Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Ὁ φιλόζωος Ζαχαρίας Παπαντωνίου· Πάσχα τοῦ 1898.*

 

Ὁ Ζαχαρίας Λαμπ. Παπαντωνίου (1877-1940) σὲ νεανικὴ ἡλικία.

Σὲ μία ἀπὸ τὶς πρώϊμες δημοσιεύσεις του ὁ Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1898 -Ἀθήνα 1940) καταθέτει, ἐν ὄψει Πάσχα, στὴν ἐφημερίδα Σκρίπ, στὶς 5 Ἀπριλίου 1898, τὸ ποίημά του «Η ΘΥΣΙΑ». Ἐκεῖ, στὸ ἀθησαύριστο αὐτὸ ποίημά του, σὲ ἡλικία μόλις 21 ἐτῶν, διαφαίνονται οἱ φιλοζωϊκές του διαθέσεις καὶ ἀνησυχίες· παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἕλκει τὴν καταγωγή του ἀπ’ τὰ κτηνοτροφικὰ ‘‘Ψηλὰ Βουνὰ’’ τοῦ Καρπενησίου καὶ τῶν Ἀγράφων. Στὸ ποίημά του αὐτό, μὲ τρόμο, μὲ ἀποτροπιασμὸ σχεδόν, ἀντιμετωπίζει τὸ πασχαλινὸ ἔθιμο τῆς σφαγῆς τῶν ἀμνοεριφίων. Τὸ ποίημά του τὸ ὑπογράφει ὡς «Ζ. Λ. Παπαντωνίου» καὶ δημοσιεύεται πρωτοσέλιδα στὸ Σκρὶπ τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα τοῦ 1898.


Ἐφ. Σκρίπ, φ. 5.4.1898, σ. 1.


«Ἡ ΘΥΣΙΑ

Ἐχθὲς ἀθῶο κι ὁλόχαρο

τὸ ἐδέχθηκεν ἡ χλόη,

σήμερα εἶπε τὸ ὕστερο

στὸν κόσμο μοιρολόϊ.

 

Τὴ νύχτα, τὰ μεσάνυχτα

δὲν εἶδες τὸ κοπάδι,

ποὺ ἀπ’ τὸ βουνὸ κατέβαινε

κι ἐρχότανε στὸν Ἅδη;

 

Σιγὰ κρυφοπερπάταγαν

κι ἀδελφωμένα ἀντάμα,

μεσ’ τὴ θλιμμένη σκοτεινιὰ

σκορποῦσαν μαῦρο κλάμμα.

 

Κι ἀπ’ τῆς καθάριας πλάσεως

κι ἀπ’τῆς ζωῆς τὰ μέρη

βοσκὸς ὁ Χάρος τἄφερνε

στοῦ ἀνθρώπου τὸ μαχαίρι.

 

Ἀκούω τὴν ἀναστάσιμη

λαλιὰ γλυκειᾶς καμπάνας

τὴ νύχτα τὰ μεσάνυχτα...

κι ἀκούω καὶ θρῆνο μάννας.

 

Ποὺ ἀναζητάει τἀχνόμαλλο

τοῦ λιβαδιοῦ καμάρι,

ὠϊμέ! κι ἐκεῖνο ἐσπάραξε

στὰ χέρια μακελλάρη...

 

Θυσία ὁλοπόρφυρη

γιὰ τὸν Ἀναστημένο

μπροστά μου νά το! κρέμεται

’ματοπλημμυρισμένο.

 

Στὴ φλόγα τῆς λαμπάδας μου

ποὺ τὴ θυσία φωτάει,

ἔχει τὰ μάτια ἀνοιχτά,

καὶ ὤ τρόμος μὲ κυττάει,

 

σὰν νὰ μοῦ λέει: Στὴν ἐκκλησιὰ

μὴν πᾶς καὶ μεῖνε μπρός μου,

γιατὶ σὲ πνίγει, χριστιανέ,

τὸ κρίμα τοῦ αἵματός μου...

 

Ζ. Λ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ»

 

Καὶ ἄλλες φορὲς ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ἔχει καταθέσει γραπτῶς τὸ ἐνδιαφέρον του, τὴ μέριμνά του, τὴ συμπάθεια καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ ζῶα –ποὺ στὰ χρόνια του «ὑπέφεραν μεγάλως» μὲ ἴσως πιὸ χαρακτηριστικὸ τὸ ποίημά του «Ἀπολογία στὰ ζῶα» ἀπὸ τὴν ποιητική του συλλογὴ Τὰ Θεῖα Δῶρα. (1931):

 

«[...]

Μὲ τῶν προγόνων μας θα ζοῦν τὰ θολωμένα φρένα

Καὶ τρέμουνε τὸν ἄνθρωπο τὰ ζῶα τ’ἀγαπημέμα

ἴσως κι ἐγὼ, σκληρὸ παιδί, νὰ τἆχα ἀδικημένα.

[...]».

                                                                    Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1164 / 10. 4. 2026, σ. 15

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου