Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΠΛ. ΤΣΙΛΛΕΡ)

 Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης:

«Εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην πλατείαν τοῦ Τσίλλερ» 

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης
(Σκιάθος,1850-1929)


 



Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850
‒ 1929) δημοσιεύει, μὲ τὴν δημοσιογραφική του ἰδιότητα, στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις μὲ τὴν ὁποία συνεργαζόταν, χρονογράφημά του ποὺ ἀφορᾶ ἐπίσκεψή του στὴν πόλη τοῦ Πειραιῶς. Τὸ χρονογράφημά του αὐτὸ δημοσιεύεται στὸ φύλλο τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1901, στὴν 2η σελίδα, στὴ στήλη «Σκέψεις καὶ περίπατοι». Τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ταξειδιώτης».

Ὁ Ἐρνέστος Τσίλλερ
μὲ τὴν Κοζανίτισσα
σύζυγό του Σοφία Δούδου.
 
 

Μὲ χαριτολογικὴ διάθεση, μὲ τὴν περιγραφικὴ δεινότητα ποὺ διακρίνει τὸν γραπτό του λόγο, καταθέτει τὶς σκέψεις του γιὰ τὴ διάταξη τῶν ἀτμοπλοίων στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς καὶ τὸν μεταξὺ τῶν ναυτιλιακῶν ἑταιρειῶν συγχρωτισμὸ καὶ συνωστισμό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποδυνάμωση –λόγῳ ἐσωστρέφειας– τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Σημειώνει τὸ πρόβλημα μὲ τὶς δυσάρεστες ὀσμὲς ποὺ ἀναδίδουν οἱ λιμενικὲς δραστηριότητες, ὅπως αὐτὲς ἀπὸ τὰ κοντινὰ ναυπηγεῖα. Τὸν ἐντυπωσιάζει τὸ λιμάνι τῆς Ζέας, τὸ γνωστὸ Πασαλιμάνι, ἐνῷ ἀπολαμβάνει τὴν καθαριότητα τῆς πλακόστρωτης προκυμαίας
.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ἐπισκεπτόμενος τὸν Πειραιά, στέκεται στὸ λόφο τῆς Καστέλλας, στὴν τότε πλατεία Τσίλλερ, νῦν πλατεία Ἀλεξάνδρας, ἀπ’ ὅπου ἀπολαμβάνει, ‒μιὰν ἡλιόλουστη ἡμέρα μὲ μαΐστρο‒ τὴ θέαση τοῦ Σαρωνικοῦ. Ἀναφέρει ὅτι μποροῦσε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν θέση, νὰ ἰδῇ νὰ διαγράφεται στὸ βάθος ἡ νῆσος Ὕδρα. Ἴσως, ὅμως, σφάλλει ὁ Μωραϊτίδης καὶ ἐκλαμβάνει ἄλλο νησί ‒ἴσως τὴν Αἴγινα ἢ τὸ Ἀγκίστρι‒ ὡς τὴν νῆσο Ὕδρα. Ἡ Ὕδρα, ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ ἀπόσταση περίπου 70 χιλιομέτρων ἀπὸ τὸν Πειραιά, δὲν φαίνεται μὲ γυμνὸ μάτι, οὔτε ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς Καστέλλας, καθὼς ἀνάμεσα τους παρεμβάλλεται ἡ χερσόνησος τῶν Μεθάνων καὶ ὁ Πόρος.

Τὸ 1875 ὁ πασίγνωστος Σάξωνας ἀπὸ τὴ Δρέσδη Ἀρχιτέκτων-Μηχανικός, Ἐρνέστος Τσίλλερ (Ernst Ziller) ἀγόρασε μία μεγάλη ἔκταση στὴν περιοχὴ τῆς πλατείας Ἀλεξάνδρας καὶ τῆς Ζέας Πειραιῶς καὶ μέσα σὲ δύο χρόνια ὁλοκλήρωσε τὴν ἀνέγερση ἑπτὰ πολυτελῶν ἐπαύλεων ποὺ ἀποτέλεσεαν τὴ Συνοικία Τσίλλερ, ἢ Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων, τὴν μετέπειτα Καστέλλα. Ἐκεῖ κατὰ καιροὺς διέμεναν γνωστοὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ διακεκριμένες εὔπορες οἰκογένειες ὅπως ὁ Βασιλέας Γεώργιος ὁ Α΄ καὶ ἡ Βασίλισσα Ὄλγα ἢ ἡ οἰκογένεια Ἐμμ. Μπενάκη κ. ἄ. Μάλιστα, φρόντισε ὅλα τὰ κτίρια νὰ ἔχουν θέα, πρόσοψη στὸ Πασαλιμάνι. Ἄνοιξε ἐπίσης καὶ πηγάδι ποὺ ἐλέγετο ὅτι διέθετε τὸ καλλίτερο νερὸ στὸν Πειραιᾶ. Ἀπὸ τὶς ἑπτὰ πολυτελεῖς κατοικίες τῆς λαμπερῆς Συνοικίας Τσίλλερ σήμερα σώζεται μόνον μία, αὐτὴ τῆς οἰκίας τοῦ βιομηχάνου Π. Πατσιάδου (νῦν ἰδιοκτησία Σταυριανάκου). Δίπλα στὴ Συνοικία Τσίλλερ ἔμενε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Τσίλλερ μὲ τὴν σύζυγό του Σοφία Δούδου, πιανίστρια, μαθήτρια τοῦ Φρ. Λίστ, μόνιμη κάτοικος Αὐστρίας. Τὴν γνώρισε στὴ Βιέννη, ὅπου ἀνθοῦσε τότε Ἑλληνικὴ κοινότητα. Ἡ Σοφία ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐμπόρου Κωνσταντίνου Δούδου ἀπὸ τὴν Κοζάνη τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Ὁ Τσίλλερ, λοιπόν, μετέτρεψε ἕνα παλαιὸ ἐργοστάσιο ὑαλουργίας, ποὺ ἦταν δίπλα στὴ Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων, σὲ θερινὴ κατοικία του. Ἀπέκτησαν πέντε παιδιὰ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τρία τελευταῖα γεννήθηκαν στὸν Πειραιᾶ.

Τέλος, ὁ Ἀλέξανδρος. Μωραϊτίδης καλεῖ ὅσους ἀγαποῦν τὶς περιηγήσεις, τοὺς εὐχάριστους περιπάτους, νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν Πειραιά, σὲ ἐργάσιμη ἡμέρα δέ, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν τὴν πόλη καὶ τὶς δραστηριότητές της, χωρὶς αὐτὸ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνα εἶδος ἀπραξίας, ὡς ἀποφυγὴ ἐργασίας, χωρὶς αἴσθημα ἐνοχῆς δηλαδή· χωρὶς νὰ ὰντιβαίνει στὴν ρήση τοῦ Ἡσιόδου ( τοῦ Ἀσκραίου, ὡς καταγομένου ἀπὸ τὴν Ἄσκρα Βοιωτίας):

«ἀεργίῃ τὄνειδος».

. Ἐφ. Ἀκρόπολις,
 
φ. 1 Ὀκτ. 1901, σ. 2.


ΚΕΙΜΕΝΟ

Ἐφ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 1 Ὀκτ.. 1901, σ. 2.

«ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Ὁ ἄνεμος ὁ τόσον βιαίως πνέων μᾶς παρέσυρε μέχρι Πειραιῶς. Τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἀκτοπλοΐας ὅλα μὲ τὰ σήματα τοῦ ἀπόπλου, ὅλα ἕτοιμα πρὸς ἀναχώρησιν, ὅλα μαζὶ-μαζὶ παραπλεύρως ἡ μία ἑταιρεία μὲ τὴν ἄλλην ὡς κακοὶ γείτονες Ἡ θέα των μᾶς ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν μικροραδιούργων μπακάληδων ἢ καφετζήδων, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὰ μαγαζειά των ὁ ἕνας δίπλα εἰς τὸν ἄλλον. Δι αὐτὸ λοιπόν, ἐσκέφθην, ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία φθίνει, ἐνῷ ξέναι ἑταιρεῖαι μεγαλύνονται καὶ ἀκμάζουσι μέσα εἰς τὰς θαλάσσας τὰς Ἑλληνικάς.

*

Ἔτσι κάμνουν καὶ μερικοὶ ποὺ χάνονται μέσα εἰς τὰ χωρία των, κατατριβόμενοι καὶ συντριβόμενοι μέσα εἰς τὲς μικροπονηρίες καὶ μικροσοφιστίες, διότι ἐξαρχῆς δὲν ἔσχον τὴν τόλμην, ἐνῷ εἶχον ὅλην τὴν εὐφυΐαν, νὰ παραιτήσουν τὴν ἀργίαν ‒διότι ἀργίαν μαρτυρεῖ αὐτὴ ἡ πυκνὴ σύγχρονος ἀκτοπλοΐα‒ καὶ νὰ ἐξέλθουν εἰς μεγαλύτερα κέντρα καὶ εἰς μεγαλυτέραν δράσιν...

**

Αἱ προκυμαῖαι τοῦ Πειραιῶς ἐμύριζαν χθές, ἐμύριζαν ὅλαι βοῦρκον καὶ λάσπην δυσώδη, αἱ Ἁλαί, πίσσαν καὶ νάφθην αἱ τοῦ κεντρικοῦ λιμένος, τοῦ ἀρχαίου ἐμπορίου, διότι ὁ σφοδρὸς μαΐστρος, ἔφερε πρὸς τὰ ἐδῶ ὅλην τὴν ὀσμὴν τῆς καιομένης πίσσης ἐν τῷ κατέναντι ναυπηγείῳ.

* **

Ἄλλ’ ὁ λιμὴν τῆς Ζέας, τὸ Πασαλιμάνι, ἤρεμος καὶ γαλήνιος ὡς λίμνη, μὲ τὰ κράσπεδά του τὰ κτιστά, μὲ τὰς πλακοστρώτους προκυμαίας του, αἱ ὁποῖαι καθαραὶ-καθαραὶ ἔλαμπον θαρρεῖς κι ἔγιναν γιὰ μένα, νὰ εὐφρανθῶ ἐν τῇ μονώσει κι ἐρημίᾳ αὐτῇ μιᾶς ὅλης πόλεως.

** **

Ἡ «Συνοικία Τσίλλερ» ἢ «Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων»

 ἐν Πειραιεῖ, στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰ

Κι ἐκάθισα ὁλομόναχος εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην πλατείαν τοῦ Τσίλλερ ὁποὺ προχωρεῖ ὡς πρῶρα πλοίου μέσα εἰς τὸν Σαρωνικόν. Ὁ μαΐστρος εἶχεν ἐξαγριώσει τὸ πέλαγος μὲ τὸ μελανὸν χρῶμα ὁποῦ τοῦ ἔδωσε, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον πίπτουσαι αἱ ρόδιναι ἀκτῖνες τῆς χρυσῆς δύσεως ἐχάνοντο ἀμαυρούμεναι.

Κρῖμα εἰς τὸν ζωγράφον καὶ κρῖμα εἰς τὰ χρώματά του τὰ ὁλόχρυσα. Ἡ πνοὴ τοῦ ἀνέμου προσπίπτουσα ἐπὶ τοῦ αἰωρουμένου ἐκεῖ ἠλεκτρικοῦ λαμπτῆρος διελύετο εἰς συριγμούς, ἀπαράλακτα ὡς νὰ φυσᾷ ὁ ἄνεμος εἰς ἄρμενα τοῦ πλοίου. Οὐδὲν ἱστίον ἐλεύκαζε εἰς τὸν ὁλόμαυρον πόντον, ὁποῦ μόνον ἡ νῆσος Ὕδρα κάτω διεγράφετο διαυγὴς καὶ καθαρὰ ὡς γαλανὴ ζωγραφία καλλιτέχνου.

*****

Ὅσοι ἐρασταὶ τῆς ἡσυχίας, ὅσοι τῆς ἐρημίας θαυμασταί, κατέλθετε εἰς τὸν Πειραιᾶ ν’ ἀπολαύσετε ὅλας τὰς πλατείας του, καὶ ὅλας τὰς παραλίους ἐξοχάς του ἐν ἡμέρᾳ ἐργασίμῳ. Μή σᾶς ταράξῃ τοῦ Ἀσκραίου ποιητοῦ τὸ ρητόν: «ἀεργίῃ τὄνειδος». Σήμερον καὶ ἡ ἀργία κατήντησε σωστὴ ἐργασία, ὡς ἐτακτοποιήθη ὑποβληθεῖσα εἰς τόσους τύπους καὶ διατυπώσεις τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ. Καὶ εἰς ἓν ἁπλοῦν περίπατον νὰ ἐξέλθῃς, ἔχεις ἀνάγκην τόσων καὶ τόσων. Καὶ ὅλοι θὰ σὲ καμαρώσουν, κανεὶς δὲ δὲν θὰ εὑρεθῇ νὰ σὲ ὀνειδίσῃ...

Ὁ ταξειδιώτης»

 Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 1188, 9 Ὀκτ. 2026.