Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

ΓΑΜΟΣ ΕΝ ΣΚΙΑΘῼ, 6 ΙΑΝ. 1891

 

Σήμερα γάμος γίνεται, στὴ Σκιάθο*

                                          Καὶ  σ’ τὰ δικά των!

 

T φ. 889 τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν ἐκδίδεται στὶς 9 Ὀκτ. 2020, ὅταν ἡ κατ’ Ἀνατολὰς  Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ ὁσίου Ἀνδρονίκου καὶ τῆς συμβίας  αὐτοῦ Ἀθανασίας. Ἡ τιμὴ τῆς μνήμης τοῦ ἐναρέτου ζεύγους παραπέμπει στὸ ζεῦγος Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη καὶ τῆς ὁμοζύγου του Βασιλικῆς Φουλάκη.

Ἀλέξανδρος Δ. Μωραϊτίδης.
Ἔργο (2018) Κώστα Ντιό

Ὁ Μωραϊτίδης παντρεύεται τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη σὲ ἡλικία 51 ἐτῶν
πρεσβύτης γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς στὶς 18 Φεβρουαριου 1901 στὴν Καπνικαρέα. Γνωρίστηκαν, ἐν εἴδει πνευματικοῦ εἰδυλλίου, στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Ὁ γάμος εἶχε τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα πὼς ἔζησαν μαζί, συντροφικά, παρθενίαν φυλάττοντες, μέχρι τὴν κοίμηση τῆς Βασιλικῆς στὶς 19 Μαΐου 1914, ἡ ὁποία λίγες μέρες πρὸ τῆς κοιμήσεώς της ἔλαβε τὸ ‘‘ἀγγελικὸ σχῆμα’’ ὡς μοναχὴ Ἀθανασία. Καὶ ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης, λίγες ἑβδομάδες πρὸ τῆς κοιμήσεώς του, ἀπέκτησε στὶς 16  Σεπτ. 1929 τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸ  Σχῆμα ὡς μοναχὸς Ἀνδρόνικος, προφανῶς κατὰ μίμησιν τοῦ ἐξ Ἀντιοχείας ὁσιακοῦ ζεύγους Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας. Ἔλεγε πάντα πώς:

 

«Ἡ μακαρία Ἀθανασία μου κάπου ἀποδημεῖ καὶ μὲ περιμένει νὰ ὑπάγω»

Ὁ γάμος τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτιληναίου ὅπως καταχωρίζεται στὸ Βιβλίο γάμων τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχων τοῦ ἔτους 1891μὲ αὔξοντα ἀριθ. 2.


 

Στὶς 6 Ἰαν.1891, τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων, τελοῦνται στὴ Σκιάθο οἱ γάμοι τῆς Κυριακούλας, ἀδελφῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, μὲ τὸν ἀρχιναυπηγὸ Κωνσταντῖνο Γ. Μυτιληναῖο. Στὸν γάμο ἦταν παρὼν ὁ ἀδελφὸς τῆς Κυριακούλας καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ὁ Ἰωάννης (Γιαννιός) Μωραϊτίδης, νομικὸς καὶ εἰρηνοδίκης. Ὁ ἕτερος ἀδελφός της, ὁ καθηγητὴς καὶ δημοσιογράφος Ἀλέξανδρος ἦταν στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὅλος ὁ εὐάρεστος ἐκεῖνος θόρυβος τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐργασίας. Τὸ γεγονὸς ἀνακοινώνεται στὴν ἐφ. Νέα Ἐφημερὶς τοῦ Ἰωάννη Καμπούρογλου, στὸ φύλλο τῆς Παρασκευῆς, 11 Ἰανουαρίου 1891. Μάλιστα, ὁ Ι. Καμπούρογλου ἀνακοινώνει καὶ τὴν ἐπάνοδο τοῦ  ἀγαπητοῦ του, ὅπως ἀποκαλεῖ, Ἰωάννη Μωραϊτίδη, ἀπὸ τὴ Σκιάθο στὴν Ἀθήνα, τὴν προηγουμένη τῆς δημοσιεύσεως, στὶς 10 Ἰαν.  1891. Φαίνεται πὼς ὁ Καμπούρογλου, ὅπως καὶ μὲ τὸν Ἀλέξανδρο, διατηροῦσε φιλικὴ σχέση μὲ τὸν Ἰωάννη Μωραϊτίδη. Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης γνωριζόταν μὲ τὸν Ἰωάννη Καμπούρογλου ἀπὸ τὸ 1873, ὅταν προσελήφθη ὡς δημοσιογράφος, πρακτικογράφος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ σύστημα τῶν Γαλλικῶν ἐφημερίδων Liberté καὶ Figaro, στὴν ἐφ. Ἐφημερίς τοῦ Κορομηλᾶ, στὴν ὁποία ὁ Καμπούρογλου ἦταν ὁ ἀρχισυντάκτης της.

Ὁ Ἰω. Καμπούρογλου γνωρίζοντας πὼς οἱ δύο ἀδελφοὶ ἦσαν ἀκόμη ἄγαμοι  εὔχεται ἐξ ὅλης καρδίας:

 Κ α   σ   τ   δ ι κ ά  τ ω ν!

Ἡ εὐχή του, ὅμως, δὲν πραγματοποιήθηκε. Ἄραγε, οἱ ἀδελφοὶ Μωραϊτίδη νὰ ἦσαν ἀπὸ τοὺς ἐπιθυμοῦντες νὰ νυμφευθῶσι ἢ ἦσαν ἐκ τῶν μὴ ἐπιθυμούντων καὶ ὁ Καμπούρογλου εἶχε τὴν καλὴ πρόθεση νὰ τοὺς προτρέψει νὰ ἔλθουν εἰς γάμου κοινωνίαν; Ὁ Ἰωάννης (Γιαννιός) Μωραϊτίδης παρέμεινε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἄγαμος, ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἔκαμε αὐτὸν τὸν ἰδαιτέρο γάμο στὴν διάρκεια τοῦ  ὁποίου, "τὴν φθαρτὴν ἀγάπην, τῷ ἔρωτι Κυρίῳ ἀνταλλαξάμενος", ἔζησε μὲ τὴν Βασιλικὴ Φουλάκη μιὰ χριστιανικὴ συντροφικὴ ζωή· ὡς μοναχὸς κυλιόμενος εἰς τὸν κόσμον. Ἔτσι, δὲν ὑπάρχουν πλέον ἀπόγονοι ἐξ ἀρρενογονίας ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη καὶ τὴν οἰκογένειά του.

Καρνάγιο Κωνσταντίνου Γ. Μυτιληναίου. Δεκ. 1920. Διακρίνεται στὸ μέσον μὲ τὸ βέλος ὁ γιὸς τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτηλιναίου, Γεώργιος Μυτηλιναῖος, ἀνεψιὸς τοῦ Ἀλεξ.Μωραϊτίδη. Ἀπὸ τὸ λεύκωμα, Γιάννης Παρίσσης, Φωτομνῆμες ποὺ μᾶς ταξιδεύουν, [Μουσεῖο ναυτικῆς καὶ πολιτιστικῆς παράδοσης Σκιάθου], Σκιάθος 2019, σ. 40.


Ὁ γάμος τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτιληναίου καταχωρίζεται στὸ Βιβλίο γάμων τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν τοῦ ἔτους 1891μὲ αὔξοντα ἀριθ. 2. Ἀναφέρονται οἱ ἡλικίες τοῦ ζεύγους: ὁ μὲν Κωνσταντῖνος 30 ἐτῶν, ἡ δὲ Κυριακούλα 22. Τὸν γάμο ἐτέλεσε ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἀνδρέας Μπούρας (1854-1917) καὶ ἔτσι ἡ οἰκία Κωνσταντίνου Γ. Μυτιληναίου δὲν ἦταν πλέον ἐρημία χωρίς ὄασιν καὶ ἡ Κυριακούλα πλέον θὰ ἔκαμνε τὸ πάτωμα ν’ἀστράφτῃ , καὶ τὸν τοῖχον νὰ ζηλεύει τὸ πάτωμα.

Ὁ Γιαννιὸς Μωραϊτίδης γεννήθηκε τὸ 1858. Σπούδασε νομικὰ κι ἔγινε εἰρηνοδίκης. Ὑπηρέτησε σὲ διαφόρες πόλεις καὶ τελευταῖα στὴ Μυτιλήνη, ὅπου ἔμεινε καὶ μετὰ ποὺ τὴ σύνταξή του. Πέθανε τὸ 1941 ἄγαμος. Προμήθευε τὸ ἀδελφό του Ἀλέξανδρο μὲ λάδι ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη, ὅπως δηλώνει ὁ Ἀλέξ. Μωραϊτίδης σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴν ἄλλη ἀδελφή του, τὴν Σειραϊνώ:

 

«Λάδι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχω. Μοῦ ἔστειλε ὁ Γιαννιὸς  προχθὲς ἕνα τενεκέ»

 

Γεώργιος Κων Μυτιληναῖος, γιὸς τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη
 καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτηλιναίου 
καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη. 
Ἀπὸ τὸ λεύκωμα, Γιάννης Παρίσσης, 
Φωτομνῆμες ποὺ μᾶς ταξιδεύουν
[Μουσεῖο ναυτικῆς καὶ πολιτιστικῆς παράδοσης Σκιάθου], 
Σκιάθος 2019, σ. 52.
Ὁ Ἀλέξανδρος τὸν νοιαζόταν καὶ εἶχε φροντίσει νὰ μετατεθεῖ στὸν Πειραιᾶ ἀλλὰ ὁ Γιαννιός δὲν θέλησε, ὅπως γράφει σὲ ἐπιστολή του στὴν ἀνεψιά του Ἀρετώ, στὶς 23 Δεκ. 1922:

 

«Μετέθεσα εἰς τὸν Πειραιᾶν τὸν Γιαννιόν, διὰ νὰ εἴμεθα μαζί, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε, καὶ τὸ ἐχάλασα πάλι»


 

Ὁ Κωνσταντῖνος Μυτηλιναῖος ἦτο ἀπ’ἐκεῖνα τὰ χώματα· γεννήθηκε τὸ 1861 στὴν Σκόπελο καὶ τὸ ὄνομά του ἦταν ἀρχικὰ Μυτιληνόπουλος. Ξεκίνησε μὲ ναυπηγεῖο στὴ Σκόπελο. Εἶχε διατελέσει δημοτικὸς Σύμβουλος καὶ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ Δημαρχίας ἑνὸς ἐκ τῶν πλέον ἱστορικῶν δημάρχων τῆς Σκιάθου τοῦ Φιλοκλῆ Γεωργιάδη (1845-1936), συζύγου τῆς Μαρίκας Φραγκίστα (1869-1907), ἡ ὁποία εἶχε ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα τῆς Εὐρυτανίας καὶ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀλέξ. Παπαδιαμάντης εἶχε δημοσιεύσει σχετικὴ νεκρολογία.

Ἡ Κυριακούλα ἦταν ἡ δεύτερη ἀδελφὴ τοῦ Μωραϊτίδη. Γεννήθηκε τὸ 1869 (κατὰ τὸν Ἰω. Φραγκούλα τὸ 1865). Πέθανε τὸ 1945. Φρόντιζε τὸν ἀδελφό της Ἀλέξανδρο στέλνοντάς του ἐδώδιμα προϊόντα τῆς Σκιάθου, ὅπως γράφει σὲ ἐπιστολή του ὁ Μωραϊτίδης πάλι στὴν ἀνεψιά του Ἀρετώ:

 

«Νὰ εἰπῇς τῆς Κυριακούλας νὰ μοῦ στείλει καμμιὰ μυζιθρίτσα μὲ κανένα στρατιώτη, ξεύρει ὁ Γιωργός, καὶ κανένα ξηρὸ χταπόδι. Πέρασε τὸ Σαρανταήμερο καὶ βαρέθηκα τὰ ὄσπρια. Δὲν ἔχει κανένα χταποδάκι; .. Ἂν ἔλθῃ ὁ Σταμάτης θὰ τοῦ δώσω... 20 δραχ. διὰ τὴν λειτουργίαν μου, νὰ τὴν κάμῃς ὅταν εἶναι καιρὸς κατάλληλος»

 

Γιὸς τοῦ ζεύγους Κωνσταντίνου καὶ Κυριακούλας καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀλεξ. Μωραϊτίδη ἦταν  ὁ ἐπιτυχημένος ἀρχιναυπηγὸς ἱστιοφόρων στὸ νησί, Γεώργιος Μυτιληναῖος, ὁ ὁποῖος ἐκλέχτηκε πολλὲς φορὲς κοινοτικὸς σύμβουλος. Πέθανε τὸ 1972. 

Δὲν ἔγινε γνωστὸ ἂν μετὰ τὸν γάμο τῆς Κυριακούλας Μωραϊτίδη καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Μυτηλιναίου ἀκολούθησαν σφαχτὰ καὶ σπληνάντερα καὶ κοκορέτσια κὰὶ κρασοβόλια ἄφθονα. Ὅμως, ὁ γιός τους  Γεώργιος πρόκοψε ὡς ἀρχιναυπηγός, ὀνομαστότερος κι ἀπ’ τὸν πατέρα του.  Καὶ ἡ Κυριακούλα εἶχε πλέον τὴν ἄνεση νὰ στέλνει καλούδια καὶ παραγγελιὲς στὸν ἀδελφό της Ἀλέξανδρο ὅπως μᾶς παραδίδεται ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τοῦ Ἀλέξ. Μωραϊτίδη.

 

Ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, φ. 11 /11.1.1891, σ. 6.

KΕΙΜΕΝΟ 

—Ἐτελέσθησαν ἐν Σκιάθῳ τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν, ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει, οἱ γάμοι τοῦ ἀρίστου ἐκεῖσε ἀρχιναυπηγοῦ κ. Κωνστ. Μυτιληναίου μετὰ τῆς ἀρίστης καὶ ὡραίας δεσποινίδος Κυριακούλας Μωραϊτίδου ἀδελφῆς τῶν φίλων μας κκ. Ἀλεξ. Μωραϊτίδου, καθηγητοῦ καὶ Ἰω. Μωραϊτίδου τελειοφοίτου τῆς νομικῆς. Συγχαίρομεν τοῖς ἐπ’αἰσίοις στεφθεῖσι καὶ εὐχόμεθα αὐτοῖς τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ βίον μακρὸν καὶ ἀνέφελον. Συγχαίρομεν δὲ καὶ τοῖς ἀγαπητοῖς  φίλοις κκ. Μωραϊτίδῃ  ἐπὶ τῇ  καλῇ ἀποκαταστάσει φιλτάτης ἀδελφῆς των. Κ α  σ τ  δ ι κ ά  των!

—Ἐπανέκαμψε χθὲς ἐκ Σκιάθου χαρούμενος ἐπὶ τοῖς γάμοις τῆς ἀδελφῆς του ὁ ἀγαπητὸς κ. Ἰωάννης Μωραϊτίδης.

Ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, φ. 11 /11.1.1891, σ. 6.

Σημ: Εὐχαριστίες πολλὲς στὸν καθηγητὴ τῆς νεοελληνικῆς φιλολογίας τοῦ ΑΠΘ κ. Λάμπρο Βαρελᾶ γιὰ τὴν παραχώρηση τῆς εἴδησης τοῦ γάμου τῆς Κυριακούλας, ἀδελφῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη, καθὼς καὶ στὸν π. Κωνσταντῖνο Καλλιανὸ καὶ τοὺς Σκιαθίτες κ. Γιάννη Παρίσση καὶ κ. Γεώργιο Χρήστου γιὰ τὴ σημαντικὴ καὶ οὐσιαστικὴ βοήθειά τους.  Ὑπόχρεος στὸν Ἀντώνη Ν. Παπαβασιλείου καὶ τὴ Θεολογία Τσουκαλᾶ γιὰ τὴ δημοσίευση. Τέλος, ἔτη πολλὰ τὰ τῆς μνήμης τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη γιὰ τὰ 170 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννησή του (15 Ὀκτ. 1850) καὶ τοῦ μοναχοῦ Ἀνδρόνικου (Μωραϊτίδη) γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του. 

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Πρώτη δημοσίευση στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 889/9.10.2020, σ. 15-16 .

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

ΜΝΗΜΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΛΥΒΑ, ΙΕΡΕΩΣ († 3 Ὀκτ. 2014)

 


Σήμερα Σάββατο 3 Ὀκτ. 2020 τελέστηκε στὸν ἱ. ν. Ἁγίου Γεωργίου Καματεροῦ ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν Δημητρίου Χ. Καλύβα ἱερέως καὶ τῆς πρεσβυτέρας αὐτοῦ Ἀμαλίας. Ὁ π. Δημήτριος, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γουριὰ τῆς Αἰτωλίας, ἐκοιμήθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ὀκτ. 2014. Διακόνησε, ὡς ἐπιδέξιος τιμονιέρης τῆς σκούνας τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἐπὶ πέντε δεκαετίες μὲ σπουδαῖο ποιμαντικό,  ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπιστικὸ καὶ πολιτιστικὸ ἔργο.


Τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» τὸν μνημονεύει εὐγνωμόνως καθώς, μεταξὺ ἄλλων, μὲ πρωτοβουλία του ἡ αἴθουσα ἐκδηλώσεων τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τοῦ Ναοῦ ὀνοματοδοτήθηκε ὡς «Αἴθουσα Εὐγένιος Γιαννούλης ὁ Αἰτωλός» καὶ μὲ ὑποδειξή του καὶ δαπάναις τοῦ Ναοῦ φιλοτεχνήθηκε
ἐντός τουσὲ φυσικὸ μέγεθος,  ὁλόσωμη τοιχογραφία τοῦ Ἁγίου Εὐγενίου. .


Εἶχε στὴν καρδιά του καὶ στὴν ψυχή του μέσα τὰ Ἄγραφα καὶ τοὺς ἀνθρώπους τους, ὡς πνευματικὸς πατέρας τους, ἀρωγὸς καὶ συμπαραστάτης τους. Ἡ μνήμη του, καθὼς καὶ τῆς πρεσβυτέρας του, ἂς εἶναι ἀγήρως καὶ αἰωνία.

                                                        Κ. Σπ. Τ.

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΥΡΟΣ (τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας)*

 

Μωραϊτιδικὴ ἀφάνεια ἀδικαιολόγητη βεβαίως καὶ ἐν Σύρῳ

Πανόραμα τῆς Σύρου στὶς ἀρχὲς τοῦ 1900,
ὅταν γιὰ 2η φορὰ (1902) ὁ Ἀλ. Μωραϊτίδης ἐπισκέπτεται τὸ νησί
(Βιομηχανικὸ μουσεῖο Σύρου).
Πάνω ἀριστερὰ διακρίνεται ἡ Ἁγ. Παρασκευὴ Σύρου.

Τί κι ἂν τὴν ἐπισκέφθηκε δύο φορές (τὸ 1872 καὶ τὸ 1902)· γράφει στὰ 1902 στὸ ταξιδιωτικό του «Εἰς τὴν Σύρον»:

«Δὲν θὰ λησμονήσω ποτέ μου τὸ ὀνειρῶδες λευκόν, τὸ χιονωδῶς κάτασπρον χρῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκτύπησεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου, πρὸ τριακονταετίας, ὅτε ἀπεβιβάσθην μίαν αὐγὴν εἰς τὴν Σύρον».

Τί κι ἂν ἔγραψε στὰ ταξιδιωτικά του «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα», τόσα καὶ τόσα γιὰ τὴν πολύφερνη νύφη τῶν Κυκλάδων, μὲ τὰ θέλγητρα καὶ τὰ κάλλη της:

«Τὰ ἀτμόπλοια φθάνουν πάντοτε αὐγὴν εἰς τὸν ὁλόλευκον αὐτὸν κύκνον τοῦ Αἰγαίου, ὅστις κοιμᾶται, θαρρεῖς, ἐπάνω εἰς τοὺς ἀφρούς, μὲ τοὺς ὁποίους ραντίζει ὁ ὀμβροποιὸς Καικίας, ὁ γραιβολεβάντες, τὰ ἀνατολικά της γυμνὰ πλευρά, τὰ ξακουσμένα Βαποράκια».

Τί κι ἂν ὕμνησε τὴν ἀγορά της μὲ τὰ ἐμπορεύματά της, τὸ Τελωνεῖο της, τὶς συριανὲς ταβέρνες, τὰ ἐργοστάσια μὲ τὶς καμινάδες τους, τὰ Βυρσοδεψεῖα, τὶς Ναυτιλιακὲς ἑταιρεῖες, τὰ Ναυπηγεῖα, τὰ Νηματουργεῖα, τὰ Ὑφαντήρια, τὰ ἀνθρακεύματά της καὶ τοὺς γλυκεῖς καρπούς της, τὰ λουκούμια Σύρου. 

 «Ἀλήθεια, τὰ συριανὰ λουκούμια εἶναι πασίγνωστα καὶ περιζήτητα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀνατολήν. Νά, ἐκεῖ παραπέρα εἶναι τὰ τελειότερα ἐργοστάσια ὁποὺ τὰ κατασκευάζουν, τοῦ Σταματελάκη καὶ τῶν ἄλλων ζαχαροπλαστῶν. Ποῖον παιδίον, ποῖον ἑλληνόπουλο δὲν ἐδοκίμασε τὰ ζαχαρωτὰ τοῦ Σταματελάκη, τὰ εἰς μασούρια μικρὰ καὶ χρωματιστὰ περικλείοντα ἕνα χαρτάκι μὲ ἕνα δίστιχον; Ποία κόρη δὲν ἐδοκίμασε δι’ αὐτῶν τὴν τύχην της καὶ ποία νεόνυμφος τὸ ριζικόν της;»[Ἀλ. Μωραϊτίδης, «Εἰς τὴν Σύρον», (1902)]

Τί κι ἂν ἐπαίνεσε τοὺς ναούς της, ποὺ θεωρεῖ πὼς εἶναι: «οἱ εὐπρεπέστεροι, οἱ σεμνότεροι, οἱ πλουσιώτεροι ναοὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος», τὰ πολιτιστικὰ καὶ ἀρχιτεκτονικά της μνημεῖα, ὅπως τὸ ὀνομαστὸ θέατρο «Ἀπόλλων» καὶ τὸ κτήριο τοῦ Δημαρχείου. Ἀλλὰ καταγράφει καὶ τὸ ποικιλώνυμο ἀνθρωπολόγι της ἀπὸ διάφορους τόπους τοῦ εὐρύτερου Ἑλληνισμοῦ· κυρίως κατὰ καιροὺς θύματα, στοὺς τόπους προελεύσεώς τους, τοῦ μίσους τῆς ἐχθρότητας τῆς πολεμικῆς καὶ τοῦ φανατισμοῦ. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐκλογικὲς διαδικασίες τῆς ἐποχῆς μὲ τὰ εὐτράπελά τους μνημονεύονται ἀπ’ τὴ δημοσιογραφικὴ γραφίδα τοῦ Μωραϊτίδη:

  

«Ἡ διαδήλωσις, ἡγουμένων λεμβούχων ὠρυομένων καὶ παίδων ὀξυφωνούντων, διηυθύνετο πρὸς τὴν μονάκριβον πλατεῖαν, ὁμοιάζουσα παρέλασιν Καρναβάλου, ἐν σπουδῇ καὶ κρότῳ, ἐνῷ κατὰ διαλείμματα ἐρρίπτοντο ροκέται. Τότε πλέον ἐγνώσθη ὁριστικῶς ὅτι κατέρχεται εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ὁ κ. Τσιροπινᾶς, ὑπὸ τὴν  προστασίαν τοῦ ὁποίου ἐτέθη ὅλος ὁ ἀντίπαλος τῶν κ. Μαυρογορδάτου καὶ Βαφειαδάκη συνδυασμός».

 

Ἡ ὁδὸς τῆς Σύρου τὸ 1902 (νῦν Ἐλ. Βενιζέλου), 
ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὴν ὀνομαστὴ κεντρικὴ πλατεία 
τῆς Ἑρμουπόλεως
στὴν προκυμαία (amapola.gr). 

Τί κι ἂν μνημονεύει Συριανοὺς ἥρωες  στὰ διηγήματά του καὶ Σκιαθίτες νὰ ἐμπορεύονται  στὴν ἀγορὰ τῆς Σύρου (βλ. στὰ διηγήματά του «Χριστούγεννα στὶς τρεῖς Μποῦκες», «Ὁ Δεκατιστής», «Χρυσὴ Καδένα»)· ἡ μοίρα τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη ἦταν καὶ ἐδῶ στὶς Κυκλάδες νὰ τελεῖ ἐν πλήρει ἀφανείᾳ.  Ὁ ἐξ Ἀγράφων ἀνταποκριτής μας, στὴν ἐπίσκεψή του στὴ Σύρο δὲν βρῆκε ἴχνος Μωραϊτιδικόν. Ἀντιθέτως, εἶδε νὰ τιμᾶται ὁ τριτεξάδελφός του μὲ ὁδὸν Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη παρακαλῶ. Δὲν μποροῦσε νὰ θυμηθεῖ κάτι περὶ Παπαδιαμάντη καὶ Σύρου καὶ κατέφυγε στὰ μνημειώδη Ἅπαντα τῶν ΝΔΤ-Μαυροπούλου καὶ δὴ στὸ εὑρετήριο τόπων. Οἱ μόνον δύο ἀναιμικὲς ἀναφορές:  στὸ διήγημα «Τὰ Φραγκλέικα» καὶ στὴν νεκρολογία γιὰ τὸν Γέροντα Διονύσιο τὸν θεῖο τοῦ Μωραϊτίδη, δὲν δικαιολογοῦν ἀσφαλῶς τὸ ὁδωνυμικόν. Μᾶλλον, εἶναι πολὺ δυνατό, μὴ μαχητόν, τὸ brand name τοῦ Παπαδιαμάντη...  Πάει αὐτὸ εἶναι. 

Σύρος, ὁδὸς ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ.

Ὁ Ἀγραφιώτης βρῆκε ἄλλον συμπατριώτη τῶν δύο Ἀλεξάνδρων νὰ τιμᾶται στὴν Ἑρμούπολη, μὲ πλατεία μάλιστα, τὸν Παῦλο Νιρβάνα.



Ἡ ἐκ Σύρου Σοφία Σιγάλα 
σύζυγος Παύλου Νιρβάνα
Ἐλαιογραφία (1932), ἔργο
τοῦ Στέλιου Μηλιάδη (1881-1965)





.

 


 Αὐτὸς δικαιολογεῖται ὅμως, καθὼς ἡ δεύτερη καὶ τελευταία σύζυγός του, ἡ εὐγενικὴ Σοφία Σιγάλα, μὲ τὴν ὁποία ἀποκτᾶ καὶ τρία τέκνα, ἦταν Συριανοπούλα, ὁ δὲ γάμος ἔγινε στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, τὸν ὡραῖο μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Σύρου, στὶς 26 Ἰαν. 1926. 


Ἀλλὰ καὶ ὁ Καρπενησιώτης, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων, λόγιος Ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Παπαντωνίου δικαιολογημένα τιμᾶται καὶ αὐτὸς μὲ ὁδωνυμικὸ τῆς Ἑρμουπόλεως: διετέλεσε νομάρχης Κυκλάδων στὰ 1913. Ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπεισε τοὺς 2.000 ἐργαζομένους στὰ ἀκμάζοντα τότε ἐργοστάσια τῆς Σύρου νὰ ἱδρύσουν συνεργατικὸ ἑστιατόριο ὥστε νὰ ἔχουν καθημερινή, καθαρή, ὑγιεινὴ καὶ φθηνὴ τροφή. Ὅταν, στὶς 15 Ἰουνίου 1913, ἀναχώρησε λόγῳ μεταθέσεως ἀπὸ τὴν Σύρο γιὰ τὴ Ζάκυνθο. ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων ὁ Τύπος:

 

« Η ΣΥΡΟΣ ΠΡΟΠΕΜΠΟΥΣΑ ΤΟΝ ΝΟΜΑΡΧΗΝ κ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ. ΣΥΡΟΣ, 15 Ἰουνίου. —Σήμερον τὸ ἑσπέρας ἀνεχώρησεν ὁ μετατεθεὶς εἰς Ζάκυνθον νομάρχης Κυκλάδων κ. Παπαντωνίου. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ κατελύπησε σύμπασαν τὴν κοινωνίαν. Οἱ Διοικήσεις τῶν Συνδέσμων τῆς Πανεργατικῆς Ἑνώσεως προέπεμψαν αὐτόν, ἀκφράσασαι ἐκ μέρους τῶν ἐργατῶν ζωηροτάτην λύπην καὶ βαθυτάτην συγκίνησιν».

Φωτο τῆς Σύρου περὶ τὸ 1870,
κοντὰ στὴν πρώτη ἐπίσκεψη
 τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη
στὴ Σύρο τὸ 1872 (
amapola.gr).

Ἀλλά, τὸ πλέον γοητευτικὸ καὶ συγκινητικὸ στὸν παρόντα, ἐν ἔτει 2020,  μωραϊτιδικὸ περίπατο στὴν Σύρο, ἦταν ὁ περικαλλὴς ναὸς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, πάνω ἀπὸ τὴν Ἄνω Σύρο, στὴν Ἀληθινή, τὸ πάλαι ποτε ταπεινὸ μονύδριο τῆς Ἁγία Παρασκευῆς. Ἐκεῖ ποὺ διακονοῦσε γιὰ δεκαέξι συναπτὰ ἔτη (1866-1882) τοὺς Συριανούς, ὡς πνευματικός τους ὁ Γέροντας Διονύσιος ὁ Σκιαθίτης (Σκιάθος 1802-1887), ὁ θεῖος τοῦ Μωραϊτίδη. Μὲ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στὰ 1854 ἦταν νὰ μεταφερθεῖ "δυσμενῶς", γιὰ τὴν δράση του στὴν Θήρα, στὴ Ἱ. Μονὴ Τατάρνης τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας. Γιὰ καλὴ τύχη τῶν Συριανῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν Ὑδραίων, ὅπου στὴν συνέχεια ὑπηρέτησε, ἡ ἀπόφαση δὲν ἐκτελέστηκε καὶ τὰ Ἄγραφα ἔχασαν τὸ προνόμιο τῆς εὐλογιτικῆς παρουσίας τοῦ Λογιωτάτου αὐτοῦ Γέροντος στὰ μέρη τοῦ ὁσίου Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τοῦ Ἀναστασίου τοῦ Γορδίου.

εὔμορφος Ἁγία Παρασκευὴ στὴν τοποθεσία Ἀληθινὴ Σύρου

Τὸ παλαιὸ μονύδριο δὲν σώζεται πλέον. Τότε ἦταν ἕνα ταπεινὸ ἐκκλησιδάκι. Ὁ νέος εὔμορφος, μὲ ἕνα εἶδος κομψῆς καλλονῆς, ναὸς τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς εἶχε ἤδη ἀνεγερθεῖ στὰ 1902,
δαπάναις τῆς χήρας Πιπίνου καὶ νῦν ἰδιοκτησία Ἀθανασίου Μαρτίνου, ποὺ τὸν διατηρεῖ, μὲ ἴδια ἔξοδα, εὐμορφώτατο καὶ σὲ ἀρίστη κατάσταση, ὅταν ἐπισκέφτηκε τὸ νησὶ γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ «Ταξειδιώτης», ὁ «Σφίγξ» τοῦ Μὴ χάνεσαι.
Χαράγματα ἄλλων παλαιῶν ἐπισκεπτῶν,
 ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. ἀκόμη,
στὸ παλαιὸ ἐξωτερικὂ πέτρινο
 καθιστικὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς


Ὁ ἀνταποκριτὴς τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν κάθησε στὸ ἴδιο πεζούλι, στὸ ὁποῖο εἶχε καθήσει ὁ Μωραϊτίδης γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ ἀπὸ τὴν κοπιαστικὴ ἀνάβασή του καὶ γιὰ νὰ περιμένει νὰ τὸν δεχθεῖ ὁ θεῖος του ὁ Διονύσιος, ὅταν ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος, νεαρὸς ἀκόμη, μόλις 22 ἐτῶν, εἶχε κάνει τὴ σκέψη νὰ καλογερέψει κοντά στὸν θεῖο του, στὴ Σύρο. Τότε ὁ Λογιώτατος Γέροντας, διακρίνοντας τὴν ἔφεση τοῦ ἀνεψιοῦ του στὰ Γράμματα, τὸν ἀπέπεμψε: 

«—Πήγαινε νὰ μάθῃς γράμματα! Πήγαινε νὰ μάθῃς γράμματα!»

Ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις, θέαμα ἄρρητον ἡ  θέαση πρὸς τὴν πόλη τῆς Σύρου, τὸ κατὰ Μωραϊτίδη Μικρὸ Μάνστεστερ:

«Ὡραία κατέβαινε πρὸς τὰ κάτω, μοιραζομένη εἰς τρία ρεύματα. Ἓν πρὸς τὸ κέντρον, ὅπου ἡ μονάκριβη πλατεῖα, ἓν ἄλλο πρὸς τὰ Ἐργοστάσια, ὁποὺ ἐκάπνιζαν ὁλονὲν καὶ ἓν ἄλλο πρὸς τὰ Βαποράκια, ὅπου διεκρίνοντο οἱ τροῦλοι τοῦ Ἁγίου Νικολάου».

Μετὰ ρᾳστώνης ἡδυπαθοῦς καθήμενος, παραδίπλα του, ἐπάνω στὶς παλαιὲς πλᾶκες τοῦ καθιστικοῦ τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, τοῦ ἐξωτερικοῦ κήπου τοῦ νῦν ναοῦ τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς, εἶδε ὡς σὲ ὄνειρο ξυπνητόν, μαζὶ μὲ χαράγματα ἄλλων παλαιῶν ἐπισκεπτῶν, ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. ἀκόμη, τὰ ἀρχικὰ Α. Μ. Ἂν ἤθελε νὰ κάμει τὸ θέλημά του πραγματικότητα θὰ διάβαζε Α(λέξανδρος) Μ(ωραϊτίδης). Ποιὸς ξέρει ὅμως...

Α Μ, στὸ πεζούλι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Σύρου,
ὅπου κάθησε ὁ Μωραϊτίδης περιμένοντας
 νὰ συναντήσει τὸν Γέροντα Διονύσιο τὸν θεῖο του στὰ 1872


Στὸν δρόμο γιὰ τὴν Ἁγία Παρασκευὴ σταμάτησε καὶ στὴν φημισμένη ἀθάνατη Πηγή, ἄντρον σκιᾶς καὶ δρόσου, μὲ τὸ δροσερό, γλυκὸ σὰν ἁγίασμα νερό, ποὺ ἰδιαιτέρως, ἡδυπαθῶς γλυκαίνει καὶ νοστιμίζει τὸ πλέον ὀνομαστὸ προϊὸν τοῦ τόπου, τὸ Συριανὸ λουκούμι:  

«Κυκλοφορεῖ δὲ ὁ γλυκὺς τῆς Σύρου καρπός, γλυκύτερος καὶ ἀπὸ τὸ ξύλον τοῦ Παραδείσου, εἰς ὅλην τὴν Ἀνατολήν, μέχρι καὶ τῆς Ρουμανίας. Καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἀνατολήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀκόμη. Εἰς μάτην δὲ προσεπάθησαν, καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ προβῶσιν εἰς δοκιμὰς ἀπομιμήσεως. Ἀπέτυχον πάντοτε. Διότι ἡ ὅλη ἐπιτυχία τῆς κατασκευῆς τοῦ συριανοῦ λουκουμίου ἔγκειται εἰς τὸ νερὸ τῆς Πηγῆς». 

Ἡ δροσερὰ Πηγὴ τῆς Σύρου
ἄντρον σκιᾶς καὶ δρόσου,
στὴν τοποθεσία Ἁγιος Ἀθανάσιος

Σὲ μιὰ τελευταία, ἀπέλπιδα προσπάθειά του μπῆκε στὸν ὠκεανὸ τοῦ διαδικτύου μήπως ἁλιεύσει κάτι σχετικὸ Μωραϊτιδικόν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀκόμη πιὸ καταλυτικὰ ἀρνητικὸ καὶ ἀσφαλῶς ἄδικο γιὰ τὸν Μωραϊτίδη. Σὲ ἔρευνά του στὸν κατάλογο τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σύρου εἶδε: 34 ἐγγραφὲς γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη (ἂς ὄψεται βέβαια ὁ ἀείμνηστος Μάνος Ἐλευθερίου ὁ Ἑρμουπολίτης) καὶ μόνον μία γιὰ τὸν Μωραϊτίδη· κι αὐτὴ κάτι ἀσήμαντο, ἤγουν, μιὰ μικρὴ βιογραφία μεταξὺ πολλῶν ἄλλων βιογραφουμένων λογοτεχνῶν ἐποχῆς. 

Μητροπολιτικὸς ναὸς 
Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Σύρου
. Ἐδῶ τελέστηκε, στὶς 16 Ἰαν. 1926 
ὁ γάμος τοῦ Σκοπελίτη Π. Νιρβάνα
μὲ τὴν Συριανοπούλα Σοφία Σιγάλα. 


Τὴν τιμὴ τῆς πρωτεύουσας τῶν Κυκλάδων σώζει, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἡ συριανὴ ἱστοσελίδα, https://www.syros-agenda.gr ὅπου καταχωρίζονται δύο ἀναρτήσεις μὲ παραθέματα, ἐμπλουτισμένα μὲ εἰκόνες ἐποχῆς, ἀπὸ τὸ δεύτερο ταξίδι τοῦ Μωραϊτίδη στὴ Σύρο μὲ τίτλους: 

«Περπατώντας στὴν Ἑρμούπολη τὸ 1902»

«Μὲ τὴν ματιὰ ἑνὸς ἐπισκέπτη στὰ ἐργοστάσια τῆς Σύρου τὸ 1902» 

ὅμως, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ ταξιδευτῆ! Ὁ ἀναγνώστης πρέπει νὰ διεξέλθει ὅλο τὸ δημοσίευμα γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ στὸ τέλος πὼς εἶναι ἐκτενῆ παράθεματα ἀπὸ τὸν Α΄ τόμο τῆς σειρᾶς τῶν ταξιδιωτικῶν «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα» τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη.

Ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις, θέαμα ἄρρητον ἡ  θέαση πρὸς τὴν πόλη τῆς Σύρου,
ἀπὸ τὴν Ἁγ. Παρασκευὴ στὴν τοποθεσία τῆς Ἀληθινῆς


Ὁ ἐκ  τοῦ Ἑλληνομουσείου Ἀγράφων ὁρμώμενος ἀνταποκριτὴς τῶν ΧΔΜ, καίτοι πείσμων, δὲν ἔκαμε ἄλλη προσπάθεια. Τὸ παραδέχτηκε ἀλλά, μιᾶς καὶ δὲν εἶναι κατὰ πῶς πρέπει, δὲν τὸ ἀποδέχθηκε. Ὁ ψευδωνυμοῦχος ὡς «Ὁ ταξειδιώτης» θὰ εἶναι ‒λογοτεχνικῶς‒ λάθρα βιώσας γιὰ λόγους δυσερμηνεύτους. Ἄγνωσται αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου ἀλλὰ καὶ τῶν Γραμματολογικῶν καταστάσεων. Ὅμως ἔχουσιν γνῶσιν οἱ φύλακες· ἐφέτος ἴσως ἔχουμε μιὰ ἱστορικὴ χρηστικὴ μωραϊτιδικὴ ἐπανέκδοση: δι’ εὐχῶν Λαονίκου Διονυσίου καὶ τῇ συνδρομῇ φιλομωραϊτιδιστῶν τινων. 

Κωνσταντῖνος Σπ.Τσιώλης

 *Πρώτη δημοσίευση σὲ ἔντυπο, στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, στὸ φ. 885 /11.9.2020, σ. 15-18.


Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

π. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός: Βαδίζοντας στὰ ἴχνη τῶν δύο Ἀλεξάνδρων

 

Τὴν 1η Αὐγούστου 2020 τιμήθηκε στὴ Σκόπελο, γιὰ τὸ σύνολο τῆς προσφορᾶς του στὸν τόπο του ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα, ὁ ἀκάματος ἐργάτης τοῦ Ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου, ὁ λόγιος φιλαγραφιώτης ἱερέας, π. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός. Εἴχαμε τὴν τιμὴ νὰ ἀπευθύνουμε γραπτὸ χαιρετισμὸ  ὁ ὁποῖος ἀναγνώστηκε στὴ διάρκεια τῆς ἐκδήλωσης καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὁμιλία εὐγνωμοσύνης τοῦ π. Καλλιανοῦ δημοσιεύτηκε κατὰ πρῶτον στὴν ἐφημερίδα «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας» τῶν Γρεβενῶν, τοῦ κοινοῦ ἡμῶν φίλου Ἀντώνη Παπαβασιλείου, στὸ φ. 882 σ. 15-16 ἀλλὰ καὶ στὸ ἱστολόγιο: http://anastasiosds.blogspot.com μαζὶ μὲ ἕνα σύντομο ἰδιαιτέρως συγκινητικὸ γιὰ ἐμᾶς εἰσαγωγικὸ σημείωμα τοῦ π. Καλλιανοῦ. Ἀναδημοσιεύουμε ἀπὸ τὸ ὡς ἄνω ἱστολόγιο:

Δημοσιεύοντας, μὲ ἄπειρη, ὁμολογουμένως, συγκίνηση,

τὸν  χαιρετισμὸ τοῦ προσφιλοῦς μου Ἰατροῦ κ. Κων. Σπ. Τσιώλη 

 

       Προσπαθῶ νὰ βρῶ δυὸ λόγια εἰλικρίνειας, ἀλήθειας καὶ εὐγνωμοσύνης, νὰ τὰ στείλω στὸν καλό μου φίλο, τὸν ἐξ Ἀγράφων ὁρμώμενο Κων. Σπ. Τσιώλη, παπαδοεγγονό, φωτισμένο παραδοσιακὸ λόγιο, καὶ «ἰατρὸν ἄριστον», γιὰ τὰ παρακάτω λόγια ποὺ ἔστειλε στὴν ἀποψινὴ βραδυά. Μιὰ βραδυὰ τιμητικὴ γιὰ τὸν ὑποφαινόμενο -ἄν καὶ δὲν αἰσθάνεται νὰ ἔπραξε κάτι, ὥστε νὰ λάβει τιμές. Ἐν πάσει περιπτώσει ὁ καλὸς φίλος ἔσπευσε καὶ μέσα στὴ δίνη τῶν ὑποχρεώσεών του ‒ἰατρικῶν, συγγραφικῶν καὶ οἰκογενειακῶν‒ κάθησε καὶ ἔγραψε τὸν παρακάτω λαμπρὸ χαιρετισμό, ποὺ μὲ συγκίνησε, γιατὶ ἔφερε, μέσα στὸ κάμμα τοῦ Αὐγούστου, τὴ φρέσκια δροσιὰ ἀπὸ τὰ ἀγέρωχα «Ψηλὰ Βουνά», ὥστε νὰ ἀναψύξει τὴν ψυχή μου, ἀλλὰ καὶ τὶς ψυχὲς τῶν παρευρισκομένων. 

      Τὸν εὐγνωμονῶ καὶ τὸν ἀσπάζομαι φιλαδέλφως καὶ μὲ ἄπειρη ἐκτίμηση στὸ τίμιο καὶ εὐθές του πρόσωπο. 

       Εἰς ἐγκάρδιον τιμήν του καταθέτω τὰ λόγια τῆς ἀγάπης του νὰ τὰ διαβάσει καὶ νὰ τὰ ἔχει ὁ κάθε πιστὸς λόγιος. Γιατί, φαντάζομαι ὅτι εἶναι τόσο χρήσιμα...

 

 

« π. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός

Βαδίζοντας στὰ ἴχνη τῶν δύο Ἀλεξάνδρων

 

Σύμφωνα μὲ τὸν δημοσιογράφο, ἐκδότη καὶ πολιτικὸ τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ. καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20ου, Γεώργιο Πώπ:

 

«Ὅ,τι δὲν πετυχαίνουν οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, τὸ πετυχαίνει ὁ Μωραϊτίδης· ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν πίστη»

 

Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου,  διακονεῖ δηλ.  τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ, ‒καὶ μάλιστα κατὰ τὸ Κολλυβαδικὸ πρότυπο‒ ἐνῷ ταυτόχρονα  μελετᾶ καὶ βιώνει τὶς ἀξίες ποὺ ἀποπνέει τὸ Μωραϊτιδικὸ ἔργο, ἀλλὰ καὶ τὸ Παπαδιαμαντικό, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ π. Καλλιανοῦ,  τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν ὁδηγεῖται ἁπλὰ στὴν πίστη, ἀλλὰ σὲ μιὰ πίστη βιωματικὴ τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ,   τῇ ἀνοχῇ καὶ βεβαιώσει τῆς ἀφάτου φιλανθρωπίας Του, ὅπως, ἐξ ὅλης καρδίας, καταθέτει ὁ ἴδιος στὰ κείμενα πνευματικῆς μέριμνας καὶ βιοτῆς του, στὸ πόνημά του «Ἰσορροπώντας».

Ἡ ἐκτίμηση πὼς βαδίζει ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς μοναδικῆς αὐτῆς πνευματικῆς ξυνωρίδος τῶν Σποράδων ἀλλὰ, ‒πῶς ὄχι;‒  καὶ τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, δὲν εἶναι δική μου. Ὅταν πρὸ ἀρκετῶν ἐτῶν εἶχα μιὰ συζήτηση περὶ Παπαδιαμάντη καὶ Σκιάθου μὲ τὸν ἀείμνηστο λόγιο Καρπενησιώτη ἱερωμένο π. Κωνσταντῖνο Βαστάκη, μοῦ τόνισε πὼς στὴ Σκόπελο, στὴν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, διακονεῖ τὸν Ὕψιστο καὶ τοὺς ἐνορίτες του, ὁ π. Κ. Καλλιανός, ὁ ὁποῖος ὅπως μοῦ δήλωσε χαρακτηριστικά: βαδίζει στὰ ἴχνη τῶν δύο Ἀλεξάνδρων, τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μωραϊτίδη.

Μπορεῖ νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδη ἀλλὰ δὲν τοὺς μιμεῖται. Ἐπιδιώκει μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ ἔργου τους νὰ βρεῖ τὰ δικά του βήματα, τὴν δική του προσωπικὴ πορεία στοὺς δρόμους τῆς γραφῆς ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τοῦ ποιμνίου του. Ὁ Σταυρὸς τῆς ἱερωσύνης τὸν φέρνει πιὸ κοντὰ στὰ ἴχνη τῶν βημάτων τους: νὰ προσπαθεῖ μέσω τοῦ ἔργου του νὰ βηματίσει στὰ μονοπάτια ποὺ βάδισαν κι ἐκεῖνοι, φέροντες τὸν δικό τους πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ βιοτικὸ Σταυρό.

Ἡ ἰδιαίτερη ξεχωριστὴ ἀδυναμία του πρὸς τὸν ἄλλον Ἀλέξανδρο, τὸν Μωραϊτίδη, ἐξηγεῖται πιστεύω καὶ ἐκ τοῦ λειτουργήματός του, ποὺ θέλει τὸν ἱερωμένο νὰ στέκεται καὶ νὰ δείχνει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον καὶ μέριμνα πρὸς τοὺς ἀδικουμένους· καὶ θεωρεῖ γραμματολογικὰ ἀδικημένο τὸν Μωραϊτίδη, καταδικασμένο σὲ μιὰν ἀνεξήγητη ἄδικη λογοτεχνικὴ ἀφάνεια. Ἔτσι, χρόνια τώρα,  μὲ τὴν γραφίδα του προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖ στὴν προφάνεια τὸ μεγάλο ἔργο τοῦ «Ταξειδιώτη», τοῦ περιηγητὴ «Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα», τοῦ τελειωθέντα ὡς μοναχοῦ Ἀνδρόνικου, ἐν Σκιάθῳ τῇ 25ῃ Ὀκτωβρίου 1929.  Σ’ αὐτό, καταλυτικὴ ὁμολογουμένως ἦταν ἡ συμβολή, τὰ τελευταῖα χρόνια, τῆς ἐπαρχιακῆς ἐφημερίδας «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας»τῶν Γρεβενῶν καὶ τοῦ δὶς κατ’ ἔτος ἐκδιδομένου χαριτολογικοῦ διφύλλου «Τύρβη», μὲ τὰ ὁποῖα συνεργάζεται τακτικὰ ὁ π. Καλλιανός· ἀμφότερα ἔργο τοῦ μερακλῆ ἐκδότη Ἀντώνη Ν. Παπαβασιλείου καὶ τῶν μελῶν-συνεργατῶν τῆς συντεχνίας του.

Μὲ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν καὶ τὴ σχέση καὶ συνεργασία ποὺ εἴχαμε μὲ τὸν τιμώμενο κατάλαβα, καὶ μετὰ λόγου γνώσεως καταθέτω, πὼς ὁ π. Καλλιανὸς εἶναι μία μοναδική, ἰδιαίτερη πνευματικὴ μορφή, ποὺ λειτουργεῖ ὅπως ἐκεῖνα τὰ ἁπλὰ ὄστρακα, τὰ κοχύλια τῆς θάλασσας, ποὺ ἀπὸ ἕναν μικρὸ κόκκο ἄμμου μὲ ὑπομονὴ φτιάχνουν ἕνα πολύτιμο λαμπερὸ μαργαριτάρι. Ἀξιοποιεῖ τὶς ἱστορικὲς πληροφορίες, τὶς συνθέτει, τὶς σχολιάζει, τὶς ἀναλύει καὶ τοὺς δίδει λάμψη μαργαριταριοῦ.

Ἀκόμη, μὲ τὸ ἔργο καὶ τὴ δράση του, δὲν παύει νὰ στηλιτεύει τὴν κακοδαιμονία, προσπαθώντας, μὲ τὴν πέννα καὶ τὸν λόγο του, μὲ τὴ σεμνότητα καὶ τὴ λιτότητα τῆς βιοτῆς του, νὰ κινήσει τὸ τέλμα, ὅπου διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη του· χωρὶς ὑστεροβουλία, χωρὶς ἰδιοτέλεια, ἀλλὰ μὲ πηγαία αὐτογνωσία καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον.

Ὁ π. Καλλιανὸς στάθηκε καὶ στέκεται πιστός, ὑποτακτικὸς ὑπηρέτης τῆς γενέθλιας γῆς, τῆς Σκοπέλου. Θαύμασε τὸ ἄπειρο κάλλος της. Ἐρεύνησε καὶ ἔφερε στὸ φῶς  τὸν θρησκευτικό, ἱστορικό, παραδοσιακό, λαογραφικὸ θησαυρό της. Συνέδεσε, στὸν πανέμορφο αὐτὸν τόπο, τὰ παλιὰ καὶ τὰ κατοπινὰ μὲ τὰ τωρινὰ χρόνια. Ἀξιοποίησε μὲ τὸ ἀσίγαστο ἐρευνητικό του πάθος τὴν πλούσια παράδοση μιᾶς μακρᾶς τοπικῆς ἱστορικῆς διαδρομῆς, πάντα ὅμως κοντὰ στὸ ποίμνιό του, κοντὰ στὸν λαὸ τοῦ τόπου του. Χάρη στὶς μελέτες του καὶ τὰ ποικίλα δημοσιεύματα του ποὺ ἔχουν ἄξονα τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση ἀξιόλογων προσωπικοτήτων τῶν Σποράδων καὶ μὲ τὴν  συνεχῆ προβολή, μέσω τῶν δημοσιεύσεών του, τῶν φυσικῶν καλλονῶν , τῶν ἱστορικῶν τόπων, τῶν χριστιανικῶν μνημείων και κειμηλίων, πέτυχε νὰ κάμει γνωστὴ ἀλλά, κυρίως, νὰ διασώσει  τὴν πολιτισμικὴ κληρονομιὰ τοῦ τόπου του. Αὐτὸ καταθέτει, αὐτὸ ἀφήνει ὡς παρακαταθήκη καὶ σὲ ὅσους θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμά του. Εἶναι τὰ δικά του πτερόεντα δῶρα μὲ τὰ ὁποῖα θέλει φιλεύσει ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται, ὡς ἄστρα ποὺ λάμπουν στὶς συνειδήσεις, ὡς αὔρα ἱκανὴ νὰ δροσίζει τὰ ψυχὰς καὶ τὴν ζωὴν, ὡς ἐξερχομένη πνοὴ θείας γαλήνης.

Προσωπικὰ τοῦ χρωστῶ, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, καὶ τὴ γνωριμία, ποὺ συνεχίζεται ἀρκετὰ χρόνια τώρα ὡς φιλικὴ σχέση καὶ γόνιμη συνεργασία, μὲ τὸν εὐπατρίδη γητευτὴ τῶν ἀφρισμένων κυμάτων καὶ διακονητὴ τῶν ποντοπόρων πλοίων, τὸν καπετὰν Γιάννη Παρίσση, ἀπὸ τὴν ἀδελφικὴ τῆς Σκοπέλου νῆσο Σκιάθο, ὁ ὁποῖος πολλὰ προσφέρει στὴν ἀνάδειξη  τῆς ναυτικῆς παράδοσης τῆς γενέτειράς του ἀλλὰ καὶ τὴν διάσωση πολύτιμου φωτογραφικοῦ ὑλικοῦ τοῦ νησιοῦ του καὶ τῶν ἀνθρώπων του. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴ τὴ γνωριμία δόθηκε, ἴσως θείᾳ οἰκονομίᾳ, ἡ μεγάλη εὐκαιρία νὰ ἐρευνηθεῖ ἡ σχέση τῆς Σκιάθου καὶ τῆς Σκοπέλου μὲ τὰ Ἄγραφα, τὴν δική μας ἰδιαίτερη πατρίδα, κυρίως μέσω τοῦ ἔργου τῶν δύο Ἀλεξάνρων, Μωραϊτίδη καὶ Παπαδιαμάντη ἀλλὰ καὶ τοῦ τρίτου τῶν σπουδαίων λογίων τῶν Σποράδων, τοῦ Παύλου Νιρβάνα. Ἡ σχέση αὐτὴ Ἀγράφων καὶ Σποράδων συνεχίζεται  καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐκδήλωση, ὅπου μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία τοῦ τιμητικοῦ χαιρετισμοῦ στὸ ἔργο καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ π. Κωνσταντίνου.  

Λοιπόν, ἀπ’τὶς ἁλαταριὲς τῶν Ἀγράφων μὲ τὰ οὐρανομήκη ὄρη, τὰ δροσερὰ πελάγη ἐλατοδάσους, τὶς κρυερὲς πηγές, ἀπ’ τὴν «Φοντάνα» τοῦς Εὐγενίου Γιαννούλη καὶ τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, ἀπ’ τὰ λημέρια τοῦ θρυλικοῦ Κατσαντώνη, χαιρετίζω τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς σας καὶ τὴν αὐθόρμητη ἐσωτερικἠ σας συμμετοχὴ στὶς ὡραῖες πνευματικὲς ἀγωνίες τοῦ πολυγραφώτατου καὶ ἐκλεκτοῦ συμπατριώτη σας ποὺ τιμᾶ μὲ τὸ ἔργο του τὸν τόπο καὶ τοὺς ἀνθρώπους του· ἑνὸς ἱερέα μὲ αἴσθηση τοῦ καθήκοντος, ἑνὸς ὑπευθύνου ἀνθρώπου τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τοῦ μόχθου, καὶ ἑνὸς τίμιου οἰκογενειάρχη. Ὁ π. Κωνσταντῖνος θεωρῶ πὼς αἰσθάνεται, ὡς ἱκανοποίηση τῶν προσπαθειῶν του, ‒πέραν τῆς δικῆς του ἐσωτερικῆς παραμυθίας τῆς ψυχῆς καὶ συνειδήσεώς του‒ τὴν  ἠθικὴ συμπαράσταση καὶ μέριμνα ἐκλεκτῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἐσεῖς, ποὺ γνωρίζουν ὅτι πρέπει νὰ τιμοῦν καὶ νὰ εὐλαβοῦνται τὴν πνευματικὴ προσφορὰ καὶ δημιουργία. Κατέρχομαι, λοιπόν, νοερά, ἀπ’τὰ ψηλὰ βουνὰ τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου, ἀπ’τὰ Ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοὺ λόγγου τοῦ  Στέφανου Γρανίτσα ‒Ἀγραφιῶτες λόγιοι τῆς ἐποχῆς τῶν δύο Ἀλεξάνδρων τοὺς ὁποίους πολλὲς φορὲς ἀναφέρει καὶ τιμᾶ στὰ δημοσιέυματά του ὁ τιμώμενος‒ γιὰ νὰ ἁρμυριστῶ στὶς ἀκρογιαλιὲς τοῦ τόπου σας καὶ νὰ αἰσθανθῶ τὴν ὀσμὴν ἰωδίου αὔρας θαλασσινῆς συντροφιὰ μὲ τὸν παπα-Καλλιανὸ καὶ τοὺς φιλογενεῖς συντοπίτες του».

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 

...καὶ στὴν ἐφ. «Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας» τῶν Γρεβενῶν, φ. 882/7.8.2020, σ. 15:

Ἐφ. ΧΔΜ, φ. 882, 7.8.2020, σ. 15.
 

«Εὐγνωμοσύνης καὶ συγκινήσεως ἀνοιχτὴ κατάθεση

 

Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ θερμότατα εὐχαριστῶ τὸν Δῆμο τῆς Σκοπέλου γιὰ τὴν τιμητικὴ βραδυὰ ποὺ εὐγενῶς μοῦ ἀφιέρωσε.

Συγκεκριμένα,  εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμο κ.  Δήμαρχο Σταμάτιο Κ. Περίσση,  τοὺς ἐντιμοτάτους Ἀντιδημάρχους κι  ὅλους τοὺς Δημοτικοὺς Συμβούλους, γιὰ τὴν τιμὴ καὶ ἀγάπη τους.

Μὲ ἱερὴ συγκίνηση  εὐγνωμονῶ τὸν πολυσέβαστο π. Νικόλαο Κασσανδριανό, τὸν Ἀρχιερατικό μας Ἐπίτροπο, ποὺ ἐκπροσωποῦσε, μάλιστα, τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, γιὰ τοὺς θερμοὺς καὶ γνήσια ἀδελφικοὺς καὶ ἐγκάρδιους λόγους του, ἀλλὰ καὶ  τοὺς ἀδελφοὺς καὶ συλλειτουργούς μας, ποὺ παραβρέθηκαν, ὅπως ὁ Παν. Ἀρχιμ. Ἀλέξιος, ὁ π. Χρῆστος καὶ ὁ π. Εὐάγγελος.

Ἐφ. ΧΔΜ, φ.882/7.8.2020, σ. 16.

Πολλὲς καὶ θερμότατες εὐχαριστίες καταθέτω στὸν Γιατρὸ Παναγιώτη Γρ. Σταμούλη, τὸν Κληματιανό, ὅπως καὶ στὸν ἄλλο Κληματιανό, τὸν  Εὐστάθιο Κων. Καραγιῶργο, ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ Καθηγητὴς Βυζαντινῆς Μουσικῆς πρέπει νὰ γνωρίζουμε πὼς λάμπρυνε τὴ Σκόπελο στὸ ἐξωτερικό,  ὡς κορυφαῖος τενόρος στὴ Βασιλεία τῆς Ἑλβετίας . Αὐτοὶ οἱ δύο, ἐπιστήμονες καὶ τρανοὶ φίλοι μὲ ξαναγύρισαν στὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὸ Κλῆμα, ὅπου πρωτοσυλλάβισα τὰ πρῶτα βιώματα προσέγγισης τῆς ἱστορίας καὶ τῆς λαογραφίας αὐτοῦ τοῦ τόπου: Τῆς «καλισταφύλου» κατὰ τὸν μεγάλο μας Δαπόντε, Σκοπέλου. Τοὺς εὐγνωμονῶ τόσο....

Ὁ θεολόγος καὶ λόγιος καθηγητὴς Κων. Ἰω. Σύρος μὲ βοήθησε νὰ ξαναγυρίσω στὴ Μ. Δευτέρα τοῦ 1980, ὅταν ὡς νέος ἐφημέριος τῆς ἱστορικῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος καὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν λάμβανα τὰ κλειδιὰ τῆς διαδοχῆς ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο παπα-Χρύσανθο...Τὸν εὐχαριστῶ ποὺ μὲ τὸν λόγο του μὲ βοήθησε νὰ συνειδητοποιήσω πώς, καθὼς κι ἐγὼ ἔφθασα «εἰς τὴν ἡλίου μου δύσιν», θὰ πρέπει κάποτε νὰ παραδώσω τὰ κλειδιὰ τῆς ἐνορίας μου, ὥστε νὰ συνεχιστεῖ ἡ διαδοχή...Κι εἶναι αὐτὲς οἱ στιγμές, οἱ μέρες καὶ τὸ  ὅσο  χρονικὸ διαστημα ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς τὴν διακονία μου τόσο πολύτιμα καὶ πυκνοφορτιμένα μὲ δέος μεταφυσικὸ καὶ ἱερὸ ρῖγος συνάμα....Εὐχαριστῶ, λοιπόν, γιὰ τούτη τὴν ὑπενθύμιση, ποὺ στέκει στὴν ἄκρη τῆς ἐκδήλωσης αὐτῆς ὡς ἄλλη ὑπόμνηση...Ὑπόμνηση ἱερὴ ἐφημερίας καὶ προετοιμασίας.

Θὰ ἦταν μεγάλη κι ἀσυγχώρητη παράλειψη ἂν δὲν ἔλεγα ἕνα καλὸ λόγο καὶ δὲν κατάθετα τὸ περίσσευμα τῆς μεγάλης εὐγνωμοσύνης μου στὴν καλή μου Μαρία Σοφικίτου-Σίσκου, ποὺ ἀθορυβα καὶ προσεχτικὰ ἐργάστηκε μαζὶ μὲ ὅλο τὸ ἐπιτελεῖο τῆς Δημοτικῆς ὁμάδος Πολιτισμοῦ. Καὶ κοντὰ σ᾿ αὐτὴν εὐχαριστῶ τὸν σύζυγό της καθηγητὴ Πανεπιστημίου Γιάννη Πελ. Σίσκου καὶ φυσικὰ τὴν ἀγαπητή μου Μαρία Σάββα-Γκόλια,  γιατρό.

Μεγάλη εἶναι κι ἡ εὐγνωμοσύνη μου στὸν ἄξιο καὶ τόσο δραστήριο Πρόεδρο τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Ναυτικῶν τῆς γείτονος νήσου Σκιάθου, τὸν καπετὰν Γιάννη Παρίσση, ποὺ τίμησε μὲ τὴν παρουσία του αὐτὴν τὴν ἐκδήλωση, ἀλλὰ στὸν εὐγενῆ καὶ ἐκ τῶν κορυφαίων μελετητῶν τοῦ γείτονος λογογράφου Ἀλ. Μωραϊτίδη, τὸν ὀδοντίατρο κ. Κων. Σπ. Τσιώλη γιὰ τὸν χαιρετισμό του. Χαιρετισμὸ ποὺ ἀνέγνωσε, μάλιστα, ἡ ἀξ. κ. Μαρία Σάββα, ὀδοντίατρος κι αὐτή, ἀλλὰ καὶ ἀξία Δημοτικὴ Σύμβουλος  

Τέλος, εὐχαριστῶ τὶς εὐγενικὲς ἐνορίτισσές μου κ. Ματίνα  Πατσῆ-Χριστίνη, κ. Μινούλα Καραμπάση- Μπετσάνη καὶ κ. Ἀλέξανδρα Κοσμᾶ-Λεμονῆ, ὅπως καὶ τὴν κ. Μάχη Τζουβαράκου –Κανάρη,  γιὰ τὸ εὔγευστο κέρασμα, τὴν κ. Εἰρήνη Κόλλια Εὐαγγελινοῦ γιὰ τὴν εὔοσμο ἀνθοδέσμη της,  καὶ ὅλους ὅσους τίμησαν, ὄχι τόσο ἐμένα, ἀλλὰ τὴν ἀθάνατη ἱστορικὴ Μνήμη τοῦ νησιοῦ μας. Αὐτὴν ποὺ ὀφείλουμε νὰ μάθουμε, νὰ βιώσουμε καὶ  νὰ  παραδώσουμε, ὡς ἄλλη σκυτάλη, στὶς ἑπόμενες γενιές.

Ὁ φιλότιμος καὶ πάντα προσεχτικὸς κ. Γιῶργος Ρουσέτης μὲ τὴν φιλόκαλη καὶ εὐπρεπῆ σελίδα του στὸ Διαδίκτυο «Δρώμενα τοῦ τόπου μας», μᾶς τίμησε ὅλους χαρίζοντάς μας στιγμὲς τοῦ Χρόνου, ποὺ ναὶ μὲν δὲ γυρίζουν πίσω, ἀλλὰ διακρατοῦνται ὡς ἀνάμνηση.  Δικαίως, λοιπόν, τοῦ ἀνήκουν τὰ εὐχαριστήρια. Ὅπως εὐχαριστήρια χαρίζονται στὸν κάθε παρευρισκόμενο Σκοπελίτη ἤ φίλο τῆς Σκοπέλου, ποὺ τίμησε τὸν τόπο του».

 

π. κ. ν. κ.

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

5 Αὐγούστου 2020. Μνήμη ὁσίου Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ († 6 Αὐγούστου 1682)

Ἐφέτος συμπληρώνονται 338 ἔτη ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ,

στὶς 6 Αὐγούστου 1682, σὲ ἡλικία περίπου 85 ἐτῶν, στὰ Μεγ. Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων.
Τὸ ἱστολόγιό μας τιμώντας τὴν μνήμη του, φιλοτέχνησε ἕνα λιτὸ τετράπτυχο ἔντυπο, μὲ ἕνα σχέδιο μὲ σινικὴ μελάνη, τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ τὸν φίλο τῶν Ἀγράφων καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους κ. Γεώργιο Μίχο, ἕνα σύντομο βιογραφικὸ τοῦ Ἁγίου βασισμένο στὴ βιογραφία του ἀπὸ τὸν ἐπιμελέστερο τῶν μαθητῶν του τὸν Ἀναστάσιο Γόρδιο (Μεγ. Βραγγιανὰ 1654-1729) καὶ τὴν ἀρχὴ μιᾶς ἐπιστολῆς τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη πρὸς τὸν νοτάριο τοῦ Πατριαρχείου Φώτιο, ἡ ὁποία σώζεται γραμμένη ἀπὸ τὸν Ἀναστάσιο Γόρδιο στὸ κώδικα 693 τῆ Μονῆς Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους. Τέλος στὸ ἔντυπο καταχωρίζεται τροπάριο ἐκ τοῦ παρακλητικοῦ κανόνος τοῦ Ἁγίου, σύνθεση τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου.
Τὸ ἔντυπο διανέμεται σὲ τόπους ὅπου τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἀλλὰ καὶ ἁπανταχοῦ σὲ ὅσους τὸν εὐλαβοῦνται, εἰς μνήμην Λάμπρου Κ. Θεοδώρου ἱερέως († 1981) καὶ τῆς πρεσβυτέρας αὐτοῦ Βασιλικῆς († 1993).

Κων/νος Σπ. Τσιώλης