«Ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἐξ ὕψους ὁ Σωτὴρ ἡμῶν»
Πράγματι,
ὁ στίχος αὐτός, ἀπὸ ἀπὸ τὸ Ἐξαποστειλάριον Αὐτόμελον τῆς Ἀκολουθίας τῶν
Χριστουγέννων, ταιριάζει, πάει γάντι ποὺ λένε, στὸ ἱστορικὸ γιὰ τὸν τόπο μας συμβὰν τῆς προσγειώσεως ἑλικοπτέρου τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας
στὰ Μεγάλα Βραγγιανά, τὸν Φεβρουάριο τοῦ ἔτους 1973. Ἦταν ἀπόγευμα τῆς 7ης
Φεβρουαρίου 1973 ‒53 χρόνια πρίν‒ ὅταν, ὡς σωτήρας ἀληθινός,
κατῆλθε «συστέλλον τὰς πτέρυγάς του» τὸ ἑλικόπτερο μὲ τὸ τριμελὲς πλήρωμά του.
Σκοπός, ἡ παροχὴ ἰατρικῆς βοήθειας σὲ ἐγκυμονούσα καὶ ἡ μεταφορά της σὲ
νοσοκομεῖο μεγάλης πόλης γιὰ νὰ τεκνοποιήσει σὲ ἀσφαλὲς νοσηλευτικὸ περιβάλλον·
ἡ ὑγεία ἡ δική της, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐβρύου, βρισκόταν σὲ μεγάλο κίνδυνο. Τὸ
πλήρωμα: ὁ πιλότος, ὁ ἰατρὸς καὶ βοηθὸς νοσοκόμος ἦσαν ἔμπειροι καὶ τολμηροὶ
στρατιωτικοί, ποὺ δὲ ἀφαιροῦν ζωές, ἀλλὰ φέρνουν καὶ φροντίζουν γιὰ τὶς ζωὲς στὸν
κόσμο.
Τόπος
προσγειώσεως, τὸ χωράφι-λάκκα τοῦ Ἀργύρη Γεωργίου Χρήστου, δίπλα στὸν χῶρο μὲ τὰ
ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ μεγάλου ‒μητροπολιτικοῦ κάποτε, στοὺς παλαιοὺς χρόνους‒ ναοῦ
τῆς Παναγίας, γνωστῆς ὡς Παναγίας-παζάρ, μὲ τὸν ἱστορικὸ πλάτανό της, ὅπου ἡ
τοπικὴ προφορικὴ παράδοση θέλει νὰ δίδαξε ὁ Πατροκοσμᾶς. Στὸν τόπο εἶχαν
τοποθετηθεῖ, μὲ μέριμνα τῶν κατοίκων, κόκκινες κουβέρτες καὶ φλοκάτες, μὲ τὶς ὁποῖες
ὑποδείκνυαν στὸ πλήρωμα τοῦ ἑλικοπτέρου τὸ σημεῖο προσγειώσεώς του.
Δρόμοι
πουθενά, μόνο μονοπάτια, ἀλλὰ καὶ χιόνια νὰ ἔχουν ἀποκλείσει κάθε ἄλλο μέσον
μεταφορᾶς. Ὡς ἀνάμνηση παιδικὴ ἐνθυμοῦμαι τὸν λόγο –λόγο μεγάλης ἀπελπισίας‒ κάποιου
γέροντα, στοὺς Στανάδες, στὸ καφενεῖο τοῦ Γιώργου Τσιώλη τοῦ πρώην προέδρου τῆς
Κοινοτητος:
— Ἂς μᾶς
φκιάσουν τὸν δρόμο ὣς τὰ Κριθάρια κι ἂς μᾶς παρατῆσνε. Τίπουτε ἄλλου δὲν
θέλουμε.
Μιάμιση
ὥρα δρόμο μὲ τὰ ζῶα, νὰ ὑπολογίσει κάποιος σήμερα, ἡ ἀπόσταση τοῦ οἰκισμοῦ ἀπ’
τὴ θέση «Κριθάρια». Τόση ἡ ἀπελπισία κι ἡ ἀγανάκτηση. Κάποιος πολιτικὸς μάλιστα
εἶχε δηλώσει, δῆθεν χαριτολογικά, σὲ ἀντιπροσωπεία Βραγγιανιτῶν, ποὺ πῆγαν στὸ ἐν
Ἀθήναις γραφεῖο του νὰ αἰτηθοῦν δρόμο:
— Δὲν
εἶναι ὡραία, ρομαντικά, νὰ πηγαίνε
τε στὸ χωριό σας καβάλλα μὲ τὰ γαϊδουράκια καὶ
τὰ μουλάρια σας;
Ἔπρεπε νὰ
περάσουν δέκα καὶ πλέον χρόνια γιὰ νὰ ἔλθει ἕνας ἁπλός, στοιχειώδης
χωματόδρομος στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ.
Λοιπόν, ἡ ἔγκυος
Βασιλική, θυγατέρα Γεωργίου Μπετχαβᾶ, κινδύνευε. Ὁ σύζυγός της Ἄγγελος
Παρθένης, εἰδοποιεῖ, σὲ συνεργασία μὲ τὸν Πρόεδρο τῆς κοινότητος Ἀργύρη Χρήστου
καὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ ‒λογίου γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς‒ Γραμματέα της
Δημητρίου (Μήτσου) Ἀλεξάκη αἰτεῖται μὲ τὸ πρωτόγονο –μέσῳ ἐνδιάμεσων ἀνταποκρίσεων‒
τηλέφωνο τῆς ἐποχῆς, ἕνα στρατιωτικὸ ἑλικόπτερο διακομιδῆς ἀσθενοῦς. Ἡ Πολεμικὴ
Ἀεροπορία ἀνταποκρίνεται.
Εἶναι, λοιπόν, ἀπόγευμα τῆς
Τετάρτης, 7 Φεβρουαρίου 1973. Μνήμη ὁσίου Λουκᾶ τοῦ ἐν Στειρίῳ ὄρει ἄσκηθέντος,
γράφει τὸ ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀλήθεια κι ἀλήθεια:
σὰν ἄγγελος σωτηρίας κατέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὸ ἑλικόπτερο μὲ τοὺς διασῶστες.
Στὸ τόπο σχεδὸν ὅλο τὸ χωριό. Ἀγωνία γιὰ τὴν ἐγκυμονοῦσα καὶ γιὰ τὸ παιδί. Ἡ ψυχὴ ἀγωνιᾷ , τὸ στόμα ὅλων
δέεται.
Συγκινητικὸ τὸ θέαμα τῶν ἀνθρώπων,
συγγενῶν καὶ φίλων ἀλλὰ καὶ τοῦ πληρώματος τοῦ ἑλικοπτέρου: μοιάζουν ὅτι ἔχουν,
στὸ πρόσωπό τους, στεφάνες ζωγραφισμένων ἁγίων, ποὺ ὑπερασπίζονται τὴν ἀνθρώπινη
ζωὴ καὶ ὕπαρξη.
Οἱ διασῶστες, μὲ
τὴν βοήθεια τῶν κατοίκων, μεταφέρουν μὲ πρόχειρο φορεῖο τὴ Βασιλικὴ στὸ ἑλικόπτερο.
Τότε, αὐτό, τὸ ἑλικόπτερο, «τανῦσαν τὰς πτέρυγάς του» ἀνέβηκε στὸν οὐρανό. Ἡ ἐγκυμονοῦσα ἤθελε νὰ δεῖ καὶ νὰ
ζήσει τὸν καρπὸ τῆς κοιλίας της καὶ τὸ ἔβρυο νὰ γνωρίσει τὴ μητέρα του: νὰ αἰσθανθεῖ
τὴ φροντίδα καὶ τὴ θαλπωρὴ τῆς γλυκειᾶς της φωνῆς.
Ὅλοι οἱ παρακολουθοῦντες δὲν εἶχαν
τὴν αἴσθηση ἢ τὴν συνείδηση ἂν κατ’ ὄναρ ἢ κατ’ ὕπαρ ἔβλεπαν τὴν διάσωση τῆς
Βασιλικῆς καὶ τοῦ ἐμβρύου της· στὰ οὐρανομήκη βουνὰ καὶ τὰ δυσπρόσιτα μέρη τῶν Ἀγράφων:
«ἡ καρδία των ἐπάλλετο δεινῶς».
Ἡ Βασιλική, ψύχραιμη, μὲ ὅσες
δυνάμεις εἶχε, ἔβλεπε, παρατηροῦσε τὰ πάντα σὰν σὲ ὄνειρο σὰν νὰ βλέπει σὲ ὕπνο,
ὑπερφυῆ πράγματα

Τὸ ἑλικόπτερο ἔχει προσγειωθεῖ
καὶ δύο μέλη τοῦ πληρώματος
σπεύδουν γιὰ τὴν
παραλαβὴ τῆς Βασιλικῆς.
Ἡ θύρα τοῦ ἑλικοπτέρου ἔκλεισε ἑρμητικὰ.
Τὸ ἤρεμον καὶ τὸ πρᾶον τοῦ πληρώματος μεταδόθηκε στὴ Βασιλική. Ἕνα αἴσθημα ἀσφαλείας
κατέλαβε ὅλους· καὶ τὸ πλῆθος ποὺ παρακολουθοῦσε. Δὲν ἦσαν ἔρημοι οὔτε τῆς ἀνθρωπίνης,
οὔτε τῆς θείας βοηθείας· χωρὶς τὸ λεγόμενον γόητρον τοῦ χρυσίου ἀλλὰ γιὰ τὸ
γέρας τῆς φιλαλληλίας· κι ἂς μὴν θεωρεῖται ἀπὸ πολλούς, στὶς μέρες μας ἰδιαίτερα,
ἰσχυρότερον τοῦ χρυσίου.
Σὲ μία ὥρα τὸ ἑλικόπτερο
προσγειώθηκε στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Λαμίας καὶ στὴ μαιευτικὴ κλινική, κατὰ τὶς
6μ.μ.. Μὲ τὴν
«πρώτην ἀμφιλύκην τῆς ἑσπέρας» γεννήθηκε ὑγιέστατο
θήλυ: ἡ μετέπειτα Ἀλεξάνδρα. Ἡ θυγατέρα τοῦ Ἄγγελου καὶ τῆς Βασιλικῆς Παρθένη εἶδε
γιὰ πρώτη φορὰ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου στὸ ἱστορικὸ Ζητούνι. Γνώρισε τὴ φιλοστοργία τῆς
μητέρας της, ἡ ὁποία τὴν ἔτεξε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος: «ἐξ ἐλαχίστου ᾠοῦ, ὅπερ
μικρὸν διαφέρει τοῦ μηδενός». Καὶ σήμερα, ζεῖ καὶ
βασιλεύει κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενο ἀλλὰ καὶ ὅπως τὸ ὁμολογεῖ τὸ βαπτιστικὸ τῆς ἀείμνηστης
πλέον μητέρας της.
Δίπλα,
στὴν Παναγία-παζὰρ ἦταν καὶ ἡ οἰκία τοῦ Ἀριστείδη Παν. Τσιώλη, ὅπου διέμενε μὲ
τὴ σύζυγό του Μαρία καὶ τὸν γιό του Θωμᾶ μὲ τὴν οἰκογένειά του: τὴ σύζυγό του
Κωνσταντία καὶ τὰ δύο παιδιά τους: τὸν Ἀριστείδη καὶ τὸν Σωτήρη. Ἦταν τὸ σπίτι
τῶν «Γαλαναίων» ὅπως ἦταν πιὸ γνωστὴ ἡ οἰκογένεια. Ὁ γέρων Ἀριστείδης, 83 ἐτῶν,
ἦταν ἀσθενής, κλινήρης. Ὁ γιός του Θωμᾶς τὸν ἐρωτᾷ:
—Θέλεις
πατέρα νὰ πᾶς κι ἐσὺ μὲ τὸ ἑλικόπτερο στὸ νοσοκομεῖο στὴ Λαμία, στοὺς γιατρούς;
Ὁ
βετεράνος, ‒μὲ ὀκτὼ χρόνια στρατιωτικῆς θητείας‒ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων τὸν
κοίταξε στὰ μάτια. Εἶχε προαίσθημα θανάτου:
—Ὄχι
παιδάκι μ’. Ἀφῆτε με νὰ πεθάνω ἐδῶ ποὺ γεννήθηκα. Ἦρθα νὰ πεθάνω στὸν τόπο μου.
Δὲν πέρασαν πολλὲς
μέρες καί, στὶς 23 τοῦ ἰδίου μηνός, ἐξέπνευσε. Χειμὼν βαρὺς καὶ οἱ χιονονιφάδες,
στὴν πορεία τοῦ ἀσκεποῦς σκηνώματός του ἀπὸ τὴν κατοικία του πρὸς τὸν ναὸ καὶ τὸ
κοιμητήριο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τὴν τελευταία του κατοικία, σκέπασαν τὸ
πρόσωπό του καὶ τὸ σῶμα του. Καὶ τὸ χιόνι ἔγινε σεντόνι. Ἄσπρο σεντόνι ποὺ σκέπασε
αὐτὸν καὶ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες του: γιὰ «νὰ μὴν παρασταθεῖ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος
ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν τοῦ Τρισαγίου».
Σωτήρια ἡ ἔλευση
τοῦ ἑλικοπτέρου. Ἔσωσε, ἐνδεχόμενως, δύο ζωές: τῆς Βασιλικῆς καὶ τοῦ ἐν τῇ
κοιλίᾳ παιδιοῦ της. Γενναῖοι καὶ οἱ ἄνδρες τοῦ πληρώματος τοῦ ἑλικοπτέρου ποὺ ἔφεραν
εἰς πέρας τὴ σωτήρια ἀποστολή τους· ἔκαμαν ἀκόμη μιὰ καλὴ πράξι. Σημειώνει ὁ
Ζαχαρίας Παπαντωνίου στὸ πεζοποίημά του «Εὐχαριστῶ τὸν δημιουργό», στὸ ἔργο του
Πεζοὶ Ρυθμοί :
«Εἶδα τ’ἄσπρο ἀρνάκι
ποὺ γεννήθηκε μόλις προχθές —
κάποιος
θὰ θυμήθηκε πὼς ἔκαμα μιὰ καλὴ πράξι ἕναν καιρό».
Ἀλλὰ καὶ τὸ
χιόνι σωτήριο ἦταν: ἄσπρισε, καθάρισε ἀπὸ τυχὸν ἁμαρτίες τὴν ψυχὴ τοῦ
καλλιτέχνη-ξυλουργοῦ τοῦ τόπου μας, τοῦ Ἀριστείδη Παν. Τσιώλη ἢ Γαλάνη. Ἔργα τῆς
χειρός του σώζονται ἀκόμη στὸν τόπο μας καὶ σὲ γειτονικὰ χωριὰ καὶ κωμοπόλεις.
Δὲν ὑπάρχουν,
λοιπόν, μόνο τὰ σπουδαῖα πρόσωπα ἢ τὰ μεγάλα γεγονότα ἀλλὰ καὶ τὰ ἐλάσσονα καὶ
μικρά, τὰ ἄγνωστα ἐν πολλοῖς, στὰ ὁποῖα ὅμως σώζονται ζωὲς καὶ ψυχὲς ἀλλὰ καὶ
φανερώνεται ἡ θεϊκὴ παρουσία. 
1. Γεώργιος Ἠλ. Χρήστου.
|
4. Γιαννούλα συζ. Γεωρ. Γούλα. 5. Ἀριστείδης Θωμ. Τσιώλης. 6. Γεώργιος Βασ. Τσιώλης. 7. Ἄγγελος Βασ. Παρθένης. 8. Ἰφιγένεια συζ. Χρήστου Παρθένη..9. Παναγιώτης Κων.Γούλας. 10. Μαγγόγιας Γεω. Κωνσταντῖνος. 11. Ἠλίας Δημ. Κασιώνης. 12. (Ἡ ἐγγυμονοῦσα) Βασιλικὴ σύζ. Ἄγγελου Παρθένη, θυγατέρα Γεωργίου Μπετχαβᾶ. 13. ;14. ; 15.;.. 16. Ταξιάρχης Νικ. Τσιώλης. 17.; 18. ;19. Σταυρούλα Παν.Γούλα. 20. Θωμᾶς Ἀριστ. Τσιώλης. 21. Ἀνδριάννα συζ. Στέφ. Χρήστου. 22. Γεώργιος Κων. Γούλας. 23. Βασίλειος Χρ. Χαλιμούρδας. 24. Ἑλένη Παν. Γούλα. 25. Ἔλλη Βασ. Χαλιμούρδα. 26. Ἀργύρης Χρήστου (Πρόεδρος Κοινότητος). 27. ; 28. Ἀγγελικὴ Παν. Γούλα. 29. Παναγιώτα συζ. Ταξιάρχη Ρεντίφη. 30. ; 31. ; 32. Μαρία Ἄγγελου Παρθένη. 33. ; 34. Οὐρανία Χρ. Παρθένη. 35. ; 36.; 37. Ἑλένη Βασ. Χαλιμούρδα. |
Τὸ κυριολεκτικὰ
σωστικὸ αὐτὸ περιστατικό, θέλησε, θείᾳ οἰκονομίᾳ, νὰ ἀποτυπωθεῖ, νὰ μνημειωθεῖ
φωτογραφικὰ ‒πιθανῶς ἀπὸ τὸν ἐρασιτέχνη φωτογράφο τοῦ χωριοῦ Νίκο Χρήστου‒ καὶ
νὰ παραδοθεῖ στοὺς ἐπιγενόμενους ὡς μιὰ ψηφίδα πολιτισμοῦ καὶ κοινωνικῆς ἱστορίας
τοῦ τόπου μας.
Υ.
Γ.: Εὐχαριστῶ, γιὰ τὴν βοήθεια στὴν τεκμηρίωση, τὸν Ἀριστείδη Θωμ. Τσιώλη ‒αὐτόπτη
μάρτυρα, σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν τότε‒ καὶ τὴν Ἀλεξάνδρα Ἄγγ. Παρθένη: τὸ κορίτσι ποὺ
γεννήθηκε, θείᾳ θελήσει, στὴ Λαμία, στὶς 7 Φεβρουαρίου 1973, μὲ τὴν καταλυτικὴ
συνδρομὴ τοῦ ἑλικοπτέρου τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας καὶ τῶν ἀνδρῶν του, πιστῶν στὸ καθῆκον τους καὶ τὴν ἀποστολή τους· τὴν προσφορὰ
σωτήριας βοήθειας στὸν ἀναγκεμένο συνάνθρωπο.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ, φ. 105, σ. 4-5.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου