 

***

Ἂς ἐλθωμεν τώρα καὶ εἰς ἕνα ἄλλον παραμύθι... εἰς τὸ φίλημα τῆς Ἀναστάσεως. Κάποτε καθὼς ἐνθυμεῖσθε, οἱ ἄνθρωποι ἐφιλοῦντο αὐτὴν τὴν ἡμέραν, μὲ κάτι "μάτς" χονδρά, χορταστικά, ὡς βαρελόττα. Μετ’ ὀλίγον καιρὸν τὸ φίλημα τῆς Ἀναστάσεως θὰ γίνῃ παραμύθι. Σήμερον οἱ ἄνθρωποι ἀνταλλάσσουν τὸ "Χριστὸς Ἀνέστη" ἀπὸ ἀποστάσεως δύο βημάτων.

Καὶ ἡ χειραψία μίαν ἡμέραν θὰ γίνῃ παραμύθι! Ἡ ὑγιεινὴ διὰ νὰ προοδεύσῃ θὰ πατήσῃ ἐπὶ τοῦ θανάτου τῶν ἐθίμων. Ἡ Μικροβιολογία εὑρίσκει ὅλα τὰ μικρόβια τοῦ κόσμου εἰς τὰ μουστάκια μας καὶ εἰς τὰ χείλη μας.

Ἡ καλαισθησία καὶ ἡ καθαριότης  ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐπιβάλλουν μερικὰς ἀπαγορεύσεις. Τὸ "Χριστὸς Ἀνέστη" εἶναι κραυγὴ κατὰ τοῦ θανάτου, ἀλλ’ ὅταν τὰ κροτοῦντα χείλη τῶν χριστιανῶν ἔχουν μικρόβια, καὶ ἔχουν πάντοτε, ὁ θάνατος δὲν βγαίνει ζημιωμένος. Ὑπὸ τὸ φίλημα τῆς ἐποχῆς μας ὑπάρχει πάντοτε καὶ ὁ Ἰούδας τῆς ἐποχῆς μας, ὁρατὸς διὰ τοῦ μικροσκοπίου.

Ὁ ἄλλος»

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Σημ: πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα, Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν) φ. 1066, σ. 15-16. 

 


Τρίτη 23 Απριλίου 2024

Ο ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ ΣΤΗ ΣΥΡΟ*

                              «Ὁ ἀνδριὰς τοῦ Μιαούλη»                                       

                                  Μ. (=Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης) 

                              Ὁ ἀνδριάντας τοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη 

στὴν ὁμώνυμη (πρών Λεωτσάκου) πλατεία τῆς Ἑρμουπόλεως Σύρου.

Τὴν Κυριακή, 23η Ἀπριλίου 1889 πραγματοποιοῦνται στὴν κεντρικὴ ἱστορικὴ πλατεία τῆς Ἑρμουπόλεως Σύρου, στὴν πλατεία Λεωτσάκου (νῦν Μιαούλη), στὴν κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη «πολὺ καθαρὰ καὶ πολὺ συγυρισμένη μονάκριβη πλατεία τῆς νήσου», τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντα τοῦ ναυάρχου Ἀνδρέα Μιαούλη, ἀγωνιστὴ τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Ἡ ἡμερομηνία τῶν ἀποκαλυπτηρίων συμπίπτει μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου ὁπότε ἄγει τὰ ὀνομαστήριά του ὁ Γεώργιος ὁ Α΄, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὴ βασιλικὴ οἰκογένεια καὶ πολλοὺς ἐπισήμους ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶχαν παραστεῖ στὴν τελετὴ τῶν ἀποκαλυπτηρίων ἀλλὰ καὶ τὶς πολλὲς συνοδὲς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ σπουδαῖο γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γεγονός, ὁ Ἀλεξανδρος Μωραϊτίδης δημοσιεύει στὴν Ἀκρόπολι τοῦ Σαββάτου 11 Μαρτίου 1889, πρωτοσέλιδα μάλιστα, ἐκτενὲς ἄρθρο του μὲ τίτλο: «Ὁ ἀνδριὰς τοῦ Μιαούλη», τὸ ὁποῖο ὑπογράφει ὡς «Μ.»· μία ἀπὸ τὶς δημοσιογραφικὲς ὑπογραφές του.

Ἡ μνεία τοῦ Σταματίου Πρωΐου
ὡς χορηγοῦ φιλοτέχνησης τοῦ ἀνδριάντα
 

Μὲ περίτεχνα λεκτικὰ σχήματα, ποὺ γοητεύουν τὸν ἀναγνώστη, ὁ Σκιαθίτης λόγιος περιγράφει τὶς φυσικὲς καλλονὲς καὶ χάρες τοῦ κυκλαδίτικου νησιοῦ, τῆς Σύρου, «τῆς βασίλισσας τῶν Κυκλάδων» ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ, μὲ τὴν Ἑρμούπολή της· τὸ μεγάλο ἐμπορικὸ καὶ βιομηχανικὸ λιμάνι τῆς Μεσογείου μὲ τὰ ἐργοστάσιά της καὶ τὸ ὀνομαστὸ ναυπηγεῖο της:

«πλουσία καὶ ἐμπορικὴ πόλις ἡ ἀνθηρὰ Ἑρμούπολις, πλήρης ζωῆς καὶ κινήσεως»

Οἱ ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων σὲ θάλασσα καὶ στεριὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 συνετέλεσαν στὴν ἔνταξη τῆς Σύρου στὸν ἐλεύθερο ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ ἔφεραν ἐμπορικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ δραστηριότητα στὸ νησί, ἡ ὁποία ἔφερε ἀνάπτυξη ὄχι μόνο στὴ Σύρο ἀλλὰ σὲ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια.

Ὁ χορηγὸς τοῦ ἀνδριάντα  
Σταμάτιος Ἰω. Πρώϊος.

Ἡ Σύρος, εὐγνωμονοῦσα, τιμᾶ τὸν ἀγῶνα τοῦ Ὑδραίου ναυάρχου Ἀνδρέα Μιαούλη  μὲ ἀνδριάντα του στὴν κεντρικὴ πλατεία τῆς Ἑρμουπόλεως, διὰ χορηγίας ‒μὲ διαθήκη‒ τοῦ ἐκ Χίου καταγομένου Σταματίου Πρωΐου, ὡς ἐλάχιστη ὀφειλομένη τιμὴ σὲ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὴ ναυτική του δράση κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος ἐπέτυχε νά:

«ἀνοίξωσι τὰς ἐμπορικὰς τοῦ ἔθνους ὁδούς, τὰς ὁποίας κεκλεισμένας ἡ πολυχρόνιος δουλεία κατεῖχεν».

Καὶ ἡ Σύρος, ἀπὸ ἕνας «ξηρὸς βράχος»:

«μετεβλήθη εἰς κομψὴν τῆς Ἑλλάδος πόλιν, ἀναπτύξασαν ἐμπόριον μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀντιπρόσωποι τῶν ὁποίων δὶς τοῦ ἔτους συγκεντροῦνται ἐν τῇ πλουσίᾳ ἀγορᾷ τῆς πλουσίας νήσου, ἥτις ἀπέβη οὕτως ἡ ἐμπορικὴ τῆς Ἑλλάδος καρδία».

Πράγματι, ὁ Σταμάτιος Πρώιος, Χίιος ἐγκατεστημένος στὴ Σύρο, κληροδότησε 20.000 δρχ. γιὰ νὰ στηθεῖ, στὴν Πλατεία Λεωτσάκου, μαρμάρινος ἀνδριάντας «ἀνδρὸς διαπρέψαντος κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγώνα τοῦ 1821 κατὰ θάλασσαν ἢ κατὰ ξηράν».

Τὸ πρόγραμμα τῆς τελετῆς 
τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ
ἀνδριάντα τοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη· 
 ἐφ. Ἐφημερὶς Ἑρμουπόλεως,
φ.13.4 .1889.

Ὁ Μωραϊτίδης παραθέτει καὶ τὸ περιστατικὸ τῶν τελευταίων στιγμῶν τῆς ζωῆς τοῦ Μιαούλη, ὅταν κλινήρη καὶ ἀσθενῶν στὴν κατοικία του τὸν ἐπισκέπτεται, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1835, ὁ Ὄθων καὶ παραθέτει τὴν τελευταία ἐπιθυμία του πρὸς τὸν ἄνακτα:

«Σὲ συσταίνω βασιλεῦ, εἶπεν ὁ ἐκπνέων ναύαρχος, σὲ συσταίνω τοὺς συναγωνιστάς μου, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ὄχι μόνον μὲ τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ μὲ τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν, ἕως οὗ ἴδουν νὰ λάμψῃ εὐτυχὴς ἡ ἡμέρα τῆς ἀναγορεύσεώς σου εἰς τὸν ἑλληνικὸν θρόνον».

Ὁ Μωραϊτίδης εἶχε ἐπισκεφθεῖ πρώτη φορὰ τὴ Σύρο τὸ 1869, νεαρὸς ὤν, ἐπισκεπτόμενος τὸν θεῖο του, τὸν Γέροντα Διονύσιο τὸν Λογιώτατο (Σκιάθος 1802-1887), ὁ ὁποῖος διακονοῦσε τὸ μονύδριο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὴν Ἀληθινὴ τῆς Ἄνω Σύρου καὶ διατέλεσε πνευματικὸς τῶν Συριανῶν γιὰ δεκαέξι συναπτὰ ἔτη (1866-1882). Ὁ Διονύσιος εἶχε στενὴ σχέση μὲ τὴν Ὕδρα, τὴν γενέτειρα τοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη, καὶ φαίνεται νὰ διατηροῦσε ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ Ναυάρχου καθὼς ὁ γιός του Ἀθανάσιος Μιαούλης (1815-1867), στρατιωτικὸς καὶ πρωθυπουγὸς τῆς Ἑλλάδος (13 Νοε. 1857-26 Μαΐου 1862), εἶχε φροντίσει τὸ 1862 νὰ μεταφερθεῖ ὁ Διονύσιος ἀπὸ τὴ Θήρα, ‒τόπο ἐξορίας του‒ στὴν Ὕδρα, ὅπου ἀναλαμβάνει ἐκεῖ ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, ὡς:

«κήρυκας τοῦ θείου λόγου ἀκούραστος. Ἐπισκευάζει ἐκεῖ μονύδριόν τι, τὸν Ἅγιον Νικόλαον καὶ προσελκύει πᾶσαν τῆς Ὑδραϊκῆς ἀριστοκρατίας τὴν ἐμπιστοσύνην».

Ἀλέξανδρος Δημ. Μωραϊτίδης (1850-1929).
Σχέδιο (2019) τῆς Φρειδερίκης Ξενίδου. 

Ὁ Μωραϊτίδης εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Ὕδρα τὸν Αὔγουστο τοῦ 1876 καὶ γράφει σχετικὰ γιὰ τὸν τόπο καὶ τὸν Ναύαρχο Μιαούλη:

 

«Τὸ ξηρὸν τῆς νήσου καὶ ἐπιβάλλον οὕτως εἰπεῖν ἐνεχαράχθη εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν κατοίκων, οἵτινες ὑπῆρξαν ἐν ταῖς θαλάσσαις ὅπως μία ὕφαλος, εἷς σκόπελος. Ἀκόμη καὶ τώρα δὲ θεωρῶν ἀπὸ τοῦ αἰγιαλοῦ πρὸς τὴν ὑψηλὴν Κιάφαν,ἴσως παρομοιάσῃς βράχον τινὰ ἀπότομον καὶ ὑπερήφανον ἐν τῷ ὕψει, πρὸς ἕναν Μιαούλην, πρὸς ἕνα Ὑδραῖον. Ὕδρα καύχημα τοῦ ἔθνους, Ὕδρα πέτρινη φωλιά, λέγει ὁ ποιητὴς καὶ λέγει ὅ,τι εἶδε [...] Ἡ Ὕδρα θὰ μείνῃ μετὰ καιρὸν ἡ ἱερὰ Ἀκρόπολις τῶν νήσων, ὁ Παρθενὼν τῆς θαλάσσης, Ἐδῶ, θὰ λέγουν, ἦτο τὸ σπίτι τοῦ Κουντουριώτη, ἐδῶ ἦτο τὸ σπίτι τοῦ Μιαούλη, ἐδῶ τὸ σπίτι τοῦ Γκίκα, καὶ καθ’ ἑξῆς».

 

Ὁ Μωραϊτίδης ἐπισκέφθηκε τὸ νησὶ τῆς Σύρου καὶ τὸ 1902 ὁπότε καὶ εἶδε τὸν ἀνδριάντα τοῦ Μιαούλη ὅπως σημειώνει στὰ ταξιδιωτικά του, Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα:

 

«Ὁ κατάλευκος ἀνδριὰς τοῦ ναυάρχου Μιαούλη, ἔχων τὸ ἀέτειον βλέμμα του ἐστραμμένον πρὸς τὴν θάλασσα».

 

Σχέδια τῆς τελετῆς τῶν Ἀποκαλυπτηρίων 

ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα Τὸ Ἄστυ, φ. 30.4.1889. 

[1. Ἀν. Μιαούλης 2. Εἰς τὸ Νεώριον, 

3. Τὰ Ἀποκαλυπτήρια, 4. Φωταψίαι,

 5. Πλατεία Μητροπόλεως, 6. Σταμ. Πρώϊος].

Ὁ ἀνδριάντας τοῦ Μιαούλη,ἑπομένως, θὰ εἶναι τόπος ἀπότισης τιμῆς, ἀπ’ ὅλες τὶς πόλεις καὶ ὅλους τοὺς τόπους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γιὰ τὸν κατὰ θάλασσαν ἀγώνα τοῦ Ὑδραίου ναυάρχου.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

                                             «O ANΔΡΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ

Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 11.3.1889.

 


Ὅπου ὡς εὔμορφα θαλασσοπούλια παίζουσι μὲ τὰ κύματα χορεύουσαι αἱ χαρίεσσαι Κυκλάδες, ἀνακύπτουσαι μὲ τὰ εὐωδιάζοντα ἐκ τοῦ θαλασσινοῦ μύρου πτερά των καὶ πάλιν ἀφανιζόμεναι εἰς τὸν λευκὸν ἀφρὸν τοῦ φαιδροῦ πελάγους, ἐκεῖ εἰς τὸ κέντρον τοῦ νησιωτικοῦ χοροῦ, ὅπου αἱ θαλασσσιναὶ αὖραι ὀξέως περῶσαι διὰ τῶν ποικίλων πορθμῶν καὶ πόρων ψάλλουσι μετὰ χάριτος τοῦ χοροῦ τὸ ᾆσμα, ἐκεῖ καλούμεθα εἰς τὴν ἐθνικὴν πανήγυριν, εἰς τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Μιαούλη.

*

Ἡ Σύρος, ἡ φαλακρὰ τῶν Κυκλάδων βασίλισσα εἶναι ἡ εὐδαίμων ἀντιπρόσωπος τοῦ θαλασσινοῦ ἐμπορίου τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Μετὰ τὸν μέγαν ἀγῶνα, ἀφοῦ εἰς τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας ὑψώθη ἡ ἐθνικὴ σημαία, κηρύτουσσα διὰ τῶν νήσων καὶ τῶν ἀκτῶν ὅτι ἀνοικταὶ εἶναι πλέον αἱ ὁδοὶ τῆς εὐημερίας καὶ τῆς ἐμπορικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἔθνους, εἰς τὴν Σύρον ἱδρύθη ἡ μεγάλη ἐμπορικὴ ἀποθήκη, ἀπὸ τῆς ὁποίας τόσα ἔτη τώρα προμηθεύονται αἱ ἐπαρχίαι τὰ ποικίλα τοῦ βίου χρειώδη. Ἐπὶ τῆς ἐρήμου καὶ βραχώδους ἐκείνης ἀκτῆς ἀνηγέρθησαν μακρὰ καὶ πλούσια ἐργοστάσια, καὶ ἐντὸς πεντηκονταετίας ἀνέκυψεν ἐπὶ τῶν ἀνωφερῶν ἐκείνων βράχων πλουσία καὶ ἐμπορικὴ πόλις ἡ ἀνθηρὰ Ἑρμούπολις, πλήρης ζωῆς καὶ κινήσεως. Ἐν τῷ εὐρυχώρῳ λιμένι αὐτῆς καταπλέουσιν ἀπὸ τῶν ἐσχατιῶν τῆς δυτικῆς Εὐρώπης εὐμεγέθη ἀτμόπλοια, ἐκφορτώνοντα τοῦ πολιτισμοῦ τὰ δῶρα καὶ τὸ ἀπέραντον ναυπηγεῖον της ὑπῆρξεν ἡ πρώτη καὶ εὐρεία κοιτὶς τοῦ Ἐμπορικοῦ τῆς Ἑλλάδος ναυτικοῦ, ὅπερ ἀναπτύσσει εὐφροσύνως εἰς ὅλας τὰς θαλάσσας τὴν σημαίαν του, φέρον παντοῦ τὴν εἴδησιν ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον Ἑλλὰς ἐλευθέρα. Ὤ, ποία ἀναπαυτικὴ ὑπερηφάνεια γεννᾶται εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἕλληνος ὅταν εὑρεθῇ ἐν τῇ ξένῃ, εἰς κανένα ἐκ τῶν πολυθορύβων τῆς Μεσογείου λιμένων καὶ ἴδῃ ἐπὶ τοσούτων ἱστῶν κυματίζουσαν τὴν κυανόλευκον τῆς Πατρίδος σημαίαν!

**

Τὸ μεσημέριον, ὅταν διακοπῇ ἐκείνη ἠ ἐπίπονος ἐργασία ἐν τῷ τελωνείῳ, ὅταν οἱ ἔμποροι οἱ ἀεικίνητοι τῆς Σύρου ἐκεῖνοι, οἱ πολυτάλαντοι, οἱ καθήμενοι ἐπάνω εἰς τὰ ὀγκώδη τῶν ἐμπορευμάτων δέματα, προγευματίζουσι προχείρως, τρώγοντες ἐπὶ ποδὸς ἐκεῖ τὸ τυρόψωμον, σπεύδοντες νὰ ἐπαναρχίσωσι πάλιν τὴν ἀτελείωτον ἐμπορικὴν ἐργασίαν των, δυνάμεθα νὰ συλλογισθῶμεν ἐκείνους οἵτινες ἐμόχθησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς, ἥτις μᾶς ἐχάρισε τὴν ἐμπορικὴν αὐτὴν ζωὴν καὶ ἀνάπτυξιν, τὰς πρώτας βάσεις τοῦ πολιτισμοῦ μας καὶ τῆς κοινωνικῆς μορφώσεως. Καὶ δὲν εἶναι δύσκολος διὰ τὸν κάτοικον τῆς Σύρου ἡ τοιαύτη σκέψις. Τὰ λευκὰ τοῦ Αἰγαίου κύματα, ἐρχόμενα νὰ θραυσθῶσι καὶ ἐκπνεύσωσιν ἐπὶ τῶν βράχων τῆς εὐδαίμονος νήσου, ποσάκις δὲν ἔρριψαν ἐκεῖ θραύσματα τῶν ἐχθρικῶν πλοίων ἅτινα ἔμπροσθεν τῆς Χίου καὶ τῆς Μυτιλήνης συνετρίβησαν κατὰ τὰς ἐνδόξους ἐκείνας ἡμέρας; Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξον ὅτι ἡ νῆσος αὕτη πρώτη ἔρχεται νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας ὀφειλομένην χάριν καὶ νὰ καλέσῃ αὐτοὺς εἰς ἐθνικὴν πανήγυριν. Πρώτη ἔκφρασις τῆς εὐγνωμοσύνης ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι ἡ ἐπίσημος κήρυξις τῆς ἀρετῆς ἐκείνων, εἰς οὓς ὀφείλομεν τὴν ἐλευθερίαν μας καὶ τὴν ὕπαρξίν μας.

***

Ἦτο Ἰούνιος τοῦ 1835. Ὁ ναύαρχος ἄγων τὸ 66ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, καταβεβλημένος ὑπὸ τῶν πολυετῶν θαλασσίων ἀγώνων καὶ τῶν δεινῶν τοσούτων  ναυμαχιῶν ἔκειτο ἀσθενῶν ἐν τῇ κλίνῃ. Ὁ θάνατος ἐπλησίασε νὰ κλείσῃ τὰ ὑπερήφανα ἐκεῖνα βλέφαρα, ἅτινα δὲν ἐτόλμησε νὰ κλείσῃ ὁ καπνὸς ἀγρίων ναυμαχιῶν καὶ κυμάτων. Μίαν ἡμέραν βασιλικὰ ὡραῖα ὀχήματα ἐσταμάτησαν πρὸς τῆς "Ὡραίας Ἑλλάδος" ἀπέναντι τῆς ὁποίας ὁ ναύαρχος κατῴκει. Ὁ βασιλεὺς Ὄθων ἔσπευσε νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν ἀνδρεῖον παλαιστὴν καὶ ἔνδοξον ναυμάχον:

«Σὲ συσταίνω βασιλεῦ, εἶπεν ὁ ἐκπνέων ναύαρχος, σὲ συσταίνω τοὺς συναγωνιστάς μου, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ὄχι μόνον μὲ τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ μὲ τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν, ἕως οὗ ἴδουν νὰ λάμψῃ εὐτυχὴς ἡ ἡμέρα τῆς ἀναγορεύσεώς σου εἰς τὸν ἑλληνικὸν θρόνον, τὸ μέλλον τοῦ ὁποίου μὲ συνοδεύει εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν ὡς ἡ γλυκυτέρα παρηγορία».

Καὶ ὁ γέρων Σταμάτιος Ἰω. Πρώϊος, εὐγενὴς τὴν καρδίαν Ἑρμουπολίτης μέλλων ν’ ἀποθάνῃ, καταλείπει διαθήκην, κελεύων ν’ ἀνεγερθῇ δι’ ἐξόδων του ὁ ἀνδριὰς ἑνὸς τῶν διαπρεπεστέρων θαλασσινῶν ἀγωνιστῶν τῆς Πατρίδος. Καλεῖ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὡς νὰ τοῦ λέγῃ: "Βλέπεις τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν, τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς πόλεως. Ἦτο ξηρὸς βράχος καὶ μεταβλήθη εἰς κομψὴν τῆς Ἑλλάδος πόλιν, ἀναπτύξασαν ἐμπόριον μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀντιπρόσωποι τῶν ὁποίων δὶς τοῦ ἔτους συγκεντροῦνται ἐν τῇ πλουσίᾳ ἀγορᾷ τῆς πλουσίας νήσου, ἥτις ἀπέβη οὕτως ἡ ἐμπορικὴ τῆς Ἑλλάδος καρδία. Μὴ λησμονῇς ἐκείνους, οἵτινες μὲ πεῖσμα καὶ δίψαν ἠγωνίσθησαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ὅπως ἀνοίξωσι τὰς ἐμπορικὰς τοῦ ἔθνους ὁδούς, τὰς ὁποίας κεκλεισμένας ἡ πολυχρόνιος δουλεία κατεῖχεν. Ἀποθνήσκω μὲ τὴν παρηγορίαν ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη αὕτη μαρμαρίνη θὰ ὑψωθῇ ἐν τῇ ὡραίᾳ Σύρῳ, ὅπως οἱ νεώτεροι βλέποντες πόσον τιμᾶται εἰς τὸν κόσμον ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ αὐτοθυσία φιλοτιμῶνται καὶ αὐτοὶ δι’ ὁμοίων πράξεων νὰ αὐξήσωσι τὴν Πατρίδα, δι’ ἄλλων ἀγώνων των ἐθνικῶν ἀνεγείροντες καὶ ἄλλας πόλεις, κέντρα εὐημερίας καὶ ἐμπορίου".

****

Τοιαῦται βεβαίως θὰ ἦσαν αἱ εὐγενεῖς σκέψεις τοῦ μακαρίτου Σ. Ι. Πρωΐου, καὶ ὅμοιαι αἱ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἑρμουπόλεως, ὅπερ ἀπεφάσισε ν’ ἀνεγείρῃ ἐκεῖ τὸν ἀνδριάντα τοῦ διαπρεπεστάτου τῶν ναυάρχων, τοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀοιδίμου ναυάρχου θὰ εὐφρανθῇ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, διότι καταλληλότερος τόπος πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ μαρμαρίνου ἀνδριάντος του δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ. Ἐκεῖθεν μυστικῶς θὰ βλέπῃ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, θάλλουσαν καὶ ἀκμάζουσαν ἐμπορικῶς, ἀναπτυσσομένην ἐν βιωτικαῖς τέχναις καὶ εὐημεροῦσαν ἐν τῷ πολιτισμῷ, κεκτημένη ἐλευθέρας τὰς θαλασσίους ὁδούς, ὅπου ὁ ναύαρχος τοσάκις ἠγωνίσθη καταναυμαχῶν καὶ παλαίων. Δὶς τοῦ ἔτους, φθινόπωρον καὶ ἄνοιξιν, ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκεῖ συναθροιζόμενοι οἱ ἔμποροι, αἱ ὑλικαὶ αὐταὶ ψυχαὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων, θὰ προσφέρωσιν τὸν σεβασμόν των πρὸς τὸ μαρμάρινον τοῦ
Ὑδραίου ναυάρχου ἀφομοίωμα, ἀναμιμνησκόμενοι τὰς κακοτυχίας καὶ τοὺς δεινοὺς ἀγῶνας  τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες διὰ τῆς καρτερίας καὶ τῆς τόλμης, διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδος κατηγωνίσθησαν ἐνδόξως καὶ ἀσφαλῶς, ἀνιδρύσαντες τὴν ἐλευθέραν Πατρίδα ἐν δίψῃ καὶ πείνῃ. Ἤθελον νὰ ἔχω τοὺς μυστικοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς ὅπως ἴδω τὴν εὐφροσύνην, ἣν θὰ ἐλάμβανε τὸ ἄψυχον μάρμαρον, κυκλούμενον ὑπὸ τῶν τόσων τῆς Ἑλλάδος τέκνων, ὧν ἕκαστον θ’ ἀντιπροσωπεύῃ καὶ μίαν πόλιν της καὶ ἓν χωρίον της. Ὡραιοτέρα θέσις δι’αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ.

*****

Ἐκεῖ ὅπου ὡς εὔμορφα θαλασσοπούλια παίζουσαι μὲ τὰ κύματα χορεύουσιν αἱ χαρίεσσαι Κυκλάδες, ἀνακύπτουσαι μὲ τὰ εὐωδιάζοντα ἐκ τοῦ θαλασσινοῦ μύρου πτερά των, ἐκεῖ εἰς τὸ κέντρον τοῦ χοροῦ, εἰς τὴν βραχώδη Σύρον, ἐκεῖ ὁ ἀνδριὰς τοῦ ναυάρχου ὡραιότερος θὰ στίλβῃ, λαμβάνων μυστικὴν χάριν ἀπὸ τῆς περὶ αὐτὸν ζωηρᾶς κινήσεως. Τὰ κύματα πλησίον εὐωδιάζοντα θὰ τὸν ραντίζωσι μὲ ἀχοὺς ἀπὸ τῶν ναυμαχιῶν του, ὁ καπνὸς τῶν ἐργοστασίων ὡς νέφος θὰ διέρχηται πρὸ τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ μετώπου ὅπερ ἡλιοκαὲς καὶ θαλασσοκτυπημένον θὰ παριστᾷ καὶ αἱ σημαῖαι τῶν ἑλληνικῶν πλοίων θὰ ῥίπτωσι δροσερὰν τὴν σκιάν των εἰς τὴν ὡραίαν πλατείαν ὅπου ὁ μαρμάρινος ἀνδριὰς τοῦ ναυάρχου θὰ ἵπταται.

Μ.»

Σημ.: περισσότερα γιὰ τὴν τελετὴ τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη στὴν πλατεία Λεωτσάκου τῆς Σύρου σὲ προσεχὴ ἀνακοίνωσή μας.

*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1062, σ. 15-16, 29.3.2024.




Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

ΠΕΤΡΟΣ (ΠΕΤΡΟΜΠΕΗΣ) ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ΑΡΕΟΠΟΛΗ 1773 - ΑΘΗΝΑ 1848)

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης:

Ὁ χαρισματικὸς ἡγεμόνας τῆς Μάνης καὶ ἡ τιμὴ τῆς μνήμης του       

‒ἐν τῷ Ἁγίῳ Σώζοντι‒

60 χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του.

 

«Μὴν ξεχωρίζεστε, μιὰ σμίξη εἴμαστε, ἔχουμε

τὴν ἀνάγκη καὶ τοῦ μερμηγκιοῦ»

Σωτήρης Δημητρίου, Σὰν τὸ λίγο τὸ νερό

 


Μαυρομιχάλης Πέτρος, Μπέης,
Πρίγκιψ τῆς Μάνης.
Λιθογραφία τοῦ Francis Herve (1837). 

                   Πηγή/Travelgue.gr


 

Ὁ Πέτρος Μαυρομιχάλης, ὁ γνωστὸς ὡς Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (Ἀρεόπολη Μάνης 1865-Ἀθήνα 1848) ὑπῆρξε μιὰ παρεξηγημένη ἕως καὶ ἀδικημένη μορφὴ τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἀνεξαρτησίας τοῦ 1821. Παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἡ εὐρύτερη οἰκογένειά του θυσίασε, στὸν βωμὸ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος, ἀρκετὲς δεκάδες μέλη της (49 μέλη), καὶ ὅτι ὁ ἴδιος διακρίθηκε γιὰ τὴ στρατιωτικὴ καὶ πολιτική του δράση, καὶ προεπαναστατικὰ καὶ μετεπαναστατικά, ἐν τούτοις, ἡ δολοφονία τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, στὸ Ναύπλιο στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1831, ἀπὸ δύο στενὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς του, τοῦ γιοῦ του Γεωργίου καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του Κωνσταντίνου, ἀλλὰ καὶ οἱ τεταμένες σχέσεις ποὺ εἶχε μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κυβερνήτη, κάλυψαν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς τοῦ ἰδίου καὶ τῆς οἰκογένειας τῶν Μαυρομιχαλαίων στὸν Ἀγώνα.

Ὅμως, ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα του ἡ Ἀρεόπολη τῆς Ἀνατολικῆς Μάνης, ἀλλὰ καὶ τὸ γειτονικὸ γραφικὸ ἐπίνειό της, ἡ παράλιος κώμη της τὸ Λιμένι, ὅπου ἡ ἡγεμονικὴ οἰκία, ὁ πύργος τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τιμᾶ τὸν Πέτρο τῆς Μάνης, μὲ προτομή του στὸ αὔλειο κοιμητηριακὸ χῶρο τοῦ ἱστορικοῦ μικροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σώζοντος (τοῦ σωζώτη τῶν Λαβουρεντιάνων, στὸ Οἴτυλο τοῦ 13ου αἰ.)· στὸ Λιμένι τῶν Μαυρομιχαλαίων, τὸν τόπο ὅπου ἦλθε ὁ ἰατρὸς καὶ πολεμιστὴς τοῦ Ἀγώνα, ὁ Ἀπόστολος Μαυρογένης, γιὰ νὰ ἰατρεύσῃ ‒παρὰ τὴν ἐπίπληξη ἀπὸ τὸν διοικητὴ τοῦ Ναυπλίου‒τὴν πάσχουσαν σύζυγο τοῦ Πετρόμπεη, τὴ Φωτεινὴ τὸ γένος Δημητρακαράκου. Ἀπὸ ἐδῶ, γαλήνιος πλέον, ἀτενίζει τὸν Μεσσηνιακὸ κόλπο, τὸ πέλαγος μὲ τὴ θαλασσινή του αὔρα.

. Ἐφ.Σκρίπ, φ. 4.4.1908. 

Ἔτσι, στὰ 1908, στὶς 25 Μαρτίου, στὸ πλαίσιο τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς ἐπετείου τοῦ ξεσηκωμοῦ τοῦ 1821, οἱ Ἀρεοπολίτες τίμησαν ἰδιαίτερα τὴ μνήμη τοῦ συμπολίτη τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη μὲ τὴν εὐκαιρία μάλιστα τῆς συμπλήρωσης 60ετίας ἀπὸ τὸν θάνατό του.

Ὁ ἀνώνυμος ἀνταποκριτὴς τῆς ἐφημερίδας Σκρὶπ τῶν Ἀθηνῶν, στὸ φύλλο τῆς 4ης Ἀπριλίου 1908, σημειώνει πὼς ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐκδήλωσης τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς στὴν Ἀρεόπολη  ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι:

«Ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, ὁ ἀκούραστος καὶ φιλοπρόοδος σχολάρχης μας κ. Νικ. Καρκαζάλος μετὰ τῶν συναδέλφων του Ἑλληνοδιδασκάλων κ.κ. Ἠλία Ἀποστολάκου καὶ Στ. Κατσαράκη, οἱ φιλότιμοι δημοδιδάσκαλοι κ.κ. Νικ. Μανωλᾶκος καὶ Γεώρ. Νικολακάκος, ἡ ἐπὶ ζήλῳ καὶ φιλοπονίᾳ διακρινομένη διευθύντρια τοῦ παρθεναγωγείου κυρία Σταυρούλα Ι. Δεκούλου τὸ γένος Σεκάκου, ἀπὸ ἡμερῶν ἐν συνεννοήσει φιλοτίμως ἐργασθέντες κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Ἐθνικὴ πανήγυρις πληρέστατα».

Ὁ μικρὸς ἱστορικὸς ναὸς τοῦ Ἁγίου Σώζοντος στὸ Λιμένι τοῦ Οἰτύλου, ὅπου ὁ πύργος τῶν Μαυρομιχαλαίων μὲ τὴν προτομὴ τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στὸν αὔλειο κοιμητηριακὸ χῶρο τοῦ ναοῦ.

Πάλι κατὰ τὸν ἀνταποκριτὴ τοῦ Σκρίπ, μετὰ τὴν ἐπιτυχὴ πανηγυρικὴ ἐκδήλωση τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς στὴν Ἀρεόπολη, τὸ ἀπόγευμα τῆς 25ης Μαρτίου 1908, ἡ μαθητικὴ κοινότητα τῆς περιοχῆς ‒ οἱ τριακόσιοι μαθητὲς μαζὶ μὲ τοὺς ἐκπαιδευτικούς τους‒ καθὼς καὶ πλῆθος κόσμου μετέβησαν στὸ Λιμένι, τὸ ἐπίνειο τῆς Ἀρεοπόλεως, προκειμένου ἡ μαθητιώσα νεολαία νὰ τιμήσει τὴ μνήμη τοῦ Πετρόμπεη, στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ Ἁγίου Σώζοντος, ὅπου καὶ ὁ ἀνδριάντας τοῦ τουρκομάχου Πέτρου Μαυρομιχάλη:

Ἡ προτομὴ τοῦ Π. Μαυρομιχάλη 
στὸ Λιμένι Οἰτύλου.
« [...] Συγκινητικώτερον, μεγαλοπρεπέστερον, σκοπιμώτερον συνεχίσθη ἡ Ἑορτὴ τὸ ἀπόγευμα. Περὶ τὴν δευτέραν μεταμεσημβρινὴν ὥραν τριακόσιοι μαθηταὶ μετὰ τῶν διδασκάλων των καὶ πλῆθος κόσμου ἐξ Ἀρεοπόλεως καὶ τῶν πλησιοχώρων χωρίων κατῆλθον εἰς Λιμένιον, ἐπίνειον τῆς Ἀρεοπόλως καὶ ἰδιαιτέραν πατρίδα τῆς οἰκογένειας τῶν Μαυρομιχαλαίων. Εἰς τὴν παραλίαν τοῦ Λιμενίου καὶ δεξιᾷ τῷ εἰσερχομένῳ, παρὰ τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Σώζοντος, λευκάζει ὑπερήφανος ὁ μαρμάρινος ἀνδριὰς τοῦ Τουρκομάχου Μαυρομιχάλη. Τὸν ἀνδριάντα τοῦτον ἡ μαθητιῶσα νεολαία ἐστεφάνωσε διὰ στεφάνου ἐκ φυσικῶν αὐτοφυῶν ἀνθέων. Ὁ μαθητὴς Γρηγόριος Καπετανᾶκος υἱὸς τοῦ Δημάρχου καταθέτει στέφανον προσφωνὼν συγκινητικώτατα ὡς ἑξῆς:

"Τιμημένε νεκρέ. Γεραρὲ τῆς Μάνης ἡγεμών, μεγάθυμε πρόεδρε τῆς Μεσσηνιακῆς Γερουσίας, ἀρχιστράτηγε τῶν Πελοποννησιακῶν ὅπλων, ἡ μαθητιῶσα νεολαία τῆς Ἀρεοπόλεως μνήμων τῶν ἀγώνων σου ὑπὲρ τῆς ἡμετέρας ἐλευθερίας, μνήμων των θυσιῶν σου ὑπὲρ τῆς πατρίδος τῆς δεδουλωμένης, τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας στρατευομένης, εὐλαβῶς προσέρχεται καταθέτουσα ἐπὶ τοῦ Ἡρώου σου στέφανον ἁπλοῦν ἀναφωνεῖ:

Εὐλογημένη ἐς ἀεὶ ἡ μνήμη σου Τουρκομάχε Ἐλευθερωτά".

 

Ὁ κόσμος συνωθούμενος ἀποκαλύπτεται, ζητωκραυγάζει, δακρύει, ἕτερος μαθητὴς ἀπαγγέλλει ἐπίκαιρον ποίημα, ψάλλεται ὁ ἐθνικὸς ὕμνος καὶ εὐθὺς ἀμέσως οἱ μαθηταὶ ἐνθουσιῶντες σχηματίζουσι κύκλον καὶ χορεύουν πέριξ τοῦ ἀνδριάντος ψάλλοντες ἄσματα ὑπενθυμίζοντα τὴν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους αὐταπάρνησιν καὶ δράσιν τοῦ ἥρωος Πετρόμπεη. Τὸ τί ἔγινεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν περιγράφεται· ὅλον τὸ πλῆθος βαθύτατα συγκινεῖται, ζητωκραυγαὶ οὐρανομήκεις καὶ πυροβολισμοὶ πυκνοὶ δονοῦσι τὸν ἀέρα. Εὐχαὶ καὶ εὐλογίαι ἀκούονται πανταχόθεν, ὑπὲρ τοῦ ἥρωος καὶ πάντες ἐνθουσιασμένοι σπεύδουσι νὰ συγχαρῶσι τοὺς σχόντας τὴν πρωτοβουλία τῆς τοιαύτης ἑορτῆς».

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης,σχέδιο τοῦ Benjamin Mary
 ἀπὸ τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνέλευση τοῦ 1843-44
Ἡ Ἱστορία ἔχει πρόσωπο. Μορφὲς τοῦ 1821  
ἀπὸ τὸν βέλγο διπλωμάτη Benjamin Mary, 
Ἐθνικὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο, Ἀθήνα 2020, σ. 301,
ὅπου καὶ σύντομο βιογραφικὸ τοῦ Π. Μαυρομιχάλη.
 
 

Ὁ Πετρόμπεης
‒ἔστω καὶ μὲ τὴν μορφὴ τῆς μαρμαρίνης προτομῆς‒, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ  Φραγκογιαννοῦ, τὴν ἡρωΐδα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ διήγημά του «Ἡ Φόνισσα», ‒ὅπου ἐκείνη δὲν πρόφτασε νὰ βρεῖ καταφύγιο στὸν Ἅγιο Σώστη τῆς Σκιάθου‒. φαίνεται πὼς βρῆκε ἕνα εἶδος λύτρωσης στὸν Ἅγιο Σώζοντα τοῦ Λιμενίου. Ἡ ἐλεητικὴ θεία Δικαιοσύνη τοῦ ἔχει ἀποδώσει τὸ μερίδιο εὐθύνης του γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια καὶ ἡ ἀνηλεὴς ἱστορικὴ δικαιοσύνη τὴν ὅποια ἔστω καὶ ἔμμεση εὐθύνη του. Ὁ ἴδιος πάντως, τὸ 1840, ὀκτὼ χρόνια πρὶν τὸν θάνατό του, παραδέχτηκε ‒παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς θεωροῦσε ὅτι ὁ Κυβερνήτης τὸν ἀδίκησε‒ ὅτι:

«Τὸ αἷμα του μὲ παιδεύει μέχρι σήμερα».              

Ἀκόμη, σὲ στιγμὲς βαθειᾶς ἐπίγνωσης γιὰ τὴν ἀνθρώπινη μοίρα καὶ κατὰ τὸ κοινωνικὸ πλαίσιο τῆς ἐποχῆς, ὁμολογεῖ ποιοὶ ὁδήγησαν ἢ παρέσυραν τοὺς Μαυρομιχαλαίους στὴ μυαρὰ πράξη τῆς δολοφονίας:

«Ἀνάθεμα στοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Γάλλους, ποὺ ἦταν ἡ αἰτία . Καὶ ἐγὼ ἔχασα τοὺς δικούς μου καὶ τὸ ἔθνος ἔχασε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν θὰ τὸν ματαβρεῖ».

Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ἀπὸ τὴν ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευση τοῦ 1843.

Τὸ βέβαιον εἶναι πὼς τὸν βασάνιζε τὸ ἐρώτημα: ἂν γνώριζε –καθὼς ὁ ἴδιος δήλωνε πάντα, ἄγνοια τοῦ σχεδίου δολοφονίας τοῦ Κυβερνήτη‒ θὰ προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἀποτρέψει καὶ νὰ σώσει τὴν ζωὴ τοῦ Καποδίστρια ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴ τῆς οἰκογένειας τῶν Μαυρομιχαλαίων ἢ θὰ ἐπικρατοῦσε ἡ ἐσωτερικὴ φωνὴ τῆς ἐκδικήσεως; Αὐτὰ ἄραγε τὰ ἐξαγορεύεται στὸν ἅγιο Σώζοντα, ὅπου φιλοξενεῖται ἡ προτομή του καὶ ὅπου φαίνεται ὅτι σώζεται ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑστεροφημία τοῦ Μπέη τῆς Μάνης ἀπὸ τοὺς συντοπίτες του ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ Λιμενίου;

Ἐνδεχομένως, δὲν θὰ ἐνέκρινε τὶς πράξεις τοῦ δολοφονικοῦ διδύμου ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαλλακτικὸ τῆς ὅποιας ἐνοχῆς του : τῆς διὰ παραλείψεως τῶν ἐνεργειῶν καὶ πρωτοβουλιῶν πού, ἴσως, θὰ ἀκύρωναν τὸ τραγικὸ συμβάν.

Ἀλλά, τὸ αἷμα τοῦ κυβερνήτη Ἰωάννη Καποδίστρια, ἀκόμη καὶ σήμερα, δὲν παύει νὰ παιδεύει τὸν ἄρχοντα τῆς Μάνης, καὶ θὰ στοιχειώνει, θὰ θολώνει τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς του στὰ χρόνια τοῦ Ἀγώνα καὶ τὴν ἀποτίμηση τῆς προσωπικότητας αὐτῆς τῆς αἰνιγματικῆς μορφῆς: τοῦ μεγαλόφρονα ἄνδρα, τοῦ γενναιόφρονα ἡγεμόνα, τοῦ μπέη τῆς ἀνυπότακτης Μάνης.

Εἰκάζουμε, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ συμφωνοῦσε νὰ χαραχθοῦν, στὴ βάση τῆς προτομῆς του,  ἀπὸ τὸν Ὕμνον εἰς τὴν Ἐλευθερίαν τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ, οἱ στίχοι: 

«Ἀπὸ στόμα ὁποὺ φθονάει / Παλληκάρια, ἂς μὴν ’πωθῆ / Πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει / Τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή».

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1061, 22.3.2024,  σ. 13-14.


Τρίτη 19 Μαρτίου 2024

Δεκανεύς, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓ. ΤΣΙΩΛΗΣ ( † 18 Μαρτίου 1921)

 



Στὶς 18 Μαρτίου 1921, ἔπεσε ἡρωϊκὰ μαχόμενος στὸ Μικρασιατικὸ Μέτωπο ὁ δεκανέας Κωνσταντῖνος Παν. Τσιώλης, ἐτῶν 21 -ἀδελφὸς τοῦ παπποῦ μου Ἀριστ. Παν. Τσιώλη (1890-1973)-, στὸν ὁποῖο ὀφείλω τὸ βαπτιστικό μου ὄνομα. Ὅπως ἀναφέρεται σὲ σχετικὸ κατάστιχο πεσόντων, ὁ:


«Τσιώλης Κωνσταντῖνος τοῦ Παναγ., Δεκανεύς, γεννηθεὶς εἰς Βραγγιανὰ Αἰτωλακαρνανίας, ἐφονεύθη 1921 Μαρτίου 18».

Ἡ μνήμη του ἐτιμήθη, μὲ ἐπιμνημόσυνη δέηση μετὰ κολλύβου, στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος Καματεροῦ τὴν Δευτέρα ‒Καθαρὰ Δευτέρα‒ 18 Μαρτίου 2024, ἀκριβῶς 103 χρόνια μετὰ τὸν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος θάνατό του.

Ἀθάνατος. Μετὰ τῶν δικαίων.


Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης