Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

ΑΘΗΝΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1862

 Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) λίγες μέρες μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸ θρυλικὸ ταξίδι του στὸ Καρπενήσι στὴ διάρκεια τοῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1901, θυμᾶται μὲ νοσταγικὴ διάθεση τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1862 ‒ὅταν ἦταν μαθητὴς τοῦ Βαρβακείου‒ καὶ τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ τὶς παραδόσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ δὲν διατηροῦνται πλέον τώρα (1901) ποὺ ἀρθρογραφεῖ.

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης*

Παραμύθιον Χριστουγεννιάτικον, δυσκολομνημόνευτον. 

Πτωχὸν μαθητοῦδι τοῦ Βαρβακείου ἤμουν. 

Τὸ ἑορταστικὸ χρονογράφημα, ποὺ ἀναπτύσσεται καὶ καλλιεργεῖται συστηματικὰ στὸν Ἀθηναϊκὸ Τύπο στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. ἔχει ὡς θεράποντες πολλοὺς ἐγκύρους λογίους τῆς ἐποχῆς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929). Ὁ Σκιαθίτης αὐτὸς λόγιος καὶ δημοσιογράφος, ἐμφανίζεται ὡς ἐκ τῶν πρωτοπόρων τοῦ ταξιδιωτικοῦ χρονογραφήματος· ἑνὸς εἴδους ποὺ συνδυάζει τὸν σχολιασμό μὲ λογοτεχνικὴ περιγραφή τοῦ ἐπικαίρου καὶ τοῦ ἐφημέρου τῶν γεγονότων, μετὰ ἀπὸ ἐπισκέψεις σὲ διάφορους τόπους καὶ περιοχές. Μάλιστα, στὰ χρονογραφήματα αὐτὰ χρησιμοποιεῖ καὶ τὸ ἀνάλογο καὶ γνωστότερο ἐκ τῶν δημοσιογραφικῶν του ψευδωνύμων, «Ὁ Ταξειδιώτης», δηλωτικὸ τοῦ χαρακτῆρα καὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν τῶν δημοσιευμάτων.

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης.
Σχέδιο τοῦ Νίκου Κεφαλληνιάδη.

Στὸ φύλλο τῆς παραμονῆς τῶν  Χριστουγέννων τοῦ 1901 τῆς ἐφημερίδας Ἀκρόπολις τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης δημοσιεύει ὡς «Ὁ Ταξειδιώτης»  χρονογράφημά του, τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Ἀθηναϊκὰ Χριστούγεννα. Ἀπὸ τριάντα χρόνια». Πραγματεύεται τὶς ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἑορτάζονταν τὰ Χριστούγεννα στὴν Ἀθήνα τοῦ 1862, ὅταν μαθητὴς ὁ ἴδιος τοῦ Βαρβακείου διέμενε στοὺς Ἀέρηδες, στὴν Πλάκα κοντὰ στὸν ναὸ τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν:

Πτωχὸν μαθητοῦδι τοῦ Βαρβακείου ἤμουν καὶ εἶχα συμμαθητὰς μερικοὺς παρηκμακότας ἀπὸ τὴν ἐνθουσιώδη νεότητα τῶν ’62 ‒καλῶς κακῶς, δὲν γνωρίζω‒ ἐνθουσιασμένην ὅμως καλά... Εἰς τὸ δωμάτιόν μου τὸ ἐρημικόν, ἐκεῖ στοὺς Ἀέρηδες, ἠγρύπνουν πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναμένων τὴν εὐλογημένην ὥραν τῆς κωδωνοκρουσίας.

Αὐτὴ εἶναι μιὰ πρώτη μαρτυρία περὶ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποία ὁ Α.Μ. ἦλθε στὴν Ἀθήνα καὶ μαθήτευσε στὸ Βαρβάκειο. Στὸν αὐτοβιογραφικό του πρόλογο τοῦ πρώτου τόμου τῆς σειρᾶς τῶν ταξιδιωτικῶν του «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα» ἐμφανίζει ἑαυτὸν ὡς ἀπόφοιτο τοῦ Βαρβακείου στὰ 1872.

«Τὸ ἔτος 1872... ἐγὼ ἔφηβος, ἐπάνω εἰς τὶς χαρές μου, μετέβαινον μίαν ὡραίαν φθινοπωρινὴν πρωΐαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ὡσὰν ἕνας νικητής, κρατῶν ὑψηλά, ὡς σημαίαν, τὸ ἀπολυτήριόν μου ἐκ τοῦ Α΄ Γυμνασίου Ἀθηνῶν, τοῦ σημερινοῦ Βαρβακείου, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχαρίστησιν».

 Πρὸς ἔρευναν εἶναι ἂν ἡ μαθητεία του στὸ Βαρβάκειο διήρκεσε δέκα χρόνια, ἢ ἐνδεχομένως ὑπῆρξαν κάποια διαστήματα διακοπῆς τῆς μαθητείας του στὸ Α΄ Γυμνάσιον τῶν Ἀθηνῶν. 

Τοὺς Ἀέρηδες τῆς Πλάκας, τὸν ἀρχικὸ τόπο διαμονῆς του στὴν Ἀθήνα, ἀναφέρει ὁ Α.Μ. στὸ ἐκτενὲς διήγημά του «Τὸ τάξιμον» ὅπου δηλώνει ὅτι:

 

«Εἰς τὴν ὑψηλὴν καὶ περίοπτον αὐτὴν τοποθεσίαν, ἠγείρετο ἄλλοτε –πρὸ ἡμίσεος καὶ πλέον αἰῶνος– μέγα ἀρχοντόσπιτον, τοῦ κὺρ-Λάμπρου τὸ σπίτι, κραταιοῦ ἄρχοντος τοῦ τόπου, πολλάκις χρηματίσαντος ἐπὶ πρώτης βασιλείας βουλευτοῦ, καὶ δίς, νομίζω ὑπουργοῦ. Λιθόστρωτος κλιμακωτὴ ὁδός, ἔφερεν ἀπὸ τοὺς  Ἀέρηδες  κατ’ εὐθείαν εἰς τὴν αὔλειον τοῦ οἴκου του μὲ τὸ βαρὺ σιδηροῦν ρόπτρον της». 

Ἐπίσης, στὸ διήγημά του «Χριστούγεννα στὸν ὕπνο μου»  σημειώνει πὼς διέμενε κοντὰ στὸν ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν στοὺς Ἀέρηδες:

 

«Μοῦ ἐφάνη ὅτι δὲν ἔκαμα Χριστούγεννα ἐκεῖνο τὸ ἔτος... Κατὰ τὸ ἔθος, ἐκοιμήθην ἐνωρίς, τὴν παραμονήν, καὶ περὶ τὴν δευτέραν ὥραν, μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἐγερθείς, ἀνέμενα ν’ ἀκούσω τὸν κώδωνα οῦ γειτονικοῦ μου ναοῦ τῶν Ταξιαρχῶν, στοὺς Ἀέρηδες ‒ἕνα γλυκύτατον ἀργυρόηχον κώδωνα». 

Ὁ Α.Μ. μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀπογοήτευσή του ἀπὸ τὴν ἔκπτωση τῆς θρησκευτικῆς ἀλλὰ καὶ παραδοσιακῆς διάστασης τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων τῆς διαφθορᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου, ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ στὴν Ἀθήνα, στὸ ξεκίνημα τοῦ 20ου αἰ., ἀναπολεῖ  τὰ Χριστούγεννα παλαιοτέρων δεκαετιῶν. Ἀρχικὰ δηλώνει πὼς ἡ ταχύτητα μὲ τὴν ὁποία ἀλλάζει, κάθε χρονιά, ὁ ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ συνακόλουθη ἀπάλειψη τῶν παραδόσεων ποὺ τὸν συνοδέυουν, παρομοιάζεται μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ δέρματος τοῦ φιδιοῦ, τὸ ὁποῖο δέρμα μετὰ τὴν ἀπόρριψή του τὸ παρασύρει ὁ ἄνεμος καὶ βρίσκεται καταρρακωμένο καὶ τρυπημένο ἀπὸ τὰ ἀγκάθια καὶ τοὺς θάμνους:

 

Ἡ διήγησις δὲν εἶναι καὶ τόσον κομψή, γραφομένη ἔτσι στὸ φτερό, καὶ ὁμοιάζουσα πολὺ μὲ τὸ δέρμα τοῦ ὄφεως τὸ παλαιόν, τὸ φηκάρι του, ὅπως τὸ λέγει ὁ λαός, τὸ κείμενον ἐν μέσῳ θαμνώδους ἀποσκαφῆς, ἔξω στ’ ἀμπέλια τοῦ Γουδιοῦ ἢ ἐπάνω κανενὸς πετροσωροῦ, τεφρὸν καὶ τρυπημένον ἐδῶ κι ἐκεῖ, μὲ τὰς φολίδας του τὰς στιλπνὰς ξεβαφείσας, εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ βορρᾶ ἀφημένον.

Ἡ Ἀθήνα τοῦ 1862
μέσα ἀπὸ τὸν φακὸ
 τοῦ Jakob August Lorent
[https://antikleidi.com/2012/07/30/athens-1862]
.


Ἀναφέρεται στὸ ἑστιατόριο-ξενοδοχεῖο «Παντὸς Ἔθνους» ὅπου σιτιζόταν τότε καὶ σημειώνει πὼς ὁ κατάλογος τῶν φαγητῶν περιελάμβανε, ὅλο τὸ Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγένων, σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου νηστήσιμα λαδερὰ φαγητά. Μόνο γιὰ τοὺς ἀσθενεῖςὑπῆρχαν δυό-τρία μὴ νηστήσιμα:

Εἰς τὸ φιλάνθρωπον ξενοδοχεῖον «Παντὸς Ἔθνους» ὅλον τὸ Σαρανταήμερον ἡ λίστα ἀπετελεῖτο ἀπὸ λαδερὰ φαγητά  μὲ συγχωρεῖς, σύγχρονος νεολαία τὰ ὁποῖα διόλου δὲν ἔβλαψαν  οὔτε τὸν νοῦν μας τότε, οὔτε τὴν ὑγείαν μας. Κάτω-κάτω δὲ τῆς λίστας τῆς ἀφελοῦς ὑπῆρχον καὶ δύο-τρία κρεατινὰ φαγητά, κανένα βραστό, ἢ κανένα ψητὸ διὰ τοὺς ἀσθενεῖς

Στὴ σίτισή του στὸ «Παντὸς Ἔθνους» καὶ στὸν μπάρμπα-Ἀναστάση, τὸν διευθυντή του, ἀναφέρεται ὁ Α.Μ., καὶ μάλιστα ἐν ἐκτάσει, στὸν αὐτοβιογραφικό του πρόλογο στὸν Α΄τόμο τῶν ταξιδιωτικῶν του «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα»:

 

«Ἡ παρτίδα μου τότε ἄρχισε νὰ αὐξάνῃ ἐπικινδύνως εἰς τὸ φοιτητικὸν ξενοδοχεῖον τοῦ Καλαμιώτη "Παντὸς Ἔθνους" ἂν καὶ ἡ μερίδα τοῦ ψητοῦ, τοῦ πλέον ἀκριβοῦ φαγητοῦ, εἶχε 40 λεπτὰ μόνον... Ὁ ἀγαθὸς διευθυντής του, ὁ καλώτατος μπαρμπ’-Ἀναστάσης, ...εἶδεν ὅτι ἡ παρτίδα μου ἐξωγκώθη παρὰ πολύ, ὅπως συνήθως ἐξογκώνονται τὰ χρέη — μὲ ἔβλετε μὲ κάποιαν δυσφορίαν..... Μὲ ὅλα ὅμως αὐτὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ μοῦ παρέχῃ τὴν πίστωσιν. ...

   Καὶ μοῦ παρουσίαζεν ἕνα μακρὺ - μακρὺ ὡσάν σανίδα, ἕνα μαυρισμένον καὶ μουχλιασμένον κατάστιχον, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν ὑπῆρχαν γραμμένα τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν μακαρίων δαιτυμόνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ τρώγουν καὶ νὰ ... γράφουν. Καὶ ἦσαν ὅλοι σχεδὸν φοιτηταὶ τῶν διαφόρων Σχολῶν, ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ».

 

Ὅλο τὸ Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγέννων τὰ κρεοπωλεῖα εἶναι κλειστὰ καὶ μόνο στὴν Κεντρικὴ Ἀγορὰ μποροῦν ἀλλοεθνεῖς καὶ ἀλλόθρησκοι νὰ προμηθευτοῦν κρέατα. Τὰ νηστήσιμα φαγητὰ καὶ ἰδιαίτερα ἡ ἀγαπημένη του «φασουλάδα», ἦσαν νοστιμώτατα, ἐνῶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ποὺ ἀρθρογραφεῖ δύσκολα βρίσκει κανεὶς νηστήσιμα. Καὶ ἂν σὲ κάποια ἄσημα, ταπεινὰ μαγειρεῖα βρῆ σαρακοστιανὰ αὐτὰ εἶναι ἄνοστα, ἄγευστα καὶ κακομαγειρεμένα:

Τὰ κρεοπωλεῖα τῶν συνοικιῶν ὅλα ἔκλειον τότε καθ’ ὅλον τὸ Σαρανταήμερον... καὶ μόνον εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἀγορὰν ἐπωλοῦντο κρέατα διὰ τοὺς ξένους καὶ τοὺς ἀλλοθρήσκους. ...Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχω σήμερον μίαν φασουλάδα πεπασμένην μὲ τὴν εὐωδίαν ἐκείνην τῆς Ἑλληνικῆς ἁγνότητος τῶν περασμένων χρόνων,.. Σήμερον καὶ ἂν εὕρω, εἰς κανὲν ἀπόμακρον λαϊκὸν μαγειρεῖον ἢ εἰς κανὲν ὑπόγειον, κανένα λαδερὸ φαγητόν, σπανάκι μὲ ρύζι π. χ. θὰ εἶναι ἄγευστον καὶ ἄνοπτον.

Πάντως, τὴν πιὸ ξακουστὴ "φασουλάδα" εἶχε σίγουρα γευθεῖ ὁ Α.Μ. στὸ θρυλικὸ ταξίδι του στὸ μεγαλοπρεπές, ὅπως τὸ ἀποκαλεῖ,  Καρπενήσι, στὶς ἀρχὲς Δεκ. τοῦ 1901, στὸ χάνι τοῦ Φώτη Παπαρούπα τοῦ χωριοῦ Κάψη Τυμφρηστοῦ:

«Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ χωρίον Κάψι ὅου ἀνεπαύθημεν ἐπὶ μικρὸν εἰς τὸ πρῶτον εὑρεθὲν χάνι. Ὑπῆρχε θερμοτάτη φασουλάδα καὶ καλὸ κρασί».

Τὴν δὲ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων ὅλος ὁ κατάλογος τοῦ ἑστιατορίου ἦταν ἀποκλειστικὰ μὲ νηστήσιμα λαδερά, ἀκόμη δὲ καὶ ἀλάδωτα:

Ὅταν δὲ ἤρχετο τέλος ἡ περιπόθητη Παραμονή, ἀφῃροῦντο ἀπὸ τὴν λίσταν καὶ ἐκεῖνα τὰ δύο-τρία κρεατινὰ φαγητά, ὁποῦ ἦσαν διὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἦτο ἡ καϋμένη ὅλη ἀπάνω ἕως κάτω μέρος μὲν μὲ λαδερά, μέρος δὲ μὲ ἀλάδωτα.

[Σ.σ.: κάθε σύγκριση μὲ τὰ σημερινὰ λεγόμενα "ρεβεγιόν" καὶ τὸν περὶ αὐτῶν θόρυβο εἶναι περιττὴ καὶ μᾶλλον ἀνοίκεια].

Τόσον δὲ εἶχαν ἐπικρατήσει οἱ νεωτερισμοὶ καὶ οἱ ξενισμοὶ καταστρεπτικοὶ ἠθῶν καὶ ἐθίμων στὴν Ἀθήνα στὸ ξεκίνημα τοῦ 20ου αἰ. ὥστε, κατὰ τὸν Ἀλ. Μωραϊτίδη, θὰ ἔπρεπε κάποιος νὰ διαθέτει τὴν θρασύτητα τοῦ ὁμηρικοῦ ἥρωα Θερσίτη γιὰ νὰ ζητήσει νηστήσιμο φαγητὸ σὲ ἑστιατόριο τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ γίνει θῦμα περιπαικτικῶν καὶ ἀπαξιωτικῶν σχολίων:

Ἐν γένει δέ, σήμερον, νὰ φάγῃ κανεὶς νηστήσιμα εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ καλὰ λεγόμενα ξενοδοχεῖα, χρειάζεται νὰ ἔχει τὴν ἀναίδειαν τοῦ ὁμηρικοῦ Θερσίτου, ὥστε νὰ μὴ κοκκινίσῃ, ἔστω καὶ ἐν μέσῳ τῶν περιφρονητικῶν βλεμμάτων τῶν συνανακειμένων.

Μάλιστα, ὁ Α.Μ. παρομοιάζει τὰ σαρκαστικὰ βλέμματα τῶν συνδαιτημόνων ὅποιου ἐπιλέξει νηστήσιμα μὲ τὰ "βέλη" ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἀντίοχος μοναχὸς Πανδέκτης στὴν Εὐχή του, ἡ ὁποία ἀναγινώσκεται στὰ Ἀπόδειπνα:

«... σβέσον τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ, τὰ καθ᾿ ἡμῶν δολίως κινούμενα»

Τὰ παιδιὰ βίωναν τὰ Χριστούγεννα σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο τους, μὲ τὰ κάλαντα νὰ ψάλλονται παραδοσιακὰ καὶ οἱ οἰκοδεσπότες νὰ ὑποδέχονται μὲ χαρὰ τοὺς παιδικοὺς τραγουδιστὲς τῶν Χριστουγέννων, ἐνῶ οἱ οἰκογενειάρχες προμηθεύονταν τὰ Χριστουγεννιάτικα δῶρα τῶν παιδιῶν τους ἀπὸ τὴν ἀγορὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀναβρυτηρίου, τὰ λεγόμενα καὶ Παλαιὰ Χαυτεῖα, ποὺ βρισκόταν στὸ πλάτωμα τοῦ δρόμου ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μητροπόλεως καὶ Αἰόλου. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνα ἀνεστραμένο Κορινθιακὸ κιονόκρανο ποὺ λειτουργοῦσε ὡς ἀναβρυτήριο (συντριβάνι). Ἀπέναντι βρισκόταν ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τὸ Καθολικὸ ποὺ ἦταν ἡ Μητρόπολη τῆς Ἀθήνας μεταξὺ 1701 καὶ 1827, ὅταν καταστράφηκε ἀπὸ Τούρκους:

 

... μέχρι τοῦ μακαρίου ἐκείνου οἰκογενειάρχου, ὅστις ἐπήγαινε μὲ τὰ παιδάκια του εἰς τὸ Ἀναβρυτήριον, νὰ τοὺς ἀγοράσει καπελλάκια καὶ ’πανωφοράκια καὶ παπουτσάκια ἐξεχύνετο ἡ πνευματικὴ χαρὰ χειροπιαστή. Ἀπὸ νωρίς, τὸ βράδυ, ἐκελαειδοῦσαν ἀπὸ τοὺς ὕμνους τὰ σπίτια τῆς πόλεως, ...ἔβλεπες τότε τοὺς τραγουδιστάς, τὰ ἐντροπαλὰ παιδάκια τῶν χρόνων ἐκείνων, ν’ ἀναβαίνουν ἐπάνω, εἰς τὰ μενδέρια καταμεσῆς τὰ ἐντόπια καὶ μ’ εὐλάβειαν ζηλευτὴν νὰ λέγουν ὁλόκληρον τὸ τραγούδι τὸ λαϊκόν.

 

Στὸ Ἀναβρυτήριο, βρισκόταν καὶ ὁ φοῦρνος τοῦ γέρο-Μίχα, ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο τοποθετεῖται ἡ δράση στὸ διήγημά τοῦ Α.Μ. «Ἱστορία μιᾶς τυρόπιττας», στὸ ὁποῖο συμπρωταγωνιτοῦν οἱ δύο Ἀλέξανδροι, Παπαδιαμάντης καὶ  Μωραϊτίδης:

«Τὰ χρόνια ἐκεῖνα τὸ σιωπηλὸν καὶ ἔρημον  σχεδὸν σήμερον Ἀναβρυτήριον ἦτο τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ γύρω ὑπῆρχαν τὰ πλουσιώτερα ἐμπορικὰ καὶ τὰ χρυσοχοεῖα, ἐκεῖ τὰ μεγάλα φεσοποιεῖα καὶ ραφεῖα τῶν χρυσοκεντήτων τῆς ἐθνικῆς ἐνδυμασίας εἰδῶν, τὰ ξενοδοχεῖα καὶ παντοπωλεῖα, ἐν οἷς τὸ μέγα καὶ πολυσύχναστον τοῦ Παναγιωταρᾶ. Κένρον δι’ ὅλων αὐτῶν ἦτο ἡ Ὡραία Ἑλλὰς  εἰς τὴν διασταύρωσιν τῶν ὁδῶν Αἰόλου καὶ Ἑρμοῦ... Ἐκεῖ μέσα εἰς τὴν λάμψιν αὐτὴν καὶ τὴν κίνησιν τῆς Πρωτευούσης ἦτο ὁ φοῦρνος τοῦ γέρο–Μίχα. Μὲ τ’ ὄνομα μιὰ φορὰ ἐκεῖνα τὰ χρόνια».

Ἐπίσης, τὸ Ἀναβρυτήριον, ὡς τόπο λειτουργίας τῶν φεσοποιείων τῆς Ἀθήνας,  ἀναφέρει καὶ ὁ τριτεξάδελφός του Ἀλ. Παπαδιαμάντης στὸ διήγημά του «Μεγαλείων ὀψώνια»:

«Ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὸ Ληξούρι, ὁ Ἰακωβᾶτος τοῦ εἶχεν ἀγοράσει ἀπὸ τὰ φεσοποιεῖα, τὰ σωζόμενα τότε ἐν Ἀθήναις παρὰ τὸ Ἀναβρυτήριον, ἕνα φέσι καὶ τοῦ τὸ προσέφερε»

Ἀθήνα, Ἀέρηδες, 1854. Λίγα χρόνια πρὸ τῆς διαμονῆς τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη ὡς μαθητῆ τοῦ Βαρβακείου [https://gr.pinterest.com/pin/308004061993782300/].


Ἀκόμη, ὁ Α.Μ. ἐκφράζει τὸ εὔλογο παράπονό του, πὼς ἐνῶ οἱ Δυτικοὶ τοῦ τόπου τῆς Πρωτευούσης τηροῦν τὰ ἔθιμα καὶ διατηροῦν τὶς παραδόσεις τους στοὺς τρόπους ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων,  οἱ Ἀθηναῖοι παραλείπουν τὴν τήρηση τῶν ἐθίμων τους, τὰ ὁποῖα τόσον ἀρέσουν ἀκόμη καὶ στοὺς ἀλλοεθνεῖς· ὁπότε ἐμφατικὰ δηλώνει:

 

Ζητοῦμεν συγγνώμην, ὦ πάροικοί μας δυτικοί, ὅπου σεῖς μὲν διατηρεῖτε, ἐν μέσῳ ἡμῶν τῶν Σχισματικῶν, ὡς μᾶς ἀποκαλεῖτε, τὰ ἔθιμά σας, ἡμεῖς, δὲ ἐν αὐτῇ τῇ πατρίδι μας τὰ ἐλησμονήσαμεν, ὡς νὰ ἠλευθερώθη ἐπίτηδες ἡ μικρὰ Ἑλλάς, ἵνα τόσον ταχέως λησμονήσῃ τὰ ἔθιμά της τὰ εὔμορφα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ ξένοι αὐτοὶ χαίρονται καὶ μόνον ἡμεῖς δὲν ἐστάθημεν ἄξιοι νὰ τὰ χαρῶμεν.

 

Ὁ Μωραϊτίδης ἐπισημαίνει μὲ ἔμφαση τὸ γεγονὸς τῆς κατάργησης τῆς ἀπὸ βαθέος ὄρθρου, τῆς τρίτης πρωϊνῆς, ὡς ἔναρξης τῆς Ἀκολουθίας τῶν Χριστουγέννων, μὲ τὶς καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν τῶν ἐνοριῶν τῶν Ἀθηνῶν  νὰ ἠχοῦν ὅλες μαζί.  Ἀντιθέτως, στὰ Χριστούγεννα τῶν τελευταίων χρόνων ἡ Ἀκολουθία δὲν ἔχει πλέον τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἀγρυπνίας ἀλλὰ τελεῖται  τὸ πρωῒ τῆς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων χάνοντας πλέον τὴ γοητεία καὶ τὴν κατάνυξη τῆς νυκτερινῆς Ἀκολουθίας. Ἀθρόα δὲ ἦταν ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν σὲ περασμένα Χριστούγεννα, καὶ μάλιστα μὲ ὁποιεσδήποτε καιρικὲς συνθῆκες. Μεγαλύτερη δὲ προσέλευση πιστῶν παρατηρεῖτο στὴν Ἁγία Εἰρήνη τῆς ὁδοῦ Αἰόλου καὶ στὸν Ἅγιο Νικόλαο Ραγκαβᾶ Πλάκας. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Ἀκολουθίας οἱ πιστοὶ ἀπολαμβάνουν γλυκίσματα στοὺς φούρνους τῆς περιοχῆς τοῦ Ἀναβρυτηρίου. Φοιτητές, μαθητὲς καὶ ξένοι  παίρνουν τὸ πρωϊνό τους γεῦμα στὰ ἑστιατόρια-ξενοδοχεῖα τῶν Ἀθηνῶν:

Ἡ ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων τότε ἐψάλλετο ὄρθρου βαθέος ... Εἰς τὸ δωμάτιόν μου τὸ ἐρημικόν, ἐκεῖ στοὺς Ἀέρηδες, ἠγρύπνουν πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναμένων τὴν εὐλογημένην ὥραν τῆς κωδωνοκρουσίας, ὅτε θὰ ἦτο ἡ Τρίτη ὥρα ἡ πρωϊνή, ἤκουον τῷ ὄντι μίαν γλυκυτάτην καὶ μελῳδικὴν κωδωνοκρουσίαν, συγχρόνως ἀπὸ ὅλα τὰ κωδωνοστάσια τῶν ναῶν τῆς πόλεως, ἀναγγέλλουσαν τόσον νύκτα, ἀλλὰ τόσον γλυκὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος... Χειμὼν ἦτο; ὑετὸς ἦτο; ἐγόγγυζε τὸ ἀνεμοβρόχι τοῦ Γρεκολεβάντη; ἐχιονοβολοῦσεν ὁ Μαΐστρος εἰς τὸν Ὑμηττὸν αὐτόν; Κανείς, κανεὶς δὲν ἠμποδίζετο νὰ ἐξέλθῃ τὴν ὥραν ἐκείνην... Εἰς τὴν ἁγίαν Εἰρήνην καὶ εἰς τὸ Μοναστηράκι ἐγίνετο τότε ἡ μεγαλυτέρα συγκέντρωσις Χριστιανῶν, καὶ εἰς τὸν Ραγκαβᾶν ἐπάνω. Ὅταν δὲ ἐτελείωνεν ἡ θεία λειτουργία, θὰ ἦτο ὥρα Πέμπτη πρωϊνή, οἱ φοῦρνοι ὅλοι τοῦ Ἀναβρυτηρίου, τῶν παλαιῶν δηλαδὴ Χαυτείων, ἦσαν πέρα-πέρα ἀνοικτοὶ ... Τὰ ξενοδοχεῖα τοῦ μέρους τούτου ἀνοικτὰ ἐκείνην τὴν ὥραν ἕτοιμα, ἐπληροῦντο πάραυτα ἀπὸ ξένους, μαθητὰς καὶ φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Εἰρήνην καὶ τοὺς ἄλλους πέριξ ναούς, ἑώρταζον τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν τῆς Ὀρθοδοξίας τελοῦντες ἐν εὐφροσύνῃ τὸ ἑωθινὸν δεῖπνον των.

Στὸ ζήτημα τῆς κατάργησης τῆν νυκτερινῆς Θείας Λειτουργίας τῶν Χριστουγέννων ἀναφέρεται ὁ Α. Μ. στὰ διηγήματά του «Χριστούγεννα στὸν ὕπνο μου» καὶ «Ἡ ἱστορία μιᾶς τυρόπιττας» σημειώνοντας ἀντιστοίχως:

«Διαταγῇ τοῦ νέου Μητροπολίτου εἶχε καταργηθῆ ἡ νυκτερινὴ Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων διὰ παντός... Ἀπεφάσισεν ὁ νέος Μητροπολίτης, Θεὸς σχωρέσ᾿ τονε — ἕνας ὠχρὸς δεσπότης ὡς νεκρός, μ᾿ ἐσβεσμένην ὄψιν ὡς ὄψιν νεκροῦ, καὶ μὲ πλέον ἐσβεσμένην φωνήν, ὡς φωνὴν νεκροῦ. Βεβαίως καὶ μὲ νεκρὰν τὴν καρδίαν... Ἔχανε τὸ μεγαλεῖον της μετεβάλλετο εἰς συνήθη Κυριακῆς λειτουργίαν. Τὸ ὑψηλὸν ἐκεῖνο τῆς Ε´ ὠδῆς, τὸ ἐκ τοῦ μεγαλοφωνοτάτου Ἡσαΐου· "Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζοντες δοξολογοῦμεν σε" τὸ ἔπαιρνε ἀπὸ μπρός ἡ ἡμέρα κ᾿ ἔχανεν οὕτως ὅλην του ὄρθρου τὴν μυστικὴν εὐωδίαν».

Καί:

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἡ λαμπρὰ Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων ἦτο νυκτερινὴ καὶ ἐδῶ καὶ παντοῦ. Ἤρχιζεν εἰς τὰς 2 τὴν νύκτα καὶ ἔληγεν εἰς τὰς 5. Ὄρθρου βαθέος. Καὶ εἶχε πολὺ τὸ κατανυκτικόν, πολὺ τὸ ἐξαρτικόν, καὶ πολὺ τὸ ἐπιβάλλον ἡ θεσπεσία αὐτὴ τῆς ὀρθοδοξίας ἑορτή» 

Ὁ νέος Μητροπολίτης, ποὺ ἀναφέρει ὁ Α.Μ. ἐνδεχομένως εἶναι ὁ Γερμανὸς Β΄ Καλλιγᾶς ὁ ὁποῖος ἐνθρονίζεται στὶς 7 Ἰουλίου 1889 καὶ πεθαίνει στὶς 30 Ἰαν. 1896. Τὸ διήγημα «Χριστούγεννα στὸν ὕπνο μου» δημοσιεύεται τὸ 1898 καὶ ὁ Α.Μ. ἀναφέρει πὼς ὁ Μητροπολίτης ποὺ ἀποφάσισε τὴν κατάργηση ἔχει ἤδη κοιμηθεῖ  ἐν Κυρίῳ, ὁπότε τὰ δρώμενα τοῦ διηγήματος λαμβάνουν χώραν, ἴσως, τὸ 1889. Χαρακτηριστικά, γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1889 ἔτος ἐκλογῆς τοῦ νέου Μητροπολίτη στὴν ἐφ. Ἀκρόπολις στὶς 24 Δεκ. 1889, στὴ στήλη «Ἀθῆναι-Πειραιεύς» ἀναφέρεται:

 

Σήμερον ὁ Ἑσπερινὸς ἐν τῷ Μητροπολιτικῷ Ναῷ ἄρχεται εἰς τὰς 3 ½ μ.μ. χοροστατοῦντος τοῦ σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ἡ δὲ Ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῶν Χριστουγέννων, ἡ τρυφερά, ἡ συγκινητική, ἡ γαλήνιος καὶ ψυχωφελὴς ἄρχεται αὔριον τὸ πρωΐ εἰς τὰς 5, κατὰ τὰ χαράγματα περίπου. Τὴν θείαν λειτουργίαν θὰ τελέσῃ ὁ Σ. Μητροπολίτης. 

Ὁ Γ. Βαλέτας στὸν 6ο τόμο τῶν Ἁπάντων του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἀναφέρει, χωρὶς νὰ παραθέτει τὴν ἀνάλογη πηγή, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Μητροπολίτη εἶναι τοῦ ἔτους 1892:

 

«Θ λ ι μ έ ν α  Χ ρ ι σ τ ο ύ γ ε ν ν α. Κατὰ τὸ 1892 ἡ Μητρόπολη ἔβγαλε διαταγὴ νὰ μὴ χτυποῦν τὴ νύχτα οἱ καμπᾶνες τῶν Χριστουγέννων. Εἶχε καταργηθῆ ἡ νυκτερινὴ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς. Καὶ οἱ ἀγρυπνιστὲς βρέθηκαν στὸν δρόμο. Οἱ πόρτες τοῦ παρεκκλησιοῦ ἦταν κλειστές. "Ὄχι πιὰ ἐκκλησίες μέσα στὰ σκότη! Μὲ τὸν ἥλιον! Αἱ κατακόμβαι δὲν ὑπάρχουν πλέον!...", ἔλεγαν οἱ νεωτεριστές».

Ἂν ἰσχύει ἡ χρονολογία ποὺ παραθέτει ὁ Βαλέτας, παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς δὲν ἦταν τὸ πρῶτο ἔτος τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Γερμανοῦ Β΄ Καλλιγᾶ, τότε τὸ διήγημα τοῦ Μωραϊτίδη   πραγματεύεται τὰ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 1892.

Ἴσως, ὅμως, νὰ πρόκειται γιὰ τὸν προκάτοχό του Προκόπιο Γεωργιάδη, ὁ ὁποῖος ἀρχιεράτευσε ἀπὸ τὸ 1874 ἕως τὸ 1889, ὁπότε ὁ Α. Μ. τοποθετεῖ τὸ διήγημα του τὸ πρῶτο ἔτος ἀρχιερατίας τοῦ Προκοπίου, στὰ 1874, ὅταν ἦταν φοιτητὴς φιλολογίας.

. Τὸ ἐξαιρετικὰ μεγάλο  κτίριο ἀριστερὰ τῆς φωτογραφίας εἶναι τὸ Βαρβάκειο Λύκειο, τὸ ἐκπαιδευτήριο ὅπου φοιτοῦσε ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης,  τὸ ὁποῖο κατεδαφίστηκε τὴ δεκαετία τοῦ 1940, κατὰ τὰ Δεκεμβριανά. Βρίσκεται στὶς σκαλωσιές, στὸ οἰκοδομικό τετράγωνο: Ἀθηνᾶς – Ἁρμοδίου – Σωκράτους καὶ Ἀριστογείτονος, ἄρα ἡ φωτογραφία τραβήχτηκε μέσα στὸ διάστημα 1858-59, 3-4  χρόνια πρὸ τῆς φοιτήσεως τοῦ Μωραϊτίδη. [Recueil de photographies d’ Athènes et ses antiquités, offert au prince impérial·https://1-2.gr/2020/05/21/mia-protofanhs-fotografia-ths-metaothomanikhs-athhnas/].


Στὸν ἐπίλογο τοῦ δημοσιεύματός του ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ἐκφράζει τὴν ἀπογοήτευση του, καθὼς μόνον οἱ ράφτες, οἱ τσαγκάρηδες καὶ οἱ κουρεῖς ἀγρυπνοῦν τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, κι αὐτοὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν περιποίηση τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφάνισης τῶν πολιτῶν· προσθέτει δέ, χαριτολογικά, πὼς ἀγρυπνοῦν καὶ τὰ χαρτοπαίγνια,  συμπληρώνοντας σαρκαστικὰ πὼς αὐτὰ ἀγρυπνοῦν ὅλον τὸν χρόνο. Ἀντίθετα, ἀναφέρει ὅτι πιστοὶ καὶ ἱερωμένοι κοιμοῦνται, μὲ κλειστοὺς τοὺς ναούς, ἐνῶ γεννᾶται:

 

Ὁ Βασιλεὺς τῶν  Βασιλευόντων, ἵνα πλουτίσῃ ἐμέ, τὸν οἰκτρῶς πτωχεύσαντα εἰς ὅλα, καὶ εἰς τὰ ἔθιμα ἀκόμη.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

                                                                   Ἐφ. Ἀκρόπολις, 24.12.1901, σ. 1.


ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Τοῦ φειδιοῦ τὸ φηκάρι. — Ἡ νεολαία τοῦ  ’62. —Λίστα σαρακοστινὴ καὶ λίστα πασχαλινή. — Ἡ περιφρόνηση τῆς Φασουλάδας. — Ἡ χαρὰ τῶν παλαιῶν Ἀθηνῶν. — Ἡ νυκτερινὴ Ἀκολουθία. — Ξενοδοχεῖα καὶ φοῦρνοι. — Τί λέγει τὸ τραγούδι. — Ποῖοι σήμερον ἀγρυπνοῦν καὶ ποῖοι κοιμοῦνται.

Ἡ περιφορὰ τῶν ἐτῶν ἡ ἀδιάκοπος, καὶ ὁ ἐπίμοχθος βαργετισμὸς τοῦ Ἕλληνος πρὸς τὰ ἔθιμά του, ὅστις ἀλλάζει αὐτά, ὅπως ἀλλάζει τὸ καπέλλο του, μὲ ἀναγκάζει σήμερον ὡς παραμύθιον νὰ διηγοῦμαι εἰς τοὺς συγχρόνους  μου τὸ πῶς ἑορτάζοντο ἄλλοτε τὰ Χριστούγεννα ἐν Ἀθήναις, πρὸ ἡμίσεος αἰῶνος. Παραμύθιον δυσκολομνημόνευτον, τὸ ὁποῖον θὰ φανῇ παράξενον εἰς κάθε σοβαρὸν ἱστορικόν, ὅστις ἀκούσας θὰ ἐρωτήσῃ:

— Λοιπόν, σεῖς οἱ Ἀθηναῖοι τόσον γλήγορα ἐθάψατε τὰ ἔθιμά σας μέσα εἰς τὴν σκιὰν τῶν μύθων;

— Ὅπως πηγαίνομεν, σοφέ μου ἱστορικέ, θὰ καταντήσῃ ν’ ἀλλάζωμεν αὐτὰ σὰν τὸ φίδι τὸ δέρμα του, κάθε χρόνο...

Ἐν τούτοις λάβετε τὸν κόπον νὰ διαβάσετε, πῶς ἑωρτάζοντο τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν ἀγαπητήν σας πόλιν καὶ θὰ μείνετε πολὺ εὐχαριστημένοι  μὲ τὸ γοῦστο τῶν προγόνων σας, ὥστε νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα καὶ νὰ καυχᾶσθε δι αὐτό.... Ἡ διήγησις δὲν εἶναι καὶ τόσον κομψή, γραφομένη ἔτσι στὸ φτερό, καὶ ὁμοιάζουσα πολὺ μὲ τὸ δέρμα τοῦ ὄφεως τὸ παλαιόν, τὸ φηκάρι του, ὅπως τὸ λέγει ὁ λαός, τὸ κείμενον ἐν μέσῳ θαμνώδους ἀποσκαφῆς, ἔξω στ’ ἀμπέλια τοῦ Γουδιοῦ ἢ ἐπάνω κανενὸς πετροσωροῦ, τεφρὸν καὶ τρυπημένον ἐδῶ κι ἐκεῖ, μὲ τὰς φολίδας του τὰς στιλπνὰς ξεβαφείσας, εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ βορρᾶ ἀφημένον, τοῦ ἀνέμου τοῦ ξενικοῦ, ὅστις πνέων τόσον βιαίως ἀπὸ γῆς ὀθνείας ἐπαπειλεῖ  ὡς σκύβαλον νὰ συναρπάσῃ ἐπάνω εἰς τὰς πτέρυγας τὰς καταστρεπτικὰς  καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάμνησιν ἀκόμη τῆς ὡραίας μας ἑλληνικῆς αὐτῆς ἑορτῆς, ἥτις τεφρὰ καὶ ξεβαμμένη κεῖται ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἐρειπίων μας ἔξω εἰς τὰς ἀποσκαφάς, ἐν μέσῳ ἀκανθῶν καὶ ἐμφυέντων ζιζανίων, ὡς τοῦ φιδιοῦ τὸ φηκάρι...

Πτωχὸν μαθητοῦδι τοῦ Βαρβακείου ἤμουν καὶ εἶχα συμμαθητὰς μερικοὺς παρηκμακότας ἀπὸ τὴν ἐνθουσιώδη νεότητα τῶν ’62 ‒καλῶς κακῶς, δὲν γνωρίζω‒ ἐνθουσιασμένην ὅμως καλά. Εἰς τὸ φιλάνθρωπον ξενοδοχεῖον «Παντὸς Ἔθνους» ὅλον τὸ Σαρανταήμερον ἡ λίστα ἀπετελεῖτο ἀπὸ λαδερὰ φαγητά  ‒μὲ συγχωρεῖς, σύγχρονος νεολαία‒ τὰ ὁποῖα διόλου δὲν ἔβλαψαν  οὔτε τὸν νοῦν μας τότε, οὔτε τὴν ὑγείαν μας. Κάτω-κάτω δὲ τῆς λίστας τῆς ἀφελοῦς ὑπῆρχον καὶ δύο-τρία κρεατινὰ φαγητά, κανένα βραστό, ἢ κανένα ψητὸ διὰ τοὺς ἀσθενεῖς.

Μὲ συγχωρεῖτε ὅσοι τώρα θυμώνετε ἀμέσως, καὶ μάλιστα οἱ ρασοφόροι, ἂν δὲν εὕρετε καμμία Τετράδη ἢ Παρασκευὴ κανένα καλὸ στιφάδο στὰ Χαυτεῖα. Τὰ κρεοπωλεῖα τῶν συνοικιῶν ὅλα ἔκλειον τότε καθ’ ὅλον τὸ Σαρανταήμερον, ἵνα ἀνοίξουν τὴν Παραμονήν, ἀγνώριστα ἀπὸ τὴν καθαριότητα, καὶ μόνον εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἀγορὰν ἐπωλοῦντο κρέατα διὰ τοὺς ξένους καὶ τοὺς ἀλλοθρήσκους. Καὶ τί εὔμορφα ὁποῦ ἐμαγειρεύοντο τὰ καϋμένα τὰ λαδερὰ τότε! Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχω σήμερον μίαν φασουλάδα πεπασμένην μὲ τὴν εὐωδίαν ἐκείνην τῆς Ἑλληνικῆς ἁγνότητος τῶν περασμένων χρόνων, ἡ ὁποία τόσον καίει σήμερον, φαίνεται, σὰν τὸ κόκκινο πιπέρι. Σήμερον καὶ ἂν εὕρω, εἰς κανὲν ἀπόμακρον λαϊκὸν μαγειρεῖον ἢ εἰς κανὲν ὑπόγειον, κανένα λαδερὸ φαγητόν, σπανάκι μὲ ρύζι π. χ. θὰ εἶναι ἄγευστον καὶ ἄνοπτον, φέρον ἐπάνω του ἀντὶ πεπέρεως ὅλην τὴν ἄχνην τοῦ μιάσματος τῆς διαφθορᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου, ἂν δ’ εἰς κανὲν καλλίτερον ξενοδοχεῖον ἐπιτύχω τι νηστήσιμον, θὰ εἶναι πάλιν περιφρονημένον σὰν παραπεταμένον ἔδεσμα διὰ τοὺς κύνας, ὥστε νὰ ἐντρέπεται κανεὶς καὶ νὰ τὸ παραγγείλῃ. Ἐν γένει δέ, σήμερον, νὰ φάγῃ κανεὶς νηστήσιμα εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ καλὰ λεγόμενα ξενοδοχεῖα, χρειάζεται νὰ ἔχει τὴν ἀναίδειαν τοῦ ὁμηρικοῦ Θερσίτου, ὥστε νὰ μὴ κοκκινίσῃ, ἔστω καὶ ἐν μέσῳ τῶν περιφρονητικῶν βλεμμάτων τῶν συνανακειμένων, τὰ ὁποῖα σὰν βέλη τῶν Ψαλμῶν πεπυρωμένα θὰ πίπτουν ἐπάνω του.

Ὅταν δὲ ἤρχετο τέλος ἡ περιπόθητη Παραμονή, ἀφῃροῦντο ἀπὸ τὴν λίσταν καὶ ἐκεῖνα τὰ δύο-τρία κρεατινὰ φαγητά, ὁποῦ ἦσαν διὰ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἦτο ἡ καϋμένη ὅλη ἀπάνω ἕως κάτω μέρος μὲν μὲ λαδερά, μέρος δὲ μὲ ἀλάδωτα, ὅλως διόλου ταχινερὰ γλυκύβραστα. Νὰ ἐβλέπατε τότε, ὦ σύγχρονοι, μὲ πόσην ὄρεξιν ἔτρωγε ἡ νεολαία τοῦ ’62 τὰ νηστήσιμα ἐκεῖνα δεῖπνά της! Νὰ ἐβλέπατε, μὲ πόσην ἀκόμη μείζονα ὄρεξιν ἀνέμενε νὰ ἔλθῃ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ὀσφραινομένη τὴν ἀσπρινθεῖσαν κουζίνα τῶν ξενοδοχείων, καὶ ἀνυπόμονος νὰ ἄγῃ τὸ ἑορταστικόν της κρεατινὸν πρόγευμα τὴν αὐγήν, ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει, αἰσθανομένη πράγματι τὸν ἀγγελικὸν ὕμνον:

— Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη· ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.

Τὸ βράδυ-βράδυ τῆς ποθεινῆς ἐκείνης Παραμονῆς ἡ χαρὰ τόσον ἐπληθύνετο, τόσον ἐπλημμυροῦσεν ἡ ἀληθὴς τῶν Ἰώνων σοφιστῶν εὐθυμία, ὥστε ἀθρόα ἐξεχύνετο ἀπὸ τὰ μάτια, ἀπὸ τὰς παρειάς, ἀπὸ τὸ βάδισμα, ἀπὸ τὰ χείλη ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ἀπὸ τοῦ κρεοπώλου, ὅστις, νεολουσμένος καὶ μὲ λάμπουσαν τὴν νεροτρόχιστον μάχαιρά του, ἔκοπτε τὸ χοιρινόν, μέχρι τοῦ μακαρίου ἐκείνου οἰκογενειάρχου, ὅστις ἐπήγαινε μὲ τὰ παιδάκια του εἰς τὸ Ἀναβρυτήριον, νὰ τοὺς ἀγοράσει καπελλάκια καὶ ’πανωφοράκια καὶ παπουτσάκια ἐξεχύνετο ἡ πνευματικὴ χαρὰ χειροπιαστή. Ἀπὸ νωρίς, τὸ βράδυ, ἐκελαειδοῦσαν ἀπὸ τοὺς ὕμνους τὰ σπίτια τῆς πόλεως, ὄχι σὰν τώρα, ὁποῦ πολλοὶ δὲν καταδέχονται ν’ ἀνεβάσουν ἐπάνω τοὺς τραγουδοῦντας τὰ Χριστούγεννα, οἱ ὁποῖοι κάτω ἀπὸ τὴν αὐλὴν ἀπαγγέλλουν δυὸ-τρεῖς μόνον στίχους παίζοντες ἔπειτα πόλκα-μαζούρκα, σὰν νὰ εἶναι ἀποκριές, ἀλλ’ ἔβλεπες τότε τοὺς τραγουδιστάς, τὰ ἐντροπαλὰ παιδάκια τῶν χρόνων ἐκείνων, ν’ἀναβαίνουν ἐπάνω, εἰς τὰ μενδέρια καταμεσῆς τὰ ἐντόπια καὶ μ’ εὐλάβειαν ζηλευτὴν νὰ λέγουν ὁλόκληρον τὸ τραγούδι τὸ λαϊκόν.

Ὁ πατὴρ ἤθελε τότε μὲ χαρὰν κομίσει τὸ βράδυ, τὸ κρεατινὸν ὀψώνιον ἐν θριάμβῳ εἰσάγων αὐτὸ εἰς τὸν νηστεύοντα τέως οἶκόν του καὶ κατακτητικῶς, ἐν πομπῇ, ἤθελε τὸ ἀποκρεμάσει εἰς μέρος καταφανές, παραλαβοῦσα ἡ αἰδήμων νοικοκυροπούλα τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἐνῷ τώρα ἠμπορεῖς μὲν νὰ ἴδῃς ἀφθονώτερον τὸν πτηνικὸν φαγητόκοσμον καὶ πάμπολλα τὰ ἀρνάκια τοῦ γάλακτος, μόνον ἀπὸ τὴν συνήθειαν τῆς ἁπλῆς γαστριμαργίας ἀθροιζόμενα εἰς τὴν ἀγοράν, ἀλλ’ ἠμπορεῖς ν’ ἀκούσῃς καὶ τοῦτο τὸ ψυχρόν:

— Μὴ ψωνίσῃς, καϋμένε, σήμερα κρέας. Ψὲς φάγαμε! Πάρε σήμερα κανένα ψάρι. Ἤ, νὰ σοῦ πῶ, καλλίτερα λίγα ρεβίθια. Ἐπεθύμησα σήμερα λίγα ρεβίθια καλά....

Ἐπιθυμία καταστρεπτικὴ ἠθῶν καὶ ἐθίμων! ...

Ἡ ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων τότε ἐψάλλετο ὄρθρου βαθέος. — Ζητοῦμεν συγγνώμην, ὦ πάροικοί μας δυτικοί, ὅπου σεῖς μὲν διατηρεῖτε, ἐν μέσῳ ἡμῶν τῶν Σχισματικῶν, ὡς μᾶς ἀποκαλεῖτε, τὰ ἔθιμά σας, ἡμεῖς, δὲ ἐν αὐτῇ τῇ πατρίδι μας τὰ ἐλησμονήσαμεν, ὡς νὰ ἠλευθερώθῃ ἐπίτηδες ἡ μικρὰ Ἑλλάς, ἵνα τόσον ταχέως λησμονήσῃ τὰ ἔθιμά της τὰ εὔμορφα, τὰ ὁποῖα καὶ οἱ ξένοι αὐτοὶ χαίρονται καὶ μόνον ἡμεῖς δὲν ἐστάθημεν ἄξιοι νὰ τὰ χαρῶμεν. Μᾶς συγχωρεῖς καὶ σύ, ὦ δοῦλε Ἑλληνισμέ, ὅπου μέσα εἰς τὴν καθέδραν τοῦ δολίου κατακτητοῦ, ἀλλὰ [καὶ] μέσα εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Γένους, διατηρεῖς τὰ Πάτρια τόσον εὐλαβῶς. Ἤμουν μαθητάριον τοῦ Βαρβακείου ‒σᾶς εἶπα‒. Εἰς τὸ δωμάτιόν μου τὸ ἐρημικόν, ἐκεῖ στοὺς Ἀέρηδες, ἠγρύπνουν πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναμένων τὴν εὐλογημένην ὥραν τῆς κωδωνοκρουσίας, ὅτε θὰ ἦτο ἡ Τρίτη ὥρα ἡ πρωϊνή, ἤκουον τῷ ὄντι μίαν γλυκυτάτην καὶ μελῳδικὴν κωδωνοκρουσίαν, συγχρόνως ἀπὸ ὅλα τὰ κωδωνοστάσια τῶν ναῶν τῆς πόλεως, ἀναγγέλλουσαν τόσον νύκτα, ἀλλὰ τόσον γλυκὰ τὴν Γένννησιν τοῦ Σωτῆρος. Ἡ πόλις τότε ἐξετείνετο μέχρι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς κ’ ἔβλεπες τὴν ὥραν ἐκείνην, ὁποῦ ἔλαμπεν εἰς τὸ στερέωμα ὁ ἔναστρος οὐρανός, πρὶν ἀκόμη χαράξῃ ἡ αὐγή, ἔβλεπες ὅλην τὴν πόλιν στολισμένην νὰ προσέρχεται εἰς τὴν ὄρθριον ὡραίαν Ἀκολουθίαν σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις. Χειμὼν ἦτο; ὑετὸς ἦτο; ἐγόγγυζε τὸ ἀνεμοβρόχι τοῦ Γρεκολεβάντη; ἐχιονοβολοῦσεν ὁ Μαΐστρος εἰς τὸν Ὑμηττὸν αὐτόν; Κανείς, κανεὶς δὲν ἠμποδίζετο νὰ ἐξέλθῃ τὴν ὥραν ἐκείνην. Αἱ γερόντισσαι μάλιστα, διέδιδον μεταξὺ τῶν νεωτέρων ὅτι εἶναι καλὸς οἰωνὸς νὰ χιονισθοῦν ὀλίγον τὰ τρυφερὰ προσωπάκια, νὰ συνειθίσουν καλά, ὥστε εἰς τὴν παραμικρὰν κακουχίαν νὰ μὴν ρίπτουν ἀμέσως τὴν ἑλληνικὴν ἀσπίδα, τὰ ὡραῖα Πάτρια, σὰν καμμιὰν ἄχρηστον καραβάναν.

— Νὰ σκονιστοῦνε κομμάτι, ζυιόκα μου, τὰ τλυγελὰ τὰ μουτλάκια σου!...

Εἰς τὴν ἁγίαν Εἰρήνην καὶ εἰς τὸ Μοναστηράκι ἐγίνετο τότε ἡ μεγαλυτέρα συγκέντρωσις Χριστιανῶν, καὶ εἰς τὸν Ραγκαβᾶν ἐπάνω. Ὅταν δὲ ἐτελείωνεν ἡ θεία λειτουργία, θὰ ἦτο ὥρα Πέμπτη πρωϊνή, οἱ φοῦρνοι ὅλοι τοῦ Ἀναβρυτηρίου, τῶν παλαιῶν δηλαδὴ Χαυτείων, ἦσαν πέρα-πέρα ἀνοικτοὶ  καὶ ἤκουες τὴν αὐγὴν τὰς χαρμοσύνους καὶ ὀρεκτικὰς προσκλήσεις τῶν πωλητῶν τῆς μπουγάτσας καὶ τῶν λουκουμάδων, τὰ ὁποῖα τότε κατεσκευάζοντο εἰς τοὺς φούρνους, σὰν φαιδρὰ μουσουργήματα ἑωθινοῦ ὡραίου:

— Ζεστοὶ-καφτοί!

— Μπουγάτσα τοῦ Καράκιοΐ!

— Ὁρίστε κύριοι!

— Ζεστοὶ-καφτοί!

Τὰ ξενοδοχεῖα τοῦ μέρους τούτου ἀνοικτὰ ἐκείνην τὴν ὥραν ἕτοιμα, ἐπληροῦντο πάραυτα ἀπὸ ξένους, μαθητὰς καὶ φοιτητάς, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Εἰρήνην καὶ τοὺς ἄλλους πέριξ ναούς, ἑώρταζον τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν τῆς Ὀρθοδοξίας τελοῦντες ἐν εὐφροσύνῃ τὸ ἑωθινὸν δεῖπνόν των, ὅπερ καὶ ὅλη ἡ πόλις ὁμοίως ἐχαιρέτιζε, τὴν αὐτὴν ὥραν, μετὰ εἰρηνικῆς χαρᾶς ἐφαρμόζουσα τὸ τοῦ ᾄσματος, πέρα-πέρα:

 

Καὶ ὅταν ἐπιστρέψητε

εἰς τὸ ἀρχοντικό σας,

εὐθὺς τραπέζι στρώσετε,

βάλτε τὸ φαγητό σας

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε,

γευθῆτε, εὐφρανθῆτε.... 

*

Σήμερον, ὦ ἀναγνῶσται μου... σήμερον ‒τὰ βλέπετε μὲ τὰ μάτια σας‒ ἀπὸ ὅλην τὴν φαιδρὰν αὐτὴν νυκτερινὴν κίνησιν τῆς θελκτικῆς νυκτὸς τῶν Χριστουγέννων δὲν ἔμεινε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον οἱ φραγκορράπται καὶ οἱ τσαγκάρηδες οἱ ὁποῖοι νυκτερεύουν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ πάγουν, οἱ πτωχοί, οὐδὲ εἰς τὴν ἡμερινὴν λειτουργίαν, καὶ τὰ κουρεῖα, τὰ ὁποῖα ὅλην τὴν νύκτα λάμπουν ἐργαζόμενα ὣς τὸ πρωΐ, μὲ μαλλιά, τὰ ὁποῖα κόπτουν, μὲ κεφάλια, τὰ ὁποῖα λούζουν, μὲ πετσέτες, τὰς ὁποίας στεγνώνουν ἔξω, εἰς τὴν νυκτερινὴν ἀτμοσφαῖραν καὶ μὲ νερὰ τὰ ὁποῖα χύνουν εἰς τὰ πεζοδρόμια. Ἀγρυπνοῦν ἀκόμη τὴν νύκτα αὐτὴν τὰ χαρτοπαίγνια. Πλὴν αὐτὰ ἀγρυπνοῦν ὅλας τὰς νύκτας τοῦ ἔτους. Ὅλοι οἱ ἄλλοι κοιμοῦνται καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ναοί. Καὶ τὴν ὥραν ἀκριβῶς ἐκείνην, ὅπου ἐν πενιχρῷ σπηλαίῳ ταπεινὰ καὶ πτωχικὰ ἐγεννᾶτο ὁ Βασιλεὺς τῶν  Βασιλευόντων, ἵνα πλουτίσῃ ἐμέ, τὸν οἰκτρῶς πτωχεύσαντα εἰς ὅλα, καὶ εἰς τὰ ἔθιμα ἀκόμη.

Ὁ Ταξειδιώτης

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 900 / 25.12.2020, σ. 13-16. 

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΚΡΕΚΑΣ

 Ὁ θεσμὸς τῶν Χριστουγέννων


Ὁ καλὸς φίλος τοῦ ἱστολογίου μας καὶ τῶν Ἀγράφων δρ. Δημήτριος Σκρέκας, ὁ λαμπρὸς Δυτικομακεδόνας ἐπιστήμων: φιλόλογος, παλαιογράφος, βυζαντινολόγος, μεταδιδακτορικὸς ἐρευνητὴς στὸ Oxford University ἀλλὰ καὶ παιδιόθεν ἱεροψάλτης, μίλησε στὸν τηλ. Σταθμὸ Hellenic TV, στὴν ἐκπομπή ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ ΕΔΩ, μὲ θέμα τὴ γέννηση καὶ τὴν ἑδραίωση τοῦ θεσμοῦ τῶν Χριστουγέννων στὸ Βυζάντιο.  Τὰ μέλη καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἱστολογίου μας μποροῦν νὰ βιώσουν τὸν ἐρχομὸ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἡμέρας τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἰδιαίτερα τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλὰ καὶ τοῦ ἱεροῦ Δωδεκαημέρου ποὺ ἀκολουθεῖ ἀκούγωντας τὴν ἐκπομπὴ ἐδῶ

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

«Ἔθνους Ἀφύπνιση. ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ»

 


Ἀπὸ τὴ «ΣΤΙΓΜΗ ΕΠΕ. Γραφικὲς τέχνες», τυπώθηκε σὲ ἀνάτυπο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Καρπενησιώτικα ἡ μελέτη μας «Ὁ Στέφανος Γρανίτσας θρηνεῖ τὸν Παῦλο Μελᾶ». Ἡ ἔκδοση εἶναι ἐμπλουτισμένη μὲ περισσότερες εἰκόνες καὶ πληροφορίες καὶ ἔγινε στὸ πλαίσιο τῆς τιμῆς μιᾶς διπλῆς ἐπετείου: τῶν 140 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀγραφιώτη δημοσιογράφου καὶ πολιτικοῦ Στέφανου Γρανίτσα (Γρανίτσα Ἀγράφων 1880-Ἀθήνα 1915) καὶ ἐπίσης τῶν 150 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ ἥρωα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, Παύλου Μελᾶ (Μασσαλία 1870 – Στάτιστα Καστοριᾶς 1904). Ἡ ἔκδοση ἔγινε σὲ περιορισμένο ἀριθμὸ σαράντα ἀνατύπων, ὅλα ἀριθμημένα. 


Μὲ τὴν εὐκαιρία ἀναφέρουμε τὴν ἐξαιρετικὰ μεγάλη τιμὴ ποὺ εἴχαμε νὰ λάβουμε ἀπὸ τὴν κ. Ναταλία Ἰωαννίδη, ἐγγονὴ τοῦ Παύλου Μελᾶ, λεύκωμα μὲ τίτλο, Ἔθνους Ἀφύπνιση. ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ, [Ἑλληνικὴ Δημοκρατία. Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Ἄμυνας – Μουσεῖο Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, Θεσσαλονίκη 2020], ἀφιερωμένο στὸν πρωτοπόρο καὶ ἡρωϊκῶς πεσόντα γιὰ τὴ δικαίωση τῶν σκοπῶν τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, Παῦλο Μελᾶ. Ἡ ἰδιαίτερα καλαίσθ θητη καὶ τυπογραφικὰ ἄψογη ἔκδοση περιλαμβάνει σπάνια ἱστορικὰ τεκμήρια ἀπὸ τὸ προσωπικὸ  ἀρχεῖο τῆς κ. Ναταλίας Ἰωαννίδου. Βασικὴ θεματικὴ τοῦ βιβλίου οἱ συλλυπητήριες ἐπιστολὲς καὶ ψηφίσματα γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Παύλου Μελᾶ, ὡς ἀπείκασμα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας στὸ λυκαυγὲς τοῦ 20ου αἰ. μέσα ἀπὸ φωτογραφικὴ παρουσία τῶν ἱστορικῶν αὐτῶν κειμηλίων, μὲ τὸν κατάλληλο σὲ κάθε ἕνα  σχολιασμό. Ἄλλο ἰδιαίτερο κεφάλαιο εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀναλύει τὴν μυθοπλασία γιὰ τὸν ἥρωα Παῦλο Μελᾶ. Ὅπως δὲ δηλώνει στὸ προλογικό της σημείωμα ἡ κ. Ἰωαννίδου:

 

«Τότε, τὸ 1904, ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία συγκλονισμένη ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ διακηρύξει μὲ τὰ μέσα ἐπικοινωνίας τῆς ἐποχῆς τὴν ὀδύνη της γιὰ ἕναν θάνατο. Ἦταν τόσο δυνατὴ ἡ συλλογικὴ αὐτὴ ἔκφραση ποὺ στάθηκε ἱκανὴ νὰ ἀνοίξει μιὰ νέα σελίδα στὴν ἱστορία τοῦ τόπου μας καὶ νὰ καταστήσει σύμβολο καὶ θρύλο μιὰ μορφὴ καὶ ἕνα ἄτομο»


 

Ὁ σχεδιασμὸς καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ ἀνατύπου εἶναι ἔργο τῆς ἐκλεκτῆς συνεργάτιδος τῆς «ΣΤΙΓΜΗ ΕΠΕ. Γραφικὲς τέχνες», κ. Στέλλας Μπαλωμένου, στὴν ὁποία ἐκφράζουμε τὶς εὐχαριστίες μας.

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση τῆς μελέτης στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν,φ. 890/16.10.2020, σ. 13-18.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

ΝΙΚΟΛΟΒΑΡΒΑΡΑ

 Γιὰ τὸ ἑορταστικὸ τριήμερο 4, 5 καὶ 6 Δεκεμβρίου, ἑορτὲς τῆς  ἁγ. Βαρβάρας, τοῦ ἁγίου Σάββα καὶ τοῦ ἁγίου Νικολάου ἀντιστοίχως, ἀρθρογραφεῖ στὶς 6 Δεκεμβρίου 1901 στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις» τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη ὁ συνεργάτης της Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης μὲ τὸ δημοσιογραφικὸ ψευδώνυμο «Ὁ Tαξειδιώτης». Τὴν ἴδια ἐποχὴ πρέπει νὰ εἶχε ταξιδέψει στὸ «μεγαλοπρεπές» -ὅπως τὸ χαρακτηρίζει-  Καρπενήσι, σὲ ἕνα περιπετειῶδες ταξίδι τεσσάρων ἡμερῶν. 

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης

Νικολοβάρβαρα, ἡ ἀληθεστέρα ζωγραφιὰ τοῦ χειμῶνος*

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929).

Σύγχρονο (2020) σχέδιο μὲ μολύβι σὲ χαρτί.

Ἔργον Ἴριδας (=Σπυριδούλας Γούτσου),

μαθήτριας Β΄ Λυκείου.


Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) στὶς 6 Δεκεμβρίου 1901 δημοσιεύει στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις χρονογράφημα, τὸ ὁποῖο ἀφορᾶ τὶς ἑορτὲς τῆς ἁγίας Βαρβάρας καὶ τοῦ ἁγίου Νικολάου.  Ὁ καιρὸς τὴ χρονιὰ ἐκείνη δὲν θυμίζει τὸν συνήθη χειμωνιάτικο καιρὸ αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, μὲ βροχὲς χιόνια καὶ θύελλες, ἀλλὰ εἶναι σχετικὰ ἤπιος. Πράγματι, ὅπως σημειώνεται στὸ μετεωρολογικὸ δελτίο τοῦ Ἀστεροσκοπείου τῆς 4ης Δεκ. 1901, στὴν Ἀθήνα ἡ μεγίστη θερμοκρασία εἶναι 17,5 β. καὶ ἡ ἐλαχίστη 11,9. Οἱ ἄνεμοι εἶναι νότιοι μέτριοι ἕως ἰσχυροί, ὁ οὐρανὸς νεφελώδης ἐνῶ ἡ ὑγρασία μέτρια. Ἔτσι, δὲν ἐπαληθεύεται αὐτὴν τὴν χρονιὰ ὁ παροιμιακός, παραδοσιακὸς στίχος, ὅπως μᾶς τὸν παραδίδει ὁ Α. Μ.:

Ἅη-Βαρβάρα βαρβαρώνει κι’

Ἅης-Σάββας σαββανώνει

Ἅης-Νικόλας παραχώνει 

Ὁ Α. Μ. ἐκκλησιάζεται στὸν πανηγυρίζοντα ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ἱστορικὸ ναὸ τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τοῦ Ἐλαιῶνος. Ἐνδεχομένως, βρίσκεται στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὴν ἀγρυπνία τῆς Ἁγίας.

Ἀναφέρει παρουσία πλήθους προσκυνητῶν καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ καὶ στὸν αὔλειο χῶρο, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀθενεῖς ἀναμένοντες ἀπὸ τὴν Μεγαλομάρτυρα νὰ κάμῃ τὸ θαῦμα της. Συνέβη δέ, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἀκολουθίας, στὴν ὁποία προεξάρχει ὁ ἱερεὺς παπα-Μανουσόπουλος, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ νὰ γεννήσει μία ἐπίτοκος καὶ οἱ προσκυνητὲς νὰ ἐπιθυμοῦν νὰ βαπτίσουν τὸ νεογέννητο παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τῆς μητέρας.

Ὁ παλαιὸς ναὸς τῆς Ἁγία Βαρβάρας
μὲ τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα. 

Ἡ λεχὼ ἦταν ἀπὸ τὴν πολυμελῆ ὁμάδα τῶν ἐκ Πειραιῶς προσκυνητῶν οἱ ὁποῖοι κάθε χρόνο προσέρχονται γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν μνήμη τῆς Ἁγίας, καθὼς σὲ προγενέστερους χρόνους εἶχε θαυματουργήσει στὸν Πειραιᾶ.  Τὸ θαῦμα τοποθετεῖται περὶ τὸ 1893 καὶ ἀποδόθηκε σὲ παράκληση ποὺ τέλεσαν σὲ παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας οἱ Πειραιῶτες καὶ τὸ Λύκειον ‘‘Ὁ Πλάτων’’, τὸ πλέον δὲ ὀνομαστὸ ἐν Πειραιεῖ ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα τῆς ἐποχῆς· ἔργο τοῦ Δυτικομακεδόνα, παιδαγωγοῦ καὶ διδασκάλου Ζήση Ἀγραφιώτη (Κοζάνη 1856- Πειραιᾶς 1936), μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ Ἄγραφα. Τὸ σχολεῖο δὲ εἶχε καθιερώσει, μὲ πανηγυρικὸ μάλιστα χαρακτῆρα, ὡς ἐτήσια θρησκευτικὴ ἑορτή του, τὴν 4η Δεκεμβρίου, ἡμέρα τιμῆς τῆς μνήμης  τῆς ἁγίας Βαρβάρας. Προφορικὴ διήγηση ἀναφέρει πὼς ἔτσι τερματίστηκε μιὰ μακρὰ περίοδος ἀνομβρίας, μὲ βροχὴ τριῶν ἡμερῶν. Λέγεται μάλιστα πὼς ἡ καθιέρωση ὀφείλεται σὲ πρωτοβουλία καὶ προτροπὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Ζήση Ἀγραφιώτη. Μάλιστα οἱ μαθητές, μὲ δαπάνες τους, μὲ ἔρανο ποὺ πραγματοποίησαν, μερίμνησαν καὶ φιλοτεχνήθηκε εἰκόνα τῆς ἁγίας Βαρβάρας, τὴν ὁποία ἀφιέρωσαν, στὶς 4 Δεκεμβρίου 1899,  στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ πολιούχου τοῦ Πειραιῶς.

Ὅπως ἀναφέρεται στὸν Πειραϊκὸ Τύπο τῆς ἐποχῆς γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας Βαρβάρας:

Πολλαὶ οἰκογένειαι σήμερον ἐξέδραμον λίαν πρωῒ εἰς τὸν παρὰ τὴν τοποθεσίαν Δαφνὶ ναὸν τῆς Ἁγίας Βαρβάρας ἔνθα κόσμος πολὺς συρρέει καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν σήμερον. Ἐν τῷ ναῷ τῆς Ἁγ. Βαρβάρας προσφέρονται πλεῖστα ἀναθήματα, τῆς εἰκόνος θεωρουμένης θαυματουργοῦ. 

Μὲ τὸ τέλος τῆς πανηγύρεως οἱ προσκυνητὲς σταματοῦν προσκυνηματικὰ στὸ ναΰδριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, ποὺ πανηγυρίζει τὴν ἑπομένη. Βρίσκεται στὴν Ἱερὰ Ὁδό, στὴ συμβολή της μὲ τὴν ὁδὸ Ἁγίας Ἄννης. Αὐτὸ τὸ ἐκκλησάκι, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ Ἐλαιώνα τῆς Ἀθήνας στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ κατὰ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20ου αἰ., ἀποτελοῦσε τὴν πνευματικὴ κυψέλη καὶ καταφυγὴ τῶν ἀγροτῶν γύρω ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ Βοτανικοῦ.

Τέλος, στὸ χρονογράφημά του αὐτὸ ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρεται στὴν ἑορτὴ τῆς ἡμέρας δημοσιεύσεως τοῦ χρονογραφήματός του, τῆς 6ης Δεκεμβρίου, ὅταν τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νικολάου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου  Μύρων τοῦ θαυματουργοῦ. Ὁ Α. Μ. χαρακτηρίζει τὴν ἑορτὴ ὡς:

 φαιδροτέρα ἑορτὴ τῆς θαλασσινῆς Ἑλλάδος 

τὸν δὲ ἅγιον Νικόλαον, ὡς:

 

 τὸν ἐξόχως θαλασσινὸν ἅγιον, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου κοσμοῦνται τὰ περισσότερα Ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν σεπτὴν εἰκόνα ὅλα φέρουν μετὰ σεβασμοῦ 

Ἐφ. Ἀκρόπολις, 6.12.1901, σ. 1.

Ὁ Α.Μ. μνημονεύει τὸν ἅγιο Νικόλαο καὶ σὲ διηγήματά του ὅπως στά: «Μανουήλα», «Βαρκαρογιάννης», «Μὲ τὰ πανιά», «Κὺρ-Μανωλάκης» καὶ ἰδιαίτερα στὸ «Τῶν θαλασσῶν ὁ Ἅγιος», ὅπου χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει:


 
«Ὁ ἅγιος Νικόλαος εἶνε ἡ τρυφερωτέρα τῶν νησιωτικῶν ἑορτῶν. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν οἰκία ἐν τῇ νήσῳ νὰ μὴ ἔχῃ καὶ ἕνα ναύτην, καὶ δὲν ὑπάρχει ναύτης νὰ μὴ ὀνομάζεται Νικόλαος. Ἐννοεῖται τώρα ποία εὐχάριστος κίνησις ἐν τῷ χωρίῳ θὰ προσημαίνῃ τὴν ἡμέραν τῆς παραμονῆς, τὴν φθάνουσαν πανήγυριν, ὅτε οἱ ἑορτάζοντες οἶκοι ἁμιλλῶνται εἰς τὴν καθαριότητα καὶ τὴν καθόλου διάταξιν τῶν πραγμάτων, δι᾿ ὧν θὰ φανερώσωσιν ὅτι ἐορτάζουσι.

Παρῆλθεν ἤδη ἡ μεσημβρία. Οἱ ἱερεῖς καλοενδεδυμένοι καὶ πρόσχαροι μετέβαινον εἰς τοὺς ναοὺς ἐνωρὶς διὰ τὸν ἑσπερινόν. Αἱ γυναῖκες ἐπέστρεφον ἤδη ἀπὸ τοὺς κλιβάνους, κομίζουσαι μὲ χαρὰν τὰ ἑτοιμασθέντα μεγάλα ἐκεῖνα πρόσφορα, τὰ ὁποῖα μετὰ τόσης ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ δεξιότητος ζυμωθέντα, εἶτα δὲ ψηθέντα, ἅμα σημάναντος τοῦ Ἑσπερινοῦ, θὰ κομισθῶσιν εἰς τὸν ναόν. Αἱ κόραι ἄσπρισαν ἤδη καὶ τὸ κατώφλιον τῆς θύρας, ἔρριψαν διὰ τὴν ἀπὸ τῶν ὑποδημάτων λάσπην χονδρὸν σκουτί, ἀπὸ ἐκεῖνα ἐντὸς τῶν ὁποίων θλίβουσι τὰς ἐλαίας εἰς τὰ ἐλαιοπιεστήρια, καὶ εἰσῆλθον νὰ διασκευάσωσιν ἑορταστικῶς καὶ τὰς αἰθούσας. Ἀργότερον ἀκόμη αἱ μητέρες, ἀποκτήσασαι καλὴ μοῖρα τὸ πολυάσχολον ἐκεῖνο τῆς πενθερᾶς ὕφος, φαιδραὶ ὥστε νὰ γελῶσι σχεδόν, καμαρώνουσαι ὥστε νὰ βαδίζωσι σιγὰ-σιγά, ἐκόμιζον ἀπὸ τοὺς κλιβάνους πάλιν ἐπὶ παμμεγίστων σινίων τοὺς μπακλαβάδες, τὰ εὐώδη χορταστικὰ ἐκεῖνα νησιωτικὰ γλυκύσματα, προωρισμένα «γιὰ τὸν γαμπρό», ὅστις εἰς ὅλα τα ταξείδια καὶ εἰς ὅλας τὰς τρικυμίας ὀνειρεύεται αὐτὴν τὴν εὐφρόσυνον ἡμέραν, ὅτε, ἀρραβωνισμένος, νὰ εὑρεθῆ εἰς τὴν νῆσον του καὶ νὰ εἴπῃ εὐχαριστημένος εἰς τὴν γραίαν μητέρα του, δακρύουσαν ἐκ τῆς χαρᾶς: «φᾶγε, μάννα, μπακλαβᾶ ἀπὸ τὴν νύφη». Ὁλόκληρον τὸ χωρίον εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν ἀτελεύτητον προετοιμασίαν τῆς ἑορτῆς, ὅτε νομίζει τις ὅτι ὅλα τα ἔχει καὶ ὅλα λείπουν καὶ μόνον ὁ πράκτωρ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς, ὑψηλὸς καὶ ξηραγγινός τις διοπτροφόρος, ἀναιβοκατέβαινεν εἰς τὴν παραλίαν, διότι περιεμένετο τὸ καθυστερῆσαν ἀτμοπλοῖον».

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Ἐὰν τὸ χαρακτηριστικὸν πράγματός τινος εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὴν χάριν καὶ τὴν ὠμορφιὰ εἰς ἓν πρᾶγμα, τότε ἠμπορεῖ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ Νικολοβάρβαρα ἦλθαν ἐφέτος εἰς  τὴν πόλιν μας χωρὶς ὠμορφιὰ καὶ χωρὶς χάριν, διότι ἀντὶ μὲ καταιγίδας καὶ χιονοβολάς, ἀντὶ μὲ θυέλλας καὶ ναυάγια ἦλθαν μὲ μίαν γλυκύτητα, μὲ μίαν ἠπιότητα, τὴν ὁποίαν μόνον εἰς φθινοπωρινὰς ἡμέρας παρατηρεῖ κανείς. Ὁ οὐρανὸς συννεφιασμένος μὲν πάντοτε, χωρὶς ἥλιον καὶ χωρὶς ἀκτῖνας ἀλλὰ μίαν εὐάρεστον θερμότητα ἀποστέλλει εἰς τὴν γῆν, πρασινοβολοῦσαν μὲ τοὺς λαχανοκήπους της καὶ τὰ φυέντα σανά της. Οἱ ἄνεμοι ἐσίγησαν ὁλοτελῶς καὶ μία τερπνὴ νηνεμία ξεθαρρεύει τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς ἐπανωφόρια, ἐξέρχωνται εἰς περιπάτους, ἐνθυμίζοντας πολὺ τὴν φθινοπωρινὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ ὥραν. Ἐν  ᾧ ἡ παράδοσις τὰ ἐζωγράφισεν, ὅπως καὶ εἶναι, τὰ Νικολοβάρβαρα, μὲ ὅλους τοὺς ἀγρίους χρωματισμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους περιβάλλουσι τὴν φύσιν αἱ δειναὶ καταιγίδες, ὁποῦ παρακολουθοῦν πάντοτε τὸν καιρὸν αὐτόν, τὴν καρδίαν τοῦ χειμῶνος:

Ἅη-Βαρβάρα βαρβαρώνει κι’

Ἅης-Σάββας σαββανώνει

Ἅης-Νικόλας παραχώνει

 

Οὕτω χαρακτηρίζει ἡ παράδοσις τὰ Νικολοβάρβαρα, μὲ αὐτὴν τὴν  ἀγρίαν χάριν καὶ μὲ αὐτὴν τὴν παγερὰν τοῦ θανάτου εἰκόνα. Εἶναι ἡ ἀληθεστέρα ζωγραφιὰ τοῦ χειμῶνος, τὴν ὁποία ἐπέτυχε νὰ γράψῃ ζωγράφος, παραστήσας τὸν χειμῶνα, ὅπως καὶ εἶναι, ὅταν ἔλθῃ μὲ ὅλην τὴν ἀγρίαν του καὶ παγωμένην χάριν, κρύος σαβανωτὴς τῆς φύσεως.

 

*

Ἀκόμη πηγαίνει κόσμος εἰς τὴν Ἁγίαν Βαρβάραν, ἔξω εἰς τὴν θαυματουργὸν μεγαλομάρτυρα, ἡ ὁποία συγκινεῖ τοὺς χριστιανοὺς πάντοτε μὲ τὸ ἔξοχον καὶ θεῖον κάλλος τῆς ψυχῆς της, ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ πατρός της σφαγιασθεῖσα, καὶ μὲ τὰ θαύματά της τὰ ἐξακουστά. Ἐφέτος χιλιάδες κόσμος ἠγρύπνησαν πανοικεὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν της.

Τὸ προαύλιον ἦτο πλῆρες προσκυνητῶν, μέσα εἰς τὸν ναὸν ἦτο ἀδύνατον νὰ εἰσέλθῃ κανείς, γεμᾶτος ἀπὸ διαφόρους ἀσθενεῖς κατακειμένους ἐπὶ τοῦ ἐδάφους παμπόλλους. Εἰς τὰς τρεῖς εἰκόνας τῆς ἁγίας ἔκαιον ἀκοίμητοι λαμπάδες καὶ ὅλην τὴν νύκτα ἐψάλλοντο παρακλήσεις ὑπὸ τῶν δύο ἐφημερίων της. Τὴν λειτουργίαν ἐλάμπρυνεν ὁ παπα-Μανουσόπουλος μὲ τὴν πομπώδη ἀπαγγελίαν του καὶ τὸ σεβάσμιον παράστημά του. Κατ’ αὐτὴν συνέβη αἴφνης νὰ γεννήσῃ γυνή τις, μεταξὺ τῶν προσκυνητῶν ἐκ Πειραιῶς προσελθοῦσα μετ’ ἄλλων γνωστῶν της γυναικῶν καὶ ἔγινε τότε πολὺς φαιδρὸς θόρυβος  καὶ χαριεστάτη ταραχὴ μέσα εἰς τὸ πλῆθος τῶν προσκυνητῶν, ὁποῦ ἤθελον ἀμέσως νὰ τὸ βαπτίσουν τὸ βρέφος, ἐνῷ ἡ λεχὼ ἠρνεῖτο.

— Νὰ τὸ βαπτίσωμεν τώρα, κυρά!

— Ὄχι. Δὲν θέλω νὰ τὸ βαπτίσω τὸ παιδί μου. Θὰ πάγω στὸ σπίτι μου νὰ σαραντίσω πρῶτα!...

Τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο ἐγέννησεν ἀλησμόνητον φαιδρότητα εἰς τὴν ἐφετεινὴν πανήγυριν τῆς ἁγίας Βαρβάρας.

 

**

Ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Βαρβάραν φεύγοντες οἱ προσκυνηταί, μετὰ τὴν πανήγυριν, ἐσταματοῦσαν εἰς τὸ τερπότατον ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Σάββα, παρὰ τὴν Ἱερὰν ὁδόν, ὅπου ἑορτάζετο χθὲς ἡ μνήμη του μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ τάξεως.

 

***

Σήμερον δὲ εἶναι ἡ φαιδροτέρα ἑορτὴ τῆς θαλασσινῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία μὲ τόσην δόξαν καὶ τόσην θαυμαστὴν αἴγλην περιβάλλει τὸν ἅγιον Νικόλαον, τὸν ἐξόχως θαλασσινὸν ἅγιον, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου κοσμοῦνται τὰ περισσότερα Ἑλληνικὰ πλοῖα, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν σεπτὴν εἰκόνα ὅλα φέρουν μετὰ σεβασμοῦ, ἐν τῷ πρυμναίῳ, ἀποδίδοντα βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν πολιὸν τῶν Μυρίων Ἱεράρχην, ὅστις ἀκούραστος πάντοτε τρέχει καλούμενος καὶ προφθάνει πανταχοῦ, ὅταν ἡ ἀδυσώπητος τρικυμία ἀφαιρῇ πᾶσαν ἐλπίδα ἀπὸ τὸν θαλαττεύοντα. Διὰ τοῦτο σήμερον τὰς λευκοτέρας προσφορὰς θὰ κομίσουν εἰς τοὺς ναοὺς αἱ εὐσεβεῖς νησιωτοποῦλαι καὶ τὰ μεγαλυτέρας λαμπάδας θ’ ἀνάψουν εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Ἱεράρχου τὰ ναυτόπουλα, σχολάζοντα σήμερον, ὅπου κι ἂν εἶναι, καὶ τρέχοντα νὰ ἀνακαλύψουν μίαν ἐκκλησίτσαν κ’ ἕνα ἅγιον Νικόλαον μέσα εἰς ὅλην πνευματικὴν ἀκαταστασίαν, ἥτις τοὺς χρόνους αὐτοὺς σαλεύει τὰ πάντα...

Ἐφ. Ἀκρόπολις, 6.12.1901, σ.1.


Ὁ Ταξειδιώτης 

*Πολλὲς εὐχαριστίες, γιὰ τὴν βοήθειά του, στὸν ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίας Βαρβάρας Ἀττικῆς, π. Νικόλαο Γκάτσεβις.

**Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 897/4.12.2020, σ. 17-18.

 

 

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Σαρανταήμερον»*

 

Στὴ διάρκεια τοῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1901 ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος, 1850-1929) ἐπισκέφτηκε ‒σὲ δημοσιογραφικὴ ἀποστολή‒ τὸ Καρπενήσι καὶ καταγράφει τὶς ἐντυπώσεις του στὸ χρονογράφημά του «Ἀπὸ ποῦ πᾶν’ στὸ Καρπενήσι», ποὺ δημοσιεύεται  στὴν ἐφ. Ἀκρόπολις στὶς 15 Ἰανουαρίου 1902. Τὴν ἴδια ἐποχή, στὶς 16 Νοε. 1901, ἀρθρογραφεῖ στὴν ἴδια ἐφημερίδα γιὰ τὸ Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγέννων καὶ τὰ ἔθιμά του.

"Ἡ ψυχὴ ἁγιάζεται, εἰρηνεύει καὶ πραΰνεται"

Μία ἡμέρα μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἁγίου καὶ ἱεροῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 1901, στὶς 16 Νοεμβρίου, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης δημοσιεύει στὴν ἐφ. Ἀκρόπολις, στὴν πρώτη σελίδα, χρονογράφημα λαογραφικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ περιεχομένου μὲ τίτλο «Σαρανταήμερον». Τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ συνηθισμένο δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ταξειδιώτης».

Σχέδιο σὲ χαρτόνι μὲ μολύβι
Διὰ χειρὸς Κωνσταντίνου Κουτούμπα (2009). 
"Σταλάξατε τὰ ὄρη τῆς Σκιάθου γλυκασμόν.
Καὶ ὁ βουνὸς τῆς Κουνιστρίας σκίρτα καὶ χόρευε".


Ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης φαίνεται πὼς ἐκείνη τὴν ἐποχὴ κατοικεῖ κοντὰ στὸν μικρὸ μεταβυζαντινὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Κυριακῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς καθὼς δηλώνει ὅτι κάθε πρωὶ τὸν ξυπνᾶ εὐχάριστα ὁ γλυκὺς ἦχος τῆς καμπάνας τοῦ Ναοῦ. Ἀναφέρεται, ἀκόμη, στὸν ἐκκλησιασμό του στὸ μικρὸ ναΰδριο τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, στὴν μνημόνευση τῶν ὀνομάτων ἀπὸ τὸν ἱερέα καθὼς καὶ τὴν εὐλαβικὴ  προσκύνηση τῶν εἰκόνων ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους στὴν περιοχή. Ὅμως, παρατηρεῖ πὼς ἡ φύσις καὶ ἡ πίστις τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀδύναμη. Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ τὸ πρωῒ ἀνάβουν τὸ κερί τους καὶ ἀσπάζονται εὐλαβικὰ τὶς εἰκόνες, κατόπιν, στὸν τόπο ἐργασίας τους, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν τύρβη καὶ τὶς δυσκολίες τοῦ βιοπορισμοῦ, λησμονοῦν ἢ παραθεωροῦν ὅ,τι ἔπραξαν τὸ πρωῒ στὸν μικρὸ ναὸ τῆς Ἁγ. Κυριακῆς καὶ βλασφημοῦν ἀσεβῶς κατὰ ἱερῶν καὶ ὁσίων.   

Ἀναρωτιέται, τέλος, εὔλογα ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης:

 

Ἅγιον καὶ ἱερὸν Σαρανταήμερον, πόσες φορὲς τάχα ἀκόμη εἶναι γραμμένον νὰ ἐπαναληφθῇς ἕως οὗ ὅλος ὁ κόσμος νὰ καθαρίσῃ τὴν καρδίαν του, καὶ νὰ μὴ ἀναβαίνωσι πλέον εἰς τὴν γλῶσσαν λέξεις βλασφημίας μολύνουσαι τὸ ἅγιον Βάπτισμα τοῦ ὀρθοδόξου!...

 

Ἐφ. Ἀκρόπολις, 16.11.1901, σ. 1.
Ἐπίσης, σημειώνεται πὼς σύμφωνα μὲ ταξιδιωτικὸ ἄρθρο τοῦ Μωραϊτίδη, ποὺ δημοσιεύεται στὴν ἴδια ἐφημερίδα, στὶς 15 Ἰανουαρίου 1902, ὅπου καταθέτει τὶς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὸ περιπετειῶδες ταξίδι του στὸ Καρπενήσι, αὐτὸ τὸ ταξίδι πραγματοποιήθηκε στὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1901.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης καὶ σὲ ἄλλα χρονογραφήματά του ἀναφέρεται στὸ Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγέννων στὴν Ἀθήνα καὶ μὲ θλίψη παρατηρεῖ πὼς στὰ «Σύγχρονα Σαρανταήμερα», ὅπως τὰ ἀποκαλεῖ, σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὶς ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὴν ἴδια περίοδο στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὴν Σκιάθο τὰ ἔθιμα, οἱ παραδόσεις καὶ ἡ θρησκευτικότητα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἔχουν, ἐν πολλοῖς,  χαθεῖ στὴ πρωτεύουσα πόλη τῶν Ἀθηνῶν.

Ἐφ. Ἀκρόπολις, 16.11.1901, σ.1.

Στὸ Σαρανταήμερο ἀναφέρεται ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης καὶ στὸ διήγημά του «Χρυσῆ καδένα».

Ἡ Θωμαή, ἡ ἡρωίδα τοῦ διηγήματος :

 

«μεταβαίνουσα πρωὶ-βράδυ, ἤναπτε τὰ κανδήλια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἑνὸς μικροῦ ναΐσκου, παρὰ τὴν ἄμπελον, ὑπὸ τὴν σκιὰν ἐλαιῶν καὶ κυπαρίσσων, .... Ἤναπτε τὰ κανδήλια τοῦ ἁγίου, σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύκτες, ὅλον τὸ σαρανταήμερον. Ἤναπτε κηράκια πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ ἁγίου, εἰς τὸ ξύλινον μικρὸν μανουάλιον. Ἤναπτεν ἀνθρακιὰν ἐντὸς θραυσμένης κεράμου, κ᾿ ἐθυμίαζε τὸν μικρὸν ναΐσκον, σαράντα μέραις καὶ σαράντα νύκτες».   

 Ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς περὶ τὸ 1865-1870, τὴν ἐποχὴ ποὺ πρωτοῆλθε ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης στὴν Ἀθήνα ὡς μαθητής. Ἀριστερὰ διακρίνεται ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Κυριακῆς. Φωτογράφος: Marie-Claude Ferrier [Βλ. Χάρη Γιακουμῆ καὶ Τάσου Α. Ἀνδρέου «Μεταμορφώσεις τῶν Ἀθηνῶν, Φωτογραφικὸ Ὁδοιπορικό 1839-1950», ἐκδ. Kallimages 2014, σ. 143].


 Ὁ δὲ σύζυγός της, ὁ Λαλεμῆτρος ἀσθενήσας καὶ εὑρισκόμενος στὴν ἀλλοδαπή, βλέπει κάθε βράδυ ὅλο τὸ Σαρανταήμερο στὸν ὕπνο του τὸν Ἅγιο Γεώργιο. Τὴν τελευταία ἡμέρα τοῦ Σαρανταημέρου ἔρχεται ὁ Ἅγιος γιὰ νὰ τὸν πάρει μὲ τὸ ἄλογό του, νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, στὴ σύζυγό του.  Ἐγειρόμενος ὁ Λαλεμῆτρος εἶχε ἰαθεῖ πλήρως:

 «Ἔκαμνα τότε τὸν σταυρόν μου καὶ ἐφιλοῦσα τὴν χρυσήν μου καδένα, καὶ παρακαλοῦσα τὸν ἅγιον Γεώργιον. Αὐτὸ ἐξηκολούθησεν ὁλόκληρον ἕνα σαρανταήμερον,....Τὴν ἡμέραν ὅμως ποὺ ἐτελείωνε τὸ σαρανταήμερο - θυμοῦμαι καλά· ὁ ἄρρωστος καὶ ὁ φιλάργυρος δὲν κάμνουν λάθος εἰς τὸ μέτρημα - βλέπω κ᾿ ἔρχεται, καθαρὰ-καθαρὰ πλέον, τὴν αὐγήν, ὁ ἅγιος Γεώργιος, στὸν ὕπνον μου....

   —Μὴ φοβᾶσαι, Λαλεμῆτρο! Ἀνέβα στὰ καπούλια, νὰ σὲ πάγω στὴν γυναῖκα σου! Παναγία μου! σὰν νὰ τὸν βλέπω ἀκόμη μπροστά μου.

Εἶπε καὶ ἔκαμε τὸν σταυρὸν τοῦ ὁ Λαλεμῆτρος καὶ εἶτα ἐξηκολούθησεν ἀμέσως:

Ἐξύπνησα. Στὰ μάτια μου ἔλαμψεν ἡμέρας φῶς. Εἶδα τὸν κόσμον. Εἶδα τὸν ἥλιον, εἶδα τὸ φῶς μου».

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟΝ

—Ντάν-Ντάν-Ντάν!

Πόσον γλυκά, πόσον μαλακὰ μ’ ἐξυπνᾷ ἡ καμπανίτσα τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, ἡ γλυκειὰ καὶ μαλακή. Γλυκειὰ ὡς ἡ προσευχὴ καὶ μαλακὴ ὡς ἡ ὑμνῳδία...

— Ντάν-Ντάν-Ντάν!

Τοῦ ναΐσκου τοῦ μικροῦ τὰ κανδηλάκια λάμπουν, ὅλα ἀναμμένα μὲ πολὺ φῶς. Ὀλίγαι γερόντισσαι, ὄρθιαι προσελθοῦσαι, ἤναψαν τὰ κεράκια των καὶ προσεύχονται παρὰ τὸ ἅγιον βῆμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ λειτουργῶν ἐφημέριος ἐκτελεῖ τὰ τῆς «Προσκομιδῆς», μνημονεύων τὰ ὀνόματα μὲ φωνὴν ὡς ψύθιρον ἀκουομένην μουρμουριστικήν, ἀλλ’ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὑψῶν μεγαλοφωνότερον τὴν λαλιάν:

— Μνήσθητι, Κύριε!

Ἵσταται καὶ ἀναπνέει· ξαναλέγει μιὰ φορὰ ἀκόμη τὸ «Μνήσθητι Κύριε» καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὀνομάτων ἀπὸ σημειωματαρίου:

— Γεωργίου, Δημητρίου, Πανώριας, Νικολάου, Εὐρυσθένους, Ὄρσας, Καλήτσας, Ἀγγέλως, Μεταξοῦς...

Ὀνόματα ποικίλα καὶ ποικιλοσχημάτιστα, ἀπὸ ὅλον τὸ ἁγιολόγιον μὲν ἐξηγμένα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν μυθολογίαν τὴν ἑλληνικὴν καὶ πρὸς τούτοις, ἄλλα περιεργόκλιτα, ἀπὸ τὴν ἁγνοτέραν δημοτικὴν γλωσσικὴν ἱστορίαν παρμένα, ἄλλα ἁπλῶς καὶ ἁπλοσχηματίστως, καὶ ἄλλα  πάλιν, φέροντα εἰς τὸν εὔμορφον τύπον των, ὅλην τὴν οἰκογενειακὴν στοργήν, μὲ τὴν ὡραίαν ὑποκοριστικὴν περιβολήν των, μὲ τὴν ὁποίαν τόσον παρθενικῶς γνωρίζει νὰ τὰ περιβάλλῃ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ χριστιανικὴ καρδία.

*

Εἶναι τὸ παπαδικὸν σημειωματάριον ἡ πληρεστέρα συλλογὴ τῶν ὀνομάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τόσον καλά, μὲ ὅλους τοὺς γραμματικοὺς τύπους, καλλίτερα ἀπὸ πολλοὺς σοφούς, γνωρίζει νὰ κατασκευάζῃ,  ὁ σοφώτατος ἑλληνικὸς λαός, δρέπων τὰς εὐμορφοτέρας λέξεις, ἀπὸ ὅλην τὴν φυσικὴν ἱστορίαν, ὡς δρέπει ἡ μέλισσα τὸ μέλι τῶν καλλιτέρων ἀνθέων, καὶ ὡς συλλέγει ὁ ἁλιεὺς τοὺς ὡραιοτέρους μαργαρίτας ἀπὸ τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης...

**

Ἀφ’ ὅτου ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μετὰ τὸ βάπτισμα ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας, καθιερώθη ὡς ἱερὸς καὶ ἐπίσημος ἐν τοῖς θρησκευτικοῖς μας ἐθίμοις καὶ ταῖς ἐθνικαῖς παραδόσεσι. Μὲ σαράντα λειτουργίας πρέπει νὰ προπεμφθῇ ὁ νεκρὸς εἰς τὸν τάφον, ἐνῷ ἡ ψυχὴ σαράντα ἡμέρας πτερυγίζει περὶ τοὺς ζῶντας, ἐπισκεπτομένη τὰ προσφιλῆ της πρόσωπα, ἀοράτως, καὶ ἀγαπητούς της τόπους. Μὲ σαράντα λειτουργίας  πρέπει ὁ νεωστὶ χειροτονηθεὶς ἱερεὺς νὰ προσλάβῃ τὸ χρῖσμα τὸ ἱερὸν τοῦ παπᾶ, καὶ σαράντα ἡμέρες πρέπει νὰ νηστεύῃ ὁ νεοκούρευτος μοναχὸς προσμένων ἐν τῷ ναῷ μὲ τὰ σχήματά του καὶ μεταλαμβάνων. Σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας ἔμενεν ὁ Χριστὸς εἰς τὸν κόσμον, μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, κάμνων τὰς θαυμαστὰς ἐκείνας ἐμφανίσεις του, καὶ σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας ἔκλαιεν ἡ μαύρη χήρα τὰ κόλλυβα τοῦ ἀφέντου της ὁποῦ ἐπνίγη, πιστεύουσα ὅτι ἠμποροῦσε μία γοργώνα νὰ τῆς τὸν φέρῃ ζωντανόν, ὡς ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔφερνε τοὺς πνιγμένους βυθιζόμενος εἰς τὸν πυθμένα κάτω  καὶ ἀνάγων αὐτούς, καὶ σαράντα λειτουργίας πρέπει νὰ κάμνουν τὰ παιδιὰ τὰ ὀρφανὰ διὰ τὴν ψυχὴν τῆς μανούλας των, ὁποῦ ἀπέθανε χωρὶς νὰ μεταλάβῃ ἡ καϋμένη...

***

Ἔτσι ἄρχισε καὶ τὸ σαρανταλείτουργον ὁ ἐφημέριος τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, τῆς ὁποίας ἡ καμπανίτσα τόσον γλυκὰ καὶ τόσον μαλακὰ μ’ ἐξυπνᾷ πρωΐ-πρωΐ:

— Ντὰν-Ντὰν-Ντάν!

Εἶναι ὡραῖον, εἶναι γλυκύ, εἶναι μαλακὸν ν’ ἀκούῃ κανεὶς τὴν πρωϊνὴν λειτουργίαν, ὅλον τὸ Σαρανταήμερον. Ἡ ψυχή του ἁγιάζεται, εἰρηνεύει καὶ πραΰνεται Καὶ διέρχεται οὕτω μίαν ἡμέραν ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ὡραίαν, ἔχων ὅλην τὴν ἡμέραν ἐν τῇ ψυχῇ του τὸ τοῦ Δαυίδ:

 — Ἐγὼ δὲ εἶπα, Θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες.

 

****

Καὶ ὅταν εἰς τὸν ἁπλοῦν αὐτὸν γειτονικόν μου ναΐσκον βλέπω, πρωΐ-πρωΐ, νὰ ἐμβαίνουν οἱ ἐργατικοί, μὲ τὴν ποδιὰν τῆς ἐργασίας των, νὰ ἐμβαίνουν μὲ τόσον σεβασμόν, καὶ νὰ ἀνάπτουν μὲ τόσην κατάνυξιν τὸ κηράκι των, καὶ νὰ ἀσπάζωνται τὰς ἁγίας εἰκόνας μὲ τόσην εὐλάβειαν, μακαρίζω τον ἑλληνικὸν λαόν, ὅπου τόσον εἶναι πιστὸς εἰς τὰ πάτρια. Ἀλλ’ ὅταν μετ’ ὀλίγον, ἐκεῖ, παρὰ τὴν ὀχλοβοὴν τῆς ἀγορᾶς, μέσα εἰς τὰς δοσοληψίας καὶ τὰς συναλλαγάς, ἀκούσω βλασφημίας φοβερὰς ἀπὸ τὰ στόματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφίλησαν πρὸ μικροῦ τὰς ἁγίας εἰκόνας· βλασφημίας πρὸς τὸ ἄκουσμα τῶν ὁποίων ἀνατριχιάζει τοῦ χριστιανοῦ τὸ δέρμα, βλασφημίας βαρυτάτας κατὰ ἱερῶν καὶ ὁσίων, τότε λέγω μὲ λύπην:

— Ποῖοι λοιπὸν ἦσαν ἐκεῖνοι ὅπου μὲ τόσην κατάνυξιν ἤναψαν πρὸ μικροῦ τὸ κηράκι των εἰς τὸν ναΐσκον τὸν ἥσυχον τῆς ἁγίας Κυριακῆς...

*****

— Ντὰν-Ντὰν-Ντάν!

Ἅγιον καὶ ἱερὸν Σαρανταήμερον, πόσες φορὲς τάχα ἀκόμη εἶναι γραμμένον νὰ ἐπαναληφθῇς ἕως οὗ ὅλος ὁ κόσμος νὰ καθαρίσῃ τὴν καρδίαν του, καὶ νὰ μὴ ἀναβαίνωσι πλέον εἰς τὴν γλῶσσαν λέξεις βλασφημίας μολύνουσαι τὸ ἅγιον Βάπτισμα τοῦ ὀρθοδόξου!...

Ὁ ταξειδιώτης

 Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Βρυξελλῶν τῆς Μακεδονίας, φ. 895, 20.11.2020, σ. 17-18.


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Μωραϊτιδαντωνίου

 Δὲν ἔχουν τελειωμὸ τὰ πάθια κι οἱ καϋμοὶ τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη. Δὲν τοῦ ἔφτανε ἡ βαριὰ θολία τοῦ τριτεξαδέλφου του, ποὺ δικαίως κατὰ τὴ μεγάλη πλειονοψηφία ἀναγνωστῶν καὶ μελετητῶν  ἢ ἀδίκως κατ’ ὀλιγίστους  ἐπισκιάζει,  ἐν πολλοῖς τὸ ἔργον του, οὔτε ἡ σύμφυρσή του, ἐξ αἰτίας ἑνὸς ρινικοῦ συμφώνου, μὲ τὸν γνωστὸ Ἀθηναιογράφο, θεατρικὸ συγγραφέα, ποιητὴ καὶ δημοσιογράφο. Τὸ κακό, ὅμως, τρίτωσε μὲ ἕναν Ἀγραφιώτη.


     Ἐκδοτικὸς οἶκός τις, ὄχι καὶ τόσον ἄγνωστος,  ἀναγγέλλει τὴν ἔκδοση τοῦ θεατρικοῦ ἔργου τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη,  «Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν». Στὸ σύντομο βιογραφικὸ ποὺ παραθέτει, ἀφοῦ τονίζει πὼς τὸ ἔργο βραβεύτηκε στὸν Νικοδήμειο διαγωνισμό, πλαισιώνει τὸ κείμενο μὲ τὴ φωτογραφία τῆς εὐγενικῆς μορφῆς τοῦ Καρπενησιώτη λογίου καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ἀλλὰ μὲ λεζάντα Α. Μωραϊτίδης! Καὶ ἂν τυχὸν ὑπῆρχε κάποια φυσιογνωμικὴ ὁμοιότητα, θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ εἰκόνα. Δὲν ἔβαζε καλλίτερα καμμιὰ φωτογραφία τοῦ ἀειμνήστου καὶ θυμοσόφου Τζίμη Πανούση! Θὰ ἦταν, ὄντως, κοντύτερα στὴ μορφὴ τοῦ Μωραϊτίδη. Μικρὸ τὸ κακὸ ἕως καὶ καλὸν καὶ πάνυ εὐάρεστον γιὰ τοὺς Ἀγραφιῶτες. Καὶ τὸν «Ταξειδιώτη» τῆς Ἀκροπόλεως, ὁ ὁποῖος ὡς δημοσιογράφος ἐπισκέφτηκε τὸ Καρπενήσι τὸν χειμώνα τοῦ 1901, καὶ τὸν δικό τους Ζαχαρία Παπαντωνίου, μαζὶ καὶ τοὺς δύο στὸν ἴδιο χῶρο. Ἡ ἀστοχία, ἐξ ἀγνοίας προφανῶς, τοῦ συντάκτου τοῦ βιογραφικοῦ, ἔφερε ἕναν γέννημα θρέμμα θαλασσινὸ καὶ ὡς μοναχὸ Ἀνδρόνικο τελειωθέντα μὲ ἕναν ὀρεσίβιο καὶ κοσμοπολίτη, ταυτόχρονα, στὸν ἴδιο χῶρο.


Ὁ Παπαντωνίου διατηροῦσε φιλικὴ σχέση μὲ τὸν Ἀλέξανδρο  Μωραϊτίδη καὶ ἔχει δημοσιεύσει ἀρκετὰ γι’ αὐτόν. Τό ’χει φαίνεται ἡ μοίρα τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη νὰ "μπλέκει" μὲ βουνίσιους στεριανούς. Πέρυσι τὴν ἐπέτειο   τῶν ἐνενῆντα ἐτῶν  τῆς κοιμήσεως του, στὶς 25 Ὀκτ. 2019, τίμησαν κάτι ἐλαφροΐσκιωτοι τῶν Γρεβενῶν τῆς Πίνδου μὲ ἐμπροσθοφυλακὴ τὰ δύο ἀποκλειστικῶς Μωραϊτιδικὰ φύλλα τοῦ τερπνοῦ ἐντύπου Τύρβη τῆς φαιδρᾶς συντεχνίας τῶν Γρεβενῶν καὶ guest-antistar  κάτι αἰθεροβάμονες ἀπὸ ἕν «Ἑλληνομουσεῖον» τῶν Ἀγραφιώτικων βουνῶν. Καὶ τίμησαν τὴν ἐπέτειο ὄχι μόνο μὲ τὸν λόγο τοῦ Μωραϊτίδη ἀλλὰ καὶ μὲ κρασοβόλια Σκοπέλου καὶ τσιαλαφούτι Ἀγράφων· ἄνευ γιουβετσίων!

Τὸ θεατρικὸ τοῦ Μωραϊτίδη δὲν ἐκδόθηκε τελικά. Ἔχουν περάσει ἑπτὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Ὅμως, ἡ ἀναγγελία ἔμεινε στοὺς ἀπέραντους λειμῶνες τοῦ διαδικτύου καὶ ἀναδύεται μετὰ πᾶσαν ἐνδελεχῆ πληκτρολόγηση γιὰ νὰ ὑπενθυμήσῃ, σὲ ὅσους ἀκόμη συνεχίζουν νὰ γοητεύονται ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου, ὅτι δροσίζει τὴν ἀγωνιῶσαν διὰ τὸν ἐπιούσιον ψυχὴν ὡς ἡ λυσίπονος πνοὴ τῶν μελτεμιῶν· ροδόσταγμα ἁγνὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν των,  καὶ  ὅτι συνεχίζει ὁ Μωραϊτίδης νὰ δηλώνει παρών, ἀλλὰ μὲ ἄλλους κάθε φορά, πολλοὺς κι ἀπρόσμενους τρόπους.

Ντῖνος  Ἀγραφιώτης


* Πρώτη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν φ. 893/6.11.2020, σ. 17.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ, ΤΟ 1912

                                                    τὰ Μεγάλα Βραγγιανά...τὸ μέρος αὐτὸ τὸ                                                                                                                       ὡς ἄλλοι Δελφοί


Ὁ λογοτέχνης, δημοσιογράφος καὶ πολιτικὸς Στέφανος Γρανίτσας (Γρανίτσα Ἀγράφων 1880-Ἀθήνα 1915), ἐξέχουσα πνευματικὴ καὶ ἀγωνιστικὴ μορφὴ ἐξ Ἀγράφων ὁρμωμένη, ξεκινᾶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1912 (17 Αὐγούστου)  νὰ δημοσιεύει στὴν ἐφημερίδα Ἑστία σειρὰ λαογραφικῶν χρονογραφημάτων μὲ ὑπέρτιτλο «Τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου». Στὸ χρονογράφημά του μὲ τίτλο «Τὸ στοιχειό», ποὺ δημοσιεύεται στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφ. Ἑστία τῆς 7ης Σεπτ. 1912, ἀναφέρεται, μεταξὺ ἄλλων, σὲ ἐπίσκεψή του στὸν τόπο μας, στὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων, στὴν ἕδρα τοῦ πάλαι ποτε λεγομένου «Ἑλληνομουσείου Ἀγράφων». 

 Μολύβι σὲ χαρτί.
Ἐργο (2020) Κώστα Ντιό 

Ὁ Γρανίτσας ἀφοῦ ἀναφέρεται στὰ περὶ κατασκευῆς τοῦ δρόμου Κερασσόβου-Ἀγράφων-Βραγγιανῶν καὶ τοὺς θρύλοιυς ποὺ συνοδεύουν τὶς φῆμες περὶ ὑπάρξεως τοῦ λεγομένου ὡς «Στοιχειό» στὴν περιοχή, δηλώνει πὼς σ’ αὐτὴν τὴν περιοχὴ κατέφυγαν διωκόμενοι χριστιανοὶ Ἕλληνες μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως:

Εἰδικῶς μάλιστα εἰς τὰ μέρη αὐτά, ὡς ἀπρόσιτα, κατέφυγον χιλιάδες καταδιωκομένων Ἑλλήνων, ἰδίως κατὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως

Κατόπιν, εὑρισκόμενος στὴν περιοχὴ τοῦ Τριδένδρου (Βελισδόνι), ἀναφέρει ὅτι μὲ ὁμάδα ἄλλων περιηγητῶν ἐπισκέπτεται τὴν Ἁγία Παρασκευὴ τῶν Βραγγιανῶν, ἔργο ὅπως σημειώνει λογίων παροίκων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως  καὶ ἕδρα τῆς Σχολῆς Γραμμάτων Γούβας, τῆς ὁποίας οἱ μαθητὲς καὶ οἱ δάσκαλοι στελέχωσαν μεγάλες Σχολὲς Γραμμάτων τῆς Τουρκοκρατίας. Δηλώνει πὼς στὸν τόπο αὐτὸ δίδαξαν ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης καὶ ὁ Ἁναστάσιος Γόρδιος καὶ ἐπίσης καταγράφει, μεταξὺ ἄλλων,  ὡς μαθητὴ τῆς Σχολῆς τὸν ἀρματωλὸ Δίπλα τὸν σύντροφο καὶ συγγενῆ τοῦ Κατσαντώνη.

Ἐφ. Ἑστία, 7.9.1912, σ.1.

Ὀλίγες ἄλλως τε ὧρες ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἀνήλιον αὐτὸ ρέμα εἶναι τὰ Μεγάλα Βραγγιανά, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγαν ἀρκετοὶ φυγάδες λόγιοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἔκτισαν μίαν περίφημον ἐκκλησίαν ὑπὸ τὸ συμβολικώτατον ὄνομα Ἁγία Παρασκευή, καὶ ὅπου ἐξηκολούθησαν τὴν καλλιέργειαν τῶν γραμμάτων, συνέγραψαν, ἐδίδαξαν, ἐδημιούργησαν σοφοὺς μαθητάς, ὅπως τὸν Εὐγένιον, τὸν Γόρδιον καὶ ἀπείρους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μετὰ ταῦτα ἵδρυσαν Σχολὰς εἰς τὰ Ἰωάννινα, τὴν Σμύρνην, τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη παρασκευάσαντες τὸ Εἰκοσιένα Πρὸ ἡμερῶν ἐπεσκέφθημεν μία ὁμὰς τὸ μέρος αὐτὸ τὸ ἄγριον, ὡς ἄλλοι Δελφοί, καὶ ὁπόθεν, κατὰ τὸν Σάθαν θαρρῶ, ἔρρεε φῶς ἀνὰ πάντα τὸν Ἑλληνισμόν.

Ἐφ. Ἑστία, 7.9.1912, σ. 1. 
...ὁ τάφος τοῦ Γορδίου

 Τὸ ἰδιαίτερο στοιχεῖο ποὺ παραθέτει ὁ Στέφανος Γρανίτσας εἶναι πὼς βεβαιώνει στὴν εἴσοδο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὸν νάρθηκα,  τὴν ὕπαρξη τοῦ τάφου τοῦ Γορδίου καθὼς καὶ τῆς κάρας τοῦ Γορδίου ἐντὸς τοῦ ναοῦ· προφανῶς μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του.  Ἐνδεχομένως, ὁ Γρανίτσας εἶχε μελετήσει τὸ ἔργο τοῦ Γορδίου Περὶ Μωάμεθ καὶ κατὰ Λατείνων καθὼς παραθέτει προφητεία τοῦ Γορδίου, περὶ δημιουργίας μικροῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖο ὅμως  θὰ βρίσκεται ἐγκλωβισμένο μεταξὺ τῆς ἰσλαμικῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς παπικῆς Δύσεως..

Ἐφ. Ἑστία, 7.9.1912, σ.1.

Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου ἐμαθήτευσαν δεκάδες γνωστῶν Ἀρματολῶν καὶ Κλεφτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ περίφημος Δίπλας, ὑπάρχει ὁ τάφος τοῦ Γόρδιου καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ κάρα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ διακοσίων ἐτῶν προέβλεπε τὴν σύστασιν ἑνὸς σπιθαμιαίου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀπελπιστικῶς πνιγομένου μεταξὺ τοῦ φεσίου τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοῦ καπέλλου τῆς Δύσεως.

κάρα τοῦ Γορδίου σώζεται μέχρι τὶς μέρες μας. Μάλιστα, στὴν ἐπιφάνειά της διακρίνονται καὶ γραπτὲς διὰ μελάνης ἐνθυμήσεις  τῆς κοιμήσεως καὶ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ὀστῶν τοῦ Γορδίου.

Λεπτομέρεια ἀπὸ τὴν κάρα τοῦ 
Γορδίου, ὅπου μὲ μελάνη γράφεται:
"καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀμήν:"

Στὴν περιοχὴ τοῦ ἀριστεροῦ κροταφικοῦ ὀστοῦ, μᾶλλον διὰ χειρὸς τοῦ παπα-Χρήστου Στούμπου, παλαιοῦ ἐφημερίου τοῦ τόπου μας, γράφεται διὰ μελάνης ἡ φράση ἀπὸ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως:

Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰώνος ἀμήν.

Τὰ λαογραφικὰ χρονογραφήματα τοῦ Στ. Γρανίτσα συγκεντρώθηκαν λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του καὶ ἐκδόθηκαν σὲ τόμο τὸ 1921 ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο «Ἐλευθερουδάκης», μὲ ἐπιμέλεια καὶ πρόλογο τοῦ Καρπενησιώτη λογίου Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940) καὶ μὲ τίτλο «Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου».



Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης