Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

"TO AΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ"

 

     Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης: 

Ἀλέξανδρος Δ. Μωραϊτίδης,
σχέδιο δημοσιευμένο
στὴν ἐφ. Σκιάθος, 23
.5.1931.

«Μὲ ἄλλην χάριν ἐξημερώνετο τότε ἡ 25η Μαρτίου»

Ἡ Ἐθνικὴ ἑορτὴ τῆς 25ης Μαρτίου στὴν Ἀθήνα στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1860. 

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπέτειο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, ἀνήμερα τῆς 25ης Μαρτίου 1907, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929) δημοσιεύει, στὴν ἐφ. Ἀθῆναι τοῦ Γεωργίου Πώπ, στὴν στήλη «Ὁμιλίαι τῆς Κυριακῆς», τὸ ἐπετεικὸ χρονογράφημά του, «Τὸ "Ἀρχοντόπουλο"». Ὁ Σκιαθίτης λογοτέχνης-δημοσιογράφος πραγματεύεται τὸν ἑορτασμὸ τῆς  μεγάλης Ἐθνικῆς ἑορτῆς ἐν Ἀθήναις, σαράντα καὶ πλέον ἐτῶν πρὸ τοῦ δημοσιεύματός του, ὅταν ὁ ἴδιος ἦταν μαθητὴς τοῦ Βαρβακείου. Συγκρίνοντας τὶς ἐποχὲς διαπιστώνει πὼς ἡ Ἐθνικὴ ἑορτὴ πλέον ἔχει χάσει τὴ λαμπρότητα καὶ τὴν αἴγλη τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἕνας ἐκ τῶν λόγων εἶναι ἀσφαλῶς καὶ τὸ γεγονὸς πὼς πλέον δὲν ζοῦν πιὰ οἱ ἴδιοι οἱ ἀγωνιστὲς τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Μάλιστα, ὁ τελευταῖος ἐπιζῶν βετεράνος τοῦ ’21, ὁ στρατιωτικὸς ἰατρὸς Ἀπόστολος Μαυρογένης (Πάρος 1897-Ἀθήνα 1906) εἶχε ἀποβιώσει ὑπερεκατοντούτης (109 ἐτῶν!),  στὶς 9 Νοε. 1906, λίγους μῆνες πρὶν τὸ δημοσίευμα τοῦ Μωραϊτίδη. Δύο χρόνια δὲ πρὶν πεθάνει, στὰ 1904, εἶχε δώσει δημοσιογραφικὴ συνέντευξη στὸν Καρπενησιώτη λόγιο-δημοσιογράφο Ζαχαρία Παπαντωνίου, στὴν ἐφημερίδα Σκρίπ. Αὐτοί, οἱ ζῶντες ἀγωνιστὲς τῆς Παλιγγενεσίας, μὲ τὴν παρουσία τους καὶ μόνο, ἔδιδαν κῦρος καὶ χάρη πατριωτικὴ στὴ ἑορτή ἐνῷ καὶ ἀσκοῦσαν ξεχωριστὴ γοητεία,  εἰδικὰ στὶς νέες γενιές, ὅπως αὐτὴ τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη τοῦ γυμνασιόπαιδος τοῦ Βαρβακείου τῆς δεκαετίας τοῦ 1860. Στὰ μάτια του οἱ ἐπιζῶντες ἀγωνιστὲς τοῦ ’21 φάνταζαν ὡς ὄντα ὑπερφυσικοῦ ἀναστήματος καὶ δυνάμεων· ἄνθρωποι ἄλλης φυλῆς, γίγαντες δημιουργοὶ τῆς νεώτερης Ἑλλάδος.

Ἐφ. Ἀθῆναι, 25.3. 1907, σ.1.

Τὸ χρονογράφημά του ὁ Α.Μ. τὸ τιτλοφορεῖ ὡς «Τὸ "Ἀρχοντόπουλο"», μὲ ἀφορρμὴ ἕναν ἀπόστρατο χωροφύλακα, τὸν μπάρμπα–Γεώργη, ὁ ὁποῖος ὅταν ὁ Μωραϊτίδης ἦταν μαθητὴς τοῦ Βαρβακείου, ἐκεῖνος ὑπηρετοῦσε ὡς φύλακας τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου. Τὸν συναντοῦσε τακτικὰ τὸν μπάρμπα-Γεώργη μὲ τὴν στολὴ του σὲ μιὰ γειτονιὰ τῶν Ἀθηνῶν, πίσω ἀπὸ τὴν Ἀγορά, στὰ Κουντουριώτικα, ποὺ  πλέον δὲν σώζονται τὴν ἐποχὴ (1907) ποὺ ἀρθρογραφεῖ ὁ Μωραϊτίδης. Ἐκεῖ, σὲ λαϊκὸ οἰνοπωλεῖο αὐτῆς τῆς γειτονιᾶς, ὁ μπάρμπα-Γεώργης, ἀφοῦ, κατὰ τὸ Παπαδιαμαντικόν, ἔπιε ὀλίγον διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔπαιρνε ἕνα μουσικὸ ὄργανο, τὸ τσιβούρι του, ἕνα εἶδος ταμπουρᾶ, καὶ τραγουδοῦσε:

 «—Ἐγὼ εἶμαι τ’ Ἀρχοντόπουλο, στὸν κόσμο ξακουσμένο!...»

Ὁ Α.Μ. ἀναφέρεται, ἀκόμη, στὸ μεγαλεῖο τῆς Δοξολογίας στὴν Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν στὰ χρόνα ἐκεῖνα καὶ τὴν παρουσιάζει σὰν Συνέλευση τῶν κορυφαίων τῆς Ἐπαναστάσεως. Οἱ ἐν ζωῇ  ἀγωνιστὲς τοῦ ’21, μεγαλοπρεπεῖς, μὲ τὶς στολές τους, τὶς λευκὲς φουστανέλλες τους, τὰ τιμημένα ὅπλα τους, τὰ παράσημα τῶν ἀνδραγαθημάτων τους, μὲ τὰ σημεῖα τοῦ βαθμοῦ τους καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Σώματος  ποὺ ἀγωνίστηκαν, καμαρώνουν πὼς αὐτοί, μὲ τοὺς ἀγῶνες τους, μὲ τὸ αἷμα τους:

«ἔκαμαν αὐτὸ ὅλο τὸ Βασίλειο».

Μὲ ἕνα καθ’ ὑπερβολὴν σχῆμα ἐνθουσιασμοῦ παρομοιάζει τοὺς συγκεντρωμένους ἀγωνιστές, ‒τοὺς φέροντες στὰ πρόσωπα καὶ τὰ μέλη τοῦ σώματός τους τὰ στίγματα, τὰ μαρτυρικὰ τοῦ Ἀγῶνος σημεῖα‒ μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ κι αὐτοὶ ἔφεραν στὶς μορφές τους τὰ ἀποτυπώματα, τῶν αἱμοχαρῶν πράξεων τῶν διωκτῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μετὰ τὴ Δοξολογία οἱ λαμπροφορεμένοι Ἀγωνιστὲς ἐπισκέπτονται τὶς συνοικίες τῶν Ἀθηνῶν: τὴν Πλάκα, τοῦ Ψυρῆ, τὸ Γεράνι, τὴν Νεάπολη, τὰ Κουντουριώτικα, τὸ κέντρον ἡ «Ὡραία Ἑλλάς», διηγούμενοι σκηνὲς ἡρωϊκὲς τοῦ ἀγώνα τῆς Ἐθνεγεσίας.

Τὸν νεαρὸ Α.Μ. τὸν γοητεύει ἰδιαίτερα «Τὸ Ἀρχοντόπουλο», τὸ ἡρωϊκὸ ᾄσμα, ποὺ τραγουδᾶ μὲ τὸν ταμπουρᾶ του ὁ γέρων φύλακας τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου μπάρμπα-Γεώργης σὲ λαϊκὸ οἰνοπωλεῖο στὰ Κουντουριώτικα, πίσω ἀπὸ τὴν Ἀγορά. Θλίβεται ὅμως, καθώς, τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφει τὸ ἐπετειακὸ ἄρθρο του, δὲν ὑπάρχουν πλέον οὔτε οἱ Ἀγωνιστές, οὔτε τὰ Κουντουριώτικα, οὔτε ἡ «Ὡραία Ἑλλάς», οὔτε ὁ ἀπόστρατος χωροφὐλακας μπάρμπα-Γεώργης, οὔτε οἱ παλαιοὶ ἐκεῖνοι κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν. Πλέον, ὁ πληθυσμὸς τῶν Πρωτεύουσας  ἔχει τετραπλασιασθεῖ, ἡ δὲ πόλη ἐμπουτίστηκε μὲ νέα μεγαλοπρεπῆ κτίρια καὶ μεγάλους δρόμους, ἔνδειξη πλουτισμοῦ καὶ εὐζωίας, ποὺ παρέσυραν στὸ διάβα τους ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ συντελοῦσαν στὴν πρέπουσα μεγαλοπρέπεια, τὴ δόξα καὶ τὴ χάρη τοῦ παλαιοῦ ἑορτασμοῦ. Φυσικά, καὶ τὸ θρυλικὸ  «Ἀρχοντόπουλο» δὲν ἀκούγεται πλέον. Καὶ τὸ πουλάκι τοῦ δημώδους ἄσματος, μᾶλλον, ἴσως, πῆγε κι αὐτὸ σὲ ἄλλα μέρη νὰ διηγηθῇ νὰ ἀνδραγαθήματα καὶ τὴ θυσιαστικὴ πορεία τοῦ νεώτατου ὁπλαρχηγοῦ τοῦ Ἀγώνα, τοῦ Ἰωάννη (Γιαννάκη) Νοταρᾶ (Τρίκαλα Κορινθίας 1805-Ἀθήνα 24 Ἀπριλίου  1927), ἥρωα στὴν μάχη τοῦ Ἀναλάτου, κοντὰ στὸν λόφο τοῦ Φιλοπάππου, τὸν λόφο Σέγγιο ὅπως ὀνομαζόταν τότε.  Ἀλλοῦ μοιρολογάει καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀρχοντόπουλου τῶν Τρικάλων γιὰ τὴν ἀγαπημένη του ἀρραβωνιστική, τὴν ἐκπάγλου καλλονῆς Σοφία Ρέντη (1893-1893), τὴν χαριτόβρυτη θυγατέρα  τοῦ προεστοῦ Θεοχαράκη Ρέντη.

Ἰωάννης (Γιαννάκης) Νοταρᾶς (1805-1827),
τὸ "Ἀρχοντόπουλο" 
Σοφία Ρέντη
(1803-1893)

Στὴν ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῶν Νοταράδων, στὰ Τρίκαλα Κορινθίας, ὑπηρετοῦσε προεπαναστατικά, περὶ τὸ 1780,  ὡς ἰατρός, ὁ ἐκ Κεφαλληνίας Παναγῆς Καροῦσος μὲ τὸν γιό του Δημήτριο ἐπίσης ἰατρό, οἱ ὁποῖοι κατόπιν, μὲ περιπετειώδη τρόπο, βρέθηκαν στὸ Καρπενήσι, ὅπου ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα. Ὁ Δημήτριος πολιτογραφήθηκε Καρπενησιώτης καὶ ἐνυμφεύθη στὸ Καρπενήσι, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ λειτούργημά του. Ὁ πρωτότοκος γιός του Γεώργιος, λόγῳ τῆς ἰατρικῆς ἰδιότητος τοῦ πατέρα του, ἔλαβε τὸ ἐπώνυμο Ἰατρίδης. Ὁ  Γεώργιος Ἀναγνώστης Ἰατρίδης (Καρπενήσι 1789-1869) ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν λόγιος τῆς οἰκογενείας, ὁ γενάρχης τῆς ἱστορικῆς προυχοντικῆς οἰκογένειας τοῦ Καρπενησίου, ἀλλὰ καὶ γραφέας τοῦ ὁμωνύμου κώδικα τοῦ γνωστοῦ ὡς κώδικα Ἰατρίδη, [κώδικας 242 τῶν ΓΑΚ]. Ὁ Γ. Α. Ἰατρίδης ἦταν κτήτωρ καὶ τοῦ κώδικα 171 τῶν ΓΑΚ, ὁ ὁποῖος σώζει τὸν κύριο ὄγκο τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἀγραφιώτη λογίου ἱερομονάχου Ἀναστασίου Γορδίου (Μεγ. Βραγγιανὰ Ἀγράφων1654-1729), καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του περιῆλθε στὰ ΓΑΚ. Ἔτσι, τὸ ἀρχοντόπουλο τῶν Τρικάλων, ὁ Γιαννάκης Νοταρᾶς συνδέεται ἔμμεσα, μέσῳ τῆς εὐρύτερης οἰκογένειάς του, μὲ τὸ Καρπενήσι καὶ τὰ Ἄγραφα.

Ἡ μάχη τοῦ Ἀνάλατου 
[Λεύκωμα Ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ
ἀντικείμενο τὴν μάχη τοῦ Ἀναλάτου ],  
ἀπὸ τὸν Παναγιώτη Ζωγράφο
καθ' ὑπόδειξιν τοῦ Μακρυγιάννη, 
1836-9.

καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Μακρυγιάννη 1836-1839.

 


Τὸ συγκεκριμένο δημῶδες τραγούδι «Τὸ Ἄρχοντόπουλο», ποὺ ἄκουγε ἀπὸ τὸν μπάρμπα-Γεώργη ὁ νεαρὸς Μωραϊτίδης στὴν Ἀθήνα, στὰ λαϊκὰ Κουντουριώτικα πίσω ἀπὸ τὴν Ἀγορά, δὲν φαίνεται νὰ σώζεται σὲ συλλογὲς δημοτικῶν τραγουδιῶν ἀκριβῶς ὅπως τὸ περιγράφει στὸ δημοσίευμά του ὁ Α.Μ.. Σώζεται ὅμως, στὸ ἔργο τοῦ Σοφοκλῆ Γ. Δημητρακόπουλου, Ἱστορία καὶ δημοτικὸ τραγούδι (325-1945)  ἡ ἑξῆς παραλλαγή του, ἀρκετὰ κοντὰ σὲ ἐκείνη ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Μωραϊτίδης :

 

 

«Τρία πουλάκια κάθουνται στὸ κάστρο τῆς Κορίνθου·

Τό ’να τηράει τὰ Τρίκαλα καὶ τ’ ἄλλο τὴν Ἀθήνα,

τὸ τρίτο τὸ καλύτερο μοιρολογάει καὶ λέει:

—Κάτσε Γιαννάκη μ’ καὶ μὴν πᾶς στὸ κάστρο τῆς Ἀθήνας,

Γιατ’ εἶναι Τοῦρκοι διαλεχτοί, πεζούρα καὶ καβάλα.

—Τί λές, πουλάκι μου, τί λές, τί λές, πουλί μου;

Ἐχτὲς μοῦ ’ρθαν τὰ γράμματα ἀπ’ τὸν Καραϊσκάκη,

πὼς ὁ Φαβιὲς ἐπέρασε καὶ μπῆκε στὴν Ἀθήνα

μὲ τετρακόσιους ταχτικούς, μὲ τὸ γερο-Γκριζιώτη,

κ’ ἐγώ, πουλί μ’, δὲν κάθουμαι σὰ τ’ἄλλα παλληκάρια,

σὰν τοῦ Σισίνη τὰ παιδιά, σὰν τοὺς Δεληγιανναίους.

Ἐγὼ εἶμαι τ’ ἀ ρ χ ο ν τ ό π ο υ λ ο, στὸν κόσμο ξακουσμένο,

Στὰ κάλλη καὶ στὴν ὀμορφιά, στὴ δόξα καὶ στὸν πλοῦτο.

Τοῦ σαλπιστῆ του φώναξε, τοῦ σαλπιστῆ του λέει:

—Γιὰ βάριε τὴ ντρουμπέτα σου νὰ συναχτεῖ τ’ ἀσκέρι.

Στὸ Καλαμάκι πήγανε καὶ στὰ καΐκια μπαίνουν

καὶ στὸ Μεσία[1] βγήκανε, στὸν Ἄλατο[2] πηγαίνουν.

Φκιάνει ταμπούρια δυνατά, πολὺ δυναμωμένα,

εἶχε ἀσκέρι διαλεχτὸ Σουλιῶτες κι Ἀρβανίτες

Πῆρε τὸν κάμπο πεθερά, τ’ ν Ἀκρόπολη γυναῖκα». 

Ἄλλη παραλλαγή του σώζεται στὸ ἔργο τοῦ Δημ. Α. Πετρόπουλου Μακεδονικὰ δημτικὰ τραγούδια. Ἀποτελεῖ προσαρμοσμένη ἐκδοχὴ  τοῦ μοτίβου τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὴν «Παπαδοπούλα»: 

«Ἕνα κομμάτι σύγνεφο κι ἕνα κομμάτι ἀντάρα

ξεβγαίν’ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα ’π τοῦ Νοταρᾶ τὰ σπίτια·

ἄλλος τὸ λέει σύγνεφο κι ἄλλος τὸ λέει ἀντάρα,

κεῖνο δὲν εἶναι σύγνεφο, κεῖνο δὲν εἶν’ἀντάρα,

μον’εἶναι τ’ Ἀ ρ χ ο ν τ ό π ο υ λ ο, ποὺ πάει νὰ πολεμήσῃ».

Μία ἄλλη παραλλαγὴ σώζεται στὴ συλλογὴ Ἀπόστολου Μελαχρινοῦ (Δημοτικὰ τραγούδια, Α΄, Εἰσαγωγή ἀνέκδοτα κλέφτικα ἱστορικὰ ἀκριτικὰ παραλογὲς τῆς ἀγάπης, σημειώματα, ἐκδ. Βιβλιοπωλείου Πέτρου Καραβάκου, Ἀθήνα 1946):

«ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΟΤΑΡΑ

Τρία πουλάκια κάθουνται στὰ Τρίκκαλα στὴ ράχη

μυριολογοῦσαν κι ἔλεγαν μυριολογοῦν καὶ λένε.

—Θέ μου καὶ τί νὰ γίνηκεν ὁ στρατηγὸς τῆς Κόρθος!

Οὐδὲ στὴν Κόρθο φαίνεται οὐδὲ στὸ Πέντεσκούφι,

ἀσκέρι του ἐσύνταξε ὣς χίλους πεντακόσιους,

ἐκίνησε κι ἐδιάβηκε στὴ βουλιασμένη Ἀθήνα.

Ἐννιὰ ταμπούρια πήρανε κλεῖσαν τὸ μοναστήρι·

ρίχνουν τὰ τόπια σὰ βροχὴ, οἱ πόμπες σὰν χαλάζι.

Οἱ Ἀρβανίτες φώναζαν μεσ’ ἀπ’ τὸ μοναστήρι·

— Κάμε νισάφι, Νοταρᾶ, στεριᾶς καὶ τοῦ πελάγου.

— Τί λέτε βρὲ παλιόσκυλα καὶ σεῖς παλιοαρβανίτες

ποὺ θὰ σᾶς πιάσω ζωντανοὺς καὶ σκλάβους θὰ σᾶς πάρω.

Τὴν Κυριακὴν ξημέρωσε, νὰ μὴ ’χε ξημερώσει

πὸ πιάσανε τὸν πόλεμο, κατέβηκαν στὸν κάμπο.

Καὶ οἱ ἀτλίδες ἤλθανε τοὺς ἔβαλαν στὴ μέση.

Στὰ παλληκάρια ἐμίλησε, σὰ μάνα, σὰ πατέρας·

— Παιδιὰ ζωστῆτε τὰ σπαθιὰ, καὶ  πιάστε τὰ ταμπούρια,

σήμερα εἶν’ὁ πόλεμος, σήμερα θὰ σωθοῦμε,

καὶ οἱ ἀτλίδες ἤλθανε μᾶς ἔβαλαν στὴ μέση.

Ὁ Γιάννης βγάνει τὸ σπαθὶ κι ἔκαμε τὸ γιουροῦσι,

μιὰ μπαταριὰ τοῦ ρίξανε, τοῦ κόψανε τὸ χέρι.

— Ρίξε, Γιάννη μου, τ’ ἄρματα γιὰ νὰ σὲ ἐλευτερώσω.

— Τί λέτε, μπρὲ παλιόσκυλα, πὼς νὰ σᾶς προσκυνήσω,

ἐγὼ ’μ ὁ Γιάννης Νοταρᾶς καὶ θὰ σᾶς πολεμήσω.

Κ’ οἱ Τοῦρκοι ὁποὺ τ’ ἀκούσανε πολὺ τοὺς βαρυφάνη,

μιὰ μπαταριὰ τοὺ ρίξανε τοῦ πῆραν τὸ κεφάλι.

— Βρὲ ποὖστε παλληκάρια μου, ἐσεῖς παιδιὰ δικά μου;

Σύρτε πῆτε τῆς μάνας  μου τοῦ δόλιου μου πατέρα,

ποτέ της μὴ μὲ καρτερεῖ καὶ μὴ μ’ ἀποτυχαίνει,

κι  ἐμένα μὲ σκοτώσανε στὴ βουλιασμένη Ἀθηνα.

Ὅσ’εἶστε φίλοι κλάψετε, κι ὅσ’ εἶστε ὀχτροὶ χαρῆτε,

κι ἐσεῖς καημένοι Κορθηνοὶ νὰ μαυροφορεθῆτε

πὸ σκότωσαν τὸ στρατηγὸ τὸν ἀρχηγὸ τῆς Κόρθος,

πὤτανε τριαντάφυλλο κι ὄμορφο κυπαρίσσι

καὶ μέσ’ στῆς Κόρθος τὸν Καζὰ καμάρα μὲ τὴ βρύση».    

Φαίνεται ὅτι γιὰ τὸν Γιαννάκη Νοταρᾶ τὸ φημισμένο γιὰ τὰ νιάτα, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὰ πλούτη ἀρχοντόπουλο τῆς Κορινθίας τὸν ἡρωϊκὸ θάνατό του, καθὼς καὶ τὸν ἔρωτά του μὲ τὴ Σοφία Ρέντη, ἔχουν στιχουργηθεῖ ἀρκετὰ τραγούδια, μὲ διάφορες παραλλαγὲς  στοὺς στίχους, τὴν ἀφήγηση καθὼς καὶ τὰ γεγονότα ποὺ ἐξιστοροῦν, ὑμνοῦν καὶ ἀθανατίζουν· στιγμὲς ἡρωϊκὲς ἀλλὰ κι ἀνθρώπινες τῆς ἀδιανότης Ἐπανάστασης, ποὺ πέτυχε.

 

KEIMENO

«OΜΙΛΙΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΤΟ "ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ"

Τὴν ἔφθασα ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἀπόλαυσιν. Εἶναι, βέβαια, ἀρκετὰ ἔτη περασμένα ἀπὸ τότε. Ἡ ἐπέτειος ἡ μεγάλη τῆς Ἐπαναστάσεως εἶχε πολύ, πάρα πολὺ φυλάξει ἀκόμα ἀπὸ τὸν ἀέρα ἐκεῖνον τοῦ ’21. Μὲ ἄλλην χάριν ἐξημερώνετο τότε ἡ 25η Μαρτίου, σὰ νὰ ἦτο ἄλλος τότε ὁ οὐρανὸς καὶ ἄλλη ἡ αὐγή του. Καὶ εἶχε πολὺ τὸ μεγαλεῖον ἀκόμη ἡ Δοξολογία ὁποῦ ἐψάλετο εἰς τὴν Μητρόπολιν τὴν ἡμέραν αὐτήν.

Ἡ τελουμένη τότε ἐν Μητροπόλει Σύναξις εἶχε πολλὴν ὁμοιότητα πρὸς μίαν Συνέλευσιν τῶν κορυφαίων τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔψαλαν τοὺς πολεμικοὺς παιᾶνας, ἐκεῖνοι ἔψαλαν τώρα καὶ τοὺς εὐχαριστήριους ὕμνους. Ἐκεῖνοι ὁποῦ ἐκοιμῶντο μὲ τὰ ἀσημένια καρυοφύλλια εἰς χεῖρας, οἱ ἴδιοι εἰσήρχοντο εἰς τὸν Ναόν, μὲ τὸ κάρφος τῆς ἐλαίας δοξολογοῦντες. Ἀπὸ τῶν μορφῶν ἐκείνων τῶν μεγαλοπρεπῶν ἕως εἰς τὴν χιονοφεγγόφωτον στολήν των, διόλου ἢ ὀλίγον διέφερον οἱ ἐν Ἐπιδαύρῳ συνεδριάζοντες ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ Μητροπόλει τῶν Ἀθηνῶν  συνηγμένους. Καὶ ὅταν ἐτελείωνεν ἡ Δοξολογία, ἡ ἔξοδος ἀπὸ τοῦ Ναοῦ ὡμοίαζε μὲ διάλυσιν Ἐθνικοῦ Συνεδρίου τῶν μεγάλων ἐκείνων χρόνων.

Γηραιοὶ ἀγωνισταί, πάνοπλοι, μὲ τὴν χρυσήν των φέρμελην, τὶς ἀσημένιες πάλλες, τὰ χρυσόπλεκα τουζλούκια καὶ τὴν κάτασπρη φουστανέλλα των, ἐξερχόμενοι δύο-δύο, ἐξεχύνοντο εἰς τὰς συνοικίας τῆς πόλεως ἔπειτα, πρωσοποποίησις ζωντανὴ τῶν μεγάλων τοῦ Ἀγῶνος πολεμικῶν ἐπεισοδίων. Μεγαλόφωνοι τῶν ἔργων των κήρυκες. Σώματα ἐκλεκτά, μὲ τὸ παράσημον τοῦ Ἀγῶνος εἰς τὸ στῆθος  καὶ τῆς δόξης τὴν σφραγίδα εἰς τὸ μέτωπον, μὲ τὸ ὁποῖον καθαρὸν καὶ ἄμωμον, διῆλθον, κατὰ τὸν Προφήτην, διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος κ’ ἔφτασαν εἰς τὴν δροσερὰν αὐτὴν ἀναψυχήν.

Οὕτω ἀπαράλλακτοι ἦσαν καὶ αἱ μορφαὶ τῶν Πατέρων ἐκείνων τῆς Ἐκκλησίας, ὁποῦ συνεκρότησαν τὴν Πρώτην Οἰκουμενικἠν Σύνοδον ὕστερον ἀπὸ τὸν τελευταῖον αἱμοχαρῆ τοῦ Χριστιανισμοῦ διωγμόν. Ἄλλοι κεκαυμένοι τὰς ὄψεις καὶ πεπηρωμένοι· ἄλλοι ἀκρωτηριασμένοι ἢ ρινότμητοι καὶ ἄλλοι μὲ τὰ παντοῖα τοῦ Μαρτυρίου στίγματα. 

*

Ἐκεῖνος ὁ ἀλίγυστος ἀκόμη, ὁποῦ ὁ χρόνος δὲν ἠμπόρεσε νὰ τοῦ κόψῃ τὴν ὀσφύν, μὲ τὸ ἀνάστημα ἐκεῖνο τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ τὴν μακρὰν ἀρχοντικὴν φουστανέλλαν του, τραβᾷ πρὸς τὴν Πλάκαν, κυρίαρχος ὅλων τῶν δρόμων ἀπὸ τοὺς ὁποίους περνᾷ, μὲ τὴν ἑδραίαν πεποίθησιν ἐν τῇ ψυχῇ, ὅτι θὰ ἀξιωθῇ νὰ ἑορτάσῃ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν.... Εἷς ἄλλος, κοντὸς ὀλίγον καὶ σωματώδης, ὑποβαστάζων τὴν κυρτήν του πάλλαν μὲ στιβαρὸν ἀκόμη βραχίονα, μὲ φέσιον κατακόκκινον, καταβαίνει πρὸς τὸν Ἅη-Φίλιππα, ὁποῦ ἔχει τὸ Στραταρχεῖον του. Ὁ ἄλλος ἐκεῖνος ὁ κυρτωθεὶς πλέον ἀπὸ τὸ βάρος ἐτῶν, ἀφοῦ ἐσήκωσεν ἐπάνω εἰς τὰ λάσσια στήθη του ἑπτὰ ἐτῶν μυριόνεκρον πάλην, τοῦ ὁποίου λάμπει ἰδοὺ ἡ φουστανέλλα, κάτασπρη, λάμπει καὶ ἡ πολιά του ἡ ἀσημένια, σιγὰ-σιγὰ προβαίνει πρὸς τοῦ Ψυρῆ ὅπου ἔχει «τὰ σπίτια του». Κι ἐκεῖνος πάλιν, μὲ πλάκα, νά, τὰ χρυσᾶ σειρίτια εἰς τὸ περιλαίμιον τῆς χρυσῆς του φέρμελης, μὲ τῆς Φάλαγγος τοὺς τιμημένους βαθμούς, κατέρχεται πρὸς τὸ Γεράνι, ‘‘νὰ τὸ τσούξῃ λιγάκι’’. Κι ἐκεῖνος δὲ μονόχειρ τώρα φοβερὸς ἀκόμη πολέμαρχος τραβᾷ πρὸς τὴν Νεάπολιν, διασχίζων μὲ δόξαν τὰς νέας ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν...

**

Τὸ βράδυ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἡμέρας, εἰς ὅλα τὰ κέντρα τῆς πόλεως, ἀπὸ τὸ πνιγμένον μέσα εἰς τὴν φωτοχυσίαν καὶ τὴν ἄσπρην φουστανέλλαν ἱστορικὸν καφενεῖον τῆς «Ὡραίας Ἑλλάδος», μὲ τοὺς χρυσοὺς μεγάλους καθρέπτας καὶ τοὺς ἀναπαυτικοὺς καναπέδες, ἕως εἰς τὰ λαϊκὰ Κουντουριώτικα πίσω ἀπὸ τὴν Ἀγοράν, δὲν ἤκουες ἄλλο, ἢ διηγήσεις τῶν μαχῶν καὶ ἀλαλαγμούς, ἀπηχήματα τῶν πολέμων τοῦ ’21. Δὲν ἤκουες ἄλλα τραγούδια, παρὰ τραγούδια τῆς Ἐπαναστάσεως· καὶ δὲν ἀντήχουν ἄλλα ὄργανα, παρὰ τῶν χρόνων τῆς Ἐπαναστάσεως παιγνίδια.

Καὶ πόθεν ἐνεφανίζετο ἐκεῖνος τῆς ἐπαναστάσεως ὁ κόσμος! Πόθεν ἐξετρύπωνον ἐκεῖνα τὰ γεροντάκια, μὲ τὸ βασιλικὸν στέμμα εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ τὴν χαρὰν εἰς τὰ χείλη! Λογιῶν-λογιῶν γεροντάκια. Μὲ φουστανελλίτσες, μὲ κεντητὰ καποτάκια, μὲ τὴν στολὴν ἄλλοι τῆς Φάλαγγος, καὶ ἄλλοι μὲ τοῦ Πεζικοῦ ἢ τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ ὁ καθεὶς μὲ τὸν βαθμό του, μὲ κορδόνια βαμβακερά, μὲ σειρίτα χρυσᾶ, μὲ σαρδελίτσες. Ὁ καθεὶς βαστάζων τὴν ἔντιμον σελίδα του ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν ἱστορίαν. Ἄλλος μονόφθαλμος, ἄλλος μὲ ραμμένην πέρα-πέρα τὴν παρειὰν καὶ ἄλλος μ’ ἕνα πόδα. Καὶ ὁ καθεὶς μὲ τὰ παράσημά του ἐκεῖνα, καθήμενος τιμητικῶς ἐν μέσῳ κύκλου νεωτέρων εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ βροντοφωνῇ γύρω του, μὲ τὴν κατακτητικὴν τοῦ δημιουργοῦ δόξαν.

— Ἐμεῖς τὸ κάναμε αὐτὸ ὅλο τὸ Βασίλειο ποὺ βλέπετε!...

Καὶ μὲ ἕνα κύκλον μεγαλοπρεπῆ τῆς δεξιᾶς περιελάμβανεν οὐρανὸν καὶ γῆν...

Οἱ νεώτεροι, ἡμεῖς, τοὺς ἐκυττάζαμεν ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, ὡς ὄντα ὑπερφυσικά, μὲ ὑπερφυσικὰ ἀναστήματα καὶ ὑπερφυσικὰς δυνάμεις. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁποῦ ἐβροντοφωνοῦσαν τὸ κατόρθωμά των, εἰς τὰ ὄμματά μας παρίσταντο πολὺ διάφοροι ἀπὸ ἡμᾶς. Ὑψηλότεροι καὶ εὐσωμότεροι, ὡς ἄλλης φυλῆς ἄνθρωποι, φανερωθέντες εἰς τὸν κόσμον μόνον διὰ νὰ δημιουργήσουν μίαν Ἑλλάδα.

Περὶ αὐτῶν ὡμίλησεν ἡ Γραφὴ τάδε:

‘‘— Οἱ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις... Ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ’ αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί..’’[3]. 

***

Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπ’ ὅλην αὐτὴν τὴν χαράν, ἰδιαίτεραν ἀπόλαυσιν ᾐσθανόμην ὅταν ἤκουον τὸ ‘‘Ἀρχοντόπουλο’’ κάθε χρόνον τὴν ἡμέραν αὐτήν. Τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο δημοτικὸν ᾆσμα, τὸ περιγράφον τὴν ἐκστρατείαν καὶ τὸν θάνατον ἑνὸς ὡραίου Νοταρᾶ, γόνου εὐγενοῦς, ἀπὸ τὴν κορινθιακὴν οἰκογένειαν τῶν Νοταράδων, ὅστις λεοντόκαρδος ἔφηβος, στρατολογήσας ἐξ ἰδίων του ὁλόκληρον ὁμάδα στρατιωτικήν, ἦλθε κ’ ἐπολέμησεν ἐν τῇ Ἀττικῇ, κ’ ἔπεσε "στὸ Σέγγιος ἀποκάτω", εἰς τὸν κάμπον ὄπισθεν τοῦ Μνημείου τοῦ Φιλοπάππου, τὴν ἡμέραν τὴν ἀποφράδαν ἐκείνην, ὁποῦ τὰ γρασίδια τῆς Ἀθηναϊκῆς πεδιάδος ἐκαλύφθησαν ἀπὸ νεκρούς. Οἱ στίχοι τοῦ ᾄσματος εἶναι πολὺ ὡραῖοι καὶ πολὺ παθητικοί. Ἀρχιζαν ἀπὸ τρία πουλάκια, καθὼς ἀρχίζουν καὶ καὶ ὅλα τὰ πολεμικὰ τοῦ λαοῦ ᾄσματα. Τρία πουλάκια, ‘‘ποὺ ἐκάθηντο στῆς Κόρινθος τὸ Κάστρο’’... ‘‘Τὸ ἕνα ἐτήραε’’ τὰ Τρίκκαλα τὴν ἔνδοξον γενέτειραν τῶν Νοταράδων, τὸ ἄλλο ‘‘κατ’τὴν Ἀθήνα..’’. Τὸ τρίτο τὸ καλλίτερον ἐμοιρολόγα κ’ ἔλεγεν ὅλην τὴν ἀθάνατον ἱστορίαν τοῦ εὐγενοῦς πολεμιστοῦ... Πῶς τὸ Ἀρχοντόπουλο ἐξώπλισε τὸ στράτευμά του, πῶς ἀπεχαιρέτισε τὴν ἀρραβωνιστικήν του διὰ τοῦ γραμματικοῦ του, ὅστις τῆς εἶπε νὰ μὴ τὸ ἀπαντεχαίνῃ πλέον τὸ Ἀρχοντόπουλο, γιατὶ πάγει ‘‘νὰ πάρῃ τὴν γῆ γυναῖκά του... στὸ Σέγγιος ἀπὸ κάτω...’’.

****

Ὁ μπάρμπα-Γεώργης, ἕνας ὑψηλὸς καὶ ἐρρυτιδωμένος ἀπόστρατος χωροφύλαξ, φέρων τὴν ἰδιαιτέραν στολὴν φύλακος τοῦ ἀνακτορικοῦ κήπου, αὐτὸς ἐτραγουδοῦσε τὸ περίφημον ‘‘Ἀρχοντόπουλο’’.

Εἰς μίαν γωνίαν ἑνὸς οἰνοπωλείου ἡσυχαστικοῦ, ἐκεῖ στὰ Κουντουριώτικα, εἰς ἕνα τραπεζάκι, εἰς τὴν ἄκρην ἐκεῖ, ὁποῦ μόλις ἔφθανε τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἤρχετο τακτικὰ ὅταν σχολνοῦσεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλικοῦ κήπου, βιαστικά-βιαστικά, μὲ τὴν μακρυὰ χονδρὴ ρεδιγκότα του καὶ μὲ τὸ ξύλινον χονδρὸν ραβδί του. Ἐκάθητο εἰς τὴν συνήθη θέσιν του. Ἔπαιρνε ταμπάκο στὴν ἀρχή, ἕως οὗ νὰ τοῦ φέρουν τὸ κατοσταράκι, κι ἐξεκρεμνοῦσεν ἔπειτα ἀπὸ τὸν στῦλον, δίπλα του, τὸ τσιβοῦρί του, γλυκύτατον καὶ περιπαθέστατον ὄργανον. Ἐξηρόβηχε δυό-τρεῖς φορές, ἕως οὗ νὰ χορδίσῃ καλὰ τὰ τέλια τοῦ τσιβουριοῦ καὶ ἄρχιζεν:

—Ἐγὼ εἶμαι τ’ Ἀρχοντόπουλο, στὸν κόσμο ξακουσμένο!... 

*****

Ἤμην τότε μαθητὴς τοῦ Βαρβακείου. Κατόπιν ἑωρτάζετο πολυτερέστερα πολύ, κάθε χρόνο καὶ καλλίτερα, ἡ ἐπέτειος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Πρωτευούσης ἐτετραπλασιάσθη ἔκτοτε. Τὰ νέα μέγαρα καὶ αἱ εὐρυάγυιαι λεωφόροι κατέπνιξαν τοὺς ἰθαγενεῖς συνοικισμοὺς καὶ ἡ «Ὡραία Ἑλλἀς»...ἐκάη... Τὰ πλούτη ἐπλεόνασαν, ἡ εὐζωΐα ἐμεγαλύνθη. Καὶ ὁ λαὸς ὁ ἠγαπημένος «ἐνεπλήσθη καὶ ἀπελάκτισεν...ὁ νέος Ἰακώβ...ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη...».[4]

Ἀλλὰ τὴν δόξαν καὶ τὴν χάριν τῶν ἀρχαιοτέρων ἐκείνων χρόνων τὴν ἔχασεν ἡ σημερινὴ ἡμέρα. Ἡ φυλὴ τῶν Γιγάντων, ὁποῦ ἔδιδε τὸν τόνον εἰς τὴν ἑορτήν, δὲν ὑπάρχει πλέον. Καὶ αὐτὸς ὁ μπάρμπα-Γιώργης ἀπέθανεν. Οὐδὲ τὰ Κουντουριώτικα ὑπάρχουν σήμερον, οὐδὲ τὸ παθητικὸν τσιβοῦρί του. Καὶ τὸ τρίτο τὸ πουλάκι, κι ἐκεῖνο ἀκόμα, ὁποῦ «ἀπ’τῆς Κόρινθος τὸ Κάστρο», ἐμοιρολογοῦσε τ’ Ἀ ρ χ ο ν τ ό π ο υ λ ο, ἐπέταξε... κι ἐπῆγεν ἴσως ἀλλοῦ...

Α. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ»

                                                          Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης 

Σημ. 1: Πολλὲς εὐχαριστίες γιὰ τὴ βοήθειά τους στὸν Παντελῆ Μπουκάλα, τὸν Γιάννη Μάκκα, τὸν Ἰωάννη Καραχρῆστο καὶ τὸν Στέφανο Μίλεση.

Σημ. 2: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 913/26.3.2021, σ. 15-18.

 

 

 

 



[1] Ἡ θέση Μεσίαν ἐνδεχομένως βρισκόταν στὸν Φαληρέα, στὴν περιοχὴ ἀνάμεσα στὸ Νέο Φάληρο καὶ τὴν Καστέλλα.

[2] Ἄλατος (=Ἀνάλατος), ἡ περιοχὴ στὰ ὅρια τοῦ Νέου Κόσμου μὲ τὸν Δήμο τῆς Νέας Σμύρνης στὸ ὕψος περίπου τοῦ Ἁγίου Σώστη στὴ λεωφόρο Συγγροῦ. Ὁ μύθος λέει πὼς πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ ἕνα πηγάδι, τὸ μοναδικὸ τῆς περιοχῆς ποὺ εἶχε γλυκὸ νερό. Μὲ δεδομένη τὴ θέση τοῦ πηγαδιοῦ κοντὰ στὴν παραλία θεωρήθηκε περίεργο ποὺ τὸ νερό του δὲν ἦταν γλυφό. Ἔτσι μὲ τὰ χρόνια ἡ μοναδικότητα αὐτὴ καθιέρωσε καὶ τὸ ὄνομα ἀνάλατος.

 

[3]. Γέν. στ΄ 4.

[4] . Πρβλ. Δευτ. λβ΄ 14.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου