Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

ΣΤΕΦ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ ΚΑΙ Π. ΜΕΛΑΣ

 


Ὁ Στέφανος Γρανίτσας θρηνεῖ τὸν Παῦλο Μελᾶ
*

Ψυχὴ ἁγία, ἡ ὁποία ἀνέστησες

ὅλους τοὺς θρύλλους

καὶ τὰ τραγούδια τῆς Μακεδονίας 

Ἡ αὐτοθυσιαστικὴ ἐνέργεια τοῦ Παύλου Μελᾶ (Μασσαλία 1870 - Στάτιστα Καστοριᾶς 13 Ὀκτωβρίου 1904), νὰ μεταβεῖ στὴ Μακεδονία γιὰ νὰ ὀργανώσει τὸν ἀπελευθερωτικὸ Μακεδονικὸ ἀγώνα, τῆς ὁποίας ἀποκορύφωμα ἦταν ὁ ἡρωϊκὸς θάνατός του, συγκλόνισε καὶ τὸν χαρισματικὸ  Ἀγραφιώτη δημοσιογράφο, λογοτέχνη Στέφανο Γρανίτσα (Γρανίτσα Ἀγράφων 1880 - Ἀθήνα 13 Σεπ. 1915). Ὁ Γρανίτσας ἦταν τότε, παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, ὑποδιευθυντὴς μιᾶς ἀπὸ τὶς πλέον ἔγκυρες ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν, τὴν ἐφημερίδα Χρόνος τοῦ Κωστῆ Χαιρόπουλου, ὁ ὁποῖος εἶχε μακεδονικὴ καταγωγὴ καὶ τὸ ἔντυπό του διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴν νεώτερη πολιτικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος.

Παῦλος Μελᾶς. Σχέδιο τοῦ Παύλου Μελᾶ 

ἀπὸ τὸ βιβλίο: Α. Θωμαΐδου,

 'Ἱστορία Παύλου Μελᾶ (Μικὲ Ζέζα), 1905. 

Ἐπιχρωματισμὸς ἀπὸ τὸν Σπύρο Σιατούφη.


Λίγες μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Π. Μελᾶ ὁ Γρανίτσας ἀρθρογραφεῖ στὴν ἐφ. Χρόνος γι’ αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ  γιὰ τὸν Ελληνισμὸ γεγονός. Τὸ χρονογράφημά του, μὲ τίτλο «Ὁ ἐξιλεωτής», δημοσιεύεται στὶς 20 Ὀκτωβρίου τοῦ 1904 στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδας, στὴ στήλη «Καθημεριναὶ σελίδες» καὶ τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ ὄνομά του, «Σ. Γρανίτσας». Τονίζει ὅτι μὲ τὴν θυσία του ὁ Μελᾶς ἐξιλεώνει ὅλη τὴν γενιὰ ἐκείνη τῶν Ἑλλήνων ποὺ μένουν ἄπραγοι στὸ Μακεδονικὸ ζήτημα καὶ περιορίζονται μόνο στὸ νὰ δημοσιεύουν πύρινα ἄρθρα ἢ νὰ ἐκφωνοῦν δραματικοὺς λόγους γιὰ τὴν ὑπόδουλη  Μακεδονία. Ἀναφωνεῖ ὁ Στ. Γρανίτσας:
 

Εἶσαι ὁ ἐξιλεωτὴς μιᾶς κοινωνίας καλαμαράδων καὶ φωνακλάδων!

 

Στέφανος Γρανίτσας. Ἀκρυλικὸ σὲ χαρτί. Σύγχρονο (2020) ἔργο τοῦ Κώστα Ντιό.

Τὴν στάση αὐτὴ τοῦ Ἀγραφιώτη δημοσιογράφου καὶ πολιτικοῦ ἐπιβεβαιώνει ὁ ἴδιος ἀργότερα μὲ τὴ δράση του τὸ 1912-13 στὸ μέτωπο τῆς Ἠπείρου στὴν ἔναρξη τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων. Ἂν καὶ ὡς βουλευτὴς τοὺ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου θὰ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ παραμείνει στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, ἐν τούτοις, ἀναλόγως πράττων, κατατάσσεται  ἐθελουσίως στὸ συγκροτηθὲν «Μικτὸν  Ἠπειρωτικὸν στράτευμα» γνωστὸ καὶ ὡς «Φάλαγξ Μπότσαρη»  ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ του Δημητρίου Νότη Μπότσαρη. Ὁ ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς Στ. Γρανίτσας, ὡς ἐπικεφαλῆς μονάδας αὐτοῦ τοῦ εὐζωνικοῦ σώματος, μὲ τὶς δράσεις του τὶς ἐπιχειρησιακές, συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν εὐόδωση τοῦ σκοποῦ τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν Ἰωαννίνων, τῆς σηματικότερης μάχης τοῦ τότε Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μὲ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία:

 

Ἀπὸ τὰς Ἀθήνας χαιρετίζομεν μὲ συγκίνησιν ἕνα εὐγενῆ πολεμιστὴν  τῶν Ἠπειρωτικῶν βουνῶν: τὸν Στέφανον Γρανίτσαν. Μόλις ἤναψε τὸ τουφέκι ἐπάνω εἰς τὰ σύνορα, ἡ ψυχὴ τοῦ Ρουμελιώτου ἐξύπνησε  καὶ ὁ καλὸς Στέφανος ἀφῆκε καὶ Βουλὴν καὶ νόμους καὶ ποιήματα καὶ λαογραφίαν καὶ ἐχάθη. Ποῦ ἐπήγαινε; Ἄγνωστον. Πάντως εἰς τὸν πόλεμον. Τώρα μᾶς δίδει τὴν πρώτην εἴδησίν του. Ἐπικεφαλῆς ἀνταρτικοῦ σώματος, εἰσέβαλε νικηφόρος εἰς τὴν Μανωλιάσαν  τῆς Ἠπείρου, ἀφοῦ ἐπὶ ἕνα μῆνα σχεδὸν ἐμάχετο μαζὶ μὲ τοὺς ἄνδρες του εἰς τὰ Ἠπειρωτικὰ βουνά. Εἰς τὸν εὐγενῆ αὐτὸν συνάδελφον  καὶ καλὸν φίλον δὲν ἔχομεν νὰ εὐχηθῶμεν παρὰ μόνον ἡ νίκη νὰ θέσῃ τὴν τελευταίαν σελίδα τῆς Ἠπειρωτικῆς ἐποποιΐας, εἰς τὴν γραφὴν τῆς ὁποίας συμμετέχει ἐκ τῶν πρώτων [ἐφ. Πατρίς, 9.11.1912, σ.1]. 

Μὲ ὑψηλὸ αἴσθημα φιλοπατρίας, ἡρωϊσμὸ καὶ ἱκανότητες στρατιωτικοῦ ἡγέτη, ἀφοῦ ὑπέστη τὶς κακουχίες καὶ ὅλη τὴν σκληρότητα τοῦ ἠπειρωτικοῦ ἀγώνα,  ἐπέτυχε σὲ σημαντικὲς γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ πλευρὰ ἀποστολές, κρίσιμες γιὰ τὴν ἔκβαση τοῦ ἀγώνα τῆς τὴν ἀπελευθέρωσης τῆς Ἠπείρου· καὶ εἰσῆλθε θριαμβευτικὰ στὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων στὶς 21 Φεβ. 1913.

Ἐφ. Πατρίς, φ. 0784/9.11.1912, σ.1

Ἦταν μάλιστα καὶ στὴν ὁμάδα ἐκείνων, ποὺ μετὰ τὴν ἀπευθέρωση τῆς Ἠπείρου μερίμνησε γιὰ τὴν ἀναγνώριση τοῦ νεκροῦ Λορέντζου Μαβίλη, ὁμοτέχνου του ἥρωος πεσόντος στὸ Δρίσκο στὶς 29 Νοεμβρίου 1912.

Ἀρματωλική, λοιπόν, ὅπως καὶ ἐκείνη τοῦ Μελᾶ, ἡ δράση τοῦ Στ. Γρανίτσα, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε νὰ συνδυάσει τὰ ἰδεολογικὰ φιλελεύθερα πολιτικά του φρονήματα μὲ τὴ στρατιωτικὴ δράση, στὴν πρώτη γραμμὴ μάλιστα τῶν μαχῶν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου καὶ τὴν ἐδαφικὴ ὁλοκλήρωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ δράση του ἦταν ἀπότοκη τοῦ Ἀγραφιώτικου ἀρματολισμοῦ τοῦ τόπου καταγωγῆς του, τῶν προγονικῶν ριζῶν του (ὁ παπποῦς του Νίκος ἀλλὰ καὶ ὁ πρόγονός του Βασίλης  Γρανίτσας ἦταν ἀγωνιστὲς τοῦ ’21 συμπολεμιστὲς τοῦ Καραϊσκάκη) ἀλλὰ καὶ τῆς παιδείας του, στὸ πνεῦμα τῆς παράδοσης τῶν Σχολῶν τῶν Ἀγράφων, ποὺ διατήρησαν ζωντανὴ τὴν Ἑλληνικὴ ἐθνικὴ συνείδηση τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅπως σημειώνει ὁ ἐκδότης τῆς ἐφ. Πατρίς, Σπυρίδων Σίμος:

 

Ὁ Γρανίτσας ζωσμένος τὸ σπαθί του καὶ καβαλικευμένος ἐπάνω στὴν ἀρματωλικὴ παράδοση, ποὺ βύζαξεν εἰς τὴν Εὐρυτανία, θὰ ἔβγαιναε πάλιν εἰς τὰ σύνορα ὅπως κατέλαβε στὰ 1912 τὸ Σοῦλι. Ἀφῆκε μάρμαρον τότε τὴν Βουλὴν καὶ ἔτρεξεν ἐκεῖ ποὺ τὸν ἤφερεν ἡ καρδιὰ καὶ ἡ φαντασία. Ἀρχηγὸς ἀνατρτικοῦ σώματος, ὅπως ὁ ποιητὴς τῆς ὡραίας καὶ ἀνεκδότου ἐκείνης ἐποποιΐας του, ἡ ὁποία ἔμεινε μόνον εἰς τὰ χαρτιά του καὶ ἴσως νὰ χαθῇ. [ἐφ. Πατρίς, 14.9.1915]

 

Καὶ ἡ θητεία του στὴν πολιτικὴ ἦταν ἐπιτυχημένη καὶ ἂν δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴ ζωὴ σὲ ἡλίκία μόλις 35 ἐτῶν θὰ εἶχε προσφέρει περισσότερα ἀπὸ τὴ θέση του ὡς βουλευτῆ στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Ὅπως εἶχε γραφεῖ στὸν τύπο:

 

Εἷς ἐκ τῶν ἀσφαλεστέρων ὑποψηφίων τοῦ Κράτους ἀνήκων εἰς τὸν ἰσχυρότατον μικτὸν συνδυασμὸν Αἰτωλοακαρνανίας εἶναι καὶ ὁ Στ. Γρανίτσας. Δημοσιογράφος ἐκ τῶν καλλιτέρων καὶ γνωστοτέρων ἐν Ἀθήναις, ὑποδιευθυντὴς τοῦ «Χρόνου». Νέος πολιτευτὴς γεμάτος ψυχικὴν ῥώμην καὶ φέρων πλήρη τὰ στοιχεῖα  τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς σεμνότητος, προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει κυρίως νὰ διακρίνουν κάθε πολιτικόν. [ἐφ. Ἐμπρὸς 3.8. 1910]

Ἐφ. Χρόνος, ὅπου καταχωρίζεται
ὡς ὑπεύθυνος καὶ ὑποδιευθυντής της
ὁ Στέφανος Γρανίτσας. 

  

Ὁ Γρανίτσας παρομοιάζει τὴ θυσία τοῦ Π. Μελᾶ μὲ ἐκείνη τοῦ Κόδρου τοῦ βασιλιά τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος γιὰ νὰ σώσει τὴν πόλη του ἀπὸ τὴν κατάληψη, γιὰ νὰ παραμείνει ἐλεύθερη κατὰ  τὸν χρησμὸ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν, ἔπρεπε νὰ θυσιάσει ἑαυτόν· καὶ τὸ ἔκαμε:

 

Ποῖος θὰ ψάλλῃ τὴν ἀφαντάστως ὑπέροχον αὐτοθυσίαν αὐτοῦ τοῦ νέου Κόδρου, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ αἵματός του βαπτίζει εἰς ἕνα λουτρὸν ἀναγεννήσεως, εἰς ἕνα λουτρὸν νέας ζωῆς τὴν ψυχορραγοῦσαν Ἐθνικὴν Ψυχήν, διασαλπίζων ὅτι ζῇ ἀκόμη ἡ Ελλάς... 

Στὸ χρονογράφημά του ὁ Στέφ. Γρανίτσας  ἀναφέρει προσωπικὴ συνάντησή του μὲ τὸν Π. Μελᾶ, λίγο πρὶν αὐτὸς ἀναχωρήσει γιὰ τὴ Μακεδονία,  καὶ δημοσιοποιεῖ τοὐλάχιστον σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ Μακεδονικὸ ζήτημα τὰ ὅσα ἐλέχθησαν γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ  ἀπὸ τὸν ἡρωϊκὸ ἀνθυπολοχαγὸ τῆς Μακεδονίας. Ὁ Π. Μελᾶς, κατὰ τὸν Γρανίτσα, ζητεῖ θυσίες αἱματηρὲς στὸν χῶρο τῆς Μακεδονίας ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἕλληνες γιὰ νὰ γίνει ἡ Μακεδονία προσωπικὴ ὑπόθεση ὅλων: 


Πρέπει νὰ πέσῃ ἐκεῖ ὁ ἀδελφός σου, νὰ ταφῇ ὁ ἀδελφός μου, τὸ παιδὶ τοῦ ἑνός, ὁ πατέρας, ὁ ἐξάδελφος, ὁ θεῖος, ὁ συγγενὴς τοῦ ἄλλου, νὰ χύσωμεν αἷμα ἰδικόν μας, νὰ συλλογιζώμεθα καὶ νὰ κλαίωμεν ἐκεῖ ἐπάνω ἀνθρώπους ἰδικούς μας, διὰ νὰ γεννηθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ μία Μακεδονία ἰδική του..

 

Ἀκόμη, ἀναφέρει ἐπίσκεψή του στὴν οἰκία Δραγούμη, τοῦ πενθεροῦ τοῦ Π. Μελᾶ, Στέφανου Δραγούμη καὶ τοῦ Ἴωνος Δραγούμη ἀδελφοῦ τῆς μαρτυρικῆς συζύγου του Ναταλίας, προκειμένου νὰ διαπιστώσει ἂν εἶναι ἀληθὴς ἡ φήμη περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Μελᾶ. Ἐκεῖ ὁ θυρωρὸς βεβαιώνει τὴν εἴδηση, καὶ Μακεδόνας τοῦ ὁποίου ὁ ἀδελφὸς πῆγε μαζὶ μὲ τὸν Μελᾶ στὴ Μακεδονία δηλώνει πὼς θὰ προτιμοῦσε στὴ θέση τοῦ Μελᾶ νὰ ἦταν ὁ ἀδελφός του: 


— Καὶ ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφός σου, ἐρωτᾷ κάποιος παρατυχών.

— Μὲ τὸν κὺρ Παῦλο εἶναι στὴ Μακεδονία!...Εἴμαστε Μακεδόνες ἡμεῖς  καὶ ὅταν ἄκουσε ὁ ἀδελφός μου πὼς βγαίνει ὁ κὺρ Παῦλος στὴν Μακεδονία τὸν ἀκολούθησε... Δὲν ἔπαιρνε καλλίτερα τὸ βόλι τὸν ἀδελφό μου ποὺ πῆγε καὶ βρῆκε τὸν κὺρ Παῦλο, ποὺ θὰ λύτρωνε τὴν πατρίδα μας.

 

Ἡ θυσία τοῦ Π. Μελᾶ ἀποτέλεσε παρακαταθήκη ἀγωνιστικὴ γιὰ τὸν κατὰ δέκα ἔτη μικρότερό του Στέφανο Γρανίτσα,  τὸν Ἀγραφιώτη λόγιο καὶ πολιτικό, τὸν κατὰ τὸν Παῦλο Νιρβάνα:

 

 ... ἄσπιλον,χαρακτήρα μὲ τὴν θερμὴν καρδίαν τοῦ φίλου, ποὺ ἦταν πλασμένη νὰ πάλλῃ μόνον τοὺς παλμοὺς τῶν εὐγενικῶν ρυθμῶν. [ἐφ. Ἑστία, 15.91915]

Ἐφ. Χρόνος, φ. 392/20.10.1915, σ. 1

 

Ἀναφερόμενος μάλιστα στὴ  αἱματηρὴ αὐτὴ σπονδὴ ποὺ πότισε τὸ χῶμα τῆς Μακεδονίας ὁ Γρανίτσας δηλώνει :

 

Ὦ αἷμα  ἅγιον τὸ ὁποῖον ἔρχεσαι νὰ ἀναστήσῃς πεθαμένα ὄνειρα καὶ νὰ μᾶς χαρίσῃς τὴν φωτεινὴν ἐλπίδα τῆς ζωῆς!

 

Τὸ 2020 εἶναι ἔτος ἐπετειακὸ γιὰ τὸν Παῦλο Μελᾶ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Στέφανο Γρανίτσα καθὼς συμπληρώνονται 150 καὶ 140 χρόνια, ἀντιστοίχως ἀπὸ τὴ γέννησή τους. Τὸ κοινὸ χαρακτηροιστικό τους γνώρισμα ἦταν ἡ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη τους γιὰ τὴς Πατρίδα, γιὰ τοὺς πέραν τῶν τότε ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ἀλύτρωτους ἀδελφούς. Δὲν δίστασαν, νέοι ὄντες, νὰ ἀφήσουν θέσεις, ὀφφίκια, ἀνέσεις καὶ νὰ τρέξουν στὸ κάλεσμα τῶν ἀλύτρωτων περιοχῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· τῆς Μακεδονίας ὁ Μελᾶς καὶ τῆς Ἠπείρου ὁ Γρανίτσας. Ἐκπλήρωσαν εὐόρκως τὸ καθῆκον τους καὶ ὡς πολίτες καὶ ὡς στρατιῶτες τῆς Πατρίδος, σημαιοφόροι μιᾶς Ἰδέας στὴν ὁποία κατέθεσαν τὴ νεότητά τους, τὴν εὐτυχία τους, τὴ ζωή τους στὸν βωμὸ τῆς Πατρίδος· ὁ δὲ Π. Μελᾶς, μὲ τὸν θάνατό του, παρέδωσε γιὰ πάντα τὴ ζωή του στὴ Μακεδονία. Ἡ ἀπελευθέρωση δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει καὶ καὶ γιὰ τὶς δύο αὐτὲς περιοχές, καὶ ἡ Ἑλλάδα, στὴν πορεία γιὰ τὴν ἐδαφικὴ ὁλοκλήρωσή της, ἀπὸ ἕνα μικρὸ ἀδύναμο κράτος γίνεται μιὰ ὑπολογίσημη κρατικὴ ὀντότητα.

Ἐφ. Χρόνος, φ. 392/20.10.1904, σ. 1.


ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ

Ο ΕΞΙΛΕΩΤΗΣ

Τί νὰ πρωτοειπῇ κανεὶς διὰ τὸν Παῦλον Μελᾶν ‒δὲν εὑρίσκω κανὲν ἐπίθετον ἀντάξιόν του‒ καὶ τί νὰ πρωτοκλάψῃ εἰς τὸν θάνατόν του, τὸν ὑπέροχον θάνατόν του, ὁ ὁποῖος ἐστεφάνωσε προχθὲς ἀνάμεσα εἰς τοὺς βράχους τῆς Μακεδονίας, μίαν ζωὴν ὡραίων ὀνείρων, ὀνείρων τὰ ὁποῖα ἀντιφεγγίζουν καὶ ἠχολογοῦν τὴν ψυχὴν μιᾶς Ἑλλάδος, Ἑλλάδος τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐνομίζομεν ὅτι ἀπέθανε...

Τί νὰ πρωτοειπῇ κανεὶς διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐπάνω εἰς τὸ ἀνθοβόλημα τῶν τριάκοντα χρόνων του, λακτίζει μίαν ζωὴν εὐτυχίας, ἐγκαταλείπων μίαν ἰδεώδη σύζυγον,  ποδοπατῶν δόξαν, πλούτη, εὐμάρειαν, ἀπολαύσεις, καὶ ζώνεται τὴν πανοπλίαν τοῦ ἀρματωλοῦ ἀθορύβως, σιωπηλῶς, μὲ τὴν βεβαιότητα ἑνὸς ἀγρίου θανάτου καὶ χωρὶς κανένα ὑπολογισμὸ ὑστεροφημίας!...

Ποῖος θὰ ψάλλῃ τὴν ἀφαντάστως ὑπέροχον αὐτοθυσίαν αὐτοῦ τοῦ νέου Κόδρου, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ αἵματός του βαπτίζει εἰς ἕνα λουτρὸν ἀναγεννήσεως, εἰς ἕνα λουτρὸν νέας ζωῆς τὴν ψυχορραγοῦσαν Ἐθνικὴν Ψυχήν, διασαλπίζων ὅτι ζῇ ἀκόμη ἡ Ελλάς...

 

***

Μοῦ φαίνεται πὼς τὸν ἀκούω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μοῦ λέγῃ ὅσα μοῦ ἔλεγε πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἰς ὁδὸν τῆς Κηφισσιᾶς.

—Ἡ Μακεδονία, μοῦ ἔλεγεν, εἶναι ἐξ αἵματος ἑλληνική, ἀλλὰ διὰ τὴν σύγχρονον Ἑλλάδα εἶναι μόνον ἱστορικῶς τοιαύτη. Διὰ νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἡμᾶς πραγματικῶς τοιαύτη, πρέπει νὰ ριζοβολήσῃ ἡ Μακεδονία εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, ὅπως ἡ Κρήτη. Διὰ νὰ γίνῃ δὲ αὐτό,  πρέπει νὰ χυθῇ αἷμα, αἷμα... αἷμα ἰδικόν μας. Πρέπει νὰ πέσῃ ἐκεῖ ὁ ἀδελφός σου, νὰ ταφῇ ὁ ἀδελφός μου, τὸ παιδὶ τοῦ ἑνός, ὁ πατέρας, ὁ ἐξάδελφος, ὁ θεῖος, ὁ συγγενὴς τοῦ ἄλλου, νὰ χύσωμεν αἷμα ἰδικόν μας, νὰ συλλογιζώμεθα καὶ νὰ κλαίωμεν ἐκεῖ ἐπάνω ἀνθρώπους ἰδικούς μας, διὰ νὰ γεννηθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ μία Μακεδονία ἰδική του....μία Μακεδονία, ἡ ὁποία νὰ εἶναι, ὅπως ἡ Κρήτη, τὸ ὄνειρόν του, ἡ σκέψις του, τὸ αἴσθημά του, ἡ κουβέντα του...

 

***

Τὸν ἀκούω ἀκόμη νὰ μοῦ λέγῃ αὐτὰ καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν Παῦλον Μελᾶν, τὸν ὁποῖον ὑπὸ τὰς ἀστραπὰς τῶν ὀφθαλμῶν του ὠνειρεύθην ὅτι θὰ ἀκούσω μίαν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ἐφανταζόμην μακρυνὴν καὶ ἡ ὁποία ἦτο μία ὥρα τῆς χθές, ἡ ὥρα καθ’ ἣν εἰς τὴν εἴσοδον τῆς οἰκίας τοῦ κ. Δραγούμη εἶδα τὴν ἑξῆς σκηνὴν μεταξὺ Μακεδόνος καὶ θυρωροῦ:

— Εἶναι ἀληθὲς πὼς σκοτώθηκεν ὁ κὺρ Παῦλος;

— Ἀλήθεια τοῦ ἀπαντᾶ ὁ θυρωρός.

— Ἄχ, κακὸ ποὺ μᾶς ηὗρε!... Δὲν ἔπαιρνε τὸν ἀδελφόν μου καλλίτερα!...

— Καὶ ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφός σου, ἐρωτᾷ κάποιος παρατυχών.

— Μὲ τὸν κὺρ Παῦλο εἶναι στὴ Μακεδονία!...Εἴμαστε Μακεδόνες ἡμεῖς  καὶ ὅταν ἄκουσε ὁ ἀδελφός μου πὼς βγαίνει ὁ κὺρ Παῦλος στὴν Μακεδονία τὸν ἀκολούθησε... Δὲν ἔπαιρνε καλλίτερα τὸ βόλι τὸν ἀδελφό μου ποὺ πῆγε καὶ βρῆκε τὸν κὺρ Παῦλο, ποὺ θὰ λύτρωνε τὴν πατρίδα μας.

Ἐγιγαντώθη εἰς τὴν ψυχήν των λυτρωτὴς τῆς πατρίδος των!

 

***

Καὶ ἔγινε προχθὲς εἰς τὴν Στάτισταν.

Ἀφοῦ ἐνεθάρρυνε, ἐνίσχυσε, ἐπαρηγόρησε δώσας εἰς τοὺς τρομαγμένους τὴν γαλήνη, εἰς τοὺς πλανωμένους εἰς τὰ βουνὰ τὴν ἑστίαν των, εἰς τὰς συζύγους τοὺς συζύγους των, εἰς τοὺς ἀπελπισμένους τὴν ἐλπίδα, ἥλιος εἰς τὸ σκότος, ἀπέθανε χθὲς ἀνεγείρας διὰ τοῦ αἵματός του, ὅπως ὠνειρεύετο, εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ ὡς ἰδικήν του τὴν Μακεδονίαν. Ὦ αἷμα  ἅγιον τὸ ὁποῖον ἔρχεσαι νὰ ἀναστήσῃς πεθαμένα ὄνειρα καὶ νὰ μᾶς χαρίσῃς τὴν φωτεινὴν ἐλπίδα τῆς ζωῆς!

 

***

Προσπαθῶ νὰ φαντασθῶ τὴν σκηνὴν τοῦ θανάτου του καὶ τοῦ ἐνταφιασμοῦ του. Πόσον ὡραῖος θὰ ἦτο, ὡραῖος ὡσὰν ἀρχαῖος Ἕλλην καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐξέπνεε, καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐν μέσῳ τῶν θρήνων καὶ τῶν κοπετῶν τῶν ἁπλοϊκῶν χωρικῶν, κατεβιβάζετο ὑπὸ τὸ σκότος εἰς τὸν τάφον. Τί ἀνταξία ψαλμῳδία τῶν ὀνείρων του καὶ τοῦ θανάτου του, τὰ δάκρυα καὶ οἱ γόοι τῶν χωρικῶν ἐνταφιαζόντων τὸν λυτρωτήν των! Πόσον ἀντάξιος τῆς ἀνεπιδείκτου, τῆς μετριοφρονεστάτης ἐκείνης ζωῆς καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς αὐτοθυσίας του, ὁ ἀπέρριτος ἐκεῖνος τάφος τὸν ὁποῖον οὔτε σταυρὸς σημειώνει οὔτε κανδήλα φωτίζει τώρα.

Ὡσὰν νὰ τὸν παρήγγειλε τὴν τελευταίαν στιγμήν του, ὅπως ὁ ἀρματωλὸς τοῦ δημοτικοῦ ἄσματος:

 

«Γιὰ σκάψετε τὸ μνῆμά μου σὲ μιὰ ψηλὴ ραχούλα

Νἆναι ψηλό, νἆναι πλατύ, νἄχει δυὸ παραθύρια

Νὰ στέκω ὀρθὸς νὰ πολεμῶ καὶ δίπλα νὰ γεμίζω».

 

***

Ψυχὴ ἁγία, ἡ ὁποία ἀνέστησες ὅλους τοὺς θρύλλους καὶ τὰ τραγούδια τῆς Μακεδονίας! Τρισένδοξον ὄνομα τὸ ὁποῖον θὰ ὑμνολογοῦν, ὅσον ζοῦν, τὰ βουνὰ καὶ οἱ κάμποι τῆς Μακεδονίας. Πόσον εἶναι μικρὸν τὸ στόμα μας διὰ νὰ σὲ ἀναφέρῃ. Δὲν εἶσαι μόνον ὁ λυτρωτὴς τῶν χωρικῶν οἱ ὁποῖοι σὲ θρηνοῦν εἰς τὰ καλύβιά των, δὲν εἶσαι ὁ δωρητὴς τῆς παρηγορίας εἰς αὐτοὺς καὶ τῆς ἐλπίδος τῆς ζωῆς εἰς ἡμᾶς. Εἶσαι ὁ ἐξιλεωτὴς μιᾶς κοινωνίας καλαμαράδων καὶ φωνακλάδων!

Σ. Γρανίτσας

 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης   

*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν φ. 890, 16.10.2020,σ. 13-18 καὶ στὸ περιοδικὸ '' ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΩΤΙΚΑ'' τ. 8, Ἰουλ. -  Δεκ. 2020.


Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

ΓΑΜΟΣ ΕΝ ΣΚΙΑΘῼ, 6 ΙΑΝ. 1891

 

Σήμερα γάμος γίνεται, στὴ Σκιάθο*

                                          Καὶ  σ’ τὰ δικά των!

 

T φ. 889 τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν ἐκδίδεται στὶς 9 Ὀκτ. 2020, ὅταν ἡ κατ’ Ἀνατολὰς  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ ὁσίου Ἀνδρονίκου καὶ τῆς συμβίας  αὐτοῦ Ἀθανασίας. Ἡ τιμὴ τῆς μνήμης τοῦ ἐναρέτου ζεύγους παραπέμπει στὸ ζεῦγος Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη καὶ τῆς ὁμοζύγου του Βασιλικῆς Φουλάκη.

Ἀλέξανδρος Δ. Μωραϊτίδης.
Ἔργο (2018) Κώστα Ντιό

Ὁ Μωραϊτίδης παντρεύεται τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη σὲ ἡλικία 51 ἐτῶν
πρεσβύτης γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς στὶς 18 Φεβρουαριου 1901 στὴν Καπνικαρέα. Γνωρίστηκαν, ἐν εἴδει πνευματικοῦ εἰδυλλίου, στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Ὁ γάμος εἶχε τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα πὼς ἔζησαν μαζί, συντροφικά, παρθενίαν φυλάττοντες, μέχρι τὴν κοίμηση τῆς Βασιλικῆς στὶς 19 Μαΐου 1914, ἡ ὁποία λίγες μέρες πρὸ τῆς κοιμήσεώς της ἔλαβε τὸ ‘‘ἀγγελικὸ σχῆμα’’ ὡς μοναχὴ Ἀθανασία. Καὶ ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης, λίγες ἑβδομάδες πρὸ τῆς κοιμήσεώς του, ἀπέκτησε στὶς 16  Σεπτ. 1929 τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸ  Σχῆμα ὡς μοναχὸς Ἀνδρόνικος, προφανῶς κατὰ μίμησιν τοῦ ἐξ Ἀντιοχείας ὁσιακοῦ ζεύγους Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας. Ἔλεγε πάντα πώς:

 

«Ἡ μακαρία Ἀθανασία μου κάπου ἀποδημεῖ καὶ μὲ περιμένει νὰ ὑπάγω»

Ὁ γάμος τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτιληναίου ὅπως καταχωρίζεται στὸ Βιβλίο γάμων τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχων τοῦ ἔτους 1891μὲ αὔξοντα ἀριθ. 2.


 

Στὶς 6 Ἰαν.1891, τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων, τελοῦνται στὴ Σκιάθο οἱ γάμοι τῆς Κυριακούλας, ἀδελφῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, μὲ τὸν ἀρχιναυπηγὸ Κωνσταντῖνο Γ. Μυτιληναῖο. Στὸν γάμο ἦταν παρὼν ὁ ἀδελφὸς τῆς Κυριακούλας καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ὁ Ἰωάννης (Γιαννιός) Μωραϊτίδης, νομικὸς καὶ εἰρηνοδίκης. Ὁ ἕτερος ἀδελφός της, ὁ καθηγητὴς καὶ δημοσιογράφος Ἀλέξανδρος ἦταν στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὅλος ὁ εὐάρεστος ἐκεῖνος θόρυβος τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐργασίας. Τὸ γεγονὸς ἀνακοινώνεται στὴν ἐφ. Νέα Ἐφημερὶς τοῦ Ἰωάννη Καμπούρογλου, στὸ φύλλο τῆς Παρασκευῆς, 11 Ἰανουαρίου 1891. Μάλιστα, ὁ Ι. Καμπούρογλου ἀνακοινώνει καὶ τὴν ἐπάνοδο τοῦ  ἀγαπητοῦ του, ὅπως ἀποκαλεῖ, Ἰωάννη Μωραϊτίδη, ἀπὸ τὴ Σκιάθο στὴν Ἀθήνα, τὴν προηγουμένη τῆς δημοσιεύσεως, στὶς 10 Ἰαν.  1891. Φαίνεται πὼς ὁ Καμπούρογλου, ὅπως καὶ μὲ τὸν Ἀλέξανδρο, διατηροῦσε φιλικὴ σχέση μὲ τὸν Ἰωάννη Μωραϊτίδη. Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης γνωριζόταν μὲ τὸν Ἰωάννη Καμπούρογλου ἀπὸ τὸ 1873, ὅταν προσελήφθη ὡς δημοσιογράφος, πρακτικογράφος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ σύστημα τῶν Γαλλικῶν ἐφημερίδων Liberté καὶ Figaro, στὴν ἐφ. Ἐφημερίς τοῦ Κορομηλᾶ, στὴν ὁποία ὁ Καμπούρογλου ἦταν ὁ ἀρχισυντάκτης της.

Ὁ Ἰω. Καμπούρογλου γνωρίζοντας πὼς οἱ δύο ἀδελφοὶ ἦσαν ἀκόμη ἄγαμοι  εὔχεται ἐξ ὅλης καρδίας:

 Κ α   σ   τ   δ ι κ ά  τ ω ν!

Ἡ εὐχή του, ὅμως, δὲν πραγματοποιήθηκε. Ἄραγε, οἱ ἀδελφοὶ Μωραϊτίδη νὰ ἦσαν ἀπὸ τοὺς ἐπιθυμοῦντες νὰ νυμφευθῶσι ἢ ἦσαν ἐκ τῶν μὴ ἐπιθυμούντων καὶ ὁ Καμπούρογλου εἶχε τὴν καλὴ πρόθεση νὰ τοὺς προτρέψει νὰ ἔλθουν εἰς γάμου κοινωνίαν; Ὁ Ἰωάννης (Γιαννιός) Μωραϊτίδης παρέμεινε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἄγαμος, ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἔκαμε αὐτὸν τὸν ἰδαιτέρο γάμο στὴν διάρκεια τοῦ  ὁποίου, "τὴν φθαρτὴν ἀγάπην, τῷ ἔρωτι Κυρίῳ ἀνταλλαξάμενος", ἔζησε μὲ τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη μιὰ χριστιανικὴ συντροφικὴ ζωή· ὡς μοναχὸς κυλιόμενος εἰς τὸν κόσμον. Ἔτσι, δὲν ὑπάρχουν πλέον ἀπόγονοι ἐξ ἀρρενογονίας ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη καὶ τὴν οἰκογένειά του.

Καρνάγιο Κωνσταντίνου Γ. Μυτιληναίου. Δεκ. 1920. Διακρίνεται στὸ μέσον μὲ τὸ βέλος ὁ γιὸς τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτηλιναίου, Γεώργιος Μυτηλιναῖος, ἀνεψιὸς τοῦ Ἀλεξ.Μωραϊτίδη. Ἀπὸ τὸ λεύκωμα, Γιάννης Παρίσσης, Φωτομνῆμες ποὺ μᾶς ταξιδεύουν, [Μουσεῖο ναυτικῆς καὶ πολιτιστικῆς παράδοσης Σκιάθου], Σκιάθος 2019, σ. 40.


Ὁ γάμος τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτιληναίου καταχωρίζεται στὸ Βιβλίο γάμων τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τοῦ ἔτους 1891μὲ αὔξοντα ἀριθ. 2. Ἀναφέρονται οἱ ἡλικίες τοῦ ζεύγους: ὁ μὲν Κωνσταντῖνος 30 ἐτῶν, ἡ δὲ Κυριακούλα 22. Τὸν γάμο ἐτέλεσε ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἀνδρέας Μπούρας (1854-1917) καὶ ἔτσι ἡ οἰκία Κωνσταντίνου Γ. Μυτιληναίου δὲν ἦταν πλέον ἐρημία χωρίς ὄασιν καὶ ἡ Κυριακούλα πλέον θὰ ἔκαμνε τὸ πάτωμα ν’ἀστράφτῃ , καὶ τὸν τοῖχον νὰ ζηλεύει τὸ πάτωμα.

Ὁ Γιαννιὸς Μωραϊτίδης γεννήθηκε τὸ 1858. Σπούδασε νομικὰ κι ἔγινε εἰρηνοδίκης. Ὑπηρέτησε σὲ διαφόρες πόλεις καὶ τελευταῖα στὴ Μυτιλήνη, ὅπου ἔμεινε καὶ μετὰ ποὺ τὴ σύνταξή του. Πέθανε τὸ 1941 ἄγαμος. Προμήθευε τὸ ἀδελφό του Ἀλέξανδρο μὲ λάδι ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη, ὅπως δηλώνει ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴν ἄλλη ἀδελφή του, τὴν Σειραϊνώ:

 

«Λάδι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχω. Μοῦ ἔστειλε ὁ Γιαννιὸς  προχθὲς ἕνα τενεκέ»

 

Γεώργιος Κων Μυτιληναῖος, γιὸς τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη
 καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτηλιναίου 
καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη. 
Ἀπὸ τὸ λεύκωμα, Γιάννης Παρίσσης, 
Φωτομνῆμες ποὺ μᾶς ταξιδεύουν
[Μουσεῖο ναυτικῆς καὶ πολιτιστικῆς παράδοσης Σκιάθου], 
Σκιάθος 2019, σ. 52.
Ὁ Ἀλέξανδρος τὸν νοιαζόταν καὶ εἶχε φροντίσει νὰ μετατεθεῖ στὸν Πειραιᾶ ἀλλὰ ὁ Γιαννιός δὲν θέλησε, ὅπως γράφει σὲ ἐπιστολή του στὴν ἀνεψιά του Ἀρετώ, στὶς 23 Δεκ. 1922:

 

«Μετέθεσα εἰς τὸν Πειραιᾶν τὸν Γιαννιόν, διὰ νὰ εἴμεθα μαζί, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε, καὶ τὸ ἐχάλασα πάλι»


 

Ὁ Κωνσταντῖνος Μυτηλιναῖος ἦτο ἀπ’ἐκεῖνα τὰ χώματα· γεννήθηκε τὸ 1861 στὴν Σκόπελο καὶ τὸ ὄνομά του ἦταν ἀρχικὰ Μυτιληνόπουλος. Ξεκίνησε μὲ ναυπηγεῖο στὴ Σκόπελο. Εἶχε διατελέσει δημοτικὸς Σύμβουλος καὶ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ Δημαρχίας ἑνὸς ἐκ τῶν πλέον ἱστορικῶν δημάρχων τῆς Σκιάθου τοῦ Φιλοκλῆ Γεωργιάδη (1845-1936), συζύγου τῆς Μαρίκας Φραγκίστα (1869-1907), ἡ ὁποία εἶχε ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα τῆς Εὐρυτανίας καὶ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης εἶχε δημοσιεύσει σχετικὴ νεκρολογία.

Ἡ Κυριακούλα ἦταν ἡ δεύτερη ἀδελφὴ τοῦ Μωραϊτίδη. Γεννήθηκε τὸ 1869 (κατὰ τὸν Ἰω. Φραγκούλα τὸ 1865). Πέθανε τὸ 1945. Φρόντιζε τὸν ἀδελφό της Ἀλέξανδρο στέλνοντάς του ἐδώδιμα προϊόντα τῆς Σκιάθου, ὅπως γράφει σὲ ἐπιστολή του ὁ Μωραϊτίδης πάλι στὴν ἀνεψιά του Ἀρετώ:

 

«Νὰ εἰπῇς τῆς Κυριακούλας νὰ μοῦ στείλει καμμιὰ μυζιθρίτσα μὲ κανένα στρατιώτη, ξεύρει ὁ Γιωργός, καὶ κανένα ξηρὸ χταπόδι. Πέρασε τὸ Σαρανταήμερο καὶ βαρέθηκα τὰ ὄσπρια. Δὲν ἔχει κανένα χταποδάκι; .. Ἂν ἔλθῃ ὁ Σταμάτης θὰ τοῦ δώσω... 20 δραχ. διὰ τὴν λειτουργίαν μου, νὰ τὴν κάμῃς ὅταν εἶναι καιρὸς κατάλληλος»

 

Γιὸς τοῦ ζεύγους Κωνσταντίνου καὶ Κυριακούλας καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη ἦταν  ὁ ἐπιτυχημένος ἀρχιναυπηγὸς ἱστιοφόρων στὸ νησί, Γεώργιος Μυτιληναῖος, ὁ ὁποῖος ἐκλέχτηκε πολλὲς φορὲς κοινοτικὸς σύμβουλος. Πέθανε τὸ 1972. 

Δὲν ἔγινε γνωστὸ ἂν μετὰ τὸν γάμο τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτηλιναίου ἀκολούθησαν σφαχτὰ καὶ σπληνάντερα καὶ κοκορέτσια κὰὶ κρασοβόλια ἄφθονα. Ὅμως, ὁ γιός τους  Γεώργιος πρόκοψε ὡς ἀρχιναυπηγός, ὀνομαστότερος κι ἀπ’ τὸν πατέρα του.  Καὶ ἡ Κυριακούλα εἶχε πλέον τὴν ἄνεση νὰ στέλνει καλούδια καὶ παραγγελιὲς στὸν ἀδελφό της Ἀλέξανδρο ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη.

 

Ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, φ. 11 /11.1.1891, σ. 6.

KΕΙΜΕΝΟ 

—Ἐτελέσθησαν ἐν Σκιάθῳ τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν, ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει, οἱ γάμοι τοῦ ἀρίστου ἐκεῖσε ἀρχιναυπηγοῦ κ. Κωνστ. Μυτιληναίου μετὰ τῆς ἀρίστης καὶ ὡραίας δεσποινίδος Κυριακούλας Μωραϊτίδου ἀδελφῆς τῶν φίλων μας κκ. Ἀλεξ. Μωραϊτίδου, καθηγητοῦ καὶ Ἰω. Μωραϊτίδου τελειοφοίτου τῆς νομικῆς. Συγχαίρομεν τοῖς ἐπ’αἰσίοις στεφθεῖσι καὶ εὐχόμεθα αὐτοῖς τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ βίον μακρὸν καὶ ἀνέφελον. Συγχαίρομεν δὲ καὶ τοῖς ἀγαπητοῖς  φίλοις κκ. Μωραϊτίδῃ  ἐπὶ τῇ  καλῇ ἀποκαταστάσει φιλτάτης ἀδελφῆς των. Κ α  σ τ  δ ι κ ά  των!

—Ἐπανέκαμψε χθὲς ἐκ Σκιάθου χαρούμενος ἐπὶ τοῖς γάμοις τῆς ἀδελφῆς του ὁ ἀγαπητὸς κ. Ἰωάννης Μωραϊτίδης.

Ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, φ. 11 /11.1.1891, σ. 6.

Σημ: Εὐχαριστίες πολλὲς στὸν καθηγητὴ τῆς νεοελληνικῆς φιλολογίας τοῦ ΑΠΘ κ. Λάμπρο Βαρελᾶ γιὰ τὴν παραχώρηση τῆς εἴδησης τοῦ γάμου τῆς Κυριακούλας, ἀδελφῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, καθὼς καὶ στὸν π. Κωνσταντῖνο Καλλιανὸ καὶ τοὺς Σκιαθίτες κ. Γιάννη Παρίσση καὶ κ. Γεώργιο Χρήστου γιὰ τὴ σημαντικὴ καὶ οὐσιαστικὴ βοήθειά τους.  Ὑπόχρεος στὸν Ἀντώνη Ν. Παπαβασιλείου καὶ τὴ Θεολογία Τσουκαλᾶ γιὰ τὴ δημοσίευση. Τέλος, ἔτη πολλὰ τὰ τῆς μνήμης τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη γιὰ τὰ 170 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννησή του (15 Ὀκτ. 1850) καὶ τοῦ μοναχοῦ Ἀνδρόνικου (Μωραϊτίδη) γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του. 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Πρώτη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 889/9.10.2020, σ. 15-16 .

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

ΜΝΗΜΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΥΒΑ, ΙΕΡΕΩΣ († 3 Ὀκτ. 2014)

 


Σήμερα Σάββατο 3 Ὀκτ. 2020 τελέστηκε στὸν ἱ. ν. Ἁγίου Γεωργίου Καματεροῦ ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν Δημητρίου Χ. Καλύβα ἱερέως καὶ τῆς πρεσβυτέρας αὐτοῦ Ἀμαλίας. Ὁ π. Δημήτριος, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γουριὰ τῆς Αἰτωλίας, ἐκοιμήθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ὀκτ. 2014. Διακόνησε, ὡς ἐπιδέξιος τιμονιέρης τῆς σκούνας τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπὶ πέντε δεκαετίες μὲ σπουδαῖο ποιμαντικό,  ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπιστικὸ καὶ πολιτιστικὸ ἔργο.


Τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» τὸν μνημονεύει εὐγνωμόνως καθώς, μεταξὺ ἄλλων, μὲ πρωτοβουλία του ἡ αἴθουσα ἐκδηλώσεων τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τοῦ Ναοῦ ὀνοματοδοτήθηκε ὡς «Αἴθουσα Εὐγένιος Γιαννούλης ὁ Αἰτωλός» καὶ μὲ ὑποδειξή του καὶ δαπάναις τοῦ Ναοῦ φιλοτεχνήθηκε
ἐντός τουσὲ φυσικὸ μέγεθος,  ὁλόσωμη τοιχογραφία τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου. .


Εἶχε στὴν καρδιά του καὶ στὴν ψυχή του μέσα τὰ Ἄγραφα καὶ τοὺς ἀνθρώπους τους, ὡς πνευματικὸς πατέρας τους, ἀρωγὸς καὶ συμπαραστάτης τους. Ἡ μνήμη του, καθὼς καὶ τῆς πρεσβυτέρας του, ἂς εἶναι ἀγήρως καὶ αἰωνία.

                                                        Κ. Σπ. Τ.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΥΡΟΣ (τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας)*

 

Μωραϊτιδικὴ ἀφάνεια ἀδικαιολόγητη βεβαίως καὶ ἐν Σύρῳ

Πανόραμα τῆς Σύρου στὶς ἀρχὲς τοῦ 1900,
ὅταν γιὰ 2η φορὰ (1902) ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης ἐπισκέπτεται τὸ νησί
(Βιομηχανικὸ μουσεῖο Σύρου).
Πάνω ἀριστερὰ διακρίνεται ἡ Ἁγ. Παρασκευὴ Σύρου.

Τί κι ἂν τὴν ἐπισκέφθηκε δύο φορές (τὸ 1872 καὶ τὸ 1902)· γράφει στὰ 1902 στὸ ταξιδιωτικό του «Εἰς τὴν Σύρον»:

«Δὲν θὰ λησμονήσω ποτέ μου τὸ ὀνειρῶδες λευκόν, τὸ χιονωδῶς κάτασπρον χρῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκτύπησεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου, πρὸ τριακονταετίας, ὅτε ἀπεβιβάσθην μίαν αὐγὴν εἰς τὴν Σύρον».

Τί κι ἂν ἔγραψε στὰ ταξιδιωτικά του «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα», τόσα καὶ τόσα γιὰ τὴν πολύφερνη νύφη τῶν Κυκλάδων, μὲ τὰ θέλγητρα καὶ τὰ κάλλη της:

«Τὰ ἀτμόπλοια φθάνουν πάντοτε αὐγὴν εἰς τὸν ὁλόλευκον αὐτὸν κύκνον τοῦ Αἰγαίου, ὅστις κοιμᾶται, θαρρεῖς, ἐπάνω εἰς τοὺς ἀφρούς, μὲ τοὺς ὁποίους ραντίζει ὁ ὀμβροποιὸς Καικίας, ὁ γραιβολεβάντες, τὰ ἀνατολικά της γυμνὰ πλευρά, τὰ ξακουσμένα Βαποράκια».

Τί κι ἂν ὕμνησε τὴν ἀγορά της μὲ τὰ ἐμπορεύματά της, τὸ Τελωνεῖο της, τὶς συριανὲς ταβέρνες, τὰ ἐργοστάσια μὲ τὶς καμινάδες τους, τὰ Βυρσοδεψεῖα, τὶς Ναυτιλιακὲς ἑταιρεῖες, τὰ Ναυπηγεῖα, τὰ Νηματουργεῖα, τὰ Ὑφαντήρια, τὰ ἀνθρακεύματά της καὶ τοὺς γλυκεῖς καρπούς της, τὰ λουκούμια Σύρου. 

 «Ἀλήθεια, τὰ συριανὰ λουκούμια εἶναι πασίγνωστα καὶ περιζήτητα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀνατολήν. Νά, ἐκεῖ παραπέρα εἶναι τὰ τελειότερα ἐργοστάσια ὁποὺ τὰ κατασκευάζουν, τοῦ Σταματελάκη καὶ τῶν ἄλλων ζαχαροπλαστῶν. Ποῖον παιδίον, ποῖον ἑλληνόπουλο δὲν ἐδοκίμασε τὰ ζαχαρωτὰ τοῦ Σταματελάκη, τὰ εἰς μασούρια μικρὰ καὶ χρωματιστὰ περικλείοντα ἕνα χαρτάκι μὲ ἕνα δίστιχον; Ποία κόρη δὲν ἐδοκίμασε δι’ αὐτῶν τὴν τύχην της καὶ ποία νεόνυμφος τὸ ριζικόν της;»[Ἀλ. Μωραϊτίδης, «Εἰς τὴν Σύρον», (1902)]

Τί κι ἂν ἐπαίνεσε τοὺς ναούς της, ποὺ θεωρεῖ πὼς εἶναι: «οἱ εὐπρεπέστεροι, οἱ σεμνότεροι, οἱ πλουσιώτεροι ναοὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος», τὰ πολιτιστικὰ καὶ ἀρχιτεκτονικά της μνημεῖα, ὅπως τὸ ὀνομαστὸ θέατρο «Ἀπόλλων» καὶ τὸ κτήριο τοῦ Δημαρχείου. Ἀλλὰ καταγράφει καὶ τὸ ποικιλώνυμο ἀνθρωπολόγι της ἀπὸ διάφορους τόπους τοῦ εὐρύτερου Ἑλληνισμοῦ· κυρίως κατὰ καιροὺς θύματα, στοὺς τόπους προελεύσεώς τους, τοῦ μίσους τῆς ἐχθρότητας τῆς πολεμικῆς καὶ τοῦ φανατισμοῦ. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐκλογικὲς διαδικασίες τῆς ἐποχῆς μὲ τὰ εὐτράπελά τους μνημονεύονται ἀπ’ τὴ δημοσιογραφικὴ γραφίδα τοῦ Μωραϊτίδη:

  

«Ἡ διαδήλωσις, ἡγουμένων λεμβούχων ὠρυομένων καὶ παίδων ὀξυφωνούντων, διηυθύνετο πρὸς τὴν μονάκριβον πλατεῖαν, ὁμοιάζουσα παρέλασιν Καρναβάλου, ἐν σπουδῇ καὶ κρότῳ, ἐνῷ κατὰ διαλείμματα ἐρρίπτοντο ροκέται. Τότε πλέον ἐγνώσθη ὁριστικῶς ὅτι κατέρχεται εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ὁ κ. Τσιροπινᾶς, ὑπὸ τὴν  προστασίαν τοῦ ὁποίου ἐτέθη ὅλος ὁ ἀντίπαλος τῶν κ. Μαυρογορδάτου καὶ Βαφειαδάκη συνδυασμός».

 

Ἡ ὁδὸς τῆς Σύρου τὸ 1902 (νῦν Ἐλ. Βενιζέλου), 
ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν ὀνομαστὴ κεντρικὴ πλατεία 
τῆς Ἑρμουπόλεως
στὴν προκυμαία (amapola.gr). 

Τί κι ἂν μνημονεύει Συριανοὺς ἥρωες  στὰ διηγήματά του καὶ Σκιαθίτες νὰ ἐμπορεύονται  στὴν ἀγορὰ τῆς Σύρου (βλ. στὰ διηγήματά του «Χριστούγεννα στὶς τρεῖς Μποῦκες», «Ὁ Δεκατιστής», «Χρυσὴ Καδένα»)· ἡ μοίρα τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη ἦταν καὶ ἐδῶ στὶς Κυκλάδες νὰ τελεῖ ἐν πλήρει ἀφανείᾳ.  Ὁ ἐξ Ἀγράφων ἀνταποκριτής μας, στὴν ἐπίσκεψή του στὴ Σύρο δὲν βρῆκε ἴχνος Μωραϊτιδικόν. Ἀντιθέτως, εἶδε νὰ τιμᾶται ὁ τριτεξάδελφός του μὲ ὁδὸν Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη παρακαλῶ. Δὲν μποροῦσε νὰ θυμηθεῖ κάτι περὶ Παπαδιαμάντη καὶ Σύρου καὶ κατέφυγε στὰ μνημειώδη Ἅπαντα τῶν ΝΔΤ-Μαυροπούλου καὶ δὴ στὸ εὑρετήριο τόπων. Οἱ μόνον δύο ἀναιμικὲς ἀναφορές:  στὸ διήγημα «Τὰ Φραγκλέικα» καὶ στὴν νεκρολογία γιὰ τὸν Γέροντα Διονύσιο τὸν θεῖο τοῦ Μωραϊτίδη, δὲν δικαιολογοῦν ἀσφαλῶς τὸ ὁδωνυμικόν. Μᾶλλον, εἶναι πολὺ δυνατό, μὴ μαχητόν, τὸ brand name τοῦ Παπαδιαμάντη...  Πάει αὐτὸ εἶναι. 

Σύρος, ὁδὸς ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ.

Ὁ Ἀγραφιώτης βρῆκε ἄλλον συμπατριώτη τῶν δύο Ἀλεξάνδρων νὰ τιμᾶται στὴν Ἑρμούπολη, μὲ πλατεία μάλιστα, τὸν Παῦλο Νιρβάνα.



Ἡ ἐκ Σύρου Σοφία Σιγάλα 
σύζυγος Παύλου Νιρβάνα
Ἐλαιογραφία (1932), ἔργο
τοῦ Στέλιου Μηλιάδη (1881-1965)





.

 


 Αὐτὸς δικαιολογεῖται ὅμως, καθὼς ἡ δεύτερη καὶ τελευταία σύζυγός του, ἡ εὐγενικὴ Σοφία Σιγάλα, μὲ τὴν ὁποία ἀποκτᾶ καὶ τρία τέκνα, ἦταν Συριανοπούλα, ὁ δὲ γάμος ἔγινε στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, τὸν ὡραῖο μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Σύρου, στὶς 26 Ἰαν. 1926. 


Ἀλλὰ καὶ ὁ Καρπενησιώτης, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων, λόγιος Ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Παπαντωνίου δικαιολογημένα τιμᾶται καὶ αὐτὸς μὲ ὁδωνυμικὸ τῆς Ἑρμουπόλεως: διετέλεσε νομάρχης Κυκλάδων στὰ 1913. Ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπεισε τοὺς 2.000 ἐργαζομένους στὰ ἀκμάζοντα τότε ἐργοστάσια τῆς Σύρου νὰ ἱδρύσουν συνεργατικὸ ἑστιατόριο ὥστε νὰ ἔχουν καθημερινή, καθαρή, ὑγιεινὴ καὶ φθηνὴ τροφή. Ὅταν, στὶς 15 Ἰουνίου 1913, ἀναχώρησε λόγῳ μεταθέσεως ἀπὸ τὴν Σύρο γιὰ τὴ Ζάκυνθο. ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων ὁ Τύπος:

 

« Η ΣΥΡΟΣ ΠΡΟΠΕΜΠΟΥΣΑ ΤΟΝ ΝΟΜΑΡΧΗΝ κ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ. ΣΥΡΟΣ, 15 Ἰουνίου. —Σήμερον τὸ ἑσπέρας ἀνεχώρησεν ὁ μετατεθεὶς εἰς Ζάκυνθον νομάρχης Κυκλάδων κ. Παπαντωνίου. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ κατελύπησε σύμπασαν τὴν κοινωνίαν. Οἱ Διοικήσεις τῶν Συνδέσμων τῆς Πανεργατικῆς Ἑνώσεως προέπεμψαν αὐτόν, ἀκφράσασαι ἐκ μέρους τῶν ἐργατῶν ζωηροτάτην λύπην καὶ βαθυτάτην συγκίνησιν».

Φωτο τῆς Σύρου περὶ τὸ 1870,
κοντὰ στὴν πρώτη ἐπίσκεψη
 τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη
στὴ Σύρο τὸ 1872 (
amapola.gr).

Ἀλλά, τὸ πλέον γοητευτικὸ καὶ συγκινητικὸ στὸν παρόντα, ἐν ἔτει 2020,  μωραϊτιδικὸ περίπατο στὴν Σύρο, ἦταν ὁ περικαλλὴς ναὸς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, πάνω ἀπὸ τὴν Ἄνω Σύρο, στὴν Ἀληθινή, τὸ πάλαι ποτε ταπεινὸ μονύδριο τῆς Ἁγία Παρασκευῆς. Ἐκεῖ ποὺ διακονοῦσε γιὰ δεκαέξι συναπτὰ ἔτη (1866-1882) τοὺς Συριανούς, ὡς πνευματικός τους ὁ Γέροντας Διονύσιος ὁ Σκιαθίτης (Σκιάθος 1802-1887), ὁ θεῖος τοῦ Μωραϊτίδη. Μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στὰ 1854 ἦταν νὰ μεταφερθεῖ "δυσμενῶς", γιὰ τὴν δράση του στὴν Θήρα, στὴ Ἱ. Μονὴ Τατάρνης τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας. Γιὰ καλὴ τύχη τῶν Συριανῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Ὑδραίων, ὅπου στὴν συνέχεια ὑπηρέτησε, ἡ ἀπόφαση δὲν ἐκτελέστηκε καὶ τὰ Ἄγραφα ἔχασαν τὸ προνόμιο τῆς εὐλογιτικῆς παρουσίας τοῦ Λογιωτάτου αὐτοῦ Γέροντος στὰ μέρη τοῦ ὁσίου Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τοῦ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου.

εὔμορφος Ἁγία Παρασκευὴ στὴν τοποθεσία Ἀληθινὴ Σύρου

Τὸ παλαιὸ μονύδριο δὲν σώζεται πλέον. Τότε ἦταν ἕνα ταπεινὸ ἐκκλησιδάκι. Ὁ νέος εὔμορφος, μὲ ἕνα εἶδος κομψῆς καλλονῆς, ναὸς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς εἶχε ἤδη ἀνεγερθεῖ στὰ 1902,
δαπάναις τῆς χήρας Πιπίνου καὶ νῦν ἰδιοκτησία Ἀθανασίου Μαρτίνου, ποὺ τὸν διατηρεῖ, μὲ ἴδια ἔξοδα, εὐμορφώτατο καὶ σὲ ἀρίστη κατάσταση, ὅταν ἐπισκέφτηκε τὸ νησὶ γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ «Ταξειδιώτης», ὁ «Σφίγξ» τοῦ Μὴ χάνεσαι.
Χαράγματα ἄλλων παλαιῶν ἐπισκεπτῶν,
 ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. ἀκόμη,
στὸ παλαιὸ ἐξωτερικὂ πέτρινο
 καθιστικὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς


Ὁ ἀνταποκριτὴς τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν κάθησε στὸ ἴδιο πεζούλι, στὸ ὁποῖο εἶχε καθήσει ὁ Μωραϊτίδης γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ ἀπὸ τὴν κοπιαστικὴ ἀνάβασή του καὶ γιὰ νὰ περιμένει νὰ τὸν δεχθεῖ ὁ θεῖος του ὁ Διονύσιος, ὅταν ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος, νεαρὸς ἀκόμη, μόλις 22 ἐτῶν, εἶχε κάνει τὴ σκέψη νὰ καλογερέψει κοντά στὸν θεῖο του, στὴ Σύρο. Τότε ὁ Λογιώτατος Γέροντας, διακρίνοντας τὴν ἔφεση τοῦ ἀνεψιοῦ του στὰ Γράμματα, τὸν ἀπέπεμψε: 

«—Πήγαινε νὰ μάθῃς γράμματα! Πήγαινε νὰ μάθῃς γράμματα!»

Ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις, θέαμα ἄρρητον ἡ  θέαση πρὸς τὴν πόλη τῆς Σύρου, τὸ κατὰ Μωραϊτίδη Μικρὸ Μάνστεστερ:

«Ὡραία κατέβαινε πρὸς τὰ κάτω, μοιραζομένη εἰς τρία ρεύματα. Ἓν πρὸς τὸ κέντρον, ὅπου ἡ μονάκριβη πλατεῖα, ἓν ἄλλο πρὸς τὰ Ἐργοστάσια, ὁποὺ ἐκάπνιζαν ὁλονὲν καὶ ἓν ἄλλο πρὸς τὰ Βαποράκια, ὅπου διεκρίνοντο οἱ τροῦλοι τοῦ Ἁγίου Νικολάου».

Μετὰ ρᾳστώνης ἡδυπαθοῦς καθήμενος, παραδίπλα του, ἐπάνω στὶς παλαιὲς πλᾶκες τοῦ καθιστικοῦ τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, τοῦ ἐξωτερικοῦ κήπου τοῦ νῦν ναοῦ τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, εἶδε ὡς σὲ ὄνειρο ξυπνητόν, μαζὶ μὲ χαράγματα ἄλλων παλαιῶν ἐπισκεπτῶν, ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. ἀκόμη, τὰ ἀρχικὰ Α. Μ. Ἂν ἤθελε νὰ κάμει τὸ θέλημά του πραγματικότητα θὰ διάβαζε Α(λέξανδρος) Μ(ωραϊτίδης). Ποιὸς ξέρει ὅμως...

Α Μ, στὸ πεζούλι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Σύρου,
ὅπου κάθησε ὁ Μωραϊτίδης περιμένοντας
 νὰ συναντήσει τὸν Γέροντα Διονύσιο τὸν θεῖο του στὰ 1872


Στὸν δρόμο γιὰ τὴν Ἁγία Παρασκευὴ σταμάτησε καὶ στὴν φημισμένη ἀθάνατη Πηγή, ἄντρον σκιᾶς καὶ δρόσου, μὲ τὸ δροσερό, γλυκὸ σὰν ἁγίασμα νερό, ποὺ ἰδιαιτέρως, ἡδυπαθῶς γλυκαίνει καὶ νοστιμίζει τὸ πλέον ὀνομαστὸ προϊὸν τοῦ τόπου, τὸ Συριανὸ λουκούμι:  

«Κυκλοφορεῖ δὲ ὁ γλυκὺς τῆς Σύρου καρπός, γλυκύτερος καὶ ἀπὸ τὸ ξύλον τοῦ Παραδείσου, εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολήν, μέχρι καὶ τῆς Ρουμανίας. Καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἀνατολήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀκόμη. Εἰς μάτην δὲ προσεπάθησαν, καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ προβῶσιν εἰς δοκιμὰς ἀπομιμήσεως. Ἀπέτυχον πάντοτε. Διότι ἡ ὅλη ἐπιτυχία τῆς κατασκευῆς τοῦ συριανοῦ λουκουμίου ἔγκειται εἰς τὸ νερὸ τῆς Πηγῆς». 

Ἡ δροσερὰ Πηγὴ τῆς Σύρου
ἄντρον σκιᾶς καὶ δρόσου,
στὴν τοποθεσία Ἁγιος Ἀθανάσιος

Σὲ μιὰ τελευταία, ἀπέλπιδα προσπάθειά του μπῆκε στὸν ὠκεανὸ τοῦ διαδικτύου μήπως ἁλιεύσει κάτι σχετικὸ Μωραϊτιδικόν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀκόμη πιὸ καταλυτικὰ ἀρνητικὸ καὶ ἀσφαλῶς ἄδικο γιὰ τὸν Μωραϊτίδη. Σὲ ἔρευνά του στὸν κατάλογο τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σύρου εἶδε: 34 ἐγγραφὲς γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη (ἂς ὄψεται βέβαια ὁ ἀείμνηστος Μάνος Ἐλευθερίου ὁ Ἑρμουπολίτης) καὶ μόνον μία γιὰ τὸν Μωραϊτίδη· κι αὐτὴ κάτι ἀσήμαντο, ἤγουν, μιὰ μικρὴ βιογραφία μεταξὺ πολλῶν ἄλλων βιογραφουμένων λογοτεχνῶν ἐποχῆς. 

Μητροπολιτικὸς ναὸς 
Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Σύρου
. Ἐδῶ τελέστηκε, στὶς 16 Ἰαν. 1926 
ὁ γάμος τοῦ Σκοπελίτη Π. Νιρβάνα
μὲ τὴν Συριανοπούλα Σοφία Σιγάλα. 


Τὴν τιμὴ τῆς πρωτεύουσας τῶν Κυκλάδων σώζει, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἡ συριανὴ ἱστοσελίδα, https://www.syros-agenda.gr ὅπου καταχωρίζονται δύο ἀναρτήσεις μὲ παραθέματα, ἐμπλουτισμένα μὲ εἰκόνες ἐποχῆς, ἀπὸ τὸ δεύτερο ταξίδι τοῦ Μωραϊτίδη στὴ Σύρο μὲ τίτλους: 

«Περπατώντας στὴν Ἑρμούπολη τὸ 1902»

«Μὲ τὴν ματιὰ ἑνὸς ἐπισκέπτη στὰ ἐργοστάσια τῆς Σύρου τὸ 1902» 

ὅμως, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ ταξιδευτῆ! Ὁ ἀναγνώστης πρέπει νὰ διεξέλθει ὅλο τὸ δημοσίευμα γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ στὸ τέλος πὼς εἶναι ἐκτενῆ παράθεματα ἀπὸ τὸν Α΄ τόμο τῆς σειρᾶς τῶν ταξιδιωτικῶν «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα» τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη.

Ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις, θέαμα ἄρρητον ἡ  θέαση πρὸς τὴν πόλη τῆς Σύρου,
ἀπὸ τὴν Ἁγ. Παρασκευὴ στὴν τοποθεσία τῆς Ἀληθινῆς


Ὁ ἐκ  τοῦ Ἑλληνομουσείου Ἀγράφων ὁρμώμενος ἀνταποκριτὴς τῶν ΧΔΜ, καίτοι πείσμων, δὲν ἔκαμε ἄλλη προσπάθεια. Τὸ παραδέχτηκε ἀλλά, μιᾶς καὶ δὲν εἶναι κατὰ πῶς πρέπει, δὲν τὸ ἀποδέχθηκε. Ὁ ψευδωνυμοῦχος ὡς «Ὁ ταξειδιώτης» θὰ εἶναι ‒λογοτεχνικῶς‒ λάθρα βιώσας γιὰ λόγους δυσερμηνεύτους. Ἄγνωσται αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου ἀλλὰ καὶ τῶν Γραμματολογικῶν καταστάσεων. Ὅμως ἔχουσιν γνῶσιν οἱ φύλακες· ἐφέτος ἴσως ἔχουμε μιὰ ἱστορικὴ χρηστικὴ μωραϊτιδικὴ ἐπανέκδοση: δι’ εὐχῶν Λαονίκου Διονυσίου καὶ τῇ συνδρομῇ φιλομωραϊτιδιστῶν τινων. 

Κωνσταντῖνος Σπ.Τσιώλης

 *Πρώτη δημοσίευση σὲ ἔντυπο, στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, στὸ φ. 885 /11.9.2020, σ. 15-18.