Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΦΡΑΓΚΙΣΤΑΣ (1764-1861), 8ος ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ Β΄ ΧΙΛΙΑΡΧΙΑΣ

 

«Ἐγὼ ἐνδίδω μόνον διὰ τὸν Φραγκίσταν» (ΝΙΚ. ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ) 

Στὸ πρῶτο ἔτος τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, πλαίσιο τῆς πολιτικῆς ὀργάνωσης τῆς Ἀνατολικῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἀποφασίζεται, στὴν Ἄμφισσα, μετὰ ἀπὸ τὴν πραγματοποίηση, ἀπὸ 15 ἕως 20 Νοεμβρίου 1821, συνέλευσης ἀντιπροσώπων τῶν πέριξ περιοχῶν (Στερεᾶς, Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας) ‒τὴ γνωστὴ ὡς «Συνέλευση τῶν Σαλώνων»‒ ἡ συγκρότηση ἑνὸς πολιτικοῦ σώματος ποὺ ὀνομάστηκε «Ἄρειος Πάγος». Συνίστατο ἀπὸ δύο τμήματα, τὸ πολιτικὸ καὶ τὸ δικανικό, ἕκαστο τῶν ὁποίων εἶχε ἕξη μέλη καὶ ἀνὰ ἕνα πρόεδρο.[1] Μάλιστα, τὰ Ἄγραφα  ἐκπροσωποῦσε  στὸ νέο δωδεκαμελὲς σχῆμα ὁ βαρῶνος Θεοχάρης Ὀλύμπιος Κεφαλᾶς,[2] τὸν  ὁποῖο ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του ἐκπροσωποῦσε ὁ Κωνσταντῖνος Σακελλίων.[3]

Γιάννης Γ. Φραγκίστας,  Μολύβι σὲ χαρτί.
Σύγχρονο (2021) ἔργο τοῦ Κώστα Ντιό. 

 
Σὲ συνεδρίαση τῶν μελῶν τοῦ πολιτικοῦ τμήματος τοῦ «Ἀρείου Πάγου», στὶς 29 Μαρτίου 1822, ἕναν χρόνο μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης, ἀποφασίζεται νὰ τιμηθεῖ ὁ Ἀγραφιώτης ὁπλαρχηγὸς Ἰωάννης (Γιαννάκης) Φραγκίστας,[4] ἀναγνωρίζοντας τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερε καὶ συνεχίζει νὰ προσφέρει στὸν μεγάλο Ἀγῶνα. Τοῦ ἀπονέμει, λοιπόν, τὸν στρατιωτικὸ βαθμὸ τοῦ Πεντακοσιάρχου, μὲ τὴ δήλωση μάλιστα πὼς αὐτὸ τὸ ἀξίωμα:[5]

[...] μένει διὰ παντὸς ἀναπόσπαστον.

Ἀκόμη, στὴν ἴδια συνεδρίαση τοῦ πολιτικοῦ τμήματος τοῦ «Ἀρείου Πάγου», ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στὴ Λιθάδα τῆς Β. Εὐβοίας ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ταλαντίου Νεοφύτου, τὸ Σῶμα ἀναλαμβάνει ἐπίσης νὰ τοῦ καταβάλει τὸν μισθὸ ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸν στρατιωτικὸ βαθμό του. Ἀκόμη, ὑπόσχεται ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς Ἐπανάστασης καὶ μὲ τὴν δημιουργία τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ  Κράτους θὰ τὸν τιμήσει μὲ ἀκόμη μεγαλύτερα ἀξιώματα καὶ περισσότερες ἀνταμοιβές:

Ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει ἀνταμείψῃ τὸν εἰρημένον μὲ λαμπρὰς ἀνταμοιβὰς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀναλόγως μὲ τὰς ἐκδουλεύσεις του.

Τὴν ἀπόφαση, πλὴν τοῦ προέδρου τοῦ πολιτικοῦ τμήματος  τοῦ Ἀρείου Πάγου  ἐπισκόπου Ταλαντίου Νεοφύτου, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἀταλάντης, ὑπογράφουν ὁ Ἄνθιμος Γαζῆς ‒(ὡς ἀντιπρόσωπος)‒ τῆς Θεσσαλίας, ὁ Ἰωάννης Φίλωνος τῆς Λεβαδείας, ὁ Ἰωάννης Εἰρηναῖος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Κωνσταντῖνος Ἰωάννου τοῦ Εὐρίπου καὶ ὁ Γεώργιος Αἰνιὰν τῆς Ὑπάτης.

Σφραγίδες Ἐλευθερίας 1821-1832,
ἔγγραφο 9 

Ὡς ἀγωνιστὴς τοῦ ’21, ὁ Γ. Φραγκίστας, ὅπως δηλώνει ὁ Κασομούλης στὰ Ἐνθυμήματά του, ἦταν ἕνας ἀπὸ τοῦς τρεῖς προσωπικοὺς πρωτεύοντες ὁπλαρχηγοὺς τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος ποὺ διατηροῦσε ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης: [6]

«Οἱ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Καραϊσκάκη ἐπίσημοι <ὁπλαρχηγοί> καὶ  <προσωπικὰ> στηρίγματά του αης τάξεως ἦσαν: Ὁ Σωτήρης Σεντεκνιώτης, ὁ Ἀντώνης Ζαραλῆς καὶ ὁ <Γιάννης> Φραγκίστας».[7]

Ὁ Γ. Φραγκίστας καὶ ὁ Καραϊσκάκης διατηροῦσαν μία ἰδιαίτερη σχέση: ἄλλοτε φιλικὴ καὶ ἄλλοτε σχέση ἀντιπαλότητας. Στὴ μάχη τῆς Νευρόπολης, κοντὰ  στὸ Στοῦγκο (νῦν Κρυονέρι) τῶν Ἀγράφων, ἡ ὁποία τοποθετεῖται στὶς ἀρχὲς Ἰουνίου τοῦ 1823, τὸ Ἀρματωλικὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη, ὀργανωμένο σὲ τρεῖς πτέρυγες ἐπιθέσεως, ἠττήθηκε ἀπὸ τὸ Τουρκικὸ στράτευμα ποὺ εἶχε στρατοπδεύσει στὴν περιοχή, κυρίως λόγῳ τῆς ὀπισθοχώρησης –μετὰ ἀπὸ ἐπίθεση τοῦ τουρκικοῦ ἱππικοῦ– τῆς δεξιᾶς πτέρυγας ποὺ διοικοῦσε καὶ καθοδηγοῦσε ὁ Φραγκίστας, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Καραϊσκάκης νὰ ἐπιστρέψει ἡττημένος στὴν ἕδρα τοῦ στρατοπέδου του στὴν Ὀξυὰ τῆς Θεσσαλιώτιδος, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ σὲ κοντινὸ μοναστήρι:[8]

«Οἱ Τοῦρκοι, πρῶτον δειλιάσαντες, τοὺς καρτέρεσαν εἰς τὰ ὀχυρώματά των· ἔχοντες καὶ ἱππικόν, ἐβοηθήθησαν, κάμπος ὤν, ἐδίωξαν τὴν δεξιὰν πτέρυγα ὁποῦ διοικοῦσεν ὁ <Γιάννης> Φραγκίστας. Βαλόντες εἰς ἀταξίαν μὲ τὸ ἱππικὸν τὸ κέντρον καὶ τὸ ἀριστερόν, ὀπισθοδρόμησεν ὁ Καραϊσκάκης μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του. Ἐβράδυασεν καὶ ἡ νὺξ διεσκέδασεν τὴν λύπην του. Ἐτοποθετήθη <πάλιν> εἰς τὴν Ὀξυάν [...]».

Βenjamin Mary, “Zorojanidis Agra<fa>”·
Δήμητρα Κουκίου, «Ἀναγνώστης Ζωρογιαννίδης»,
 
Ἡ Ἱστορία ἔχει πρόσωπο. Μορφὲς
τοῦ 1821 στὴν Ἑλλάδα τοῦ Ὄθωνα 
ἀπὸ τὸν βέλγο διπλωμάτη  Βenjamin Mary,
 
[Ἐθνικὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο],
Ἀθήνα 2020, σ. 183, 286. 
 

Ὁ Καραϊσκάκης θέλοντας, λόγῳ
κυρίως ἀσθένειάς του, νὰ προτείνει καὶ νὰ ὑπογράψει προσωρινὴ εἰρήνη μὲ τοὺς Τούρκους καὶ στὴν προσπάθειά του νὰ κάμψει τὶς ὅποιες ἀντιρρήσεις κάποιων ἐκ τῶν ὁπλαρχηγῶν, ἐπιρρίπτει ὅλη τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν  ἧττα στὴ μάχη τῆς Νευρόπολης στὸν Φραγκίστα καὶ τὴν ὀπισθοχώρησή του, μετὰ ἀπὸ ἐπέλαση τοῦ τουρκικοῦ ἱππικοῦ. Μάλιστα, ὑποστήριξε ὅτι συνέλαβε τὸν Φραγκίστα καὶ τὸν εἶχε ὡς κρατούμενο. Ἔτσι, σὲ σχετικὴ ἀγόρευσή του στὴν σύνοδο τῶν καπεταναίων. ποὺ ὁ ἴδιος συγκάλεσε, φέρεται κατὰ τὸν Ν. Κασομούλη νὰ  δηλώνει:[9]

«‒Ἀδελφοὶ Καπιταναῖοι...Παρόντος ἐμοῦ, ὁ κερατᾶς ὁ Φραγκίστας προχθὲς ἔκαμε τὴν ἀρχήν, καὶ ἐτζάκισεν χωρὶς αἰτίαν,καὶ τὸν ἔχω ἀρεστάδον.[10] Καὶ <φανταθῆτε> τί θὰ γίνῃ ὅταν λείψω».

Ὅμως, ὁ Φραγκίστας μόλις πληροφορήθηκε τὰ λεγόμενα τοῦ Καραϊσκάκη: περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας του καὶ τῆς συλλήψεώς του, καὶ εἰσερχόμενος στὴ σκηνὴ τῶν ὁπλαρχηγῶν δηλώνει ὅτι ἡ ἀποτυχία καὶ ἡ ἧττα στὴ μάχη τῆς Νευρόπολης ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὸν ὀξύθυμο καὶ παρορμητικὸ τοῦ χαρακτῆρα τοῦ Καραϊσκάκη,[11] ἀφ’ ἑτέρου δὲ στὴ φυσική του ἀδυναμία λόγῳ προφανῶς τῆς κακῆς κατάστασης τῆς ὑγείας του νὰ φέρει εἰς πέρας ἕνα τέτοιο στρατιωτικὸ ἐπιχειρησιακὸ σχέδιο. Μάλιστα, ἐμφατικὰ καὶ ἀπερίφραστα, διαψεύδει τὰ περὶ τῆς σύλληψής του καὶ τῆς κράτησής του ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκη. Τονίζει δὲ πὼς διαθέτει ὑπὸ τὶς διαταγές του 400 ἄνδρες, ποὺ μποροῦν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἀποτρέψουν κάτι τέτοιο, ἐνῷ θεωρεῖ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Καραϊσκάκη θύμα κάποιων αὐλοκολάκων του, οἱ ὁποῖοι διαβάλλουν τοὺς ἐντίμους καὶ ἀληθινοὺς φίλους καὶ ὑποστηρικτές του. Ἀκόμη, τὸν κατηγορεῖ πὼς μόνος του, αὐθαίρετα, χωρὶς νὰ ἐρωτηθοῦν οἱ ἄλλοι ὁπλαρχηγοί, προχώρησε σὲ σύναψη εἰρηνευτικῆς συνθήκης μὲ τοὺς Τούρκους: [12]

« [...] Εἰς τὴν σκηνήν μας < πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως> ἦλθεν ὁ <Γιάννης> Φραγκίστας καὶ ὅλοι οἱ περὶ τὸν Καραϊσκάκην.

Ὁ Φραγκίστας τροπολογῶν τὸ τζάκισμά του, ἔδιδεν τὴν αἰτίαν τοῦ χαλασμοῦ του εἰς τὸ ἄσκεπτον τοῦ Καραϊσκάκη καὶ ὀξύθυμον, καὶ ὄχι εἰς τὴν <ἰδικήν του> ἀδυναμίαν. Εἶπε μάλιστα παρρησίᾳ ὅτι:

—Καθὼς ἄρχισεν, θὰ πάρ’ ὁ διάολος καὶ αὐτὸν καὶ τὰ Ἄγραφά του. Ἀρκετὰ τὸν ὑποφέραμεν, κ’ἐγὼ καὶ <οἱ> ἄλλοι.

Μάλιστα εἶπεν <ἀκόμη> :

— Ἐρώτησεν κανέναν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ κάμνει συνθῆκας; Ἢ μήπως δὲν γνωρίζομεν διατὶ ταῖς ἐπιθυμεῖ; Ἂς κάμει <ὅμως> ὅπως θέλει, καὶ <τότε> θὰ ἰδοῦμεν ποῖος θὰ μετανοήσῃ. Δὲν ἐντρέπεται νὰ λέγῃ μὲ ἔχει ἀρέστο, ἐνῷ ἔχω 400 ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν μου, καὶ τὸν πολιορκῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὸν καίγω; Φροντίζει, λέγει <ὁ Φραγκίστας>, νὰ μᾶς σηκώσῃ τὴν ἐπιρροήν, ‒πόθεν; Ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς μας; <Ὅμως> ἀκούγει τοὺς ἀχρείους σαχανογλύπτας καὶ περιφρονεῖ ὅλους ὅσους τὸν στήριζαν καὶ τὸν στηρίζουν».[13]

Ὁ Νικόλαος Κασομούλης παραδέχεται πὼς μόνον ὁ Γ. Φραγκίστας ἀπὸ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς τοῦ ἀρματωλικοῦ σώματος τοῦ Καραϊσκάκη εἶχε τὸ σθένος νὰ κρίνει κ νὰ ἐπικρίνει τὶς ἐνέργεις τοῦ Καραϊσκάκη. Θεωρεῖ δὲ ὁ Κασομούλης ὡς ἰδιοτελῆ τὴν ἐνέργεια τοῦ Καραϊσκάκη νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Ἀρματωλίκι τῶν Ἀγράφων τὸν ταμία του, τὸν λογιώτατον Κερασσοβίτην ὅπως τὸν εἶχε ἀποκελεῖ, στέλνοντάς τον στὴν Ἐθνοσυνέλευση τοῦ Ἄστρους. Ἐπιδίωξη του ἦταν νὰ διαχειρίζεται ὁ ἴδιος τὰ οἰκονομικὰ τῆς περιοχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλέσει τὴ δυσαρέσκεια τῶν Ἀγραφιωτῶν:[14]

 «Τὸν ταμίαν τῆς ἐπαρχίας τὸν ἔστειλεν πληρεξούσιον[15] εἰς τὴν ἐν Ἄστρει συνέλευσιν. Ὥστε παράλυσεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ πρῶτον, ὅπου ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ’Αγραφιώτας νὰ <τὸ> φυλάξῃ μόνος του πλέον, <καὶ> ἤξερεν τὸ ἔσοδον καὶ τὸ ἔξοδον <τοῦ Ἀρματωλικίου>. Οἱ πολῖται ἦταν ψυχραμένοι διὰ τοῦτο, πλὴν εἰσέτι δὲν ξεμυστηρεύοντο. Καὶ μόνον ὁ Φραγκίστας ὡμιλοῦσεν καὶ τὸν κατέκρινεν παρρησίᾳ διὰ τοὺς σφερτερισμοὺς τούτους καὶ ἄλλους τῆς ἐπαρχίας».

Μετὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια στὸ Ναύπλιο, στὶς 8 Ἰαν. 1828, μὲ τὸ πλοῖο  «Warspite», τὸ ὁποῖο τὸν μετέφερε ἀπὸ τὴ Μάλτα  καὶ κατόπιν στὴν Αἴγινα στὶς 12 Ἰαν. τοῦ ἰδίου ἔτους ὡς πρώτου Κυβερνήτη τοῦ νεοσύστατου Ἑλληνικοῦ Κράτους, προτέραιότητά του ἦταν ἡ ὀργάνωση ἀξιόμαχου Τακτικοῦ Στρατοῦ. Δηλαδή, τὴ μετατροπὴ  τοῦ στρατοῦ ἀπὸ ἄτακτα σώματα σὲ μονάδες σύγχρονου τακτικοῦ  στρατοῦ.[16] Μὲ δύο διατάγματά του, τῆς 4ης καὶ τῆς 7ης Φεβρουαρίου 1828, ὅριζε τὴν ὀργάνωση τοῦ στρατοῦ σὲ "Χιλιαρχίες". Σκοπὸς τῆς νέας ὀργανωτικῆς δομῆς τοῦ στρατεύματος ἦταν νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ στρατιῶτες ὅτι, ὡς μαχητές, ἀνῆκαν πλέον στὴ νέα πατρίδα, τὴν ἑλληνική, καὶ ὄχι στὴν ὑπηρεσία τοῦ κάθε ἀρχηγοῦ ἀτάκτου σώματος τὸν ὁποῖο ἀκολουθοῦσαν καὶ στὸ ὁποῖο μετεῖχαν μέχρι τότε μαχόμενοι τοὺς Τούρκους. Παρ’ ὅλα αὐτὰ οἱ ἀγωνιστικοὶ καὶ προσωπικοὶ δεσμοί τους μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἀτάκτων σωμάτων δὲν καταργήθηκαν πλήρως καθὼς ὡς  ἀξιωματοῦχοι τῶν νέων μονάδων τοποθετήθηκαν ἀγωνιστὲς καθιερωμένοι καὶ ἀναγνωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες τῆς ἑπταετοῦς τῆς ἐπανάστασης ἢ γνωστοὶ φιλέλληνες.

 Παρὰ τὶς παρεξηγήσεις, τὴ δυσαρέσκεια, καὶ τὶς δυσχέρειες περὶ τὴν ἐκλογὴ προσωπικοῦ, ἡ ὀργάνωση τῆς Β΄ Χιλιαρχίας πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν ἐκλογὴ ἑνὸ Χιλιάρχου, δύο Πεντακοσιάρχων καὶ δέκα Ἑκατοντάρχων. Οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Β΄Χιλιαρχίας ἦσαν ἀποκλειστικὰ μέλη τῆς  Φρουρᾶς τοῦ Μεσολογγίου, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Πολιορκίας καὶ τῆς Πτώσεως τῆς Ἱερᾶς Πόλεως καὶ μέχρι τότε ζοῦσαν καὶ ἀγωνίζονταν μαζί. Μεταξὺ τῶν Ἑκατόνταρχων ἦταν  καὶ ὁ Ἀγραφιώτης ἀγωνιστὴς καὶ Ἐξοδίτης, Ἰωάννης Φραγκίστας (1764-1861). Μάλιστα, ὁ Νικόλαος Κασομούλης στὰ Ἐνθυμήματα Στρατιωτικὰ» ἀναφέρει πὼς λόγῳ τῶν διαφωνιῶν στὴν ἐκλογὴ τῶν ἀξιωματούχων τοῦ Χιλιάρχου, τῶν Πεντακοσιάρχων καὶ τῶν Ἑκατοντάρχων τῆς Χιλιαρχίας, καὶ προκειμένου νὰ κάμψει τὶς ἀντιρρήσεις τους, ἀναγκάστηκε, στὴ σχετικὴ συνάντηση καὶ  προκειμένου νὰ συμφωνηθεῖ ὁ ὁρισμὸς τῶν θέσεων ποὺ καταλαμβάνουν οἱ διάφοροι ἀξιωματοῦχοι, νὰ δηλώσει: [17]

«—Σύντροφοι Ἀξιωματικοί, παρατηρῶ ὅτι ὅλοι θέλομεν νὰ εἴμεσθεν πεντακοσίαρχοι· ἐγὼ ἐνδίδω μόνον εἰς τὸν Φραγκίσταν, καὶ ὕστερα ἀπ’αὐτὸν νὰ γίνω ἐγώ. Ἐὰν δὲν τὸ δέχεσθε λοιπὸν ἐσεῖς, οὔτε ἐγὼ δέχομαι ἄλλον, καὶ τότε ἂς ἐκλέξωμεν ἄλλους (ὥστε) νὰ μὴ πειραχθῇ ἡ φιλοτιμία μας».

Ἐπείσθησαν ὅλοι ἀπὸ τὸν περὶ Φραγκίστα λόγο τοῦ Κασομούλη καὶ ἐξέλεξαν πεντακοσίαρχους τὸν Σπύρο Μίλου  ( ἐκ Χειμάρας ἐτῶν 32 καὶ τὸν <Γ.> Βάγιαν ἐξ Ἰωαννίνων ἐτῶν  30, μὲ χιλίαρχο τὸν Χριστόδουλο Χατζηπέτρου (ἐτῶν 35 ἀπὸ Ἀσπροπόταμο).  Ὡς ἑκατόνταρχος ἐκλέγεται ὁ Γιάννης  Γ. Φραγκίστας, 8ος στὴ σειρὰ ἐτῶν 40 ἀπὸ τὰ Ἄγραφα, μὲ 10ο τὸν Κασομούλη ἐτῶν 29 ἀπὸ τὴν Κοζάνη. [18]  Ἴσως φανεῖ παράδοξο πῶς ἕνα χιλίαρχος ὅπως ὁ Κασομούλης ἢ ἕνας πεντακοσίαρχος ὅπως ὁ Γιάννης Φραγκίστας,[19] ἐκλέγονται στὴν νέα ὀργανωτικὴ δομὴ  ὡς ἑκαντόνταρχοι. Ὅμως, ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης στὴν  εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου Ἐνθυμήματα Στρατιωτικά,  μὲ τίτλο «Ὁ συγγραφέας καὶ τὸ ἔργο του. Προδιάθεση» σημειώνει:[20]

« [...] ὁ ἀναγνώστης ἴσως ἀπορεῖ γιατὶ ὁ χιλίαρχος ἔγινε ἑκατόνταρχος. Στὸν ὀργανισμὸ τῶν Χιλιαρχιῶν, οἱ χιλίαρχοι ἦταν παλαιοὶ στρατηγοί, οἱ πεντακοσίαρχοι παλαιοὶ ἀξιωματικοὶ β΄τάξης (ἀντιστράτηγοι ἢ χιλίαρχοι κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸ τῶν χρόνων τῆς Ἐπανάστασης) καὶ οἱ ἑκατόνταρχοι παλαιοὶ χιλίαρχοι ἢ πεντακοσίαρχοι».

Σφραγίδες Ἐλευθερίας 1821-1832
ἔγγραφο 19.


 


Τὴν ἀπόφαση  μὲ τὸν ὁποία ὁ Φραγκίστας τιμᾶται μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ 8ου Ἑκατόνταρχου τῆς Β΄χιλιαρχίας ἀποδέχεται καὶ  ὑπογράφει ὁ Κυβερνήτης  Ἰωάννης Καποδίστριας καὶ ὁ Γραμματεὺς Ἐπικρααείας Σπ. Τρικούπης, στὶς 13 Μαρτίου 1828, στὸ Πόρο:[21]

«ὄχι μόνον θέλεις δικαιώσει τὴν ἐκλογήν της ταύτην, ἀλλὰ πολλὰ ὀγλήγορα θέλει λάβει νέας ἐνδείξεις τοῦ ἐνθέρμου ζήλου σου καὶ τῆς ἱκανότητός σου, ὥστε νὰ σοὶ ἐμπιστευθῇ βαθμοὺς ἀνωτέρους».

Πράγματι ὁ ’Ιωάννης Φραγκίστας τὸ 1830 φέρει τὸν βαθμὸ  τοῦ Ἀντισυνταγματάρχη καὶ ἀποστρατεύεται μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ Συνταγματάρχη.[22] Πεθαίνει πλήρης ἡμερῶν στὴ Λαμία στὶς 25 Μαρτίου 1861, ἀνήμερα τῆς τεσσαρακοστῆς ἐπετείου ἀπὸ τὴ ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης. [23]

Τὸν Γιάννη Φραγκίστα ἀναφέρει ὁ Κασομούλης καὶ στὸ Ἡμερολόγιόν του. Ὁ Κοζανίτης ἀπομνημονευματογράφος τοῦ Ἀγώνα, ὅταν ἦταν διορισμένος στὴν Ὑπηρεσία τοῦ σώματος Ἐθνοφυλακῆς, ὡς «ἀξιωματικὸς τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν πλησίον τοῦ συνταγματάρχου Βάσου Μαυροβουνιώτου», τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸν Βάσο Μαυροβουνιώτη καταδίωκε τὴ ληστεία καὶ τὴν ἀνταρσία στὴ μερθοριακὴ Φθιώτιδα καὶ τὶς γειτονικὲς περιοχές, ἀναφέρει, στὶς 13 Μαρτίου 1836, γράμμα του πρὸς τὸν Γιάννη Φραγκίστα, τὴν ἀποστολὴ τοῦ ὁποίου καταγράφει στὶς ἡμερολογιακές του σημειώσεις:[24]

«... Τὴν αὐτήν,ὥρας 2 τῆς νυκτός, 8 π. μ., ἐγράψαμεν ἐπισήμως πρὸς τὸν Ἰωάννην Φραγκίσταν καὶ τοὺς λοιποὺς ὁπλαρχηγοὺς εἰς Φουρνᾶν, νὰ κινηθοῦν κατὰ τῶν ληστῶν καὶ νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν καὶ νὰ τοὺς συντρέξωμεν»

 Ἡ λαϊκὴ μοῦσα διὰ χειλέων τοῦ διαπρεπέστερου τῶν προεπαναστικῶν ἀρματωλῶν, τοῦ ἥρωα Κατσαντώνη, προτρέπει τὸν Γιάννη Φραγκίστα, καὶ τ’ ἄλλα παλληκάρια τοῦ μπουλουκιοῦ του νὰ ἐκδικηθοῦν τὸν μαρτυρικὸ θάνατό του καὶ νὰ ξεσκλαβώσουν τὴν Πατρίδα:[25]

«[...]Ποὖσαι, ἀδέλφι μου πιστό,καϋμένε Λεπενιώτη

Καὶ σύ, Φραγκίστα μ’ ἀδελφέ, πιστό μου παλληκάρι;[26]

Ἐμᾶς θὰ μᾶς σκοτώσουνε, καὶ σεῖς μένετε πίσω.

Τὸ γαἷμα μας ποὺ θὰ χυθῇ, ἐκδίκησι ζητάει.

Μὴ πάψετε τὸν πόλεμο, καὶ μὴ λιγοκαρδῆτε,

Συνάξτε τὰ μπουλούκια μου, τ’ ἄξια μου παλληκάρια,

Καὶ πέστε τους, ἂν μ’ ἀγαπᾶν’ τὸ γαῖμά μου νὰ πάρουν.

Καὶ ἂν ἐμεῖς πεθάνωμε, ἐσεῖς ποὺ μέντε πίσω,

Τὴ δύστυχη Πατρίδα μας θὰ τήνε ξεσκλαβῶστε».




 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

γ α θ  Τ ύ χ η.

Κατὰ τὰς ὑψηλὰς διαταγὰς τῆς ὑπερτάτης  Ἐθνικῆς Βουλῆς

 ὁ Ἄρειος Πάγος ἐψηφίσατο τάδε.

Αον Διὰ τὰς λαμπρὰς ἐκδουλεύσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν  ὁ κύριος Ἰωάννης Φραγγίστας εἰς τὸ Γένος, ἀγωνισθεὶς εἰς τὸν ἱερὸν ὑπὲρ ἐλευθερίας ἀγῶνα, καὶ πολεμήσας ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, τὸν τιμᾷ μὲ τὸ λαμπρὸν τῆς Πεντακοσιαρχίας ἀξίωμα τὸ ὁποῖον μένει διὰ παντὸς ἀναπόσπαστον.

Βον Ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει πληρώσῃ εἰς τὸν εἰρημένον τὸν παρὰ τῆς ὑπερτάτης Ἐθνικῆς Βουλῆς διορισθέντα μισθόν.

Γον Ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει ἀνταμείψῃ τὸν εἰρημένον μὲ λαμπρὰς ἀνταμοιβὰς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων ἀναλόγως μὲ τὰς ἐκδουλεύσεις του

Τῇ 29 Μαρτίου 1822 ἐν Λιθάδι

Οἱ ἀρεοπαγῖται

Ἐπισκ. Ταλαντίου Νεόφυτος Πρόεδρος καὶ

Ἄνθιμος Γαζῆς

Ἰωάννης Φίλων

Ἰωάννης Εἰρηναῖος

Κωνσταντῖνος Ἰωάννου

Γεώργιος Αἰνιάν

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ἀριθ. 963

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Πρὸς τὸν Κύριον Ἰωάννην Φραγκίσταν

Διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα πιστὰς ἐκδουλεύσεις σου, διὰ τὴν πρὸς τοὺς νόμους εὐπείθιάν σου καὶ διὰ τὴν ἀξιότητά σου ἡ Κυβέρνησις σὲ τιμᾷ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὀγδόου ἑκατοντάρχου τῆς Βας Χιλιαρχίας.

Ἔχει δὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον θέλεις δικαιώσει τὴν ἐκλογήν της ταύτην, ἀλλὰ πολλὰ ὀγλήγορα θέλει λάβει νέας ἐνδείξεις τοῦ ἐνθέρμου ζήλου σου καὶ τῆς ἱκανότητός σου, ὥστε νὰ σοὶ ἐμπιστευθῇ βαθμοὺς ἀνωτέρους.

 

Τῇ 13 Μαρτίου 1828, ἐν Πόρῳ

Ὁ Κυβερνήτης

Ἰωάννης Καποδίστριας

 

                                                                                    Ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας

Σ. Τρικούπης

 



[1].  Γιὰ τὸν  «Ἄρειο Πάγο», τὸ πολιτικὸ καὶ δικανικὸ σῶμα τῆς Ἐπαναστατικῆς περιόδου, καὶ τὴ συγκρότησή του, βλ. Ἀνδρέας Ζ. Μάμουκας, Τὰ κατὰ τὴν Ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι συλλογὴ τῶν περὶ τὴν Ἀναγεννωμένην Ἑλλάδα συνταχθέντων Πολιτευμάτων, νόμων καὶ ἄλλων ἐπισήμων πράξεων, ἀπὸ τὸ 1821 μέχρι τέλους τοῦ 1823, Πειραιὰς 1839, τ. Α΄, σ. 52-103. Ἐπίσης, (στὴ σελ. 86) δημοσιεύονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπεσταλμένων στὴν ἐν Πελοποννήσῳ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ὡς ἐξ Ἀγράφων καὶ πάσης Θετταλίας μετέχουν οἱ: Θεοχάρης Κεφαλᾶς, Χρόνιας Ἰωάννου Δροσινοῦ, Γρηγόριος Κωνσταντᾶς, Ζαχαρίας Σκοπελίτης, Δρόσος Μανσόλας, Ἄνθιμος Γαζῆς καὶ  Χ. Κυριατζῆς.

[2]. Ὁ Θεοχάρης Ὀλύμπιος Κεφαλᾶς, ὁ ἐπονομαζόμενος βαρῶνος Θεοχάρης Ὀλύμπιος Κεφαλᾶς, ὑπῆρξε πλούσιος Ἕλληνας προεστὸς τῆς Θεσσαλίας. Ὑπογραφόταν ὡς "Barone Kephalas von Olympie". Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης ὑπῆρξε μέλος τῆς Α΄ Ἐθνοσυνέλευσης καὶ ἱδρυτὴς τῆς Γερμανικῆς Λεγεώνας. Πρὶν τὸν θάνατό του τοῦ ἀπονεμήθηκε ὁ βαθμὸς τοῦ στρατηγοῦ τιμῆς ἕνεκεν (Ἐγκυκλοπαιδικὸ Λεξικὸ Ἐλευθερουδάκη, 1961, τ. Ζ,΄σ. 559-560).

[3] Ἐπιφανὴς Ἕλλην βυζαντινολόγος (Νάξος 1815-Ἀθήνα 1891) διακριθεὶς ἰδίως σὲ παλαιογραφικὲς μελέτες· Βλ. περισσότερα Δ. Π. Πασχάλης, λῆμμα «Ἰωάννης Σακκελίων», ΜΕΕ, τ. 21,  σ. 447.

[4] Σύντομο βιογραφικὸ μὲ σχετικὴ βιβλιογραφία γιὰ τὸν Ἀγραφιώτη ὁπλαρχηγὸ τοῦ Ἀγώνα Ἰωάννη Φραγκίστα (Ἀνατολικὴ Φραγκίστα Ἀγράφων 1764-Λαμία1861), βλ. Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, « "...καὶ μὲ τρέμοντα χείλη...". Ἀθησαύριστον Ἀλέξάνδρου Παπαδιαμάντη»,  Ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 730/9.6.2017, σ. 18, σημ. 26 καὶ  Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, «Ὁ ἀγραφιώτης ὁπλαρχηγὸς Γιάννης Φραγκίστας (1764-1861) στὴ μάχη τῆς Βαρνάκοβας», ἐφ. Τὰ Μεγάλα Βραγγιανά (ἙλληνομουσεῖονἈγράφων), φ. 85 / Ἰαν.-Φεβρ.-Μάρτ. 2021, σ. 5.

[5] Σφραγίδες Ἐλευθερίας 1821-1832, Εἰσαγωγὴ Ι. Κ. Μαζαράκης-Αἰνιάν, [Ἱστορικὴ καὶ Ἐθνολογικὴ Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος], Ἀθήνα 1983, «Δείγματα σφραγίδων καὶ ἐγγράφων  τῆς Ἱστορικῆς Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας, ἔγραφο 8 καὶ 19.

[6]. Νικόλαος Κασομούλης, Ἐνθυμήματα Στρατιωτικὰ τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων 1821-1833, εἰσαγωγὴ-σημειώσεις Γιάννη Βλαχογιάννη, [Ἀρχεῖα τῆς Νεωτέρας Ἑλληνικῆς Ἱστορίας], Ἀθήνα 1940, τ. Α΄, σ. 304.

[7]. Οἱ λέξεις ἐντὸς τῶν γωνιωδῶν ἀγκυλῶν εἶναι παρενθέσεις τοῦ ἐκδότη Γ. Βλαχογιάννη.

[8]. Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, σ. 304. 

[9]. Στὸ ἴδιο, σ. 307.

[10]. «Ἀρεστάρω, συλλαμβάνω ἄνθρωπο ἢ πλοῖο. Ἀπὸ τὸ ἰταλ. arrestare ... Ἡ μετοχή, ἀρεστάδος-συλληφθεὶς κρατούμενος», βλ. Νίκος Σαραντάκος, Τὸ ζορμπαλίκι τῶν ραγιάδων, ἐκδ. Εἰκοστοῦ Πρώτου, Ἀθήνα 2020, σ. 33.

[11]. Τὸ ὀξύθυμο καὶ ἀπρόβλεπτο τοῦ χαρακτῆρα τοῦ Καραϊσκάκη βεβαιώνει καὶ ὁ Κασομούλης μετὰ τὴν πρώτη συνάντησή τους, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1822, στὴν Καστανιὰ τῶν Ἀγράφων, χωρὶς ὅμως νὰ παραλείψει νὰ περιγράψει καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἀγραφιώτη ἀρχιστρατήγου τοῦ Ἀγώνα:

«Ἡ δραστηριότης του, τὸ ὀξύθυμον, τὸ ἀστεῖον του, τὸ προβλεπτικόν του καὶ τὸ παρρησιακὸν εἰς τὸ νὰ δίδῃ  ἀπολογίας εἰς τὰς ἀναφορὰς τόσον τῶν στρατιωτῶν καθὼς καὶ τῶν ἐπαρχιωτῶν, ἔδειχναν τὸν μέγαν ἄνδρα, ὅστις <μίαν ἡμέραν> ἔπρεπεν νὰ φανῇ, καθὼς ἐφάνη» (Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, τ. Α΄, σ. 251· πρβλ. Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης , «Ὁ Νικόλαος Κασομούλης στὰ Ἄγραφα τὸ 1822», Ἁλιάκμονος ῥοῦς 5 (2021) 178.

[12] . Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, τ. Α΄, σ. 310-311.

[13]. Ὁ Γ. Βλαχογιάννης σὲ σημείωσή του στὰ Ἐνθυμήματα Στρατιωτικὰ μεταφέρει τὴ θέση καὶ τὴ γνώμη τοῦ Φραγκίστα γιὰ τὸν Καραϊσκάκη καὶ τὶς ἐνέργειές του:  «Ὁ Φραγκίστας μιλεῖ πικρὰ γιὰ τὴν προσβολὴ ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ Καραϊσκάκης. Μένει ὅμως ἡ ἀπορία πῶς τὸν "ἔβαλε ἀρέστο". Τἄχα ἀπομάκρυνε τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ στρατόπεδο; Μένει ἀκόμη καὶ ἡ δυσάρεστη ἐντύπωση ἀπὸ τὸν Φραγκίστα, ποὺ καταδεχόταν, πίσω ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκη, νὰ κάνῃ τὰ παράπονά του σ’ ἄλλον Καπετάνιο καὶ νὰ βρίζῃ τὸ δικό του. Αὐτὸ θὰ πῇ πὼς δὲν μπόρεσε νὰ σταθῇ μπροστὰ στὸ δικό του, γιατὶ καταλάβαινε ὁ ἴδιος τὸ βαρὺ λάθος του. Ὁ Φραγκίστας ρίχνει ἀκόμα  κι’ ἕνα ὑπαινιγμό, πὼς ξέρει γιατὶ ὁ Καραϊσκάκης ἔκαμε συνθῆκες. Ἡ πιὸ βαρειὰ ὑποψία,ποὺ μπορεῖ νὰ βάλῃ κανεὶς μὲ τὸ νοῦ του, εἶναι αὐτή· ὁ Καραϊσκάκης ἤξερε καλὰ πὼς ὁ πόλεμος στὸ τέλος δὲ θὰ τελείωνε καλά [...] Λοιπόν, ἐκστρατεία μεγάλη καὶ συστηματική, ποὺ νὰ κρατήσῃ  μῆνες ἦταν ἀδύνατο νὰ γίνει, καὶ ὁ Καραϊσκάκης ἤξερε καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους πὼς θὰ ἀκολουθοῦσε ἡ καταστροφὴ τῶν Ἀγράφων. Ὅμως κι αὐτὴ δὲν ἄργησε ν’ ἀκολουθήσῃ..». (Ἐνθυμήματα Στρατιωτικά, τ. Α΄, σ. 311, σημ. 2).

[14] Ἐνθυμήματα Στρατιωτικά,τ. Α΄, σ.  312.

[15]. Ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης, σὲ σχόλιό του στὰ  Ἐνθυμήματα Στρατιωτικά, δηλώνει ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν Ἀναγνώστη Ζωρογιαννίδη, ἕναν ἐκ τῶν δύο πληρεξουσίων τῶν Ἀγράφων στὴ Συνέλευση τοῦ Ἄστρους (Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, τ. Α΄, σ. 312, σημ. 2). Ὁ ἕτερος τῶν πληρεξουσίων τῶν Ἀγράφων, ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος Ζῶτος, ὁ προεστὸς τῆς Φουρνᾶς μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Φλώρινα τῆς Δυτ. Μακεδονίας (Ἀνδρέας Ζ. Μάμουκας, Τὰ κατὰ τὴν Ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι συλλογὴ τῶν περὶ τὴν Ἀναγεννωμένην Ἑλλάδα συνταχθέντων Πολιτευμάτων, νόμων καὶ ἄλλων ἐπισήμων πράξεων, ἀπὸ τὸ 1821 μέχρι τέλους τοῦ 1823, Πειραιὰς 1839, τ. Α΄, σ. 155). Βέβαια ὁ Ἀναγνώστης Ζωρογιαννίδης (ἢ Ζωρογιαννόπουλος) φέρεται νὰ γεννήθηκε περὶ τὸ 1797 στὸ Νεοχώρι Κοστριάδος τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, καὶ ὄχι στὸ Κεράσσοβο τῶν Ἀγράφων. Ἐπίσης, ἔλαβε μέρος καὶ στὴν Ἐθνικὴ Συνέλευση τοῦ 1843-44, ἀπὸ τὶς ἐργασίες τῆς ὁποίας σώζεται προσωπογραφία του φιλοτεχνημένη ἀπὸ τὸν Βέλγο διπλωμάτη Benjamin Mary (Ἡ Ἱστορία ἔχει πρόσωπο. Μορφὲς τοῦ 1821 στὴν Ἑλλάδα τοῦ Ὄθωνα ἀπὸ τὸν βέλγο διπλωμάτη  Βenjamin Mary, Ἐθνικὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο, Ἀθήνα 2020, σ.183, 286. Πιθανῶς, ὁ Βλαχογιάννης δὲν εἶχε σωστὴ ἐνημέρωση γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ ταμία τοῦ Καραϊσκάκη ἤ, ἐνδεχομένως, ὁ Ἀναγνώστης Ζωρογιαννίδης εἶχε ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Κεράσσοβο, τὸ Μέγα Κεράσσοβο τῶν Ἀγράφων.

[16]. Βλ. Χαράλαμπος Λαλούσης, «Ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς τὴν περίοδο τοῦ πρώτου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος», Στρατιωτικὴ Ἐπιθεώρηση 2 (2000) 31-41.

[17].  Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, τ. Γ΄, σ. 26

[18]. Πάλι σὲ σημείωση-σχόλιο τοῦ Γ. Βλαχογιάννη στὴν ἔκδοση τῶν Ἐνθυμημάτων  τοῦ Κασομούλη, ἀναφέρεται ὁ Γιάννης Φραγκίστας ὡς ἐτῶν 40 (Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, τ. Β΄, σ. 27, σημ. 2). Προφανῶς, ‒ἄγνωστο γιὰ ποιὸν λόγο‒  εἶναι αὐθαίρετη ἐκτἰμηση. Τὸ 1828 ὁ Ἀγραφιώτης ὁπλαρχηγὸς ἦταν 64 ἐτῶν, καθὼς εἶχε γεννηθεῖ τὸ 1764 στὴν Ἀνατολικὴ Φραγκίστα τῶν Ἀγράφων  (Νάτσιος, «Πότε γεννήθηκε καὶ πότε ἀπεβίωσε ὁ Γιάννης Φραγκίστας. Μιὰ ἄγνωστη καὶ ἀνέκδοτη νεκρολογία του, σ. 21). Στὴν νεκρολογία, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρεται πώς: «Ὁ θάνατός σου δὲν ἄφησεν λύπην, Φραγκίστα! Ἀπέθανες πλήρης ἡμερῶν, ἀπέθανες 97 ὅλα ἔτη, ἐνδόξως βιώσας». Ἡ ἡλικία τοῦ Κασομούλη, ὡς 29 ἐτῶν, εἶναι περισσότερο κοντὰ στὴν πραγματικότητα καθὼς φέρεται γεννηθεὶς στὴν Κοζάνη περὶ τὸ 1795.

[19]. Ὁ Ἰωάννης Φραγκίστας, «Τὸ 1824 ἔφερνε τὸν βαθμὸ τοῦ "χιλιάρχου" (ἔγγραφο τῶν Μπουλουκτζήδων τῆς περιοχῆς τῶν Ἀγράφων μὲ ἡμερομηνία 30. 10. 1824)· βλ. Κώστας Ι, Ζήσης, Ἀγραφιῶτες καὶ Καρπενησιῶτες ἀγωνιστὲς στὴ ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἐκδ, Στεφ. Βασιλόπουλος, Ἀθήνα 1983, σ. 374.

[20]. Κασομούλης, Ἐνθυμήματα, τ. Α΄, σ. νϚ.

[21]. Σφραγίδες Ἐλευθερίας 1821-1832, ἔγραφο  19.

[22].  Ζήσης,  Ἀγραφιῶτες καὶ Καρπενησιῶτες Ἀγωνιστές, σ. 374.

[23]. Δημήτριος Νάτσιος, «Πότε γεννήθηκε καὶ πότε ἀπεβίωσε ὁ Γιάννης Φραγκίστας (Μία ἄγνωστη καὶ ἀνέκδοτη νεκρολογία του)», Εὐρυτανικὰ Χρονικὰ 32 (2009) 20-21, ὅπου δημοσιεύεται αὐτούσια ἡ νεκρολογία ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα Φωνὴ τῶν Μεθορίων, φ.65 / Λαμία 1.4.1861 στὴν ὁποία  μεταξὺ ἄλλων γράφεται πώς: «Ἡ πατρὶς σὲ ἀντάμειψεν ἂν καὶ οὐχὶ τόσον γενναίως μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου καὶ δύο παράσημα τὸ τοῦ Ἀγῶνος καὶ τὸ τοῦ Σωτῆρος ἐκόσμουν τὸ πλήρως γενναιότητος στῆθος σου».

[24]. Νικόλαος Κ. Κασομούλης, Ἡμερολόγιον, ἐπιμ. εἰσαγωγὴ-σχόλια Ἐμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, ἐκδ. Ε. Γ. Βαγιονάκη, Ἀθῆναι 1968, σ. 60.

    [25].  Ἐπαμεινώνδας Ι. Φραγκίστας, Σκηνογραφήματα τῆς Ἀρχαίας, Μέσης καὶ  Νέας Ἑλληνικῆς Ἱστορίας καὶ βίοι ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ἐκδοσις 2α , Ἀθήνα 1890, σ. 95.

[26]. Τὸν στίχο αὐτὸν τοῦ  ἄγνωστου ποιητῆ χρησιμοποεῖ καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὴν νεκρολογία του γιὰ τὴν Μαρίκα Φραγκίστα, στὴν ἐφημ. Ἐμπρὸςστὶς 24 Φεβ. 1907. Ἡ Μαρίκα Φραγκίστα  ἦταν ἀπόγονος τοῦ Γιάννη Φραγκίστα καὶ συγγενὴς τοῦ Παπαδιαμάντη, πέθανε δὲ στὴν Ἀθήνα στὶς 3 Ἰαν.1907· βλ.   Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, « "...καὶ μὲ τρέμοντα χείλη...". Ἀθησαύριστον Ἀλέξάνδρου Παπαδιαμάντη»,  Ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 730/9.6.2017, σ. 11.                                                                        

                                                                                 Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Σημ. 1: Eὐχαριστίες πολλὲς στὸν ζωγράφο Κώστα Ντιό, γιὰ τὸν ζωγραφικὸ πίνακα μὲ τὴν μορφὴ τοῦ Γ. Φραγκίστα, ποὺ φιλοτέχνησε εἰδικὰ γιὰ τὴ δημοσίευσή μας, καθὼς καὶ τὸν Ἀντώνη Ν. Παπαβασιλείου γιὰ τὴν ἀβραμιαία ἐντυποφιλοξενία του.

Σημ. 2: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ.963/25.3.2022.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ (1792-1906)

 Ἡ Καθημερινή, 31.12.2021, σ. 6.

Ὁ «παπποῦς ὅλων τῶν Ἑλλήνων» καὶ οἱ φιλέλληνες.

[Στὴν ἐφημερίδα Ἡ Καθημερινὴ στὸ φύλλο τῆς Κυριακῆς, 31 Δεκεμβρίου 2021, στὴ σελίδα 6, στὴ στήλη «Ὑποθέσεις», δημοσιεύεται χρονογράφημα, ἐπίκαιρη λόγῳ τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἐπιφυλλίδα τοῦ Παντελῆ Μπουκάλα, μὲ τίτλο "Ὁ «παπποῦς ὅλων τῶν Ἑλλήνων» καὶ οἱ φιλέλληνες", τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὸν ἰατρὸ-ἀγωνιστὴ τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21 Ἀπόστολο Μαυρογένη, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη ὑπέργηρος, σὲ ἡλικία 114 ἐτῶν, στὶς 7 Νοεμβρίου 1906, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖο δύο χρόνια νωρίτερα, στὰ 1904,  εἶχε λάβει συνέντευξη, στὴν οἰκία του στὴν ὁδὸ Μεθώνης 10 στὴν Ἀθήνα, "ὁ δικός μας", ὁ Καρπενησιώτης λόγιος καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων. Τὸ ἱστολόγιο μας, μαζὶ μὲ τὶς εὐχαριστίες μας γιὰ τὸ ἄρθρο του, ἐπαναδημοσιεύει τὸ χρονογράφημα αὐτὸ τοῦ  Αἰτωλοακαρνάνα ποιητῆ, μεταφραστῆ, δημοσιογράφου, συγγραφέα Παντελῆ Μπουκάλα].

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Κατὰ τὸ ἐπετειακὸ 2021 ἐκδόθηκαν δεκάδες βιβλία γιὰ μορφὲς ἢ πτυχὲς τοῦ Ἀγῶνα. Ἐμποδισμένη ἡ γιορτή, λειτούργησε ὅμως παραινετικά. Πρὶν μιλήσω ἐν συντομίᾳ γιὰ τρία βιβλία, κρίνω ὠφέλιμη, ἂν ὄχι  ὀφειλόμενη, τὴν ἀναφορὰ σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους Ἕλληνες ποὺ ἔζησαν σὲ τρεῖς συναπτοὺς αἰῶνες: τὸν Ἀπόστολο Μαυρογένη, ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ κλαδιὰ τῆς οἰκογένειας τῶν Παριανῶν Μαυρογένηδων, γνωστότερο μέλος τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἡ Μαντώ.

Φόρος τιμῆς στὸν Πάουελ Κλέε,
ἔργο τοῦ Sean Scully.

Ξέρουμε πότε πέθανε ὁ Ἀπόστολος: τὸ 1906, στὴν Ἀθήνα. Ἡ χρονολογία τῆς γέννησής του ὅμως δὲν ἔχει ἐξακριβωθεῖ: τὸ 1797 ἢ τὸ 1792. Πέθανε δηλαδὴ ἢ 109 ἐτῶν ἢ 114. Γνωρίζουμε πάντως τὸ κύριο: Ἡ Ἐπανάσταση τὸν βρῆκε στὴν Ἰταλία, μὲ ὁλοκληρωμένες τὶς ἰατρικὲς σπουδές. Ὀργάνωσε μὲ δικά του ἔξοδα ἕνα σῶμα ἐθελοντῶν, Ἑλλήνων καὶ Ἰταλῶν, καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα,  ὅπου  ἔλαβε μέρος σὲ πολλὲς μάχες, «ἀποσπάσας τὰς ἐγγράφους εὐχαριστίας πολλῶν καπεταναίων». Μὲ τὴ σύσταση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἔθεσε τὶς βάσεις τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος,

Ἕνα ἐξαιρετικὰ ἐμπεριστατωμένο μνημόσυνο τοῦ ἀγωνιστῆ Ἀπόστολου Μαυρογένη δημοσίευσε ὁ Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης στὰ «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας» τῶν Γρεβενῶν, σὲ τρία φύλλα τοῦ περασμένου Νοεμβρίου. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀντλῶ λίγα ἀπὸ τὰ πολλὰ στοιχεῖα ποὺ ἐντόπισε ὁ ἐρευνητικὸς μόχθος σὲ ἀρχειακὲς πηγές, ἀνάμεσά τους οἱ ἐπίμονες ἀναφορὲς τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ἰδοὺ ἕνα περιστατικὸ ἱστορημένο ἀπὸ τὸν Καρπενησιώτη λογοτέχνη στὴν ἐφημερίδα «Σκρίπ» (12.1.1904): «Ὁ γηραιὸς ἀγωνιστὴς δὲν θέλει νὰ ἔχῃ τὴν δόξαν ἀκινήτου προσκυνηταρίου. Ἀπεναντίας κινεῖται ὅσον ἠμπορεῖ, φραγκοφορεμένος ὡς ἡμεῖς, ἄνθρωπος τῆς τύρβης καὶ τοῦ κόσμου, ἀναβαίνων συχνὰ εἰς τὸ τράμ - φαντασθῆτε, ἄνθρωπος τοῦ ’21 εἰς τὸ τρὰμ τῶν Ἀθηνῶν! Κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐπῆγεν εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐψήφισε, μόνος του, χωρὶς συνοδόν. Εἰς τὴν θύραν μάλιστα τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος κάποιος Ρωμηὸς ψηφοφόρος, ἀγνοῶν μὲ ποῖον ψηφίζει μαζί, τὸν ἔσπρωξε μὲ τοὺς ἀγκῶνας φωνάζων:

—Ὤχ ἀδελφέ, γέρο, μᾶς ἐσκότισες!

—Ἄιντε νὰ χαθῇς ἀπὸ κεῖ, ἐφώναξε κάποιος κύριος ἀναγνωρίσας τὸν Μαυρογένην. Αὐτὸς ὁ γέρος σοῦ ἔδωσε τὸ σφαιρίδιον ποὺ κρατεῖς, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὸν ὁποῖον αὔριον θὰ πάρῃς μισθόν». 

Ἕνας ἐπωνύμως ἀνώνυμος λοιπὸν ὁ Ἀπόστολος Μαυρογένης, ὁ «παπποῦς ὅλων τῶν Ἑλλήνων» ὅπως τὸν ἀποκάλεσαν. Ἀπολύτως ἀνώνυμοι πολέμησαν γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων οἱ περισσότεροι φιλέλληνες, ἐνῶ ὁρισμένοι ἀπ’ ὅσους δοξάστηκαν μεταθανάτια  δὲν ἐμφοροῦνταν ἀπὸ τὰ ἁγνότερα τῶν αἰσθημάτων. Σὲ ἕναν λαμπρὸ ἑλληνιστή,ἑλληνιστὴ καὶ φιλέλληνα τῶν ἡμερῶν μας, τὸν Γερμανὸ ἱστορικὸ  Γκούνναρ Χέρινγκ (1934-1994), ὀφείλουμε μιὰ πυκνὴ μελέτη τοῦ φαινομένου του φιλελληνισμοῦ. Στὸ βιβλίο του «Ὁ ἀγῶνας τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν ἀνεξαρτησία καὶ ὁ φιλελληνισμός» (μετάφραση Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης, Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης, 2021), τὴν «κατακλεῖδα τῆς ἐπιστημονικῆς συνεισφορᾶς του», ὅπως τὴ χαρακτηρίζει ὁ μεταφραστής, δὲν μένει ἀδιερεύνητη καμία πλευρὰ τοῦ θέματος. Ἀφοῦ θυμίσει τὸ νόημα τοῦ ὅρου «φιλελληνισμός» στὸν Ἡρόδοτο, τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἰσοκράτη, ὁ Χέρινγκ ἀποδεικνύει, μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ κομίζει, ὅτι «ἡ Ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων ἐναντίον τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας προκάλεσε στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἕνα κῦμα συμπάθειας ποὺ ἀνάλογό του δὲν ἐκδηλώθηκε πρὸς κανέναν ἄλλο εὐρωπαϊκὸ λαὸ κατὰ τὴν προσπάθεια ἐθνικῆς κρατικῆς χειραφέτησης».

Ὁ συγγραφέας διερευνᾷ τὸ «πόθεν» αὐτῶν τῶν αἰσθημάτων σὲ κάθε χώρα καὶ κοινωνικὴ κατηγορία, ἐλέγχει τὴν αὐθεντικότητά τους καί, μὲ αὐστηρότητα ποὺ ριζώνει ἀκόμα καὶ στὴ στατιστική, διαμορφώνει τὸν χάρτη τους. Σκόρπιες ψηφῖδες: «Ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βρετανίας ὁ Τζὼρτζ Κάννινγκ ἀναγνώρισε μὲν τὸν Μάρτιο τοῦ 1823 τοὺς Ἕλληνες ὡς ἐμπολέμους καὶ ἀποστασιοποιήθηκε ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμό τους ὡς στασιαστῶν ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ κοινοβούλια· ἐπίσης συνέθεσε ποιήματα γιὰ τὰ πάθη τῶν Ἑλλήνων. Μολαταῦτα, ὁ χαρακτηρισμός του ὡς φιλέλληνα εἶναι ἐντελῶς προβληματικός», ἀφοῦ ἀποσκοποῦσε στὸ «νὰ διασφαλίσει στὰ μακροπρόθεσμα βρετανικὰ συμφέροντα ἕνα κατὰ τὸ δυνατὸν εὐρύτερο πεδίο κινήσεων».

Στὴ Γερμανία, «περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μισοὺς μεταξὺ ὅλων τῶν ταυτοποιημένων συγγραφέων φιλελληνικῶν κειμένων ἦταν δημόσιοι λειτουργοί: 55% τῶν φιλελλήνων ποιητῶν, 50% τῶν μυθιστοριογράφων, 75% τῶν συντακτῶν πραγματειῶν καὶ 80% τῶν δραματουργῶν». «Τὰ κορυφαῖα στελέχη τοῦ βρετανικοῦ φιλελληνισμοῦ  [...] ἦταν ὅλοι ὑψηλοῦ κύρους τὰ πρῶτα 26 μέλη ἦταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μέλη τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὅμως οἱ περισσότεροί τους ἀνῆκαν σὲ κάποια ἐθνικὴ ἢ θρησκευτικὴ μειονότητα. Μετὰ δυσκολίας βρίσκει κανεὶς Ἀγγλους μεταξύ τους· ὑπερεκπροσωποῦνταν οἱ Σκωτσέζοι, ἀκολουθοῦσαν οἱ Ἰρλανδοί· ἐπιπλέον ἐδῶ συγκεντρώνονταν θρησκευτικῶς διαφωνοῦντες ὅλων τῶν ἀποχρώσεων»: βαπτιστές, οὐνῖτες, πρεσβυτεριανοί, μεθοδιστές, ἐλευθερόφρονες, καὶ ἄθεοι. «Στὸ πολιορκημένο Μεσολόγγι μιὰ Ἰταλίδα ὀργάνωσε τὴν τροφοδοσία  τῶν μαχητῶν· μιὰ Ἱσπανίδα ἦρθε στὴν Ἑλλάδα καὶ κατατάχθηκε στὸν στρατὸ μεταμφιεσμένη σὲ ἄνδρα».

Ἐνας ἄλλος σύγχρονος ἑλληνιστὴς καὶ φιλέλληνας, ὁ Ἄγγλος Ρόντρικ Μπῆτον, στὸ βιβλίο «Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ ἡ παγκόσμια σημασία της» (μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου, Αἰώρα, 2021), ἐντάσσει τὸν Ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῆς «ἐποχῆς τῶν ἐπαναστάσεων» ποὺ ἄρχισε μὲ τὴν Ἀμερικανικὴ Ἐπανάσταση καὶ συνεχίστηκε μὲ τὴ Γαλλική. Ὁ συγγραφέας ἐλέγχει τὴ «μεγάλη ἀμηχανία τῶν ἀγγλόφωνων ἱστορικῶν τοῦ ἐθνικισμοῦ καὶ τῶν ἐθνικῶν κινημάτων ὅταν πραγματεύονται τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση», καθὼς καὶ τὸν «ἐξαιρετισμὸ» ποὺ καθορίζει τὰ γραπτὰ ὅσων Ἑλλήνων ἀποκόπτουν τὸ 1821 «ἀπὸ τὰ γεγονότα καὶ τίς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν τὴ ἴδια ἐποχὴ σὲ πολλὰ ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου».

Γιὰ τὸ Μπῆτον οἱ ὅροι «ἀναβίωση», «ἀναγέννηση» ἢ «παλιγγενεσία» δὲν ἐπαληθεύονται ἱστορικά. Διαυγὴς ἡ θέση του: «Στὶς τρεῖς καὶ πλέον χιλιετίες καταγεγραμμένης ἑλληνικῆς ἱστορίας οὐδέποτε προϋπῆρξε κάτι ποὺ νὰ μοιάζει μὲ τὸ ἑλληνικὸ ἐθνικὸ κράτος ὅπως τὸ γνωρίζουμε σήμερα καὶ ὅπως προέκυψε ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Οἱ ἀρχαῖοι Ἑλληνες, μὲ τὴν ἐμμονή τους γιὰ τίς "αὐτόνομες", μικρὲς συνήθως, πόλεις-κράτη, δὲν κατάφεραν ποτὲ νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἅλμα. Τὸ βυζαντινὸ κράτος ποτὲ δὲν ἐπέλεξε νὰ αὐτοχαρακτηριστεῖ "Ἑλλὰς" ἢ νὰ ἀποκαλέσει τοὺς κατοίκους του "Ἕλληνες"». Ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀναγνώστης θὰ βρεῖ ἀναλυτικότερα στοιχεῖα στὸ ἔργο τοῦ Μπῆτον «Ἑλλάδα - Βιογραφία ἑνὸς σύγχρονου ἔθνους» (μετάφραση Μενέλαος Ἀστερίου, Πατάκης, 2019).

Σὲ ἕναν ἄλλον ἑλληνιστὴ καὶ φιλέλληνα, τὸν Αὐστριακὸ Βάλτερ Ποῦχνερ, ὀφείλουμε τὴν ἐκτενέστατη πραγματεία «Τὸ 1821 καὶ τὸ θέατρο: Ἀπὸ τὴ μυθοποίηση στὴν ἀπομυθοποίηση» (Ἐκδόσεις Ὅταν, 2020). Τὸ ἔργο, καρπὸς πολύχρονων ἐρευνῶν σὲ βιβλιοθῆκες καὶ ἀρχεῖα, ἱστορεῖ τὴν ἐμπλοκὴ τοῦ θεάτρου στὴν προπαρασκευὴ τοῦ Ἀγῶνα καὶ διερευνᾷ τὴν τύχη τῶν πρωταγωνιστῶν του στὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴν εὐρωπαϊκὴ σκηνή. Μιὰ συναρπαστικὴ ξενάγηση στὰ πατριωτικὰ δράματα, τὶς ποιητικὲς τραγωδίες, ἀκόμα καὶ στὸν Καραγκιόζη.


Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ, 4 ΜΑΡΤΙΟΥ 1851. ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 


Ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος γιὰ τὴ «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη

Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης.
Σκίτσο Ε. Ἰωαννίδη.
Παναθήναια 21, 248 (31.1.1911) 210.
 

Σὰν σήμερα, στὶς 4 μαρτίου 1851,
«Κυριακὴ Β΄τῶν νηστειῶν καὶ ἑορτὴν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» κατὰ τὸν ἱερέα τῆς Σκιάθου π. Γεώργιο Ρήγα, γεννιέται στὴ Σκιάθο ἡ ὑψηλότερη κορυφὴ τοῦ Παρνασσοῦ  τῶν λογοτεχνῶν μας, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ἂν ὄχι τὸ πλέον ἐμβληματικό, τοὐλάχιστον τὸ πιὸ γνωστὸ καὶ ἀναγνωρίσιμο ἀπὸ τὰ λογοτεχνικὰ  ἔργα του εἶναι τὸ ἐκτενὲς διήγημά του, ἡ νουβέλα του «Ἡ Φόνισσα». Ἡ τραγικὴ μορφὴ τῆς Φραγκογιαννοῦς, τῆς γραίας Χαδούλας καὶ τῶν θυμάτων της, ἔχει ἐμπνεύσει ὅλες τὶς μορφὲς τῆς Τέχνης (λογοτεχνία, κινηματογράφος, θέατρο, μουσικὴ,  εἰκαστικὲς τέχνες). Ἀκόμη, ἔχει ἀπασχολήσει ἐρευνητικά, κατὰ καιρούς, καὶ ἄλλες ἐπιστῆμες ὅπως τὴν Κοινωνιολογία,τὴν Ἰατρική, τὴν Ψυχολογία, τὴν Νομική. Ὅλα αὐτὰ καταδεινύουν τὴ γοητεία καὶ τὴ διαχρονία τοῦ ἔργου καὶ τοῦ συγγραφέα του.
Γρηγόριος Ξενόπουλος. 
Χαρακτικὸ (1999)
Ἄριας Κομνηνοῦ.
Ζάκυνθος, Μουσεῖο
Γρηγορίου Ξενοπούλου.

 Τὸ μεγάλο αὐτὸ διήγημα δημοσιεύτηκε  στὸ περιοδικὸ Παναθήναια, τόμος Ε΄ καὶ Στ΄, μὲ τὸν τίτλο «Ἡ Φόνισσα» καὶ ὑπότιτλο «Κοινωνικὸν μυθιστόρημα», τὸ ἑξάμηνο ἀπὸ τὶς 15 Ἰαν. 1903 ἕως 15 Ἰουν. τοῦ ἰδίου ἔτους.

Ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἂν ὄχι ὁ πρῶτος, ἐκ τῶν ὁμοτέχνων τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ εἶδε τὴν ἀξία καὶ τὶς σπάνιες ἀρετὲς τοῦ διηγήματος ἦταν ὁ γνωστὸς μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος, κριτικός, θεατρικὸς συγγραφέας Γρηγόριος Ξενόπουλος (Κωνσταντινούπολις 1867 - Ἀθήνα 1951), ὁ ὁποῖος σὲ ὅλη σχεδὸν τὴ διάρκεια τῆς διαδρομῆς του στὰ Γράμματα ἔχει ἀσχοληθεῖ ἀρκετὲς φορὲς μὲ τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη (Βλ. περισσότερα καὶ ἀναλυτικά, στὸ Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, Τὸ σχοίνισμα τῆς γραφῆς «Ὁ Ξενόπουλος κριτικὸς τοῦ Παπαδιαμαντη», ἐκδ. Gutenberg,  Ἀθήνα 2014,σ. 83-118).

Ἐφ. Ἀθῆναι, 1.1.1904, σ. 2.

Στὸ πρωτοχρονιάτικο φύλλο τῆς ἐφημ. Ἀθῆναι τοῦ 1904, ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος δημοσιεύει μιὰ κριτικὴ φιλολογικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ παρουσίαση τοῦ παρελθόντος ἔτους 1903, μὲ τίτλο «Τὸ φιλολογικὸν 1903» ὅπου, μεταξὺ ἄλλων, ἐκφράζει τὴν ἐκτίμηση καὶ τὸν θαυμασμό του γιὰ τὸ πνευματικὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐνῷ ἀναφερόμενος στὴ δημοσίευση τοῦ κοινωνικοῦ καὶ ψυχολογικοῦ διηγήματό ς του «Ἡ Φόνισσα» τὸ χαρακτηρίζει ὡς:

«ἀριστούργημα ... τὸ κάλλιστον τοῦ γονιμωτάτου συγγραφέως, καὶ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, τὸ ὡραιότερον μυθιστόρημα τῆς φιλολογίας μας»

Καὶ πώς:

«μόνον διὰ τὴν «Φόνισσαν» τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ συγχωρηθοῦν ποτὲ εἰς τὸ φιλολογικὸν 1903 καὶ αἱ γλωσσικαὶ συζητήσεις καὶ τὸ χυθὲν εἰς τὴν "Ὀρέστειαν" αἷμα»

Ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος τονίζει μὲ ἔμφαση ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι πνευματικὴ προσωπικότητα τῶν ἔργων καὶ ὄχι τῶν λόγων, δημιουργὸς ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ τὶς λογοτεχνικὲς καὶ γλωσσικὲς ἔριδες καὶ τὰ σκάνδαλα τῆς ἐποχῆς:

«ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑ

ΤΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ 1903

... κατὰ τὴν παλαιάν μας συνήθειαν, ἐπεράσαμεν τὸ φιλολογικὸν καὶ καλλιτεχνικόν μας ἔτος μᾶλλον μὲ  λ ό γ ι α  παρὰ μὲ  ἔ ρ γ α. Δὲν ἔλειψαν οὔτε φέτος αἱ αἰώνιαι γλωσσικαὶ συζητήσεις, ἐσχάτως μάλιστα μὲ ὀξυτατον χαρακτῆρα ἀτελεύτηται θεωρίαι περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ γράφωμεν καθὼς καὶ αἱ ἀγαθαγγελικαὶ προφητεῖαι περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσίου-ποιητοῦ καὶ τοῦ Μεσσίου-πεζογράφου, οἱ ὁποῖοι θὰ λύσουν ἐπιτέλους τὸ ζήτημα... Ὀλίγοι ὅμως ἔκριναν φρονιμώτερον νὰ θέσουν τὰς θεωρίας αὐτάς καὶ εἰς πρᾶξιν, ἢ μᾶλλον νὰ γράψουν ἀνεξαρτήτως τῶν θεωριῶν, ἐλεύθεροι, ὅπως σκέπτονται, ὅπως ἐμπνέονται, ὅπως αἰσθάνονται τὴν γλῶσσαν, ἔργα παρουσιάζοντες αὐτοὶ καὶ ἀδιαφοροῦντες τελείως ἂν οἱ Μιστριῶται θὰ τοὺς εἰποῦν μαλλιαρούς, ἢ ἂν οἱ Νουμάδες θὰ τοὺς εἰποῦν κουρεμένους,.

Μεταξὺ τῶν ὀλίγων,τῶν ὀλιγίστων αὐτῶν, εἶναι καὶ ὁ   Ἀ λ έ ξ α ν δ ρ ος   Π α π α δ ι α μ ά ν τ η ς, ὁ θαυμάσιος διηγηματογράφος,ὁ ὁποῖος ἀμέτοχος ὅλων τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἐρίδων, δὲν παύει νὰ συγγράφῃ ἀριστουργήματα, ὅπως ἡ «Φόνισσα» τὸ κοινωνικὸν καὶ ψυχολογικὸν μυθιστόρημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε ἐφέτος διὰ τῶν "Παναθηναίων". Εἶναι τὸ σημαντικώτερον ἔργον τῆς ἐφετινῆς παραγωγῆς, τὸ κάλλιστον τοῦ γονιμωτάτου συγγραφέως, καὶ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, τὸ ὡραιότερον μυθιστόρημα τῆς φιλολογίας μας.

Ἔπρεπε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἐκδοθῇ εἰς μίαν Ἑλλάδα ἡμιθανῆ πνευματικῶς ἀπὸ τὴν λύπην τοῦ Βυζαντινισμοῦ, διὰ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον ἔργον, τὸ ὁποῖον κάθε φιλολογίας ἠμποροῦσε νὰ εἶναι τὸ καύχημα! Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἔλθῃ καιρὸς ποὺ θὰ τὸν προσέχομεν καὶ αὐτόν, καὶ μόνον διὰ τὴν "Φόνισσαν" τοῦ Παπαδιαμάντη θὰ συγχωρηθοῦν ποτὲ εἰς τὸ φιλολογικὸν 1903 καὶ αἱ γλωσσικαὶ συζητήσεις καὶ τὸ χυθὲν εἰς τὴν "Ὀρέστειαν" αἷμα.

... Σκοπίμως ἐπέμεινα εἰς τὸν "Νουμᾶν". Τὸν θεωρῶ ὡς ἓν ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικώτερα σημεῖα τῆς φιλολογικῆς ἱστορίας τοῦ 1903. Τὴν συνοψίζει τόσον ὡραία!  ὑ π έ ρ  τῶν λόγων, κ α τ ὰ  τῶν ἔργων. Ὀλίγα ἔργα, πολλὰ λόγια. Συζητήσεις, θεωρίαι, ὕβρεις, συκοφαντίαι, σκάνδαλα, σχολαστικισμός, βυζαντινισμός, στενοκεφαλία, πρόληψις, ἐμπάθεια,τύφλωσις...» 


Ὁ Γρηγ.  Ξενόπουλος ἀντελήφθη ἐνωρὶς τὴν διαχρονικότητα καὶ τὴ σπουδαιότητα τῆς «Φόνισσας»  τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τὴν τοποθετεῖ στὴν κορυφὴ τῆς νεοελληνικῆς πνευματικῆς παραγωγῆς. Μάλιστα, στὴ γνωστὴ κύρια κριτικὴ μελέτη του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ποὺ δημοσιεύεται στὰ Παναθήναια στὶς 31 Ἰανουαρίου 1911, δηλώνει, μεταξὺ ἄλλων, γιὰ τὴ «Φόνισσα»: 

«[...] Αὐτὴ εἶναι ἡ «Φόνισσα», διαμάντι μοναδικὸν τῆς φιλολογίας μας ἔργον, ποὺ θὰ διαβάζεται πάντα μὲ θαυμασμὸν διὰ τὴν ἀλήθειαν τῆς ψυχολογίας του, διὰ τὴν ὑποβλητικότητα τῶν περιγραφῶν του, διὰ τὴν ποίησιν τοῦ συνόλου του καὶ διὰ τὴν γενικότητα τῆς συλλήψεώς του, ἡ ὁποία θὰ μένῃ ὡς κάτι ὡραῖον, καὶ ὅταν αἱ βιοτικαὶ περιστάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, θἀνήκουν εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθόν». [=Παναθήναια 21, 248 (31.1.1911) 216].

 Ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας πραγματεύτηκε μὲ μοναδικὸ τρόπο τὴν κατάσταση τῆς γυναίκας στὴν ἐποχή του, ὅταν βιώνει τὴν ἀπαξία ἀλλὰ καὶ τὴν βαναυσότητα λόγῳ τοῦ φύλου της. «Ἡ γυνὴ ὑπέφερε μεγάλως» τότε κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Ὅμως, ἡ παγκόσμια σημασία τῆς «Φόνισσας» εἶναι πὼς τὰ ζητήματα καὶ οἱ προβληματισμοὶ ποὺ θέτει καὶ ἡ προσέγγιση τοῦ συγγραφέα της σ’ αὐτά, τὰ καθιστᾶ  ἐπίκαιρα καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ θέση τῆς γυναίκας στὴν κοινωνία. Θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀληθινὰ παγκόσμιος ὁ Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης καὶ ὅτι γεννήθηκε γιὰ νὰ γράψει αὐτὸ τὸ κορυφαῖο ἔργο.

                              Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Σημ: πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας ,φ. 960/4.3.2022, σ. 15-16 .