Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΤΙΚΑ, ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΑΡΓΙΑΝΗ, ΣΤΑ ΜΕΓ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

                   Τὰ Πνευματικάτικα

Ἕνα μὴ σωζόμενο, λησμονημένο ἐκκλησάκι στὴν τοποθεσία «Βαργιάνια» τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν 1η Ἰουνίου 2015, σὲ παλαιότερους χρόνους, στὰ Μεγάλα Βραγγιανά, πανηγύριζαν Τὰ Πνευματικάτικα, ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι λίγες ἑκατοντάδες μέτρα ἀνατολικὰ τοῦ συνοικισμοῦ Στανάδες, ἔναντι καὶ λίγο  βορειανατολικὰ τῆς Ἁγίας  Παρασκευῆς, ὅπου καὶ ἡ ἕδρα τοῦ «Ἑλληνομουσείου τῶν Ἀγράφων». 
   Ὁ  Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης στὸ βιβλίο του «ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΑΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ» ἀναφέρει ὅτι: «Τὰ Πνευματικάτικα ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι, μὲ δυὸ τρία κελλιὰ τριγύρω, ποὺ χρησίμευε ὡς ἀσκητήριο καὶ ἡσυχαστήριο. Ἦταν χτισμένο στὴν τοποθεσία Βαργιάνια, περίπου 500 μέτρα ἀνατολικὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στὴν ἄκρη τῆς ποταμιᾶς. Δὲν γνωρίζουμε τίποτε ἄλλο γιὰ τοῦτο τὸ ἐκκλησάκι-ἀσκητήρι».[1] Ἡ προφορικὴ παράδοση (†Νικ. Γ. Ἀργυρίου, †Σπυρ. Ἀρ. Τσιώλης) μάλιστα μᾶς παραδίδει ὅτι στὰ Βαργιάνια, ὁ καλόγερος σκότωσε τὸν Κουτσουράκη. Ὁ μοναχὸς τοῦ ἀσκητηρίου, προφανῶς ἀμυνόμενος, σκότωσε κάποιον, ‒μᾶλλον μεγαλοκτηνοτρόφο τῆς ἐποχῆς‒, ὁ ὁποῖος ἐπιβουλευόταν τὰ κτήματα στὰ Βαργιάνια. 
Τὰ τοπωνύμια «Βαργιάνια» καὶ «Ἁλαταριές» (λεπτομέρεια) σὲ χειρόγραφο χάρτη τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν· ἔργο τοῦ Χριστοφόρου Δημ. Ἀλεξάκη.Προσθήκη λεζάντας
   Μέχρι πρόσφατα, ὅταν πέρασε ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἁγία Παρασκευή, ὑπῆρχαν ἐρείπια κτηρίων στὸ δυτικὸ ἄκρο  στὰ «Βαργιάνια». Τὰ κτήματα καλλιεργοῦνταν μέχρι τὴν δεκαετία τοῦ 1960, ὁπότε, λόγῳ τῆς ἐσωτερικῆς οἰκονομικῆς μεταναστεύσεως τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ πρὸς τὰ ἀστικὰ κέντρα, ἐγκαταλείφθηκε ἡ καλλιέργειά τους, ὅπως καὶ τῶν περισσοτέρων καλλιεργησίμων ἐκτάσεων τῆς περιοχῆς.

  
Ἄποψη ἀπὸ τὴν τοποθεσία «Βαργιάνια» στὰ Μεγάλα Βραγγιανά.


 Σὲ  Ὀθωμανικὸ  φορολογικὸ  κατάστιχο τοῦ σαντζακίου τῶν Τρικάλων τοῦ ἔτους 859 ἐγίρας (1454-5 μ.Χ.), τὸ  ὁποῖο δημοσιεύθηκε ἀπὸ Τούρκους ἱστορικούς, περιλαμβάνονται δημογραφικὰ καὶ οἰκονομικὰ δεδομένα γιὰ τὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ τοὺς συνοικισμοὺς Βαλάρι καὶ Καρυά τοῦ χωριοῦ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύθηκαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα-ἐρευνητὴ κ. Ἀνάργυρο-Γιάννη Μαυρομύτη στὸ περιοδικὸ Εὐρυτανικὰ Χρονικά, τεύχη 21-22, καὶ ἀναδημοσιεύθηκαν σχολιασμένα στὸ φ.31 τῆς ἐφημερίδας  «Μεγάλα Βραγγιανὰ (Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων)».[2] Τὸ κατάστιχο αὐτὸ σώζεται σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, στὰ «Ἀρχεῖα Προεδρικοῦ Συμβουλίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Γενικὴ Διεύθυνση Ἐσόδων-Ἐξόδων (Basvekalet Arsivi, Fonds maliyeeden mudevver), μὲ τὸν ταξινομικὸ ἀριθμὸ Maliyeeden Defter (MAD) 10. Εἶναι  γραμμένο στὴν παλαιοτουρκικὴ γραφή tevki-i, καὶ ἔχει ἐκδοθεῖ στὴ νεοτουρκικὴ (λατινικὴ γραφή) τὸ 2001 ἀπὸ τοὺς τούρκους καθηγητὲς Melek Delilbaşı καὶ Muzaffer Arıkan.[3] Στὴν ἔκδοση δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀπόδοση τῶν ὀνομάτων τῶν φορολογουμένων οἰκογενειῶν στὴ νέα τουρκικὴ λατινικὴ γραφή, ἔργο ποὺ ἀνέλαβε καὶ πραγματοποίησε γιὰ λογαριασμὸ τῆς «Πανευρυτανικῆς Ἕνωσης», ὁ ὀθωμανολόγος Γ. Λιακόπουλος.
        Στὸ κατάστιχο καταχωρίζονται, τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν (ἀνδρῶν) νοικοκυριῶν, οἱ χῆρες, ὡς ἀρχηγοὶ νοικοκυριῶν, καὶ οἱ ἐνήλικοι ἀνύπανδροι ἄνδρες, καθώς ὅλοι οἱ παραπάνω ἀποτελοῦσαν φορολογικὲς ὁμάδες μὲ διαφορετικὴ φοροδοτικὴ ἱκανότητα.[4] Στὸ κατάστιχο αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ ὄνομα Βαργιάνης 2 φορές (Νικόλας Βαργιάνης καὶ Ἀλέκος Βαργιάνης).  Ἄλλες 3 φορὲς ἀπαντᾶ  ὡς Βαργιάνος (Νικόλαος, Γεώργιος καὶ Μιχαὴλ Βαργιάνος).


Νικόλας Βαργιάνης (Nikolas Varyanis), βλ. Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, τ. ΙΙ: Tıpkıbasım, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001, φ. 416 b.

  Ὁ  Max Vasmer στὸ ἔργο του, «Die Slaven in Griechenland», ἀναφερόμενος στὴ Βάριανη ἢ Βάργιανη Δωρίδος, ὑποστηρίζει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαιοσλαβικὸ Borjane δηλ. τὸν κάτοικο τοῦ δάσους μὲ τὰ κωνοφόρα.
     Ἴσως ἡ λέξη νὰ εἶναι καὶ σύνθετη ὡς Βαρ(σλαβ. Bap= ἀσβέστης, ἀσβεστώνω) καὶ Γιάννης ἢ Γιάννος. Μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κάποιος ὅτι χρησιμοποιοῦσαν τὸν ἀσβέστη ἐπαγγελματικῶς ἢ, ὡς μία ἀκραία ἑρμηνεία, τὸ χρῶμα τοῦ δέρματός τους ἦταν πολὺ λευκό. Ἐνισχυτικὸ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας πώς, πολὺ κοντὰ καὶ  ἀνατολικότερα τῆς τοποθεσίας «Βαργιάνια» ἀπαντᾶ τὸ τοπωνύμιο «Ἀσβεσταριές».     
   Ὁ Ἐμμαν.  Κριαρᾶς, στὴν ἐπιτομὴ τοῦ λεξικοῦ τῆς Μεσαιωνικῆς Ἑλληνικῆς Δημώδους Γραμματείας, 1100-1669,ταυτίζει τὴν λέξη βάργια μὲ τὴ βάρδια (Βεν. vardia) καὶ τὴν ἀποδίδει ὡς φρουρά, φύλακας, σκοπός, φρουρῶ.[5] Ἴσως, στὰ Βαργιάνια, λόγῳ θέσεως στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ, νὰ ὑπῆρχε ἔλεγχος γιὰ λόγους ἀσφαλείας στὴν πρόσβαση στὰ Βραγγιανά, ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες τοῦ χώρου.
      Πιθανότατα, ἀπὸ τὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς οἰκογένειας ὀνοματοδοτήθηκε ἡ περιοχὴ-τοποθεσία «Βαργιάνια». Ἐνδεχομένως ἐκεῖ βρισκόταν οἱ κατοικίες τους  ἢ τὰ καλλιεργήσιμα κτήματά τους.
      Ἕξη αἰῶνες μετά, στὴν ἐποχή μας, τὸ ὄνομα αὐτό, πλέον, δὲν ἀπαντᾶ στὰ Μεγάλα Βραγγιανά. Ὅμως «ἐπιζεῖ», ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, στὴν τοπικὴ ἱστορικὴ μνήμη, μέσῳ τῆς ὀνομασίας τῆς τοποθεσίας «Βαργιάνια».
                         
                                                                                             Κωνσταντῖνος  Σπ. Τσιώλης



[1] Χριστόφ. Δ. Ἀλεξάκης, Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1990, σ. 208.
[2] . Ἐφ. «Μεγάλα Βραγγιανά»( Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων), φ. 31, Ἰούλιος-Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2007, σελ. 7.
[3]. Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, metni bir giriş ile neşredenler, τ. Ι, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001· Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, τ. ΙΙ: Tıpkıbasım, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001.
[4].  Ἀνάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης, «Ὀνοματολόγια χωριῶν Εὐρυτανικῶν Ἀγράφων», Τὰ Ἄγραφα στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, Πρακτικὰ Συνεδρίου, Τροβάτο-Ἄγραφα-Μεγάλα Βραγγιανά 8-10 Αὐγ. 2008, [Πανευρυτανικὴ Ἕνωση], Ἀθήνα 2009, σ. 179-248.





[5] . Πολὺ γνωστὸ καὶ τὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα» (1893).

3 σχόλια:

  1. ...Καὶ τὸ ποίημα "Βαρδια" τοῦ Νίκου Καβαδία.
    Πάντως, ἡ μελετη αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ ἐμπλουτιστεῖ καὶ νὰ γίνει κάποτε ἕνα βιβλιο.
    π. κ.ν. καλλιανός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εὐχαριστῶ γιὰ τὶς ὑποδείξεις π. Κ. Ν. Καλλιανέ. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ περὶ βιβλίου μᾶλλον θὰ μείνουν εὐσεβεῖς πόθοι.

      Διαγραφή
    2. Συγγνώμη λησμόνησα καὶ τὸ τοπωνύμιο "Βαρδιολα "ποὺ ἔχουμε στὴ Σκόπελο καὶ βρίσκεται στὸ πάνω ἄκρο τῆς Χώρας. Ἔτσι ἔχουμε, Βαρδιανος στὴ Σκιάθο, Βαρδιόλα στὴ Σκόπελο. π.κ

      Διαγραφή