Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΩΝΗΣ. ΤΟ ''ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ ΛΕΙΨΑΝΟΝ'' ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ*

 Ἠλίας Πετώνης, ὁ τελευταῖος ἐπιζὼν τῆς μάχης στὸ «Χάνι τῆς Γραβιᾶς».

Ἡ συνάντησή του μὲ τὸν Ζαχαρία Παπαντωνίου.

«Ἠλίας Πετώνης», σπάνια φωτογραφία του χρονολογημένη περὶ τὸ 1900. Ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ὑπεραινώβιου ἰατροῦ καὶ ἀγωνιστὴ τοῦ 1821, Ἀπόστολου Μαυρογένη (1792-1904) τὸν ὁποῖο ἐπίσης συνάντησε ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου καὶ ἔλαβε μάλιστα, στὰ 1904, ὅταν ὁ Μαυρογένης ἦταν 112 ἐτῶν, συνέντευξη ἀπ’αὐτόν εἶναι ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες φωτογραφίες ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 ποὺ γεννήθηκαν τὸν 18ο αἰ. καὶ ἔζησαν ὅλον τὸν 19ο, ἢ σχεδὸν ὅλον τὸν 19ο αἰ. Ὁ Ἀπόστολος Μαυρογένης πέθανε στὴν Ἀθήνα στὰ 1906 σὲ ἡλικία 114 ἐτῶν. Πβλ. Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, «Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου καὶ τὸ ἰωβηλαῖον τοῦ ἰατροῦ Ἀποστόλου Μαυρογένους, ἀγωνιστοῦ τοῦ 1821». Ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν) φ. 943, 5.11.2021, σ. 15-17 / φ. 944, 12.11.2021, σ. 15-17·/ φ. 945, 19.11.2021, σ. 15-18.


Ζαχ. Λ. Παπαντωνίου
(1877-1940) 

Ὁ λόγιος δημοσιογράφος καὶ Ἀκαδημαϊκός, Ζαχαρίας Παπαντωνίου
(Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940) εἶχε ἀρθρογραφήσει στὴν ἐφημ. Σκρίπ, στὶς 12 Ἰαν. 1904, γιὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιζώντων ἀγωνιστῶν τοῦ ’21. Στὸ χρονογράφημά του μὲ τίτλο «Ἀγωνισταί» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ζ.Π.» ἀναφέρει ἕνα περιστατικὸ συνάντησής του, περὶ τὸ 1890, στὸ μοναδικὸ τυπογραφεῖο τῆς Ἄμφισσας,[1] μὲ ἐπιζώντα, γηραιὸ ἀγωνιστὴ τοῦ ’21· ἕναν συναγωνιστὴ τοῦ Ὀδυσσσέα Ἀνδρούτσου Τότε, ὁ Παπαντωνίου διέμενε στὴν Ἄμφισσα, ὡς μαθητής, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του, λόγω μεταθέσεως ἐκεῖ τοῦ πατέρα του, ἐκπαιδευτικοῦ, Λάμπρου Παπαντωνίου: [2]

«Εἶδα πρὸ 15 ἐτῶν εἰς τὴν Ἄμφισσαν τὸν ἐπιζῶντα συναγωνιστὴν τοῦ Ἀντρούτσου, ἕνα ἀπὸ τὰ παλληκάρια ποὺ εἶχε κλεισθῇ στὸ χάνι. Ἔτυχε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὸ τυπογραφεῖον τῆς Ἀμφίσσης τὸ ἕνα καὶ μοναδικόν, παραπλεύρως χειροκινήτου πιεστηρίου, ὅταν ἔξαφνα περνοῦσε ὁ Γέρος ἀπέξω. Κἄποιος τότε τὸν ἐφώναξε καὶ ἐμπῆκε μέσα κτυπῶν τὴν βακτηρίαν του. Ἦτο ἕνα ἐρείπιον 95 ἐτῶν. Ἀλλὰ τὰ μάτια του ἔλαμπαν μὲ ἕνα φῶς ἰσχυρότατον. Ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς τὸν ἠρώτησεν, ἀφελέστατα, πῶς ἔγιναν αὐτὰ ποὺ ἔγιναν στὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς. Ὁ γέρος ἀπήντησε καταπίνων:

—Ἔ, παιδί μου! Ἐκεῖ γενότανε ἄντρας κι ὁ πλέον φοβιτσιάρης.

Ἡ ἀπάντησις ἐσμίκρυνε τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὰ μάτια μας τὸν γέρον, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐννοήσωμεν τὸ μέγεθος τῆς μετριοφροσύνης τοῦ ἐνδόξου ἀνθρώπου».

Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς ἐπεφόρτισε τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Γραμματείαν νὰ ἀπονείμῃ εἰς τὸν κ. Ἠλίαν Πετώνην ἐντίμως μεθέξαντα τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος ἡρωϊκοῦ ἀγῶνος, συστηθὲν τὴν 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 Ἀργυροῦν Ἀριστεῖον παραδίδεται τοῦτο εἰς αὐτόν [...] Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Ἀπριλίου 1838. (httpswww.facebook.comphotofbid=980789015285993&set=pcb.846005958782086)


Ὁ Παπαντωνίου δὲν ἀναφέρει το ὄνομα τοῦ γηραιοῦ ἀγωνιστή, ὅμως –προφανῶς
πρόκειται γιὰ τὸν ὑπεραιωνόβιο ἀγωνιστὴ τοῦ 1821, Ἠλία Κατσάκο ἢ Πετώνη (1789-1896).[3] Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀρεόπολη (Τσίμοβα) τῆς Μάνης, πατρίδας τῶν Μαυρομιχαλαίων καὶ μᾶλλον ἦταν συγγενής τους καθὼς ἀναφέρεται στὰ μέλη τῆς οἰκογένειας Μαυρομιχάλη ὁ Ἠλίας Μαυρομιχάλης-Κατσάκος, ἀνεψιὸς τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Λόγω ἐνδοοικογενειακῆς βεντέτας κατέφυγε στὴν Ἄμφισσα. Ὑπῆρξε σύνδεσμος τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου μὲ τὸν Ἠλία Π. Μαυρομιχάλη. Τὸ προσωνύμιο «Πετώνης», ποὺ υἱοθέτησε ὡς ἐπίθετο, τοῦ τὸ προσέδωσε ὁ ἴδιος ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος: λόγῳ τῆς εὐλυγισίας του καὶ τῆς ταχύτητάς του σὲ ὀρεινὰ πεδία μαχῶν. Συμμετεῖχε σὲ μάχες στὴ διάρκεια τῆς Ἐπανάστασης, μὲ κυριότερη τὴ θρυλικὴ μάχη στὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς (8 Μαΐου 1821).[4] Μετὰ τὴν Ἐπανάσταση ἔζησε στὴν Ἄμφισσα. Τιμήθηκε στὰ 1839 μὲ τὸ Ἀργυροῦν Ἀριστεῖον τοῦ Ἀγῶνος, ἐνῷ στὶς 20 Αὐγούστου1844 τοῦ ἀπενεμήθη καὶ τὸ «Ἀριστεῖον τῆς 3ης Σεπτεμβρίου»:

«διὰ τὰ λαμπρὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἐδείξατε ἐν τῇ πρωτευούσῃ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐθνοσωτήριον ἡμέρα».

Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἠλία Πετώνη. Ἁγιαθυμιώτικα Νέα 119 (2020) 6.

Ἀπεβίωσε τὸ 1896 σὲ ἡλικία 107 ἐτῶν,[5] ἦταν δὲ ὁ τελευταῖος ἐπιζῶν μαχητὴς ἀπὸ τὴ μάχη στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς.
Εὐτύχησε νὰ συμμετάσχει, ὡς ἐπιζὼν τῆς μάχης, στὰ ἐγκαίνια τοῦ μνημείου στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς, τὴν Κυριακή 29 Μαΐου 1888, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Βασιλέως Γεωργίου Α΄:[6]

«[...] Ἅμα τῇ εἰσόδῳ τοῦ Βασιλέως ἤρξατο ἡ συνήθης δοξολογία τῶν ἀποκαλυπτηρίων, ἱερουργοῦντος τοῦ ἐπισκόπου Χαλκίδος καὶ τοῦ ἐγχωρίου κλήρου, μεθ’ ὃ ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τὸ σύνθημα καὶ ἡ καλύπτουσα τὸ μνημεῖον ὀθόνη κατέπεσε καὶ ἐφάνη ἀπαστράπτουσα ἡ λεοντώδης μορφὴ τοῦ Ἀνδρούτσου κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἵσταντο οἱ ἐπιζῶντες μαχηταὶ τοῦ Χανίου, Λαΐνης,[7] καὶ Π ε τ ώ ν η ς μετὰ τῶν δημάρχων τῶν δήμων τοῦ νομοῦ. Ἡ ὄψις τοῦ ἀγάλματος ἐγείρει ἐνθουσιασμὸν καὶ ζητωκραυγαὶ  ἀντηχοῦσι· ἡ δὲ μουσικὴ παιανίζει τὸν ἐθνικὸν ὕμνον [...].

Σώζεται μία μοναδικὴ φωτογραφία τοῦ Ἠλία Πετώνη, χρονολογημένη γύρω στὰ 1900. Εἶναι ἀπὸ τὶς σπάνιες φωτογραφίες ἡρώων τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21 ποὺ ἔχουν σωθεῖ.[8]

 



[1]. Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου δὲν σημειώνει οὔτε τὸν τυπογράφο, οὔτε τὸ μοναδικὸ τυπογραφεῖο ὅπου συνάντησε τὸν γηραιὸ ἀγωνιστὴ τοῦ ’21. Ἐνδεχομένως πρόκειται γιὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ τυπογραφεῖο πού, κατὰ τὸν ἐξ Ἀμφίσσης τυπογράφο Θεοχάρη Μελισσαρόπουλο (Ἄμφισσα 1860-Ἀθήνα 1930), ὑπῆρχε ἤδη στὴν Ἄμφισσα ἀπὸ τὸ 1873 τοὐλάχιστον, καὶ ὅπου ὁ ἴδιος ἔλαβε τὰ πρῶτα μαθήματα τῆς τυπογραφικῆς τέχνης: «Ὅταν δεκατριετής, κατὰ τὸ ἔτος 1873, ἐξέμαθα τὴν τυπογραφικὴν τέχνην εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Ἄμφισσαν, ἦλθα <κατόπιν> εἰς τὰς Ἀθήνας νὰ ἐργασθῶ». Ὁ Μελισσαρόπουλος δὲν δηλώνει σὲ ποιὸ τυπογραφεῖο τῆς Ἀμφίσσης ἔμαθε τὴν τυπογραφικὴ τέχνη. Πρὸς τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1890, ἴσως τὸ 1899, μετὰ τὴν ἐπάνοδό του ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ὅπου ἀσκοῦσε τὴν τυπογραφικὴ τέχνη, ἵδρυσε στὴν Ἄμφισσα ἕνα μικρὸ τυπογραφεῖο: «Κατόπιν καὶ ἐγώ, βαρυνθεὶς τὸν ἄθλιον ἐκεῖνον καὶ περιπετειώδη καὶ πολυτάραχον Ἀθηναϊκὸν τυπογραφικὸν βίον, ἀποσύρθην πρὸ 25 ἐτῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Ἄμφισσαν, ἱδρύσας μικρὸν τυπογραφεῖον».· Θεοχάρους Μελισσαροπούλου, Πεντηκονταετὴ τυπογραφικὰ ἀπομνημονεύματα, Ἄμφισσα 1924, σ. 5, 25.

[2]. Ἐφημ. Σκρίπ, φ. 12.1.1904, σ. 1.

[3]. http://amfissacity.blogspot.com/2021/03/1789-1896.html

[4]. «Κατόπιν, ὁ Ἀνδροῦτσος ἔβγαλε τὸ μαντῆλι του και εἶπεν εἰς τὰ παλληκάρια:"Ὅποιος θέλει νὰ χορεύσῃ τὸν τελευταῖον χορὸν τῆς ζωῆς του ἂς πιασθῇ εἰς τὸ μανδῆλι μου νὰ χορεύσωμεν μαζί. Εἰς τὸν χορόν ἐπιάσθησαν ἐν ὅλῳ 119 παλληκάρια διασωθέντων τῶν ὀνομάτων τῶν: Γούρας, Καραπλῆς, Μαμούρης [...] Πετώνης [..] τῶν ἄλλων τὰ ὀνόματα δὲν τὰ διέσωσεν ἡ παράδοσις».· Θεοχάρης Μελισσάρης, Ἡ ἱστορία τῆς Ἀμφίσσης καὶ τῶν πέριξ κωμοπόλεων καὶ χωρίων, τόμ. 2, Ἐν Ἀμφίσσῃ, τυπογραφεῖον Θεοχάρους Μελισσάρη 1924, σ. 48-49.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

[5]. Κατ’ ἄλλους ἐκοιμήθη στὶς 15 Ἰαν. 1901. «Ἔφυγε ἀπὸτὴ ζωὴ τὴν 15 Ἰανουαρίου 1901, στὰ 108 του χρόνια.[...] Τὸ μόνον ἐναπομεῖναν τελευταῖον λείψανον τῆς μάχης τῆς Γραβιᾶς τιμήθηκε μετὰ τῆς προσηκούσης εἰς τὸν βαθμὸν αὐτοῦ πομπῆς. [...] Ἀπὸ ἐξώστη λεσχιδίου τῆς πλατείας Κεχαγιά, ὁ τότε Γυμνασιάρχης (Παΐζης) "ἀπήγγειλε ἐπικήδειον εἰς τὸν μεταστάντα ἥρωα"».·βλ. Δημήτρης Χ. Παλούκης, «Ρήγας Κοντορήγας -Ἠλίας Πετώνης. Ὁ πρῶτος τῶν προκρίτων τῶν Σαλώνων καὶ ὁ τελευταῖος ἐπιζήσας τοῦ χοροῦ τῶν ἐγκλείστων στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς», Ἁγιαθυμιώτικα Νέα 119 (2020) 6-7, ὅπου περισσότερα βιογραφικὰ γιὰ τὸν Ἠλία Πετώνη καὶ τὴ δράση του. Ἐπίσης, στὸ ἄρθρο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εἰκόνα του, δημοσιεύεται καὶ ἡ ὑπογραφή του καθὼς καὶ τὸ Ἀριστεῖον τῆς 3ης Σεπτεμβρίου, τὸ ὁποῖο τοῦ ἀπονεμήθηκε στὶς 20 Αὐγούστου 1844.

[6]. Ἀνώνυμος, «Ἡ τελετὴ τῶν ἀποκαλυπτηρίων», ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 30.5 1888, σ. 2.

[7]. Πρόκειται γιὰ τὸν ἁγιαθυμιώτη Θύμιο Λαϊνά· https://www.agiathimia.com/hani/, [25. 10 2025] .

[8]. Elladaistoriapolitismos, [22 10 2025].

*Σημ. : Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση  στὴν ἐφημερ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας, φ. 1161, σ. 16-17.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου