Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Σαρανταήμερον»*

 

Στὴ διάρκεια τοῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1901 ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος, 1850-1929) ἐπισκέφτηκε ‒σὲ δημοσιογραφικὴ ἀποστολή‒ τὸ Καρπενήσι καὶ καταγράφει τὶς ἐντυπώσεις του στὸ χρονογράφημά του «Ἀπὸ ποῦ πᾶν’ στὸ Καρπενήσι», ποὺ δημοσιεύεται  στὴν ἐφ. Ἀκρόπολις στὶς 15 Ἰανουαρίου 1902. Τὴν ἴδια ἐποχή, στὶς 16 Νοε. 1901, ἀρθρογραφεῖ στὴν ἴδια ἐφημερίδα γιὰ τὸ Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγέννων καὶ τὰ ἔθιμά του.

"Ἡ ψυχὴ ἁγιάζεται, εἰρηνεύει καὶ πραΰνεται"

Μία ἡμέρα μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἁγίου καὶ ἱεροῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 1901, στὶς 16 Νοεμβρίου, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης δημοσιεύει στὴν ἐφ. Ἀκρόπολις, στὴν πρώτη σελίδα, χρονογράφημα λαογραφικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ περιεχομένου μὲ τίτλο «Σαρανταήμερον». Τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ συνηθισμένο δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ταξειδιώτης».

Σχέδιο σὲ χαρτόνι μὲ μολύβι
Διὰ χειρὸς Κωνσταντίνου Κουτούμπα (2009). 
"Σταλάξατε τὰ ὄρη τῆς Σκιάθου γλυκασμόν.
Καὶ ὁ βουνὸς τῆς Κουνιστρίας σκίρτα καὶ χόρευε".


Ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης φαίνεται πὼς ἐκείνη τὴν ἐποχὴ κατοικεῖ κοντὰ στὸν μικρὸ μεταβυζαντινὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Κυριακῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς καθὼς δηλώνει ὅτι κάθε πρωὶ τὸν ξυπνᾶ εὐχάριστα ὁ γλυκὺς ἦχος τῆς καμπάνας τοῦ Ναοῦ. Ἀναφέρεται, ἀκόμη, στὸν ἐκκλησιασμό του στὸ μικρὸ ναΰδριο τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, στὴν μνημόνευση τῶν ὀνομάτων ἀπὸ τὸν ἱερέα καθὼς καὶ τὴν εὐλαβικὴ  προσκύνηση τῶν εἰκόνων ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους στὴν περιοχή. Ὅμως, παρατηρεῖ πὼς ἡ φύσις καὶ ἡ πίστις τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀδύναμη. Οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ τὸ πρωῒ ἀνάβουν τὸ κερί τους καὶ ἀσπάζονται εὐλαβικὰ τὶς εἰκόνες, κατόπιν, στὸν τόπο ἐργασίας τους, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν τύρβη καὶ τὶς δυσκολίες τοῦ βιοπορισμοῦ, λησμονοῦν ἢ παραθεωροῦν ὅ,τι ἔπραξαν τὸ πρωῒ στὸν μικρὸ ναὸ τῆς Ἁγ. Κυριακῆς καὶ βλασφημοῦν ἀσεβῶς κατὰ ἱερῶν καὶ ὁσίων.   

Ἀναρωτιέται, τέλος, εὔλογα ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης:

 

Ἅγιον καὶ ἱερὸν Σαρανταήμερον, πόσες φορὲς τάχα ἀκόμη εἶναι γραμμένον νὰ ἐπαναληφθῇς ἕως οὗ ὅλος ὁ κόσμος νὰ καθαρίσῃ τὴν καρδίαν του, καὶ νὰ μὴ ἀναβαίνωσι πλέον εἰς τὴν γλῶσσαν λέξεις βλασφημίας μολύνουσαι τὸ ἅγιον Βάπτισμα τοῦ ὀρθοδόξου!...

 

Ἐφ. Ἀκρόπολις, 16.11.1901, σ. 1.
Ἐπίσης, σημειώνεται πὼς σύμφωνα μὲ ταξιδιωτικὸ ἄρθρο τοῦ Μωραϊτίδη, ποὺ δημοσιεύεται στὴν ἴδια ἐφημερίδα, στὶς 15 Ἰανουαρίου 1902, ὅπου καταθέτει τὶς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὸ περιπετειῶδες ταξίδι του στὸ Καρπενήσι, αὐτὸ τὸ ταξίδι πραγματοποιήθηκε στὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ Σαρανταημέρου τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1901.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης καὶ σὲ ἄλλα χρονογραφήματά του ἀναφέρεται στὸ Σαρανταήμερο τῶν Χριστουγέννων στὴν Ἀθήνα καὶ μὲ θλίψη παρατηρεῖ πὼς στὰ «Σύγχρονα Σαρανταήμερα», ὅπως τὰ ἀποκαλεῖ, σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὶς ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὴν ἴδια περίοδο στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὴν Σκιάθο τὰ ἔθιμα, οἱ παραδόσεις καὶ ἡ θρησκευτικότητα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἔχουν, ἐν πολλοῖς,  χαθεῖ στὴ πρωτεύουσα πόλη τῶν Ἀθηνῶν.

Ἐφ. Ἀκρόπολις, 16.11.1901, σ.1.

Στὸ Σαρανταήμερο ἀναφέρεται ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης καὶ στὸ διήγημά του «Χρυσῆ καδένα».

Ἡ Θωμαή, ἡ ἡρωίδα τοῦ διηγήματος :

 

«μεταβαίνουσα πρωὶ-βράδυ, ἤναπτε τὰ κανδήλια τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἑνὸς μικροῦ ναΐσκου, παρὰ τὴν ἄμπελον, ὑπὸ τὴν σκιὰν ἐλαιῶν καὶ κυπαρίσσων, .... Ἤναπτε τὰ κανδήλια τοῦ ἁγίου, σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύκτες, ὅλον τὸ σαρανταήμερον. Ἤναπτε κηράκια πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ ἁγίου, εἰς τὸ ξύλινον μικρὸν μανουάλιον. Ἤναπτεν ἀνθρακιὰν ἐντὸς θραυσμένης κεράμου, κ᾿ ἐθυμίαζε τὸν μικρὸν ναΐσκον, σαράντα μέραις καὶ σαράντα νύκτες».   

 Ἡ ὁδὸς Ἀθηνᾶς περὶ τὸ 1865-1870, τὴν ἐποχὴ ποὺ πρωτοῆλθε ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης στὴν Ἀθήνα ὡς μαθητής. Ἀριστερὰ διακρίνεται ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Κυριακῆς. Φωτογράφος: Marie-Claude Ferrier [Βλ. Χάρη Γιακουμῆ καὶ Τάσου Α. Ἀνδρέου «Μεταμορφώσεις τῶν Ἀθηνῶν, Φωτογραφικὸ Ὁδοιπορικό 1839-1950», ἐκδ. Kallimages 2014, σ. 143].


 Ὁ δὲ σύζυγός της, ὁ Λαλεμῆτρος ἀσθενήσας καὶ εὑρισκόμενος στὴν ἀλλοδαπή, βλέπει κάθε βράδυ ὅλο τὸ Σαρανταήμερο στὸν ὕπνο του τὸν Ἅγιο Γεώργιο. Τὴν τελευταία ἡμέρα τοῦ Σαρανταημέρου ἔρχεται ὁ Ἅγιος γιὰ νὰ τὸν πάρει μὲ τὸ ἄλογό του, νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του, στὴ σύζυγό του.  Ἐγειρόμενος ὁ Λαλεμῆτρος εἶχε ἰαθεῖ πλήρως:

 «Ἔκαμνα τότε τὸν σταυρόν μου καὶ ἐφιλοῦσα τὴν χρυσήν μου καδένα, καὶ παρακαλοῦσα τὸν ἅγιον Γεώργιον. Αὐτὸ ἐξηκολούθησεν ὁλόκληρον ἕνα σαρανταήμερον,....Τὴν ἡμέραν ὅμως ποὺ ἐτελείωνε τὸ σαρανταήμερο - θυμοῦμαι καλά· ὁ ἄρρωστος καὶ ὁ φιλάργυρος δὲν κάμνουν λάθος εἰς τὸ μέτρημα - βλέπω κ᾿ ἔρχεται, καθαρὰ-καθαρὰ πλέον, τὴν αὐγήν, ὁ ἅγιος Γεώργιος, στὸν ὕπνον μου....

   —Μὴ φοβᾶσαι, Λαλεμῆτρο! Ἀνέβα στὰ καπούλια, νὰ σὲ πάγω στὴν γυναῖκα σου! Παναγία μου! σὰν νὰ τὸν βλέπω ἀκόμη μπροστά μου.

Εἶπε καὶ ἔκαμε τὸν σταυρὸν τοῦ ὁ Λαλεμῆτρος καὶ εἶτα ἐξηκολούθησεν ἀμέσως:

Ἐξύπνησα. Στὰ μάτια μου ἔλαμψεν ἡμέρας φῶς. Εἶδα τὸν κόσμον. Εἶδα τὸν ἥλιον, εἶδα τὸ φῶς μου».

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟΝ

—Ντάν-Ντάν-Ντάν!

Πόσον γλυκά, πόσον μαλακὰ μ’ ἐξυπνᾷ ἡ καμπανίτσα τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, ἡ γλυκειὰ καὶ μαλακή. Γλυκειὰ ὡς ἡ προσευχὴ καὶ μαλακὴ ὡς ἡ ὑμνῳδία...

— Ντάν-Ντάν-Ντάν!

Τοῦ ναΐσκου τοῦ μικροῦ τὰ κανδηλάκια λάμπουν, ὅλα ἀναμμένα μὲ πολὺ φῶς. Ὀλίγαι γερόντισσαι, ὄρθιαι προσελθοῦσαι, ἤναψαν τὰ κεράκια των καὶ προσεύχονται παρὰ τὸ ἅγιον βῆμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ λειτουργῶν ἐφημέριος ἐκτελεῖ τὰ τῆς «Προσκομιδῆς», μνημονεύων τὰ ὀνόματα μὲ φωνὴν ὡς ψύθιρον ἀκουομένην μουρμουριστικήν, ἀλλ’ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὑψῶν μεγαλοφωνότερον τὴν λαλιάν:

— Μνήσθητι, Κύριε!

Ἵσταται καὶ ἀναπνέει· ξαναλέγει μιὰ φορὰ ἀκόμη τὸ «Μνήσθητι Κύριε» καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὀνομάτων ἀπὸ σημειωματαρίου:

— Γεωργίου, Δημητρίου, Πανώριας, Νικολάου, Εὐρυσθένους, Ὄρσας, Καλήτσας, Ἀγγέλως, Μεταξοῦς...

Ὀνόματα ποικίλα καὶ ποικιλοσχημάτιστα, ἀπὸ ὅλον τὸ ἁγιολόγιον μὲν ἐξηγμένα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλην τὴν μυθολογίαν τὴν ἑλληνικὴν καὶ πρὸς τούτοις, ἄλλα περιεργόκλιτα, ἀπὸ τὴν ἁγνοτέραν δημοτικὴν γλωσσικὴν ἱστορίαν παρμένα, ἄλλα ἁπλῶς καὶ ἁπλοσχηματίστως, καὶ ἄλλα  πάλιν, φέροντα εἰς τὸν εὔμορφον τύπον των, ὅλην τὴν οἰκογενειακὴν στοργήν, μὲ τὴν ὡραίαν ὑποκοριστικὴν περιβολήν των, μὲ τὴν ὁποίαν τόσον παρθενικῶς γνωρίζει νὰ τὰ περιβάλλῃ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ χριστιανικὴ καρδία.

*

Εἶναι τὸ παπαδικὸν σημειωματάριον ἡ πληρεστέρα συλλογὴ τῶν ὀνομάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τόσον καλά, μὲ ὅλους τοὺς γραμματικοὺς τύπους, καλλίτερα ἀπὸ πολλοὺς σοφούς, γνωρίζει νὰ κατασκευάζῃ,  ὁ σοφώτατος ἑλληνικὸς λαός, δρέπων τὰς εὐμορφοτέρας λέξεις, ἀπὸ ὅλην τὴν φυσικὴν ἱστορίαν, ὡς δρέπει ἡ μέλισσα τὸ μέλι τῶν καλλιτέρων ἀνθέων, καὶ ὡς συλλέγει ὁ ἁλιεὺς τοὺς ὡραιοτέρους μαργαρίτας ἀπὸ τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης...

**

Ἀφ’ ὅτου ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μετὰ τὸ βάπτισμα ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας, καθιερώθη ὡς ἱερὸς καὶ ἐπίσημος ἐν τοῖς θρησκευτικοῖς μας ἐθίμοις καὶ ταῖς ἐθνικαῖς παραδόσεσι. Μὲ σαράντα λειτουργίας πρέπει νὰ προπεμφθῇ ὁ νεκρὸς εἰς τὸν τάφον, ἐνῷ ἡ ψυχὴ σαράντα ἡμέρας πτερυγίζει περὶ τοὺς ζῶντας, ἐπισκεπτομένη τὰ προσφιλῆ της πρόσωπα, ἀοράτως, καὶ ἀγαπητούς της τόπους. Μὲ σαράντα λειτουργίας  πρέπει ὁ νεωστὶ χειροτονηθεὶς ἱερεὺς νὰ προσλάβῃ τὸ χρῖσμα τὸ ἱερὸν τοῦ παπᾶ, καὶ σαράντα ἡμέρες πρέπει νὰ νηστεύῃ ὁ νεοκούρευτος μοναχὸς προσμένων ἐν τῷ ναῷ μὲ τὰ σχήματά του καὶ μεταλαμβάνων. Σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας ἔμενεν ὁ Χριστὸς εἰς τὸν κόσμον, μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, κάμνων τὰς θαυμαστὰς ἐκείνας ἐμφανίσεις του, καὶ σαράντα ἡμέρας καὶ σαράντα νύκτας ἔκλαιεν ἡ μαύρη χήρα τὰ κόλλυβα τοῦ ἀφέντου της ὁποῦ ἐπνίγη, πιστεύουσα ὅτι ἠμποροῦσε μία γοργώνα νὰ τῆς τὸν φέρῃ ζωντανόν, ὡς ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔφερνε τοὺς πνιγμένους βυθιζόμενος εἰς τὸν πυθμένα κάτω  καὶ ἀνάγων αὐτούς, καὶ σαράντα λειτουργίας πρέπει νὰ κάμνουν τὰ παιδιὰ τὰ ὀρφανὰ διὰ τὴν ψυχὴν τῆς μανούλας των, ὁποῦ ἀπέθανε χωρὶς νὰ μεταλάβῃ ἡ καϋμένη...

***

Ἔτσι ἄρχισε καὶ τὸ σαρανταλείτουργον ὁ ἐφημέριος τῆς Ἁγίας Κυριακῆς, τῆς ὁποίας ἡ καμπανίτσα τόσον γλυκὰ καὶ τόσον μαλακὰ μ’ ἐξυπνᾷ πρωΐ-πρωΐ:

— Ντὰν-Ντὰν-Ντάν!

Εἶναι ὡραῖον, εἶναι γλυκύ, εἶναι μαλακὸν ν’ ἀκούῃ κανεὶς τὴν πρωϊνὴν λειτουργίαν, ὅλον τὸ Σαρανταήμερον. Ἡ ψυχή του ἁγιάζεται, εἰρηνεύει καὶ πραΰνεται Καὶ διέρχεται οὕτω μίαν ἡμέραν ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ὡραίαν, ἔχων ὅλην τὴν ἡμέραν ἐν τῇ ψυχῇ του τὸ τοῦ Δαυίδ:

 — Ἐγὼ δὲ εἶπα, Θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες.

 

****

Καὶ ὅταν εἰς τὸν ἁπλοῦν αὐτὸν γειτονικόν μου ναΐσκον βλέπω, πρωΐ-πρωΐ, νὰ ἐμβαίνουν οἱ ἐργατικοί, μὲ τὴν ποδιὰν τῆς ἐργασίας των, νὰ ἐμβαίνουν μὲ τόσον σεβασμόν, καὶ νὰ ἀνάπτουν μὲ τόσην κατάνυξιν τὸ κηράκι των, καὶ νὰ ἀσπάζωνται τὰς ἁγίας εἰκόνας μὲ τόσην εὐλάβειαν, μακαρίζω τον ἑλληνικὸν λαόν, ὅπου τόσον εἶναι πιστὸς εἰς τὰ πάτρια. Ἀλλ’ ὅταν μετ’ ὀλίγον, ἐκεῖ, παρὰ τὴν ὀχλοβοὴν τῆς ἀγορᾶς, μέσα εἰς τὰς δοσοληψίας καὶ τὰς συναλλαγάς, ἀκούσω βλασφημίας φοβερὰς ἀπὸ τὰ στόματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφίλησαν πρὸ μικροῦ τὰς ἁγίας εἰκόνας· βλασφημίας πρὸς τὸ ἄκουσμα τῶν ὁποίων ἀνατριχιάζει τοῦ χριστιανοῦ τὸ δέρμα, βλασφημίας βαρυτάτας κατὰ ἱερῶν καὶ ὁσίων, τότε λέγω μὲ λύπην:

— Ποῖοι λοιπὸν ἦσαν ἐκεῖνοι ὅπου μὲ τόσην κατάνυξιν ἤναψαν πρὸ μικροῦ τὸ κηράκι των εἰς τὸν ναΐσκον τὸν ἥσυχον τῆς ἁγίας Κυριακῆς...

*****

— Ντὰν-Ντὰν-Ντάν!

Ἅγιον καὶ ἱερὸν Σαρανταήμερον, πόσες φορὲς τάχα ἀκόμη εἶναι γραμμένον νὰ ἐπαναληφθῇς ἕως οὗ ὅλος ὁ κόσμος νὰ καθαρίσῃ τὴν καρδίαν του, καὶ νὰ μὴ ἀναβαίνωσι πλέον εἰς τὴν γλῶσσαν λέξεις βλασφημίας μολύνουσαι τὸ ἅγιον Βάπτισμα τοῦ ὀρθοδόξου!...

Ὁ ταξειδιώτης

 Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Βρυξελλῶν τῆς Μακεδονίας, φ. 895, 20.11.2020, σ. 17-18.


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Μωραϊτιδαντωνίου

 Δὲν ἔχουν τελειωμὸ τὰ πάθια κι οἱ καϋμοὶ τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη. Δὲν τοῦ ἔφτανε ἡ βαριὰ θολία τοῦ τριτεξαδέλφου του, ποὺ δικαίως κατὰ τὴ μεγάλη πλειονοψηφία ἀναγνωστῶν καὶ μελετητῶν  ἢ ἀδίκως κατ’ ὀλιγίστους  ἐπισκιάζει,  ἐν πολλοῖς τὸ ἔργον του, οὔτε ἡ σύμφυρσή του, ἐξ αἰτίας ἑνὸς ρινικοῦ συμφώνου, μὲ τὸν γνωστὸ Ἀθηναιογράφο, θεατρικὸ συγγραφέα, ποιητὴ καὶ δημοσιογράφο. Τὸ κακό, ὅμως, τρίτωσε μὲ ἕναν Ἀγραφιώτη.


     Ἐκδοτικὸς οἶκός τις, ὄχι καὶ τόσον ἄγνωστος,  ἀναγγέλλει τὴν ἔκδοση τοῦ θεατρικοῦ ἔργου τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη,  «Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν». Στὸ σύντομο βιογραφικὸ ποὺ παραθέτει, ἀφοῦ τονίζει πὼς τὸ ἔργο βραβεύτηκε στὸν Νικοδήμειο διαγωνισμό, πλαισιώνει τὸ κείμενο μὲ τὴ φωτογραφία τῆς εὐγενικῆς μορφῆς τοῦ Καρπενησιώτη λογίου καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ἀλλὰ μὲ λεζάντα Α. Μωραϊτίδης! Καὶ ἂν τυχὸν ὑπῆρχε κάποια φυσιογνωμικὴ ὁμοιότητα, θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ ἡ εἰκόνα. Δὲν ἔβαζε καλλίτερα καμμιὰ φωτογραφία τοῦ ἀειμνήστου καὶ θυμοσόφου Τζίμη Πανούση! Θὰ ἦταν, ὄντως, κοντύτερα στὴ μορφὴ τοῦ Μωραϊτίδη. Μικρὸ τὸ κακὸ ἕως καὶ καλὸν καὶ πάνυ εὐάρεστον γιὰ τοὺς Ἀγραφιῶτες. Καὶ τὸν «Ταξειδιώτη» τῆς Ἀκροπόλεως, ὁ ὁποῖος ὡς δημοσιογράφος ἐπισκέφτηκε τὸ Καρπενήσι τὸν χειμώνα τοῦ 1901, καὶ τὸν δικό τους Ζαχαρία Παπαντωνίου, μαζὶ καὶ τοὺς δύο στὸν ἴδιο χῶρο. Ἡ ἀστοχία, ἐξ ἀγνοίας προφανῶς, τοῦ συντάκτου τοῦ βιογραφικοῦ, ἔφερε ἕναν γέννημα θρέμμα θαλασσινὸ καὶ ὡς μοναχὸ Ἀνδρόνικο τελειωθέντα μὲ ἕναν ὀρεσίβιο καὶ κοσμοπολίτη, ταυτόχρονα, στὸν ἴδιο χῶρο.


Ὁ Παπαντωνίου διατηροῦσε φιλικὴ σχέση μὲ τὸν Ἀλέξανδρο  Μωραϊτίδη καὶ ἔχει δημοσιεύσει ἀρκετὰ γι’ αὐτόν. Τό ’χει φαίνεται ἡ μοίρα τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη νὰ "μπλέκει" μὲ βουνίσιους στεριανούς. Πέρυσι τὴν ἐπέτειο   τῶν ἐνενῆντα ἐτῶν  τῆς κοιμήσεως του, στὶς 25 Ὀκτ. 2019, τίμησαν κάτι ἐλαφροΐσκιωτοι τῶν Γρεβενῶν τῆς Πίνδου μὲ ἐμπροσθοφυλακὴ τὰ δύο ἀποκλειστικῶς Μωραϊτιδικὰ φύλλα τοῦ τερπνοῦ ἐντύπου Τύρβη τῆς φαιδρᾶς συντεχνίας τῶν Γρεβενῶν καὶ guest-antistar  κάτι αἰθεροβάμονες ἀπὸ ἕν «Ἑλληνομουσεῖον» τῶν Ἀγραφιώτικων βουνῶν. Καὶ τίμησαν τὴν ἐπέτειο ὄχι μόνο μὲ τὸν λόγο τοῦ Μωραϊτίδη ἀλλὰ καὶ μὲ κρασοβόλια Σκοπέλου καὶ τσιαλαφούτι Ἀγράφων· ἄνευ γιουβετσίων!

Τὸ θεατρικὸ τοῦ Μωραϊτίδη δὲν ἐκδόθηκε τελικά. Ἔχουν περάσει ἑπτὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Ὅμως, ἡ ἀναγγελία ἔμεινε στοὺς ἀπέραντους λειμῶνες τοῦ διαδικτύου καὶ ἀναδύεται μετὰ πᾶσαν ἐνδελεχῆ πληκτρολόγηση γιὰ νὰ ὑπενθυμήσῃ, σὲ ὅσους ἀκόμη συνεχίζουν νὰ γοητεύονται ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου, ὅτι δροσίζει τὴν ἀγωνιῶσαν διὰ τὸν ἐπιούσιον ψυχὴν ὡς ἡ λυσίπονος πνοὴ τῶν μελτεμιῶν· ροδόσταγμα ἁγνὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν των,  καὶ  ὅτι συνεχίζει ὁ Μωραϊτίδης νὰ δηλώνει παρών, ἀλλὰ μὲ ἄλλους κάθε φορά, πολλοὺς κι ἀπρόσμενους τρόπους.

Ντῖνος  Ἀγραφιώτης


* Πρώτη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν φ. 893/6.11.2020, σ. 17.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ, ΤΟ 1912

                                                    τὰ Μεγάλα Βραγγιανά...τὸ μέρος αὐτὸ τὸ                                                                                                                       ὡς ἄλλοι Δελφοί


Ὁ λογοτέχνης, δημοσιογράφος καὶ πολιτικὸς Στέφανος Γρανίτσας (Γρανίτσα Ἀγράφων 1880-Ἀθήνα 1915), ἐξέχουσα πνευματικὴ καὶ ἀγωνιστικὴ μορφὴ ἐξ Ἀγράφων ὁρμωμένη, ξεκινᾶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1912 (17 Αὐγούστου)  νὰ δημοσιεύει στὴν ἐφημερίδα Ἑστία σειρὰ λαογραφικῶν χρονογραφημάτων μὲ ὑπέρτιτλο «Τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου». Στὸ χρονογράφημά του μὲ τίτλο «Τὸ στοιχειό», ποὺ δημοσιεύεται στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφ. Ἑστία τῆς 7ης Σεπτ. 1912, ἀναφέρεται, μεταξὺ ἄλλων, σὲ ἐπίσκεψή του στὸν τόπο μας, στὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων, στὴν ἕδρα τοῦ πάλαι ποτε λεγομένου «Ἑλληνομουσείου Ἀγράφων». 

 Μολύβι σὲ χαρτί.
Ἐργο (2020) Κώστα Ντιό 

Ὁ Γρανίτσας ἀφοῦ ἀναφέρεται στὰ περὶ κατασκευῆς τοῦ δρόμου Κερασσόβου-Ἀγράφων-Βραγγιανῶν καὶ τοὺς θρύλοιυς ποὺ συνοδεύουν τὶς φῆμες περὶ ὑπάρξεως τοῦ λεγομένου ὡς «Στοιχειό» στὴν περιοχή, δηλώνει πὼς σ’ αὐτὴν τὴν περιοχὴ κατέφυγαν διωκόμενοι χριστιανοὶ Ἕλληνες μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως:

Εἰδικῶς μάλιστα εἰς τὰ μέρη αὐτά, ὡς ἀπρόσιτα, κατέφυγον χιλιάδες καταδιωκομένων Ἑλλήνων, ἰδίως κατὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως

Κατόπιν, εὑρισκόμενος στὴν περιοχὴ τοῦ Τριδένδρου (Βελισδόνι), ἀναφέρει ὅτι μὲ ὁμάδα ἄλλων περιηγητῶν ἐπισκέπτεται τὴν Ἁγία Παρασκευὴ τῶν Βραγγιανῶν, ἔργο ὅπως σημειώνει λογίων παροίκων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως  καὶ ἕδρα τῆς Σχολῆς Γραμμάτων Γούβας, τῆς ὁποίας οἱ μαθητὲς καὶ οἱ δάσκαλοι στελέχωσαν μεγάλες Σχολὲς Γραμμάτων τῆς Τουρκοκρατίας. Δηλώνει πὼς στὸν τόπο αὐτὸ δίδαξαν ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης καὶ ὁ Ἁναστάσιος Γόρδιος καὶ ἐπίσης καταγράφει, μεταξὺ ἄλλων,  ὡς μαθητὴ τῆς Σχολῆς τὸν ἀρματωλὸ Δίπλα τὸν σύντροφο καὶ συγγενῆ τοῦ Κατσαντώνη.

Ἐφ. Ἑστία, 7.9.1912, σ.1.

Ὀλίγες ἄλλως τε ὧρες ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἀνήλιον αὐτὸ ρέμα εἶναι τὰ Μεγάλα Βραγγιανά, εἰς τὰ ὁποῖα κατέφυγαν ἀρκετοὶ φυγάδες λόγιοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἔκτισαν μίαν περίφημον ἐκκλησίαν ὑπὸ τὸ συμβολικώτατον ὄνομα Ἁγία Παρασκευή, καὶ ὅπου ἐξηκολούθησαν τὴν καλλιέργειαν τῶν γραμμάτων, συνέγραψαν, ἐδίδαξαν, ἐδημιούργησαν σοφοὺς μαθητάς, ὅπως τὸν Εὐγένιον, τὸν Γόρδιον καὶ ἀπείρους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μετὰ ταῦτα ἵδρυσαν Σχολὰς εἰς τὰ Ἰωάννινα, τὴν Σμύρνην, τὴν Θεσσαλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη παρασκευάσαντες τὸ Εἰκοσιένα Πρὸ ἡμερῶν ἐπεσκέφθημεν μία ὁμὰς τὸ μέρος αὐτὸ τὸ ἄγριον, ὡς ἄλλοι Δελφοί, καὶ ὁπόθεν, κατὰ τὸν Σάθαν θαρρῶ, ἔρρεε φῶς ἀνὰ πάντα τὸν Ἑλληνισμόν.

Ἐφ. Ἑστία, 7.9.1912, σ. 1. 
...ὁ τάφος τοῦ Γορδίου

 Τὸ ἰδιαίτερο στοιχεῖο ποὺ παραθέτει ὁ Στέφανος Γρανίτσας εἶναι πὼς βεβαιώνει στὴν εἴσοδο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὸν νάρθηκα,  τὴν ὕπαρξη τοῦ τάφου τοῦ Γορδίου καθὼς καὶ τῆς κάρας τοῦ Γορδίου ἐντὸς τοῦ ναοῦ· προφανῶς μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του.  Ἐνδεχομένως, ὁ Γρανίτσας εἶχε μελετήσει τὸ ἔργο τοῦ Γορδίου Περὶ Μωάμεθ καὶ κατὰ Λατείνων καθὼς παραθέτει προφητεία τοῦ Γορδίου, περὶ δημιουργίας μικροῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖο ὅμως  θὰ βρίσκεται ἐγκλωβισμένο μεταξὺ τῆς ἰσλαμικῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς παπικῆς Δύσεως..

Ἐφ. Ἑστία, 7.9.1912, σ.1.

Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου ἐμαθήτευσαν δεκάδες γνωστῶν Ἀρματολῶν καὶ Κλεφτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ περίφημος Δίπλας, ὑπάρχει ὁ τάφος τοῦ Γόρδιου καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἡ κάρα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πρὸ διακοσίων ἐτῶν προέβλεπε τὴν σύστασιν ἑνὸς σπιθαμιαίου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀπελπιστικῶς πνιγομένου μεταξὺ τοῦ φεσίου τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοῦ καπέλλου τῆς Δύσεως.

κάρα τοῦ Γορδίου σώζεται μέχρι τὶς μέρες μας. Μάλιστα, στὴν ἐπιφάνειά της διακρίνονται καὶ γραπτὲς διὰ μελάνης ἐνθυμήσεις  τῆς κοιμήσεως καὶ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ὀστῶν τοῦ Γορδίου.

Λεπτομέρεια ἀπὸ τὴν κάρα τοῦ 
Γορδίου, ὅπου μὲ μελάνη γράφεται:
"καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀμήν:"

Στὴν περιοχὴ τοῦ ἀριστεροῦ κροταφικοῦ ὀστοῦ, μᾶλλον διὰ χειρὸς τοῦ παπα-Χρήστου Στούμπου, παλαιοῦ ἐφημερίου τοῦ τόπου μας, γράφεται διὰ μελάνης ἡ φράση ἀπὸ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως:

Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰώνος ἀμήν.

Τὰ λαογραφικὰ χρονογραφήματα τοῦ Στ. Γρανίτσα συγκεντρώθηκαν λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατό του καὶ ἐκδόθηκαν σὲ τόμο τὸ 1921 ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο «Ἐλευθερουδάκης», μὲ ἐπιμέλεια καὶ πρόλογο τοῦ Καρπενησιώτη λογίου Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940) καὶ μὲ τίτλο «Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου».



Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ (ΕΛΛΗΜΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ)*

 

Εἴκοσι χρόνια κυκλοφορίας τῆς ἐφημερίδας (2000-2020)

στορικὸ ἔντυπο μπορεῖ πλέον νὰ θεωρεῖται ἡ ἐφημερίδα «ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ (ΕΛΛΗΜΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ, καθὼς μὲ τὸ φύλλο 80 (Ὀκτ.-Νοε.-Δεκ. 2019) συμπληρώνονται εἴκοσι συναπτὰ ἔτη κυκλοφορίας του. Ἤδη κυκλοφόρησε, τὸ προηγούμενο τρίμηνο, τὸ φ. 81 καὶ τώρα μὲ τὸ παρὸν φ. 82  ἡ Ἐφημερίδα εἰσῆλθε γιὰ τὰ καλὰ στὸ 21ο ἔτος κυκλοφορίας της. Μὲ ἐκδότη τὸν ἐκπαιδευτικὸ Νίκο Ἀλεξάκη  τὸν πρῶτο, ἱστορικὸ πρόεδρο τοῦ Συλλόγου Βραγγιανιτῶν «Ἀναστάσιος Γόρδιος» καὶ ἰδιοκτήτη τὸν ἴδιο Σύλλογο, τὸ λιτὸ Ἀγραφιώτικο ἐνημερωτικὸ ἔντυπο κυκλοφορεῖ ἀνελλιπῶς κάθε τρίμηνο. Αὐτὰ τὰ εἴκοσι χρόνια ἔχει κερδίσει τὴ συμπάθεια, τὴν ἀναγνώριση καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη ὄχι μόνο τῶν Μεγαλοβραγγιανιτῶν καὶ εὐρύτερα τῶν Ἀγραφιωτῶν ἀλλὰ καὶ ἄλλων φίλων καὶ συνεργατῶν τῆς Ἐφημερίδας ἀπὸ τὸν Ἑλλαδικὸ χῶρο καὶ τὴν ἀλλοδαπή.

Τὸ ἐμπροσθόφυλλο, τοῦ 1ου
φ. τῆς ἐφ.
"ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ



Ὅπως αὐτοπροσδιορίζεται,  ἀποτελεῖ «Ἐφημερίδα ἐπικοινωνίας καὶ ἐνημέρωσης τῶν Ἁπανταχοῦ Βραγγιανιτῶν Ἀγράφων» καὶ θεωρεῖται, ἴσως, τὸ κορυφαῖο ἔργο τοῦ Συλλόγου «Ἀναστάσιος Γόρδιος» στὰ 41 καὶ πλέον ἔτη λειτουργίας καὶ δράσης του καὶ φυσικὰ ἀξίζουν πολλοὺς ἐπαίνους τὰ μέλη τοῦ Δ.Σ. τοῦ Συλλόγου ποὺ εἶχαν τὴν πρωτοβουλία καὶ ἔλαβαν αὐτὴν τὴν τόσο σημαντικὴ καὶ οὐσιαστικὴ γιὰ τὸν τόπο μας ἀπόφαση. Συγκεκριμένα, βάσει τοῦ βιβλίου Πρακτικῶν τοῦ Συλλόγου «Ἀναστάσιος  Γόρδιος», τὸ Δ. Σ. τοῦ Συλλόγου στὴ συνεδρίαση τῆς 8ης Μαρτίου 2000, μεταξὺ ἄλλων,ἀποφασίζει:

«τὴν ἔκδοση τριμηνιαίας ἐφημερίδας ἐνημέρωσης καὶ ἐπικοινωνίας τῶν ἁπανταχοῦ Βραγγιανιτῶν Ἀγράφων Εὐρυτανίας μὲ τίτλο ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ καὶ σὲ παρένθεση (ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ), μὲ τὴν συνεργασία καὶ οἰκονομικὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν Συλλόγων τοῦ χωριοῦ...

Ἀφοῦ συντάχτηκε τὸ παρὸν πρακτικὸ ὑπογράφεται ὣς ἕπεται:

Νίκος Ἀλεξάκης, πρόεδρος καὶ τὰ μέλη: Τσιώλης Χαράλαμπος, Τσιώλης Δημήτριος, Ἰωάννου-Νταλλῆ Εἰρήνη»

 

Ἀλλὰ καὶ στὰ Διοικητικὰ Συμβούλια ὅλων αὐτῶν τῶν εἴκοσι ἐτῶν ἀξίζουν ἔπαινοι, καθὼς συνέχισαν μὲ συνέπεια καὶ ἐπιμέλεια τὴν ἔκδοση τῆς Ἐφημερίδας, παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ Σύλλογος  πέρασε πολλὲς δυσκολίες, καὶ ἴσως ἀκόμη, λειτουργεῖ καὶ δρᾶ ἀντιμετωπίζοντας πολλὰ ἐμπόδια στὸ ἔργο του: ἀπὸ τὴν ἐσωστρέφεια καὶ τὶς συμπληγάδες τῆς διχόνοιας καὶ τῆς πολυδιάσπασης, ποὺ χαρακτηρίζει τὴ συλλογικὴ πολιστιστικὴ δραστηριότητα στὸν τόπο μας. Ὁ Σύλλογος, ποὺ ἔχει τὴν μεγάλη τιμὴ καὶ εὐλογία νὰ φέρει στὴν ἐπωνυμία του τὸ ὄνομα τοῦ Ἀγραφιώτη λογίου ἱερομονάχου, τοῦ Μεγαλοβραγγιανίτη Ἀναστασίου Γορδίου, κατάφερε αὐτὰ τὰ "πέτρινα" χρόνια, νὰ παραμείνει "ζωντανός" νὰ σταθεῖ στὸ ὕψος του, καὶ παρὰ τὴν προσδοκία αὐτῶν, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς "κακῶν παρακλήτορες", ἔχει κατακτήσει εὐρύτατη ἀναγνώριση, ἐκτίμηση καὶ σεβασμὸ· καὶ ὄχι μόνο σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο.



Ἡ τριμηνιαία αὐτὴ περιοδικὴ ἔκδοση ξεκίνησε ὡς ὀκτασέλιδη, σὲ ἀσπρόμαυρο χαρτὶ 29Χ41 ἑκ. καὶ τυπωνόταν στὶς Γραφικὲς Τέχνες  Κ. Πετρούλιας & Υἱοί, ἐνῶ σήμερα, καὶ ἀπὸ τὸ 2005, κυκλοφορεῖ ὡς ὀκτασέλιδη μὲ διαστάσεις 24,5Χ35,5 ἀπὸ τὶς «Ἐκδόσεις-Γραφικὲς Τέχνες Καρπούζη Ἀριστέα καὶ Υἱοί». Κατὰ καιροὺς ἔχουν κυκλοφορήσει καὶ δωδεκασέλιδα φύλλα καὶ ἐλάχιστα τετρασέλιδα καθὼς καὶ ἕνα δεκαεξασέλιδο.


Ἕνα μικρὸ θαῦμα λοιπόν εἶναι ἡ ἔκδοση καὶ κυκλοφορία αὐτοῦ τοῦ Ἀγραφιώτικου φύλλου, στὴν πραγματοποίηση τοῦ ὁποίου συνέβαλλαν ἀποφασιστικὰ οἱ συνδρομητές, ὑποστηρικτὲς καὶ συνεργάτες του, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς συνδρομές τους καὶ τὶς χορηγίες του κρατοῦν ζωντανὴ αὐτὴν τὴ φλόγα ἐνημέρωσης τῶν Ἀγράφων. Τὸ ἔντυπο πάντα στηριζόταν καὶ στηρίζεται σ ’αὐτοὺς τοὺς πόρους καὶ συνειδητὴ ἐπιλογὴ ἦταν καὶ εἶναι νὰ μὴν δέχεται ἄλλου εἴδους καὶ προελεύσεως οἰκονομικὲς συνδρομὲς παρὰ νὰ στηρίζεται ἀποκλειστικὰ στοὺς ἀναγνῶστες του καὶ τοὺς ὑποστηρικτές του.

Ἀκόμη, ἰδιαίτερη μνεία πρέπει νὰ γίνει στὸν ἀφυπηρετήσαντα ἱερέα τοῦ τόπου μας π. Παναγιώτη Τσιώλη, ὁ ὁποῖος στὶς ἰδιαίτερα δύσκολες, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Συλλόγου καὶ κατὰ συνέπεια τῆς ἔκδοσης τῆς Ἐφημερίδας, ἐποχές, στήριξε μὲ τὴν ἀρωγὴ καὶ τὴ συμπαράστασή του αὐτὸ τὸ ταπεινὸ ἔντυπο καὶ τὸν Σύλλογο ποὺ τὸ ἐκδίδει.

Θέλουμε νὰ πιστεύουμε πὼς ἡ ἐφ. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ἔχει μιὰ εὐπρόσωπο παρουσία καὶ ἀποδοχὴ εὐρύτερη καὶ ὅτι τὰ 83 φύλλα του, οἱ περίπου 700 σελίδες της, ἀποτελοῦν ἱστορικὴ καὶ πολιτιστικὴ παρακαταθήκη γιὰ τὶς παροῦσες ἀλλὰ καὶ τὶς ἑπόμενες γενιὲς. Τὸ περιεχόμενο τῆς Ἐφημερίδας, μὲ τὴν εὐγενῆ συνδρομὴ τῶν συντακτῶν καὶ ἀρθρογράφων της, γίνεται μέριμνα πάντα νὰ περιλαμβάνει πρωτότυπα καὶ Ἀγραφιωτοκεντρικὰ θέματα, ὅπως ἄλλωστε προβλέπεται ἀπὸ τοὺς στόχους καὶ τὶς φιλοδοξίες τοῦ ἰδιοκτήτη Συλλόγου, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐπάξια στὸν δύσκολο αὐτὸν  χῶρο τῆς ἐνημέρωσης, ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας, ποὺ κυριαρχεῖ ὁ ἄϋλος ἠλεκτρονικὸς τρόπος κυκλοφορίας καὶ ἀνάγνωσης, ἀπὸ διαδικτυακοὺς τόπους καὶ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης.   

T 2010, ὅταν συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια κυκλοφορίας τῆς Ἐφημερίδας, μὲ πρωτοβουλία καὶ δαπάνη τοῦ Συλλόγου ἐκδόθηκε ψηφιακὸς δίσκος (cd) μὲ τὰ 41 πρῶτα φύλλα τῆς Ἐφημερίδας, ποὺ διανεμήθηκε ὡς προσφορά, φίλεμα σὲ μέλη καὶ φίλους τοῦ Συλλόγου καὶ τῶν Ἀγράφων. Τὸ cd ἦταν, ὅπως λέγεται στὴ γλώσσα τῶν ἠλεκτρονικῶν μέσων ἀντιγραφῆς καὶ ἀναπαραγωγῆς, "ἀνοικτό" καὶ μπορεῖ ὁ κάθε συνδρομητὴς νὰ προσθέτει τὸ κάθε νέο φύλλο τῆς Ἐφημερίδας ποὺ λαμβάνει, ἀφοῦ δημιουργήσει, μὲ σάρωση, ἕνα ψηφιακὸ ἀντίγραφο.

Ἐπίσης, καταλυτικὴ στὴν νέα βελτιωμένη ἔκδοση τῆς Ἐφημερίδας ὑπῆρξε, τὴν τελευταία δεκαπενταετία, ἡ συμβολή μὲ τὴν ἀπὸ κάθε πλευρὰ ἄψογη καὶ γόνιμη συνεργασία τῆς Ἀριστέας Καρπούζη, ἡ ὁποία, μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της Κωνσταντῖνο καὶ Ἄρη, ἀποτελοῦν  τὸ προσωπικὸ ποὺ διευθύνει τὶς φιλογενεῖς «Ἐκδόσεις-Γραφικὲς Τέχνες, Ἀριστέα Καρπούζη καὶ Υἱοί». 

Τέλος, τὸ νῦν Δ.Σ. τοῦ Συλλόγου ἀποφάσισε, κατ’ ἀπαίτησιν πολλῶν συνδρομητῶν, τὴν ἔγχρωμη ἔκδοση τῆς Ἐφημερίδας. Ἤδη τὰ δύο τελευταῖα φύλλα ἔχουν αὐτὴ τὴ μορφὴ. Τὸ ἐκδοτικὸ κόστος εἶναι, βέβαια, ἀρκετὰ αὐξημένο, ἀλλὰ ἡ Διοίκηση τοῦ Συλλόγου εὐελπιστεῖ πὼς οἱ συνδρομητὲς τῆς Ἐφημερίδας θὰ ἀνταποκριθοῦν στὶς νέες οἰκονομικὲς ἀπαιτήσεις τῆς ἔκδοσης, γιὰ τὴ συνέχιση τῆς κυκλοφορίας σὲ αὐτὴ τὴν μορφή.

Κων. Σπ. Τσιώλης

*Μπορεῖτε νὰ δεῖτε σὲ ἀρχεῖο PDF τὰ 21 πρῶτα φύλλα τῆς ἐφημερίδας

ἐδῶ



Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

Ἐκδημία Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη (Παρασκευή, 25 Ὀκτ. 1929)*

 Ἐκ κακῆς χρήσεως τοῦ κηλεπιδέσμου...; 

Μετὰ τὴν πιστοποίηση τοῦ θανάτου τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, στὶς 12 τὸ μεσημέρι τῆς Παρασκευῆς 25 Ὀκτωβρίου 1929, ἀπὸ τὸν νεαρὸ λόγιο-ἰατρὸ  τῆς Σκιάθου Σταμάτιο Βιδελινῆ (Σκιάθος 1900-1932), ὁ ἱστορικὸς κοινοτάρχης τῆς Σκιάθου Φιλοκλῆς Γεωργιάδης (1845-1936)  τηλεγραφεῖ τὸ γεγονὸς στὴν Ἀθήνα: στὴν Ἕνωση Συντακτῶν, στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν καὶ στὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας. Δύο ἡμέρες μετά, στὶς 17 Ὀκτ. 1929, ἀρθρογράφος τῆς ἐφημερίδος Ἑλληνική, ἀφοῦ πληροφορεῖται τὸ περιεχόμενο τοῦ τηλεγραφήματος, δημοσιεύσει ἀνωνύμως νεκρολογία γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη. Τὸ δημοσίευμα καταχωρίζεται στὴ δεύτερη σελίδα τῆς ἐφ. Ἑλληνικὴ στὴ στήλη «Φιλολογικὰ πένθη» μὲ τίτλο «Ἀπέθανεν ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης. Ἕνας χριστιανὸς λογοτέχνης»  καὶ ὑπότιτλους,  «Ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἐγκοσμίων ‒Ἡ χειροτονία του εἰς μοναχόν ‒Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργον του».

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης
φωτογραφημένος ἀπὸ
τὸν Ὀκτάβιο Μερλιέ, ὡς
μοναχὸς Ἀνδρόνικος, στὴ
Σκίαθο, λίγες ἑβδομάδες πρὸ
τοῦ θανάτου του

Ὁ ἀνώνυμος ἀρθρογράφος ἀφοῦ κάνει  μιὰν ἁδρομερῆ περιγραφὴ τοῦ πνευματικοῦ ἔργου τοῦ Μωραϊτίδη συμπεραίνει πώς:

 

Ἡ θέσις τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη εἰς τὴν νεοελληνικὴν λογοτεχνίαν εἶναι ἐξαιρετική... ἡ ἐργασία τοῦ Μωραϊτίδη παρουσιάζει καὶ πολλὰ ἄλλα ἀξιολογώτατα προτερήματα, περιγραφικὴν ἱκανότητα, γλαφυρὰν ἀφήγησιν καὶ τύπους τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέροντας... τὸ ἔργον τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη εἶναι μία γενναία συμβολὴ εἰς τὴν δημιουργίαν νεοελληνικοῦ πεζοῦ λόγου..

Στὴν συνέχεια ἀναφέρεται στὴ γνωστὴ ὑποτίμηση τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη καὶ τὴ συγκριτικὴ ὑπεροχὴ τοῦ ἔργου τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ἔναντι ἐκείνου τοῦ τριτεξαδέλφου του καὶ ὁμοπατρίου του· ζήτημα ποὺ ἀπασχολεῖ, καὶ ταλανίζει ἴσως, τὴν Ἑλληνικὴ γραμματολογία μέχρι τὶς ἡμέρες μας:

 Παρ’ ὅλα αὐτὰ τὸ ἔργον τοῦ Μωραϊτίδη δὲν ἐξετιμήθη ὅπως τοῦ ἄξιζε. Οὔτε ἐσχολιάσθη ὅπως ἔπρεπε, οὔτε ἔγινε γνωστὸν εἰς τὸ μεγάλο ἀναγνωστικὸ κοινόν. Καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ συμπατριώτου του Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἐργασίαν ἐμπνεομένην ἀπὸ τὰ ἰδανικὰ καὶ ἀφιερωμένην εἰς τὰ ἴδια περίπου θέματα, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ διανοουμένου κόσμου τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ λεχθῇ ὅτι ἐπεσκιάσθη ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρον Παπαδιαμάντην.

Τέλος, ὁ ἀρθρογράφος καταλήγει μὲ μία ἄγνωστη πληροφορία –χωρὶς νὰ παραθέτει  σχετικὴ πηγή– γιὰ τὴν αἰτία θανάτου τοῦ Μωραϊτίδη:

Ὁ θάνατος τοῦ Σκιαθίτου λογοτέχνου προῆλθεν ἐκ   κ α κ ῆ ς   χ ρ ή σ ε ως   τ ο ῦ   κ η λ ε π ι δ έ σ μ ο υ. [ ἡ ἀραιογράφηση δική μου]

Σταμάτιος Βιδελινῆς
(1900-1932)
[https://e-thessalia.gr]

 

Στὸ πιστοποιητικὸ θανάτου του, ποὺ ὑπογράφουν ὁ κοινοτάρχης Σκιάθου –μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ληξιάρχου– Φιλοκλῆς Γεωργιάδης καὶ ὁ Σταμάτιος Ι. Βιδελινῆς –ὁ ὁποῖος ὡς ἰατρὸς καταθέτει τὴ σχετικὴ δήλωση– ἀναφέρεται πὼς ὁ θάνατός τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη: «ἐπῆλθεν ἐκ γεροντικοῦ μαρασμοῦ». Ἐδῶ, ὁ Μωραϊτίδης μὲ τὸν θάνατό του "κατάφερε" νὰ φέρει κοντὰ τὸν λόγιο ἰατρὸ μὲ τὸν παλαίμαχο ἱστορρικὸ δημαρχο καὶ κοινοτάρχη, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πολλὲς καὶ ἔντονες διαφωνίες σχετικὰ μὲ τὴ διαχείριση τῶν δημοτικῶν ὑποθέσεων τῆς Σκιάθου.

Ὅμως, ὁ γνωστὸς ἑλληνιστὴς φιλόλογος Ὀκτάβιος Μερλιέ (1897-1976) ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη διέτριβε ἐν Σκιάθῳ, σὲ σχετικὸ δημοσίευμά του στὸν Ἀθηναϊκὸ Τύπο, λίγες μέρες μετὰ τὸ θάνατο Μωραϊτίδη δηλώνει ὡς αἰτίες θανάτου του, ἀφ’ ἑνὸς μὲν  τὴν κακὴ ὑγειονομικὴ κατάσταση τῶν Σποράδων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν εἶναι δυνατὴ ἡ ὀρθὴ καὶ ἐπιβεβλημένη γιὰ τὴν περίπτωση ἰατρικὴ φροντίδα παλαιοῦ τραύματος τοῦ Μωραϊτίδη μὲ ἀποτέλεσμα ὁ θάνατος νὰ ἐπέλθῃ ἀπὸ γάγγραινα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀδιαφορία τοῦ ἴδιου τοῦ Μωραϊτίδη γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας του, μία παραίτησή του, ἕνα εἶδος ἀναχωρητικῆς διάθεσής του:

Ὁ θάνατος τοῦ Μωραϊτίδη δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὸ γῆρας, ἀλλὰ καὶ εἰς μίαν –ἀκουσίαν βεβαίως– αὐτοκτονίαν. Αἱ Βόρειοι Σποράδες εὑρίσκονται εἰς ἀξιοθρήνητον ἐγκατάλειψιν, καὶ ἐὰν ὁ ἐξάδελφος τοῦ Παπαδιαμάντη εἶχε μείνῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, θ’ ἀπελαμβάνομεν ἀκόμη τὸ σιωπηλό του μειδίαμα, καὶ θὰ σενελέγαμε τὰς μικρὰς ἀλλὰ τόσον πολυτίμους ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν γενεάν.

...Ὁ πτωχὸς Μωραϊτίδης, ὁ ὁποῖος εἶχε θραύσῃ τὴν κνήμην του πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἔφθασεν εἰς τὴν Σκίαθον τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, φέρων βαρυτάτην πληγήν, τὴν ὁποίαν μόλις εἶχε θεραπεύσῃ εἰς Ἀθήνας. Ὁ νέος ἰατρός, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπεριποιήθη εἰς τὴν Σκίαθον, εὑρέθη ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ γέροντος, ὅσον καὶ πρὸς τὸν κίνδυνον τῆς γαγγραίνης, καὶ ἐκαθάρισε μὲν ἐπιμελῶς τὴν πληγήν, ἐπείσθη ὅμως ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ χειρουργικὴ ἐπέμβασις. Περὶ ἐγχειρήσεως οὔτε λόγος ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰς τὴν Σκίαθον, ἡ πληγὴ δὲν ἰάθη καί...γνωρίζετε τί ἐπηκολούθησε. Φαντασθῆτε τὴν σύγχυσι τῶν τελευταίων φίλων τοῦ Μωραϊτίδη, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἡ μόνη του οἰκογένεια, τοῦ νέου ἰατροῦ Βιδελινῆ καὶ τοῦ μεγαλόκαρδου ἱερέως Γεωργίου Ρήγα, ὅταν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἤθελαν νὰ καλέσουν ἕνα χειροῦργον ἀπὸ τὸν Βόλον καὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ τὸν εἰδοποιήσουν.... Ὁ Μωραϊτίδης ἀπέθανε λόγῳ ἀγνοίας τῆς στοιχειώδους  ὑγιεινῆς, ἐπάνω εἰς μίαν νῆσον, ἐγκαταλελειμμένην εἰς τὸ μένος τῆς θαλάσσης καὶ τῶν τρικυμιῶν, μακρὰν παντὸς κρατικοῦ μέσου συγκοινωνίας, ἐν μέσῳ τῶν εἰλικρινῶν, ἀλλὰ ὀψίμων καὶ ἀνωφελῶν θρήνων τῶν φίλων του... 

Ἀνάλογες σκέψεις διατυπώνει –μὲ ἀρκετή, ἄδικη ἴσως, ἀντιορθόδοξη κριτική– τὶς ἴδιες μέρες, σὲ χρονογράφημά του ἀρθρογράφος μὲ τὸ δημοσιογραφικὸ ψευδώνυμο «Ὁ Φίγκαρω»:

 

Ἐχρειάσθη ν’ἀποθάνῃ ἕνας μοιρολάτρης, σὰν τὸν Μωραϊτίδη, γιὰ νὰ ἀκουσθοῦν πάλιν διαμαρτυρίαι διὰ τὴν φρικώδη ἐγκατάλειψιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ Σποράδες, τὰ διαβολονήσια αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα  οἱ ἄνθρωποι ψοφοῦν καθημερινῶς σὰν κόττες.... Αἱ νηστεῖαι  ποὺ ἐπιβάλλει ἡ ὀρθόδοξος θρησκεία ἐξαντλοῦν τοὺς δυστυχεῖς νησιώτας. 

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης πέθανε στὸ σπίτι τῆς ἀνεψιᾶς του Ἀλεξάνδρας Χατζηραφτάκη στὶς 25 Ὀκτ. 1929 καὶ ἐτάφη τὴν ἑπομένη, ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στὴ γενέτειρά του. Ὅμως, τὸ ἔργο του δὲν πεθαίνει καὶ κατὰ μείζονα λόγο δὲν θάπτεται. Κάτω ἀπὸ ἕνα στρῶμα ἐφήμερης λήθης παραμένει ζωντανὸ καὶ γοητευτικὸ γιὰ ὅλους ὅσοι θέλουν καλόπιστα καὶ ἀμερόληπτα νὰ τὸ μελετήσουν.

Ἐφ. Ἡ Ἑλληνική

φ. 1704 / 27.10.1929, σ. 2.

 

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΠΕΝΘΗ

ΑΠΕΘΑΝΕΝ Ο ΑΛΕΞ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ

ΕΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ

Ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἐγκοσμίων

Καὶ ἡ χειρονονία του εἰς μοναχόν

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ

Προχθεσινὸν τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος Σκιάθου ἀνήγγειλε τὸν θάνατον τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ λογοτέχνου ὁ ὁποῖος ἀπαρνηθεὶς πρὸ πολλοῦ τὰ ἐγκοσμία εἶχε ἀποσυρθῇ τελευταίως εἰς τὴν γενέτειράν του καὶ εἶχε χειροτονηθῇ εἰς μοναχόν.

Ὁ Μωραϊτίδης ἔκαμε τὴν ἐμφάνισίν του εἰς τὴν φιλολογίαν τῷ 1873, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δὲ ἐκείνης μέχρι πρὸ δεκαπεναετίας περίπου, ὁπότε ἔπαυσε νὰ ἔχῃ καὶ τὴν παραμικροτέραν ἐπαφὴν μὲ τὸν κόσμον, ἐδημοσίευσε πολλὰ ὡραιότατα διηγήματα εἰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικά, ἰδίως εἰς τὴν  «Ἀκρόπολιν» καὶ τὴν «Νέαν Ἐφημερίδα».

Τὰ διηγήματά του, διὰ τὰ ὁποῖα ἐτιμήθη τῷ 1914 μὲ τὸ Ἀριστεῖον Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν, συνεκέντρωσεν ὁ οἶκος Σιδέρη καὶ ἐξέδωσεν εἰς ἓξ τόμους.

Ἐπίσης, ἐξέδωσεν εἰς ἑτέρους ἓξ τόμους ὑπὸ τὸν τίτλον «Μὲ τοῦ βορρηᾶ τὰ κύματα»: ταξειδιωτικὰς ἐντυπώσεις του καὶ περιγραφὰς ὅλων σχεδὸν τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Ἁγίων τόπων, τοῦ Ἁγίου Ὄρους  κλπ.

Ὁ Μωραϊτίδης ἔχει καὶ ἀξιολογωτάτην μεταφραστικὴν ἐργασίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναφέρομεν τὰ δύο μικρὰ ἔπη τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ.

Ὁ Μωραϊτίδης ἐσπούδασε φιλολογίαν, ἐδίδαξε δὲ ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ πλέον εἰς διάφορα γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν. Πρὸ ἔτους περίπου ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τιμῶσα τὸ λογοτεχνικόν του ἔργον  τὸν ἐξέλεξε πρόσεδρον μέλος της.

Ἡ θέσις τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη εἰς τὴν νεοελληνικὴν λογοτεχνίαν εἶναι ἐξαιρετική. Εἰς τὰ διηγήματά του, ὅπως καὶ εἰς τὰ διηγήματα τοῦ  ἑτέρου Σκιαθίτου διηγηματογράφου, κυριαρχεῖ ἡ χριστανικὴ διάθεσις. Ὁ Μωραϊτίδης ἦτο ἕνας ἀληθινὸς πιστός, καὶ ἡ βαθεία πίστις του ὑπῆρξε ἡ κυριωτέρα πηγὴ τῆς ἐμπνεύσεώς του· ἡ ποίησις ἡ ὁποία ἐπλαισίωνε τὰ διηγήματά του.

Ἀλλ’ ἡ ἐργασία τοῦ Μωραϊτίδη παρουσιάζει καὶ πολλὰ ἄλλα ἀξιολογώτατα προτερήματα, περιγραφικὴν ἱκανότητα, γλαφυρὰν ἀφήγησιν καὶ τύπους τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέροντας.

Παρ’ ὅλα αὐτὰ τὸ ἔργον τοῦ Μωραϊτίδη δὲν ἐξετιμήθη ὅπως τοῦ ἄξιζε. Οὔτε ἐσχολιάσθη ὅπως ἔπρεπε, οὔτε ἔγινε γνωστὸν εἰς τὸ μεγάλο ἀναγνωστικὸ κοινόν. Καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ συμπατριώτου του Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἐργασίαν ἐμπνεομένην ἀπὸ τὰ ἰδανικὰ καὶ ἀφιερωμένην εἰς τὰ ἴδια περίπου θέματα, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ διανοουμένου κόσμου τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ λεχθῇ ὅτι ἐπεσκιάσθη ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρον Παπαδιαμάντην.

Ὁπωσδήποτε διὰ τὸν σημερινὸν μελετητήν, τὸν ἀμερόληπτον καὶ ἐλεύθρον ἀπὸ τὶς προτιμήσεις μιᾶς ἐποχῆς, τὸ ἔργον τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη εἶναι μία γενναία συμβολὴ εἰς τὴν δημιουργίαν νεοελληνικοῦ πεζοῦ λόγου.

Ὁ θάνατος τοῦ Σκιαθίτου λογοτέχνου προῆλθεν ἐκ κακῆς χρήσεως τοῦ κηλεπιδέσμου.

Ἡ κηδεία του, κατὰ τὸ τηλεγράφημα διὰ τοῦ ὁποίου ἀνηγγέλθη ὁ θάνατός του, θὰ γίνῃ σήμερον τὴ πρωΐαν εἰς Σκίαθον.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν φ. 891 / 23.10.2020, σ. 15-16.