Μάριαν Φέηθφουλ,
«φωνὴ ὡς φλοῖσβος
ρύακος...»
Ὅταν ἀνακοινώθηκε, ἀπὸ τὰ παιδιά του, ὁ θάνατος τοῦ Ἀλαὶν [Φάμπιαν, Μωρὶς Μαρσέλ] Ντελόν, τοῦ Γάλλου γόητα ἠθοποιοῦ, καὶ ὄχι μόνον, στὶς 18 Αὐγούστου 2024, σκέφτηκε πὼς δὲν θὰ ἀργήσει ὁ καιρὸς πού, τὸ «Κορίτσι μὲ τὴ μοτσοσυκλέτα», ἡ θρυλικὴ Μάριαν Φέηθφουλ, θὰ πάρει τὸ δίκυκλο ὄχημά της, θὰ ἐνδυθεῖ τὰ μαῦρα δερμάτινά της καί ‒οὐρανοδρομώντας‒ θὰ τὸν ἀκολουθήσει. Τόσο πολὺ εἶχε ταυτίσει τοὺς δύο αὐτοὺς μυθικοὺς καλλιτέχνες τῶν ’60s. Τῷ ὄντι, στὶς 30 Ἰανουαρίου 2025, ἡ Μάριαν πῆρε τὴν μοτοσυκλέτα της καὶ ἀναχώρησε κι αὐτή: ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανούς, εἰς τὸ ἐπέκεινα. Γιὰ νὰ ξανασυναντήσει τὸν Ἀλαὶν Ντελόν, ὄχι ὅπως στὴν ταινία ὅπου συμπρωταγωνιστοῦσαν ἀλλὰ ἀλλοιώτικα. Ὡς ξένοι πλέον, ἀμφότεροι, καὶ τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός. Θὰ βρίσκονται πιὰ σὲ ἄλλους κόσμους σὲ ἄλλες, οὐράνιες πολιτεῖες.
Δεκαετὴς ὤν, μαθητὴς τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, στὰ 1968 ὁ Ἀγραφιώτης, στὸν δρόμο ἀπὸ τὴν κατοικία του πρὸς τὸ σχολεῖο, διερχόταν μπροστὰ ἀπὸ τὸν κινηματογράφο «Ὄασις»: τόπο μαγευτικὸ ἐν γῇ ἀνύδρῳ ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Πάντα, γιὰ λίγη ὥρα, παρατηροῦσε γοητευμένος τὰ κινηματογραφικὰ ἔργα στὰ ταμπλὼ τῶν «ΠΡΟΣΕΧΩΣ». Ἕνα ἀπὸ τὰ «προσεχῶς», ποὺ κίνησε τὴν προσοχή του, ποὺ τὸν ἐντυπωσίασε, ἦταν καὶ ἐκεῖνο γιὰ τὴν ταινία «Τὸ κορίτσι μὲ τὴ μοτοσυκλέτα»: μὲ πρωταγωνιστὲς τὸν Ἀλαὶν Ντελὸν καὶ τὴ Μάριαν Φέηθφουλ. Πόσο τὸν εἶχε ἐντυπωσιάσει τὸ κορίτσι αὐτὸ πάνω στὴ μοτοσυκλέτα. Διάβασε, μάλιστα, γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τῆς πρωταγωνίστριας: «Μάριαν Φέηθφουλ». Ἔτσι, μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες. Ἀσυνείδητα, μιᾶς καὶ δὲν γνώριζε Ἀγγλικά, τὸ ἐπώνυμο τοῦ φαινόταν ἐξαιρετικὰ γοητευτικὸ καὶ πολὺ ἀρτιστικό. Κοίταζε τὶς φωτογραφίες μὲ τὴν μοτοσυκλέτα. Ἀργότερα, ὄχι ὅτι ἦταν λάτρης τῶν δικύκλων, ἔμαθε ὅτι ἦταν Harley Davinson Electra Glide. "Ἀκατάλληλο δι’ ἀνηλίκους" τὸ ἔργο, ὁπότε δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ τὸ παρακολουθήσει. Ἦταν ἤδη ὑπότροπος γιὰ τὸ «Κορίτσι τοῦ ’17», ὅταν μὲ τέχνασμα κατάφερε νὰ τὸ δεῖ·: γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴ σχετικὴ ἐπίπληξη τοῦ δασκάλου του.
Τὴν
ἴδια περίπου ἐποχή, ὅμως, ἡ Φέηθφουλ βρέθηκε μπροστά του μὲ ἄλλον τρόπο: ὡς γλυκειὰ
καὶ σοκολατένια. Ἦσαν τότε, ἰδιαίτερα δημοφιλεῖς στὰ παιδιά, οἱ γκοφρέττες
ΜΕΛΟ. Μαζὶ μὲ τὸ ὑπερήδιστον τοῦ περιεχομένου τους περιεῖχαν ὡς δωράκι μιὰ εἰκόνα
καλλιτέχνη, κυρίως ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ κινηματογράφου καὶ τῆς μουσικῆς. Σὲ μιὰ
σοκοφρέτα ΜΕΛΟ, λοιπόν, πέτυχε τὴν εἰκόνα τῆς ξανθομαλλούσας Φέηθφουλ νὰ τὸν
κοιτάζει χαμογελαστὴ ἀλλὰ χωρὶς τὴ μοτοσυκλέτα της. Χαμογέλασε κι αὐτὸς καὶ
θυμήθηκε πάλι τὸ «Κορίτσι μὲ τὴ μοτοσυκλέτα». Γιὰ χρόνια κρατοῦσε τὴν καρτούλα
μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες, ὥσπου νὰ τὴν ἐξαφανίσουν ὁ πανδαμάτωρ χρόνος καὶ
οἱ πολλές βιοτικὲς μέριμνες, ποὺ γιὰ ἄλλα κανοναρχοῦν.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, στὰ 1983, ὅταν ἔφτασε ἡ ἐποχὴ νὰ ὑπηρετήσει τὴν πατρίδα, στὴν πρώτη ἄδεια ἐξόδου ἀπὸ τὸ Στρατόπεδο τῆς Σχολῆς Μηχανικοῦ στὸ Λουτράκι Κορινθίας, βρέθηκε στὴν Ἀθήνα, στὸν «Πολύδωρα»: ἕνα ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ δισκάδικα τῆς Ἀθήνας. Ἐρευνώντας γιὰ δίσκους, εἶδε μπροστά του τὸν δίσκο βινυλίου τῆς Marianne Faithfull ‘‘A child’s adventure”. Τὸ πῆρε, τὸ ἔψαυσε, τὸ ἀγόρασε· μαζὶ μὲ τὸ soundtrack τῆς ταινίας ‘‘Xanadu’’, στὴν ὁποία συμμετεῖχε καὶ τραγουδοῦσε ἕνα ἴνδαλμα τῆς πὸπ μουσικῆς, ἡ Οlivia Νewton John Δὲν εἶχε χρόνο νὰ ἀκούσει τὸν δίσκο τῆς Marianne. Ἡ ἄδεια ἐξόδου ἦταν μικρῆς διάρκειας. Τὸν ἔγραψε σὲ μιὰ κασσέτα τῆς ἐποχῆς. Ἐπέστρεψε στὸ Λουτράκι. Στὸ Στρατόπεδο, στὸ ἀναρρωτήριο τοῦ ὁποίου ὑπηρετοῦσε, ὑπῆρχε κασσετοφωνάκι. Ἦταν τοῦ νοσοκόμου τοῦ Λάμπρου τοῦ Μαγδαληνοῦ. Παληοσειρά, μέτραγε ἑβδομάδες γιὰ νὰ πάρει τὸ χαρτὶ ἀπολύσεως. Καλή του ὥρα ὅπου κι ἂν εἶναι καὶ ὅτι κι ἂν κάνει. Ὅταν, μετὰ τὴν ἄδεια, γύρισε στὴ μονάδα, πρώτη δουλειά του ἦταν νὰ βάλει νὰ ἀκούσει τὴν κασσέτα. Πλημμύρισε τότε τὸ ἀναρρωτήριο ἀπ’τὴ φωνὴ τῆς Φέηθφουλ μαζὶ μὲ ἤχους καὶ μελωδίες γοητευτικές. Ἄρεσε, μέχρι καὶ στὸν ἀείμνηστο ‒πλέον‒ γιατρό, καὶ καλὸ φίλο, τὸν Θεοδόση Γαλάνη, ποὺ ὑπηρετοῦσε μαζί μας, λίγο παλαιότερη σειρὰ αὐτός, τὴ θητεία του στὸ ἀναρρωτήριο τοῦ στρατοπέδου ἀλλὰ ἦταν λάτρης κυρίως τοῦ ἑλληνικοῦ ρεπερτορίου. Ὁ νοσοκόμος, ποὺ ἄκουγε, ἀλλὰ γνώριζε καὶ καλὰ Ἀγγλικά, ἐντόπισε καὶ τὸ hit τοῦ δίσκου. Εἶπε: “Falling from Grace”. Συμφώνησα. Ὄχι πὼς τὰ ἄλλα ἦσαν κατώτερα. Ὅπως συμβαίνει αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἡ κασσέτα «ἔλυωσε» ἀπὸ τὸ παίξιμο!
Λίγα, ὄχι πολλά χρόνια μετά, τὸ ἀποκαλόκαιρο τοῦ 1990, διάβασε στὸν Τύπο ὅτι ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, στὸ πλαίσιο περιοδείας της γιὰ τὸν νέο της δίσκο, τὸ Blazing away, ἡ Marian Faithfull. Eἰσιτήρια στὰ ταμεῖα τοῦ «Παλλάς» ἀπὸ τὴν 1η Νοεμβρίου. Πῆγε ἀπ’ τοὺς πρώτους. Πῆρε τὸ ποθούμενον· σὲ ἕνα φούξια, διάτρητο ἐπὶ τοῦ ὀνοματός της, εἰσιτήριο ἀξίας 2.500 δρχ. Μὲ 8% ΦΠΑ.! Ἦταν τὸ ὑπ’ ἀρ. 123. Θυμᾶται τὸ παλιὸ ποδοσφαιρικὸ σύνθημα: «1, 2, 3 περνᾷ ἡ Βραζιλία / 7,8,9 περνᾷ ἡ Ζοφριά»· καὶ "εἶτα μετὰ στεναγμοῦ προσέθηκε": 7 8 9 περνάει μιὰ Κυρὰ (Φέηθφουλ)· ἡ Κυρὰ τῆς μουσικῆς. ἬΘελε νὰ δεῖ διὰ ζώσης ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκούσει τὸ «Κορίτσι μὲ τὴ μοτοσυκλέτα». Ὅπως συμβαίνει σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἡ λαχτάρα, ἡ ἀνυπομονησία κάνει τὶς μέρες νὰ περνοῦν ἀργά, σχεδὸν βασανιστικὰ ἀργά. Βρέθηκε, ἀπ’ τοὺς πρώτους, στὴν αἴθουσα τοῦ ΠΑΛΛΑΣ. Ἐμφανίστηκε, σὰν σὲ σκηνικὸ ταινίας, μέσα ἀπ’ τὸν ὀμιχλώδη καπνὸ τοῦ τσιγάρου της ἡ Μάριαν. Δὲν ἔμοιζε πολὺ μὲ τὸ κορίτσι μὲ τὴν μοτοσυκλέτα. Κοντὸ μαλλὶ πλέον καὶ πιὸ ἀργές, πιὸ νωχελικὲς κινήσεις. Παρὰ ταῦτα διακρατοῦσε, μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο, τὴν καθηλωτικὴ γοητεία τῆς νεότητός της. Ἐπὶ δύο ὧρες στὴ σκηνή, ἡ φωνή της καὶ οἱ μουσικές της ἐπιλογὲς ἁπλώθηκαν στὸν χῶρο καὶ ἔτερψαν τὸ κοινό, τὸ ὁποῖο καταγοητευμένο, ὄρθιο χειροκροτοῦσε τὴν τίμια Κυρία τῆς μουσικῆς. Ταυτόχρονα, ὅμως, ἀλλὰ ἀσυνείδητα, ἀποχαιρετοῦσε μιὰν ὁλόκληρη ἐποχή, ποὺ περνοῦσε ἐν εἴδει παρέλασης τῶν ἐτῶν μπροστά του μέσα ἀπὸ τὴ σκηνικὴ παρουσία τῆς Μ. Φέηθουλ καὶ τῶν συνεργατῶν της. Δὲν φαινόταν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· ἦταν σὰν νὰ τὴ γέννησε ἡ νύχτα ἐκείνη. Σὰν νὰ ἄκουγε ὡς «μελαγχολικὸν ψίθυρον ρύακος» τὶς μουσικές της ποὺ συχνὰ-πυκνὰ σχημάτιζαν μελωδικοὺς καραρράκτες ἀρκούντως ὑψηλούς. Εὐτυχία, ἀπόλαυσις, γλυκασμός, καθηλωτικὴ γοητεία ἡ παρουσία της. Ἐναργής, σαφὴς ἀνάμνηση ποὺ ἄντεξε στὴ δοκιμασία τοῦ χρόνου, ὅταν ἄλλα τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου χρόνου τῶν 35 ἐτῶν εἶναι πιὰ συγκεχυμένα. Πράγματι, ἦταν ἡ φωνή, τὸν ἦχο, τὴν χροιὰ τῆς ὁποίας δὲν εἶχε λησμονήσει.
Αὐτὰ
πέρασαν ἀπὸ τὴ σκέψη του, σὰν σὲ ταινία μικροῦ μήκους, «ὡς ὕπαρ», ὅταν ἔμαθε πὼς
ἡ Κυρία τοῦ «Παλλὰς» δὲν μένει πιὰ ἐδῶ. Μένει καὶ πάλι μαζὶ μὲ τὸν Ἀλαὶν
Ντελόν, καὶ μὲ ἄλλα σχεδὸν μυθικὰ πρόσωπα τῆς ἐποχῆς. Μένει ἔνθα, ὅπου, ὄχι
μόνον οἱ δίκαιοι, ἀλλὰ καὶ οἱ καθαροὶ καὶ οἱ ἀλφροΐσκιωτοι ἀναπαύονται.
Κράτησε τὸ ἀπόκομμα τοῦ εἰσιτηρίου.
Μέχρι σήμερα. Μὲ μιὰ ματιὰ στὸ διαδίκτυο εἶδε ὅτι εἶχε ἀποκτήσει καὶ κάποια
χρηματικὴ ἀξία. Σχεδὸν πενῆντα δολλάρια. Δὲν θὰ τὸ ἔδινε ὅμως μὲ τίποτε.
Πίστευε πὼς πάνω του εἶχε ἀφήσει τὸ ἠχητικό της, τὸ καλλιτεχνικό της ἀποτύπωμα,
ἴχνη τῆς φωνῆς της ἀλλὰ καὶ μιᾶς γοητευτικῆς ἐποχῆς, τὸ «Κορίτσι μὲ τὴ
μοτοσυκλέτα»: ἡ
μοῦσα τῆς ρὸκ μυθολογίας καὶ πηγὴ καλλιτεχνικῆς δημιουργίας.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης
Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση -μὲ τὴν ὑπογραφὴ "Ντῖνος Ἀγραφιώτης"- στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ.1154, σ. 15.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου