Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



«λόγια ριζωμένα»

Τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» βρέθηκε στὶς 2 Μαΐου 2018 στὰ Γρεβενά, ὅπου συμμετεῖχε,  στὴν παρουσίαση τοῦ βιβλίου ΄΄λόγια ριζωμένα΄΄, τοῦ καλοῦ φίλου τῶν Ἀγράφων Ἀντώνη Παπαβασιλείου. Ἕνα ἔργο σκέψεων καὶ στοχασμῶν τοῦ συγγραφέα, μὲ μορφὴ πεζοποιημάτων, ποὺ πραγματεύεται ποικίλα ζητήματα καὶ θέματα ἀπὸ ὅλους τοὺς χώρους καὶ τοὺς τόπους τῶν ἰδεῶν του καὶ τῶν ὀνείρων του· ξυπνητῶν καὶ μή. 



Γρεβενά, 2 Μαΐου 2018
ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΕΛΕΙΟΥ
Λόγια ριζωμένα

Λόγος εἰς Ἀντώνιον Ν. Παπαβασιλείου 

Πρὶν ἀπὸ τέσσερα χρόνια, στὰ Γρεβενά, στὰ πλαίσια ἑνὸς ἱστορικοῦ Συνεδρίου γιὰ τὴ Δυτικὴ Μακεδονία, ἀναζήτησα, ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ‒μὲ προτροπὴ σεβάσμιου κοινοῦ μας φίλου ἀπὸ τὶς Σποράδες‒  τὸν Ἀντώνη Παπαβασιλείου, τὸν ὁποῖο δὲν γνώριζα οὔτε κατ᾿ ὄψιν. Μόνο ἀπὸ φῆμες περὶ τῶν δραστηριοτήτων του καὶ τῶν ἐνδιαφερόντων του. Εἰς μάτην. Ἡ πιὸ συχνὴ ἀπάντηση ἦταν πώς:
—Ἐδῶ μόλις πρὸ ὀλίγου μὰ ἔφυγε.
Φαντάστηκα ἕνα ἐξαιρετικὰ δραστήριο, γοητευτικὸ καὶ δημοφιλὲς πρόσωπο ποὺ ὑφαρπάζεται ‒ἀπάγεται‒ ἀπὸ τοὺς περὶ αὐτὸν συνειγμένους ἤ κάποια παπαδιαμάντειο προσωπικότητα ποὺ ἀποφεύφει μετὰ πάθους τὴ δημοσιότητα γιὰ νὰ μὴν ἐξάπτει τὴν περιέργεια τοῦ κοινοῦ.
Mά, σκέφτηκα ἀναχωρώντας, καὶ ὁ Μπάρακ Ὀμπάμα νὰ ἦταν στὰ Γρεβενὰ θὰ τὸν συναντοῦσα!
Πέρασε καιρός, ἴσως καὶ 2-3 χρόνια, καὶ ἄκουγα συχνὰ-πυκνὰ περὶ Παπαβασιλείου ἀπὸ κοινοὺς γνωστούς, ἀλλὰ μέχρις ἐκεῖ. Κάποια Κυριακή, πάλι ἕνας κοινὸς σεβάσμιος φίλος καὶ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου μὲ ἐρώτησε ἂν μπορῶ νὰ ἀναλάβω μία μικρή, ἑβδομαδιαία ὅμως, ὑποχρέωση.
—Ἕνας ταλαντοῦχος διάκονος τοῦ γραπτοῦ λόγου ἐκ Γρεβενῶν δημοσιεύει κάθε ἑβδομάδα σὲ τοπικὸ ἔντυπο ποὺ διευθύνει ἕνα μονόστηλο πεζοποίημα μὲ ὡραία ξεχωριστὴ γραμματοσειρὰ καὶ περιεχόμενο· μονότονο ὅμως, εἶπε.
—Δηλαδή; ἐρώτησα.
—Μονοτονικῆς γραφῆς, δίχως τόνους καὶ πνεύματα, καὶ θὰ ἤθελα ἂν μποροῦσες νὰ τὸ πολυτονίζεις γιὰ νὰ δημοσιεύεται ὅπως ἁρμόζει σὲ τέτοιες ἐμνευσμένες σκέψεις.
Μετὰ ἔμαθα πὼς ἦταν ἐπιθυμία διακαὴς καὶ ἄλλου φίλου τοῦ Ἀντώνη, ἀπὸ τὸ Γριπονῆσι. Δέχτηκα μετὰ χαρᾶς. Ἔτσι ἄρχισε μὲ τὶς λίγες δυνάμεις μου καὶ χωρὶς φυσικὰ νὰ ἀποφευχθοῦν τὰ λίγα λαθάκια ἕνεκα τῆς βιασύνης νὰ προλάβουμε κάθε φορὰ τύπωμα, καθὼς δὲν γνωρίζει οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς πότε ἔρχεται ἡ ἔμπνευση, ἡ ‘‘περιπέτεια’’ μου στοὺς δρόμους τοῦ Ἔμφρονος καὶ ἡ συνέχεια της στὰ Ριζωμένα λόγια.
Φυσικά, ἡ γνωριμία μου μὲ τὸν Ἀντώνη καὶ τὰ ἔργα του, συνεχίζεται καὶ μὲ ἄλλες μορφὲς καὶ δράσεις μέχρι σήμερα. Εἶχα, λοιπόν, τρόπον τινὰ τὸ προνόμιο μὲ αὐτὲς τὶς γραμμοῦλες ποὺ μοῦ ἔστελνε κάθε βδομάδα ὁ Ἀντώνης νὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ παρθενικός τους ἀναγνώστης. Ὅμως, τοὺς ἀφαιροῦσα τὰ ροῦχα τὰ μονότονα ποὺ φοροῦσαν καὶ τοὺς ἔβαζα ἄλλα· τὰ παραδοσιακὰ τῆς ἱστορικῆς γραφῆς. Πλουμίδια καὶ κεντίδια ποὺ θὰ ’λεγε κι Ἀντώνης. Καὶ τὶς ἐπέστρεφα στὸν ποιητή τους. Ἤμουν δηλ. ἕνα εἶδος ἐνδυματολόγου μονοστήλων ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος.
Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νὰ ἐκδοθοῦν αὐτὲς οἱ γραπτὲς σκέψεις, οἱ ἑβδομαδιαῖοι στοχασμοί του,  ὁ Ἀντώνης ἀλλὰ καὶ ὁ παρακαθείμενος κοινός μας φίλος καὶ ἐκδότης του Θεόδωρος Παντούλας μοῦ ἔκαμαν τὴν πρόταση καὶ τὴν τιμή, παρ᾿ ὅ,τι μὴ καθ᾿ ὕλιν ἁρμόδιος, νὰ ἐπιμεληθῶ τὶς διορθώσεις δοκιμίων. Δὲν ἀποφύγαμε τὰ λάθη, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐργαστήκαμε φιλότιμα στὸ τρίγωνο: Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας - ἄπειρος χώρα - Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων.
Ὅταν διορθώνει κάποιος δοκίμια πρὸς ἔκδοσιν λειτουργεῖ ἀρκετὰ ἕως πολὺ ἀποστασιοποιημένα ἀπὸ τὸ κείμενο. Ὅμως στὴ συγκερκριμένη περίπτωση ὅταν ἔφτανα στὴ σελ. 70 ἀπὸ τὰ  ἑβδομαδιαῖα Collectanea του, στὸν Κωνσταντάκη μας ὅπως τὸν ἀποκαλῶ, παραδόξως ἡ βελόνα κολοῦσε. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἴσχυαν. Θὲς τὸ ὄνομα αὐτὸ καθ᾿ αὐτό, τὸ ὁποῖο φέρω τιμητικὰ εἰς μνήμην ἥρωος πεσόντος σὲ μέρη βυζαντινά, θὲς ἡ παράδοση ἡ πατρογονική: ἡ γιαγιὰ μου ἡ μακάρια δὲν μᾶς ἄφηνε νὰ ταξιδέψουμε ποτὲ ἡμέρη Τρίτη:
‒Ἔπισ᾿ ἡ Πόλ᾿ πιδάκι μ᾿, ποῦ παϊένιτι;  ἔλεγε.
Αὐτὸ τὸ κειμενάκι ποὺ μᾶς περιδιάβαζε ἀπὸ τὶς Βρετανικὲς ἀκτές, στὸν Μυστρᾶ τὴν Ἤπειρο καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη μὲ συνέπαιρνε καὶ δὲν μποροῦσα οὔτε να συνεχίσω οὔτε νὰ τὸ ἀφήσω. Ἔβαζα καὶ στὸ YOU TUBE τὸ ὁμώνυμο ἠπειρώτικο τραγούδι ποὺ μὲ συνέπαιρνε καὶ ἄντε νὰ ἔχεις μυαλὸ γιὰ διορθώσεις.
    Σκέφτηκα λοιπὸν μιᾶς καὶ οἱ ἄλλοι θὰ μιλήσουν γιὰ τὸ ὅλον βιβλίο νὰ μιλήσω γιὰ τὸ ἕνα ποίημα. Γιὰ τὸ Μπρίστολ καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη.  Γιὰ τὸ πουλάκι ποὺ τραγουδοῦσε ἀνθρώπινα στὸ γόνα τοῦ Παλαιολόγου. Εἴμαστε ἄλλωστε στὸν μῆνα τῆς Ἁλώσεως. Σὲ λίγες μέρες θὰ εἶναι 565 ἔτη ἀπὸ Ἁλώσεως. Ἐπίκαιρον γάρ. Ἄσε ποὺ ἐντός του ἀνίχνευσα ὅλες σχεδὸν τὶς λογοτεχνικὲς  καὶ πνευματικὲς προσλαμβάνουσες  τοῦ Ἀντώνη.
Μπρίστολ, δυόμιση δεκαετίες πρίν. Τὸ ραδιόφωνο τοῦ BBC εἶχε προαναγγείλει ἀφιέρωμα στὴν Ἅλωση τῆς Πόλης.
Ἐδῶ, θεληματικῶς ‒πῶς ὄχι καὶ ἰδιοτελῶς‒ σκεπτόμενος διακρίνω ἔστω καὶ ἐντελῶς ὑπαινικτικὰ τὴν ἰδιαίτερη συμπάθεια τοῦ Ἀντώνη, στὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη καθὼς μὲ παραπέμπει στὸ ἐκ πέντε πράξεων θεατρικό του «Ἅλωσις Πόλεως», στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθω στὴ συνέχεια.
 Προμηθεύτηκα, λοιπόν, μιὰ κασέτα καὶ ἑτοιμάστηκα νὰ τὸ καταγράψω. Δούλευε τὸ ἔαρ μέσα μου ὑπονομευτικά
Ἂν ἦταν ἔντιτλα τὰ μονόστηλα τοῦ Ἀντώνη θαρρῶ πὼς τὸ «Δούλευε τὸ ἔαρ μέσα μου ὑπονομευτικά» θὰ ἦταν ὁ τίτλος πού, χωρὶς ἀμφιβολία, θὰ ταίριαζε σ᾿ αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο. Τὸ μαγιάτικο ἔαρ, τὸ κορύφωμα τῆς ἀνοίξεως τὸ πλησίστιο πρὸς τὸ δρεπανηφόρον θέρος-ἔρος. Καί, νομίζω Ἀντώνη πὼς ἀκόμη συνεχίζει νὰ δουλεύει τὸ ἔαρ μέσα Σου ὑπονομευτικά· τώρα, ἴσως, ἔτι ὑπονομευτικότερα.
Ἀργοδιαβάζοντας γιὰ κάποιες ἐξετάσεις, ἄκουγα τὸν ἐκφωνητὴ νὰ μιλᾷ λιτά, μετρημένα, σωστά. «Θὰ ἀκούσουμε, τώρα, ἕνα τραγούδι ἀπὸ τὴν Ἤπειρο».
 Τὸ ἀργοδιαβάζοντας μὲ παρέπεμψε στὸν Διον. Σολωμό, στὴ γυναίκα τῆς Ζάκυθος: «ἐκεῖ τριγύρου ἡ γῆ ὅλο νερά, γιατὶ πᾶνε οἱ γυναῖκες καὶ συχνοβγάνουνε». Συχνοβγάζοντας τὰ βιβλία του  καὶ ἀργοδιαβάζοντας συντροφιὰ μὲ τὸ BBC ἄκουσε τὸν ἐκφωνητὴ καὶ τὸ ἠπειρώτικο τραγούδι.  Ἠσθάνθη ψύθιρον θάλπους ἑστίας εἰς τὰ ὦτα, καὶ γλυκύτητα ἄφατον:
Καὶ ἐκεῖ, στὴν Redland Road, στὸ μικρὸ δωμάτιο, στὸν μεγάλο κόσμο, ἄλλαξε ὁ χρόνος ροῦχα.
Ὅταν γίνονταν προτάσεις γιὰ τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου του αὐτὸν εἶχα σκεφτεῖ: ἄλλαξε ὁ χρόνος ροῦχα· γιατὶ στὰ πεζοποιήματά  του συνεχῶς ἀλλάζει ροῦχα ὁ χρόνος. Ἀλλὰ δὲν τὸν εἶπα. Εἶναι, πλέον, ὁ δικός μου ἐσωτερικὸς τίτλος, ὅπου ἔμφιλοχωρεῖ τὸ Ἐλύτειον «αὐτὸς ὁ κόσμος ὁ μικρὸς ὁ μέγας» τοῦ «Ἄξιον Ἐστί»: ἀπὸ τὰ ποιητικὰ ἀλφαβητάρια τοῦ Ἀντώνη.
Ὁ Κωσταντάκης ἁγίασε τὰ ὕδατα. Δὲν ἄφησε τίποτε ὄρθιο, ἀπὸ τὰ μίζερα καὶ τὰ φθηνά. Ἡ μουσική, ἡ φωνή, τὰ γυρίσματα ἔγραψαν μινύρισμα ἀ π ί θ α ν ο.
 Ὁ νέος, στὸν ὁποῖο «τὸ ἔαρ δούλευε ὑπονομευτικὰ μέσα του», προσλαμβάνει μέσα ἀπὸ τὸ ραδιόφωνο τῆς Γηραιᾶς Ἀλβιόνος τὴν κορυφαία καὶ καθοριστικὴ στιγμὴ τοῦ Γένους, τὴν «Ἅλωσιν Πόλεως», ὡς ὁ μελωποιημένος ‘‘Κωνσταντάκης’’ μας «νὰ ἅγιασε τὰ ὕδατα» τοῦ Avon river· ὅλου τοῦ Ἀτλαντικοῦ. Νὰ μὴν ἄφησε τίποτε ὄρθιο. Ὅπως  στὸν «Ἔρωτα στὰ χιόνια» τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ μπαρμα-Γιαννιός, στὸ ξυπνητὸν ὄνειρό του, ἔβλεπε τὴν πίπτουσα χιόνα ὡς νὰ ἤθελε νὰ ἀσπρίσει,  νὰ σαβανώσει, νὰ ἁγνίσει ὅλας τὰς ἁμαρτίας ὅλα τὰ περασμένα, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας. Καὶ φυσικὰ τὸ παπαδιαμαντοπαραπέμπτων ἑλλληνιστικὸ μινύρισμα, λέξη ποὺ τόσο ταιριάζει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀπόδοση τοῦ ἠπειρώτικου ἀσματικοῦ τῆς Ἁλώσεως, «Ὁ Κωνσταντῆς κι ὁ Κωνσταντάκης».
Ἡ ποίηση, ναί, ἡ ποίηση ἔχει δικαίωμα μοναδικὸ νὰ μιλᾷ γιὰ τὸν πόνο, τὸ μαρτύριο, τὸ τσάκισμα καὶ τὴν ἔκθλιψη στὸ λιοτρίβι τῆς ἱστορίας. Καὶ μελωδούμενη ὀρθά, ντόμπρα, ἀθανατίζει.
29ῃ Μαΐου 1453: Σὲ μιὰ γειτονιὰ ἐγγλέζικη, τραγούδι κεντημένο μὲ Ρωμιοσύνης γονίδια, πλουμίδια ἀλλιώτικα, κανονάρχισε (ὤ, τοῦ παραδόξου) τό «Ἐπικράνθη ὁ ᾍδης».
Πράγματι ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας δημηγόρησε τὸ «αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν» καὶ ἐπίκρανε τὸν ᾋδη πολὺ  περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν Πολιορκητή. Καὶ ἡ ποίηση ποὺ δικαιωματικὰ ἕλκεται νὰ μιλᾷ «γιὰ τὸν πόνο, τὸ μαρτύριο, τὸ τσάκισμα καὶ τὴν ἔκθλιψη στὸ λιοτρίβι τῆς ἱστορίας» δὲν τὸν ‘‘ἄφησε ἥσυχο’’· καὶ μὲ τὸν μελωδὸ τοῦ Ἠπειρώτικου δημώδους τὸν ἀθανάτισε.
Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ποὺ ‘‘ἀνασαίνει’’ ἐν ὑπερακμῇ στὴ βιβλιοθήκη ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀντώνη,  στὸ «Ἅλωσις Πόλεως» ἀποδίδει, διαλογικά, μὲ τὸν δικό του τρόπο τὴν ἀπάντηση ἀθανασίας τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου:
ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΟΙ
Βασιλεῦ ἀπάντησον
ὡς σοὶ ἐμπρέπει,
κληρονόμῳ ὑψηλῶν καὶ ἡγιαμένων παραδόσεων

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Τῆς Πόλεως τὰ σκῆπτρα ἐκ Θεοῦ λαβὼν
Καὶ θείᾳ νεύσει κυβερνῶν τὸ Κράτος μου,
ὢ Γέροντες , δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα
νὰ παραδώσω ταύτην, εἰ εἰς τὸν Θεόν
Καὶ ἐνῶ ὁ κυρ Κωνσταντάκης τοῦ Ἠπειρώτικου, ὁ Παλαιολόγος  τῆς Ἱστορίας, ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὲ «τὸ αὐτοποροαιρέτως ἀποθανοῦμεν» δήλωσε πάσει θυσίᾳ ἀνυποχώρητος,  ἐμεῖς, σήμερα ἐξανλοῦμε τὸ ἀνυποχώρητό μας μὲ τὴ δήλωση: «δὲν ὑποχωροῦμε ἀπὸ τὴν ἀπόφασή μας περὶ νομοθέτησης τῆς ἀναδοχῆς γιὰ ὁμόφυλα ζευγάρια». «Εἶναι νὰ σκιάζεσαι μὲ τέτοιους καὶ τόσο τολμητίες», σχολίασε   Θόδωρος Παντούλας.
Ὁ Ἀντώνης Παπαβασιλείου συνέλαβε μία ὡραία ἰδέα καὶ τὴν ἀξιοποίησε δημιουργῶντας μία εὐχάριστη ποιητικὴ ἔκπληξη: συμπερίληψη τοῦ σκεπτομένου ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ σκαλωσιὰ ποὺ στηρίζει τὸ ποιητικό του οἰκοδόμημα, φτιαγμένη ἀπὸ δομικὰ ὑλικὰ ποὺ τείνουν στὸν συμβολισμό, τὴν ἀφαίρεση καὶ τὴν ἀλληγορία, παραπέμπουν σὲ μιὰ συγκροτημένη, ἐλεύθερη πνευματικὰ συνείδηση.
Χρυσομηλιγγᾶτος καὶ στὴν κορφὴ ἀστερᾶτος, λοιπόν, ὁ Ἔμφρων.
ἤ, ἐπὶ τὸ Σκιαθαγραφιωτικότερον:

Ξουμιλ᾿ γκᾶτους κὶ ζ᾿ κουρφὴ ἀστιράτους, οὑ Ἀντών᾿ ς

2 σχόλια:

  1. Λέω νὰ γίνω λίγο ἐνοχλητικός...Δηλ. νὰ διορθώσω τὸ "ἐνδυματολογολικὸν"τῶν λέξεων μὲ τὸν ἀρχιτεκτονικὸ ὅρο ἀποκατάσταση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καὶ νὰ θυμίσω, πὼς ὁ Μωραϊτιδης ἔχει γράψει γιὰ τὸν Κοιμισμένο Βασιλέα τὸ διήγημα ( Πασχαλινό, παρακαλῶ) "Χριστὸς Βοσκρές", ποὺ πιστεύω ὅτι συμπληρώνει ὅσα δὲ μπόρεσε νὰ πεῖ στὸ θεατρικό του "Πόλεως Ἅλωσις".π. κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή