Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Β΄ ΤΟΥ ''ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ''

 Επανάσταση του Μητροπολίτη Διονυσίου Β΄ του ¨Φιλοσόφου¨ στην Καρδίτσα, Ευρυτανία (Άγραφα) και Τρίκαλα (1600). Συμμετοχή αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ, Μητροπολίτη Δημητριάδος Αγάπιου, Ιάκωβου Αγράφων (;), Γαρδικίου (Ζάρκου) Παρθένιου, Ζητουνίου (Λαμίας) Δανιήλ κ.ά.*

          Αρχές του 1593 ο έξαρχος Γαλατά[1] της Κωνσταντινούπολης (μονή Χρυσοπηγής) Διονύσιος (;-1611+) χειροτονείται, απ’ τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ (1536-1595), μητροπολίτης[2] Λαρίσης (1593-1601), «Dionisio Arcivescovo di Larissa»[3], αλλά επειδή, από πολλών ετών, η έδρα του δεν έχει καθόλου χριστιανούς μεταβαίνει στα Τρίκαλα, απ’ όπου και η ονομασία μητροπολίτης Τρίκης: Τρικάλων[4].

          Γνωστό είναι ότι η μεταφορά της έδρας του μητροπολίτη Λάρισας στα Τρίκαλα έγινε ήδη απ’ το 1318[5].

Τα πλησίον εκεί μέρη δεν του είναι άγνωστα, αφού άλλωστε γνωρίζουμε ότι, καταγόμενος από αρχοντική και πλούσια οικογένεια, μόνασε ως καλόγερος[6] στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου Διχούνη, μεταξύ των χωριών Κεράσοβο και Ραντοβίστι στην  επαρχία Παραμυθιάς της  Θεσπρωτίας·[7] πιο πριν είχε σπουδάσει στην Ιταλία φιλοσοφία (εξ’ ου και το Φιλόσοφος)[8], φιλολογία, θεολογία και πιθανότατα  ιατρική[9] και φυσικές επιστήμες - φυσική[10] και μετέπειτα (περί το 1585) στην Κωνσταντινούπολη γραμματική, ποίηση και λογική[11].

Εκεί στην Πόλη άσκησε παράλληλα και το έργο του διδασκάλου, διότι είχε γίνει γνωστός ως «σοφός διδάσκαλος»[12]. 

          Ως τόποι καταγωγής του αναφέρονται το χωριό Φανάρι - Μαγούλα[13] (σημερινή Μαγούλα) της Καρδίτσας[14] έχοντας το κοσμικό όνομα Ευστράτιος Ευσταθίου[15], η Τρίκκη κ.ά.

Προκύπτει, ωστόσο, ότι είναι τέκνο – «βλαστός της Θεσσαλίας»[16] (δυτικοθεσσαλός) καθώς ο ίδιος έτσι δηλώνει, περηφανεύεται γι’ αυτό και αυτοπροσδιορίζεται, τόσο με την ίδιά του υπογραφή[17], όσο και με την εγγραφή τής προσωπικής του σφραγίδας[18].  

          Ο ορθόδοξος μητροπολίτης Διονύσιος[19] λοιπόν, οραματίστηκε πανθεσσαλική επανάσταση εκδίωξης του Τούρκου κατακτητή και για την προετοιμασία της ενήργησε ως εξής:[20]

          -Ενέταξε στο εκκολαπτόμενο κίνημα κι άλλους αρχιερείς[21], όπως π.χ. τον «Vescono»[22] αρχιεπίσκοπο Φαναρίου και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ[23], τον μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ[24], Ιωαννίνων Νεόφυτο[25], Δυρραχίου Χαρίτωνα, Δημητριάδος Αγάπιο[26], τον Ιάκωβο ίσως Αγράφων[27], Ζητουνίου Δανιήλ, Γαρδικίου (Ζάρκου) Παρθένιο[28] και τον ηγούμενο της μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (ή Μεγάλου Μετεώρου) των Μετεώρων Παχώμιο[29].

          -Αρχές καλοκαιριού του 1600 πραγματοποίησε μυστική σύσκεψη στην πόλη της Άρτας με τους μητροπολίτες Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ, Ιωαννίνων Νεόφυτο, Δυρραχίου Χαρίτωνα και πολλούς άλλους ιεράρχες, με σκοπό να συντονίσουν τη δράση και την  οργάνωση της επανάστασης, η οποία επαναλήφθηκε κι άλλες φορές στην Άρτα.

Όπως προέκυψε από έρευνες σε ιταλικά και ρουμανικά αρχεία[30], αργότερα οι συσκέψεις τους μεταφέρθηκαν στη μονή «De Tarne» Τατάρνας στα νοτιοδυτικά (Ευρυτανικά) Άγραφα, όπου και τα σύνορα Θεσσαλίας – Ηπείρου - Στερεάς Ελλάδας, ενώ όταν κοινοτάρχες πρόδωσαν  τις εκεί επαφές τους, στους Τούρκους, οι συνωμότες μετέφεραν  τις συναντήσεις τους σε άλλο άγνωστο μέρος[31].

          -Σχημάτισε μια επιτροπή με σκοπό να διευθύνει κεντρικά τον αγώνα στη Θεσσαλία, ορίζοντας μέλη τον Ηπειρώτη ευγενή Πίκουλη Ιωάννη, ο οποίος λειτουργούσε ως σύνδεσμος με τους επαναστάτες στην Ήπειρο, και τον ηγούμενο της μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος των Μετεώρων Παχώμιο[32]. 

          -Προκειμένου να έχει οικονομική άνεση για την οργάνωση του αγώνα, άρχισε να κατακρατεί, αφενός «[…] την πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν […]»[33], τα χρήματα δηλαδή που ως μητροπολίτης[34] συγκέντρωνε απ’ τις επισκοπές του και όφειλε ν’ αποστέλλει κάθε χρόνο στο Πατριαρχείο ως «έσοδα» των εκκλησιών, αφετέρου «[…] τα της βασιλείας χαράτσια […]»[35], τους ανήκοντες στη «βασιλεία» σουλτάνο συγκεντρωμένους ραγιάδικους φόρους - χαράτσια[36].

          -Πριν την 11η Δεκεμβρίου 1598 απέστειλε στη Βενετία έμπιστο καλόγερό του των Ιωαννίνων[37], για συνεννοήσεις με τους ευρισκομένους εκεί  Έλληνες, επιζητώντας αποστολή βοήθειας του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Γ΄ ή των ιπποτών της Μάλτας[38].

«E venuto qua dalla Janina un caloiro greco espedito dallArcivescovo di Larissa con lettere di credenza […]».[39]

          -Το καλοκαίρι του 1600 απέστειλε πρεσβευτές στην Πράγα και υπέβαλε αίτηση - έκκληση στον αυτοκράτορα της Γερμανίας Ροδόλφο Β΄ (1576-1612), περί αποστολής ανδρών και οπλισμού για 40.000 πολεμιστές Θεσσαλούς, που θα εξεγείρονταν υπό τις διαταγές του ιδίου του μητροπολίτη Διονυσίου, του μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ και όλων των προαναφερθέντων αρχιερέων·[40] του ζητήθηκε επίσης να μεσολαβήσει σχετικά και στον Πάπα Κλήμη Η΄[41].

Μετά την Πράγα και τον Ροδόλφο Β΄, οι πρεσβευτές του μετέβησαν και είχαν σχετικές συναντήσεις κατ’ αρχάς στη Μαδρίτη με το Κρατικό Συμβούλιο της Ισπανίας κι’ ύστερα με τον Ισπανό αντιβασιλιά κόμη Ντε Λέμος στο ισπανικό βασίλειο της Νεάπολης στην Ιταλία, στον οποίο παρέδωσαν τέσσερα, σχετικά, με την προετοιμαζόμενη επανάσταση, υπομνήματα, δηλώνοντας ότι όλοι μαζί οι ως άνω ιεράρχες, μ’ επικεφαλής τον Διονύσιο, είναι έτοιμοι να επαναστατήσουν τις περιοχές της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Στερεάς.

Απ’ τις συναντήσεις τους αναμφίβολα προέκυψε  ότι οι Ισπανοί διέκειντο θετικά στα αιτήματα ενθαρρύνοντας τον όλο στρατιωτικό σχεδιασμό, δίνοντας μάλιστα ο αντιβασιλιάς, κατ’ αρχάς,  και σχετικές θετικές υποσχέσεις στους πρεσβευτές, οπότε οι τελευταίοι αμέσως απέστειλαν ενημερωτικές, της ευνοϊκής ισπανικής στάσης, επιστολές στον Διονύσιο και τα ευχάριστα νέα διαδόθηκαν στους ραγιάδες και στους κλεφτοκαπεταναίους κι αρματολούς των Αγράφων[42].

Οι ως άνω απεσταλμένοι του, καθώς και εκείνοι που εκπροσωπούσαν τους επαναστάτες, ήταν οι «Ευγενείς», Νικόμιο (Νικόλαος) Δονάτος, Σκαρλάτος Δονάτος και Ιωάννης Ίβρος οι οποίοι κατάγονταν απ΄ τα χωριά Νεοχώρι και Βλάσι των Αγράφων, ο Ποστέλνικο Κων/νος, και οι Ηπειρώτες[43] Ηγούμενος Εμμανουήλ, Αψαράς Σταύρος και Μάτσας Σκαρλάτος[44].

 

 

                  Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή.

             ΄΄Ο Καπετάν΄΄ Διονύσιος, τμήμα της υπογραφής και η σφραγίδα του.

         Πηγή: Βρανούσης Λ. Το ΙΒ’ Συνέδριον, ό.π., ΠΑΑ (1965), τ. 40, πίν. Α΄, σ. 638.

 

          -Την εποχή αυτή (τέλη του 16ου αιώνα και οπωσδήποτε μετά τον  Δεκέμβριο του 1598), εντοπίζεται μια αχρονολόγητη και ανυπόγραφη επιστολή - υπόμνημα[45], την οποία οι κάτοικοι της Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Ηπείρου απέστειλαν στον Πάπα Κλήμη Η΄ (1592–1605), πριν το Μάιο του 1600[46], παρακαλώντας τον να βοηθήσει στην απελευθέρωσή τους.

          Του έγραφαν χαρακτηριστικά:[47]

«Κέχηνε προς τούτο ο του Χριστού λαός, ο Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και σύμπασα εφεξής η Ελλάς και μυρίους υπέρ της πίστεως θανάτους υποστήσεται […] Ούτω και ημείς αυτοί παρεσκευάσμεθα […]

Ναι, προς των ιερών δογμάτων, Πάτερ Μακαριώτατε, εξεγέρθητι κατά του πολεμίου δράκοντος […] Πάρασχε ώτα φιλακροάμονα ταις ημετέραις εκτενέσι  πρεσβείαις, […] περίζωσαι την ρομφαίαν σου ο δυνατός και έντεινε, και κατευοδού, και βασίλευε, και η δεξιά του Υψίστου θαυμαστώς οδηγήσει σε […]

Επάκουσον των ημετέρων πρέσβεων, εν οις αν παρ’ αυτών κατακοντισθείης […]

Μικρός και ολίγιστος ο συρφετός των απίστων και ουκ αξιόλογος και περί τα πολεμικά περιδεής και μάλιστα και ανίσχυρος, […] ετοιμοτάτη λοιπόν η οδός· εξελού ημάς της του απηνούς τυράννου χειρός […] πρόφθασον, προνόησον, υπεράσπισαι, και υπερασπιείταί σου ο θεός […]»[48].

          Υποκινητής και κύριος πρωταγωνιστής της κίνησης αυτής των Θεσσαλο – Μακεδονο - Ηπειρωτών καθώς και συντάκτης της παραπάνω επιστολής, θεωρείται απ’ τους ερευνητές ο ορθόδοξος  μητροπολίτης  Λαρίσης και Τρίκκης Διονύσιος Β΄, ο οποίος την απέστειλε στον Πάπα μ’ ένα καλόγερο απ’ τα Ιωάννινα[49], και

          -Ήλθε σ’ επαφή προχωρώντας σε συνωμοτικές συνεννοήσεις και με τον  ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ τον Γενναίο·[50] ενέργεια που προκύπτει απ’ το γεγονός ότι οι Τούρκοι κατηγόρησαν το Διονύσιο, πως μαζί μ’ άλλους αρχιερείς ευρίσκονταν σε συζητήσεις με τον Μιχάηλ[51].

          Ο Διονύσιος λοιπόν, μετά την 15η Νοεμβρίου[52] του 1600, έχοντας πολύ μεγάλη απήχηση κι επιρροή στους ιερωμένους και στον λαό της Καρδίτσας[53] και των Τρικάλων, σήκωσε την επαναστατική σημαία[54] κι εξήγειρε τελικά τους Θεσσαλούς[55] κληρικούς και λαϊκούς, χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια[56].

Επιπλέον ο αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ, όπως αναφέρει ο Λ. Καταφυγιώτης, «[…] συνεννοημένος  με τον Διονύσιο, ετέθη επικεφαλής της επαναστάσεως των ορεινών Αγραφιωτών»[57].

          Γράφει ο ίδιος ο Διονύσιος μετέπειτα, στην από 28-6-1603 επιστολή του, που παρέδωσε στον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄, ότι:

«[…] μαζί με τους σημαντικότερους ιερωμένους, συγκάλεσε όσο γινόταν πιο μυστικά στην αρχιεπισκοπή τους επιφανέστερους άνδρες και τους έδωσε εντολή να διασκορπισθούν σε κάποιους τόπους μακριά από τους Τούρκους (τους έκρυψε), όπου τους συντηρούσε επί τρεισήμισι μήνες, προσδοκώντας από ώρα σε ώρα το στόλο (των Ισπανών) για να αρχίσει την επιχείρηση […]»[58], με την άφιξή τους.

          Η επανάσταση ξέσπασε τελικά στη δυτική Θεσσαλία και ειδικότερα στην Καρδίτσα[59], στ’ Άγραφα[60], στα Τρίκαλα, στον Ασπροπόταμο και στην Ευρυτανία, μετά από οκτάχρονη (1593-1600) προσπάθεια του Διονυσίου· οπωσδήποτε προηγουμένως θα είχε συνεννοηθεί και ξεσηκώσει και τους άνδρες των όπλων, την τοπική κλεφτουριά, τους κλεφτοκαπεταναίους των Αγράφων και της Πίνδου[61].

Επικεφαλής αυτός: Αντάρτης, Καπετάνιος, ποιμενάρχης και Δεσπότης.

          Αλλά απέτυχε. Τι ακριβώς συνέβη, δεν έσωσε η μνήμη της ιστορίας, καθώς μόνον ελάχιστα είναι γνωστά.

          Γνωρίζουμε π.χ. ότι «[…] οι Έλληνες επαναστάτες άρχισαν να τους σφάζουν παντού ιδιαίτερα στη Δυτική Θεσσαλία»[62], ότι παράλληλα με τους επαναστάτες, αλλά και τους τοπικούς Αγραφιώτες κλέφτες, ο ευρισκόμενος στ’ Άγραφα Γρεβενιώτης κλέφτης Βέργος επιτέθηκε κατά των Τούρκων στα ορεινά των Τρικάλων προξενώντας τους μεγάλες απώλειες, πως «[…] επειδή ο (ισπανικός) στόλος δεν φαινόταν […ο Διονύσιος] τους συγκράτησε, θεωρώντας ότι χωρίς βασιλική ηγεσία και (ισπανική) σημαία η επιχείρηση δεν ήταν δυνατόν να επιτύχει […]» δηλώνει ο ίδιος ο Διονύσιος[63].

Αλλά οι επαναστάτες ασυγκράτητοι και απείθαρχοι, οίκοθεν και αυθόρμητα, επειδή «[…] επιθυμούσαν διακαώς την ελευθερία τους ήθελαν να δράσουν, […] η ορμή ήταν τόσο μεγάλη, που προέβησαν στο φόνο […] Τούρκων, γεγονός που κατόπιν συγκαλύφθηκε λέγοντας πως τους φόνους τους διέπραξε ένας επαναστάτης κατά των Τούρκων ονόματι Βέργος […]», εξακολουθεί να δηλώνει ο Διονύσιος[64].

          Το βέβαιο είναι ότι οι επιδραμώντες Τούρκοι κατέστειλαν την επανάσταση, αρχίζοντας ομαδικές σφαγές[65] των συμμετασχόντων αρχιερέων[66], κληρικών, μοναχών και κατοίκων της Καρδίτσας κι ευρύτερα της Δυτικής  Θεσσαλίας· «[…] η Οθωμανική αυλή […] εμεταχειρίσθη όλας της τας δυνάμεις κατά των επαναστατών […] και εθανάτωσε πολλούς αρχιερείς […]», δηλώνει ο Κ. Κούμας[67].

Μεταξύ αυτών και ο απ’ την Μπεζούλα[68] των Καρδιτσιώτικων Αγράφων καταγόμενος, ανακηρυχθείς νεομάρτυρας[69], αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου (Νεβρόπολης) Σεραφείμ·[70] συνελήφθη κι αρνήθηκε την προταθείσα εξωμοσία[71], βασανίστηκε[72] και σουβλίστηκε ζωντανός στο Φανάρι της Καρδίτσας την 4-12-1601[73], αποκεφαλίστηκε και στήθηκε η κομμένη του κεφαλή στα Τρίκαλα, για να τρομοκρατήσουν τους επαναστάτες ραγιάδες, αφήνοντας το σώμα άταφο[74] και στη συνέχεια πετάχτηκε στον «Σαλαμπριά» Πηνειό, απ’ τον οποίο την περιμάζεψαν οι χριστιανοί και τη μετέφεραν στη μονή Κορώνης Καρδίτσας (εκεί έζησε ως μοναχός), όπου μέχρι και σήμερα φυλάσσεται[75].

Η μνήμη του τιμάται απ’ την εκκλησία την 4η Δεκεμβρίου, ενώ είναι πολιούχος της πόλεως Καρδίτσας.

«1601 Δεκεμβρίου 4 εμαρτήρισεν ο άγιος Σεραφείμ. Εν Φαναρίου. Κάςστρου», καταγράφει ενθύμηση του 1601[76].

«Μετά του Σεραφείμ εμαρτύρησαν και ο Δημητριάδος Αγάπιος[77] και ο Ιάκωβος ίσως Αγράφων», αναφέρει ο μητροπολίτης Ιεζεκιήλ[78] καθώς και ο ηγούμενος της μονής του Σωτήρος των Μετεώρων «Pachomio»[79] Παχώμιος[80].

          Ο Π. Αραβαντινός[81] γράφει ότι ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ «[…] καρατομήθηκε ως συνωμότης εν τη ανακαλυφθείση συνενοήσει και συμμεθέξει του κλήρου της Θεσσαλίας και Ηπείρου, εις ανταρσίαν των Χριστιανών»[82], ενώ ο Δ. Σοφιανός δηλώνει τ’ ακόλουθα:

          «Το μαρτυρικό τέλος του Σεραφείμ Φαναρίου αποδεικνύει ότι όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η περιοχή της εκκλησιαστικής του δικαιοδοσίας στην Καρδίτσα είχαν ενεργητική συμμετοχή και δράση στο αντάρτικο απελευθερωτικό κίνημα, πράγμα το οποίο τους έθεσε στο στόχαστρο των αντιποίνων του Τούρκου κατακτητή»[83].

Για τον Σεραφείμ αναφέρεται απ’ την ελληνική δημοτική μούσα:

«Του Φαναριού τον Πίσκοπο, το γέρο Σεραφείμη

σε μια αβανιά τον έρριξαν οι Τούρκοι των Φαρσάλων

στο κούτσουρο τον έβαλαν και στα βασανιστήρια

και το κεφάλι τώ κοψαν σιμά σε κυπαρίσσι,

κ’ οι ρίζες του κυπαρισσιού όλες εξηραθήκαν.

Μαζί με τον Επίσκοπο κόψανε και τρεις κλέφτες»[84].

 

       

   Πηγή: Ιεζεκιήλ Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριωφερσάλων. Ακολουθία του αγίου..Σεραφείμ, ό.π., σ. 4.

                                      

Εκτός από τις σφαγές, οι Τούρκοι προχώρησαν και σ’ εκτεταμένες καταστροφές, λεηλασίες, πυρπολήσεις, αρπαγές, καθώς και στην καταστροφή καρδιτσιώτικων μοναστηριών, όπως π.χ. της βυζαντινής μονής Παναγίας Ελεούσας της Λυκουσάδας (ευρίσκονταν στο χωριό Λοξάδα της Καρδίτσας), που «[…] αντιμετώπισε την εκδικητική μανία του Τούρκου κατακτητή για τη συμμετοχή και βοήθειά της, με την έγκριση και παρακίνηση του τοπικού ιεράρχη αγίου Σεραφείμ, στο επαναστατικό κίνημα του Λαρίσης Διονυσίου»[85],  ίσως κι επειδή ευρίσκονταν δίπλα ακριβώς απ’ το χωριό τού Διονυσίου τη Μαγούλα (;)[86].

Την κατέστρεψαν και πυρπόλησαν, αρχές του 17ου  αι., κι αργότερα την κατεδάφισαν εκ θεμελίων, ισοπεδώνοντάς την, τόσο, ώστε σήμερα δεν σώζονται ούτε ελάχιστα λείψανα της τοιχοποιίας της·[87] διασώθηκε μόνον η εικόνα της Παναγίας της «Λοξαδιώτισσας» Γλυκοφιλούσας (με εμφανή τα ίχνη της φωτιάς), που φυλάσσεται στη μονή Μεταμορφώσεως του Μετεώρου[88].

«Τοιαύτην φήμην είχε η Μονή […] ώστε ελέγετο ως ευχετική παροιμία να γίνη τις «Γραμματικός στον Κόμπελο (παραπλήσιο χωριό) και Διάκος στη Λοξάδα», προκειμένου περί προόδου και προαγωγής», σημειώνει ο Μητροπολίτης Ιεζεκιήλ[89].

          Επειδή οι μοναχοί των Μετεώρων και της Τατάρνας Ευρυτανίας συμμετείχαν ενεργά στην επανάσταση, οι Τούρκοι κατέστρεψαν επίσης τις ακόλουθες έξι μονές των Μετεώρων:

          Ταξιαρχών, Παντοκράτορος, Υψηλοτέρας, Μόδεστου, Αλύσεως και Αποστόλων[90], ενώ κατάφεραν οι Μετεωρίτες και διέσωσαν απ’ την καταστροφή τη μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (ή Μεγάλου Μετεώρου), εξαγοράζοντας με 3.000 σκούδα κάποιους ψευδομάρτυρες Τούρκους·[91] επίσης κατέστρεψαν τη μονή Τατάρνας των Ευρυτανικών Αγράφων[92].

          Ο Καπετάν Δεσπότης κρύφτηκε, καταζητούμενος,  στ’ Άγραφα ή στα Μετέωρα μέχρι το Μάρτιο του 1601, οπότε έφτασε στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) τον Απρίλιο[93] στον δρόμο του για την Ισπανία, μέσω Ιταλίας, για να ζητήσει την υλοποίηση των δοθεισών ισπανικών υποσχέσεων προς αποστολή στρατευμάτων κι απελευθέρωση. Εκεί, στην τουρκοκρατούμενη Λευκάδα τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, και, είτε διότι δεν τον αναγνώρισαν κι αρκέστηκαν μόνον να τον ληστέψουν, είτε διότι τους δωροδόκησε, τον απελευθέρωσαν κατορθώνοντας να διαφύγει στην Ιταλία, συνεχίζοντας τις πατριωτικές του προσπάθειες γι’ απελευθέρωση των ραγιάδων και της Ελλάδας[94].

          Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μ’ απόφαση της ιεράς συνόδου την 11-5-1601, κήρυξε έκπτωτο[95] - καθαίρεσε τον «[…] επίβουλο […] καταφρονητή […] απειθή […] και αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της βασιλείας του πολυχρονίου βασιλέως σουλτάν Μεχμέτ […]» Διονύσιο, με το παρακάτω αιτιολογικό:[96]

«Επειδή μετά των άλλων και ο χρηματίσας Λαρίσης Διονύσιος πρότερον πολλάκις παραινεθείς και επιτιμηθείς, παρά τε του επιτροπεύοντος του πατριαρχικού θρόνου μακαριωτάτου Αλεξανδρείας κυρ Μελετίου αποδουναί τε και αποτίσαι την πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν και έτι προς τούτοις τα της βασιλείας χαράτσια, εφάνη εν πάσιν απειθής και καταφρονητής των τότε και των μετά ταύτα δοθέντων πατριαρχικών συνοδικών γραμμάτων και ουκ ηθέλησε αποτίσαι ουδέν, παριδών και τους κατά καιρούς αποσταλέντας περί τούτου εξάρχους και δη το χείριστον, ότι μηδέν παρέχων εκ των ιδίων ελάμβανε και τα των επισκοπών και ιδιοποιείτο αυτά, ζημίαν, προξενών τη του Χριστού Μεγάλη  Εκκλησία και πάση τη ημών αδελφότητι και υπόδικον εαυτόν ποιών καθαιρέσει τελεία κατά την συνοδικήν απόφασιν, α δη και έτεροι πεπόνθασι παραπλήσια αυτού μη υποταγέντος […]

Προς δε πάντων ως επιστώθημεν παρά πολλών και φανερόν έστι τοις πάσι, πράγμα ετόλμησεν επιβλαβές και επόλεθρον κατά τε της του Χριστού Μ. Εκκλησίας, και της επαρχίας αυτού ταύτης και παντός του γένους των ευσεβών και γαρ τολμηρώς τε και αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της βασιλείας του πολυχρονίου βασιλέως σουλτάν Μεχμέτ και πολλά των ατόπων διανοηθείς και σκεψάμενος, πάνυ όντα μεστά επιβουλής και κινδύνων θανατηφόρων, πολλούς μεν των εκείσε ιερωμένων και λαϊκών, αλλά δη και αρχιερέων, αισχίστω θανάτω αποπεσείν παρεσκεύασεν, έπειτα δε αναπολόγητον εαυτόν γινώσκειν απόδρα εις τόπους αλλοτρίους της βασιλικής (σουλτανικής) εξουσίας και αδυνάτως έχει επανελθείν εις την επαρχίαν ταύτην ως αναφανείς της βασιλείας επίβουλος»[97].

Τέλος το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το «Υπόμνημα της εκλογής του μεγάλου πρωτοσυγκέλλου Θεωνά εις Μητροπολίτην Λαρίσης, επί διαδοχή του εκπτώτου γενομένου Διονυσίου», εξέλεξε ως διάδοχό του τον «μέγα πρωτοσύγκελλο Θεωνά»[98].

           Με ποικίλους χαρακτηρισμούς κατηγορήθηκε – συκοφαντήθηκε - λοιδορήθηκε ο Διονύσιος, από θεολογικούς, αντιδυτικούς και κοτζαμπάσικους κύκλους, όπως π.χ. ενδεικτικά:[99]

«Διονύσιος κακογνώμων και κακότροπος, επείσθη εις λόγους και υποσχέσεις Φράγκων, και συνεργεία δαιμονική εμάζωξε πλήθος ικανόν, και εκίνησε κατά των κρατούντων Τούρκων πόλεμον […]»[100].

Να πως έκλαψαν οι Θεσσαλοί το μαρτυρικό θάνατο του Σεραφείμ:[101]

«Τον ξακουσμένο Σεραφείμ, τον άγιο το Δεσπότη,

τον πήρανε στην αβανιά του Φαναριού οι Τούρκοι.

Για ν’ αρνηθή την πίστη μας και τ’ άγιο το Βαγγέλιο

κι εκείνος δεν τ’ αρνιώντανε κι έκανε το σταυρό του.

Σαν το σφακτό τον σούβλισαν σιμά στο κυπαρίσσι

και στη φωτιά τον βάλανε, σαν το παχύ κριάρι.

Το κυπαρίσσι σείστηκε κσι στέγνωσε από ρίζα.

Στο κούτσουρο τον έβαλαν και στα βασανιστήρια

του κόψαν το κεφάλι του στα Τρίκκαλα το στείλαν

Κι οι μπέηδες οι Τρικκαλινοί το στήσαν στο παζάρι.

Να ιδούν οι Τούρκοι να χαρούν, κι οι χριστιανοί να κλάψουν.

Όταν εκαλονύχτωσε και πήρε το σκοτάδι

τ’ άγιο κεφάλι έφεγγε, σα να είτανε φεγγάρι.

Κι ένα σκυλί, καλό σκυλί, στα δόντια του το πήρε

και πήγε και τ’ απόθεκε στου πιστικού την κάππα.

Ο πιστικός το γνώρισε, στα χέρια του το πήρε

κι έτρεξε νύχτα να το πάη στο Γούμενο

στο Ντούσκο (μονή Δούσικου).

Δυο γενητσάροι τώνοιωσαν κι’  έτρεξαν πο κοντά του,

κι εκείνος πο το φόβο του στη Σαλαμπριά (Πηνειό) το ρίχνει,

για να μην πέση στις Τουρκιάς τ’ αντίχριστα τα χέρια·

τρεις Καλυβιώτες χριστιανοί ψαρεύαν παρακάτω,

κι έπιασαν στην απόχη τους το τίμιο το κεφάλι.

Το γνώρισαν και τρέξανε στο Ντούσκο να το πάνε.

Ο γούμενος στεκότανε ψηλά στο παραθύρι

κι άμα τους είδε νάρχωνται κατά το Μοναστήρι,

κατέβηκε σαν αστραπή τους άνοιξε τη θύρα,

και μπάζει μέσα στην αυλή του Σεραφείμ την κάρα.

Την άλλη μέρα τώμαθαν χωριά και πολιτείες,

Άγραφα κι Ασπροπόταμο, Καραγκουνιά και Χάσια

κ’ έτρεξαν και το θάψανε πίσω πο τ’ άγιο βήμα».

Και να πως ύμνησαν τον επαναστάτη  δεσπότη  Διονύσιο:[102]

«Ένας πασιάς εβγήκε στη Νεβρόπολη[103]

(οροπέδιο Αγράφων Καρδίτσας)

με δυο με τρεις χιλιάδες, Τούρκους διαλεχτούς,

αρματωλούς γυρεύει, κλέφτες κυνηγά.

Γυρεύει το Δεσπότη τον κακό παπά,

που πέταξε τα ράσα, κι ήβγε στα βουνά

κλέφτης και καπετάνος, με τ’ αδέρφια του

κι όλα του τ’ αξαδέρφια, μια σαρανταριά.

-«Που είσαι, Δεσπότη, κλέφτη και γραμματικέ,

έλα να προσκυνήσεις με τ’ αδέρφια σου

και μ’ όλους τους δικούς σου, τα ξαδέρφια σου,

αν θέλεις ν’ απολάψης δόξες και τιμές,

δικό σου αρματωλίκι όλα τ’ Άγραφα».

-«Εγώ δεν προσκυνάω άπιστη Τουρκιά

θα πολεμώ τους Τούρκους με τ’ αδέρφια μου,

και μ’ όλους τους δικούς μου, τ’ αξαδέρφια μου,

ως που να παστρευτούνε πο τον τόπο μας

και πάνε κατ’ ανέμου, απέκει πούρθανε».

          Εδώ παρουσιάζεται και ένα δεύτερο δημοτικό τραγούδι για τον θαυματουργό Σεραφείμ:[104]

«Ο Καλόγερος της Κορώνας.

Καλόγερο τον Σεραφείμ οι Τούρκοι τον παράειδαν·

στο μοναστήρ’ ασκήτευε,

το λένε της Κορώνας (στην λίμνη Πλαστήρα Καρδίτσας),

εις κυπαρίσσινο κλαδί τον κρέμασαν τον δόλιο,

και το κλαδί ξεράθηκε, το κυπαρίσ’ ανθίζει,

χλωρή είναι η ρίζα του, χλωρή κ’ η κορυφή του.

Του ρίξαν το κεφάλι του μ’ άλλα κλεφτών κεφάλια·

τσοπάνης ςτον αφέντη του ςτα Τρίκαλα πηγαίνει,

ακοίμητ’ απ’ τον ουρανό φως ςτα κεφάλια βλέπει.

Το είπε ςτον αφέντη του κι’ αυτός του είπε· σύρε,

κεφάλι πούβρης λαπμηρό, ςτην εκκλησιά να φέρης.

Τη νύχτα πάγει, κάθισε, βλέπει το φως να φέγγη,

κατά μεσής η κεφαλή του Σεραφείμ φωτίζει,

ξαμώνει ςτα πολλά μαλλιά και παίρνει το κεφάλι.

Γιανίτσαροι τον απαντούν, θέλουν να του το πάρουν.

Τρέχει αυτός, τον κυνηγούν ςτη Σαλαμπριά εφτάσαν.

Εις το ποτάμι πέταξε τσοπάνης το κεφάλι·

γυρίζει ςτον αφέντη του, λέγει το κάμωμά του.

Οι δυο πηγαίνουν για νυκτός ςτο σιγαλό ποτάμι.

Είδαν λαμπάδα ςτα νερά και το κεφάλι βρήκαν.

Στο Ντούσκο στ’ Ασπροπόταμο, ςτην εκκλησιά το θέτουν.

Οι Αγραφιώταις άρχοντες κι’ αυτοί ςτην Πόλιν στέλνουν,

το ζήτησαν, το πήρανε, τόχουνε ςτην Κορώνα

και το πανηγυρίζουνε σαν κάρα του αγίου.

Οι δύο οι Γιανίτσαροι είναι ζωγραφισμένοι,

στο άγιο το κόνισμα μαζί με τον τσοπάνη·

Από πανούκλα ο άγιος χώραις, χωριά γιατρεύει,

με το κορμάκι την βαρεί και την πατεί ςτα πόδια»[105].

Και σε παραλλαγή, ως εξής:[106]

«Του Φαναριού τον Πίσκοπο, το γέρο Σεραφείμη

σε μια αβανιά τον έρριξαν οι Τούρκοι των Φαρσάλων

στο κούτσουρο τον έβαλαν και στα βασανιστήρια

και το κεφάλι τώ κοψαν σιμά σε κυπαρίσσι,

κ’ οι ρίζες του κυπαρισσιού όλες εξηραθήκαν.

Μαζί με τον Επίσκοπο κόψανε και τρεις κλέφτες,

κ’ εκεί που τά ’ριξαν μαζί τα τέσσερα κεφάλια,

τη νύχτα είδεν ένα φως ένας καλός τσοπάνος,

κ’ έτρεξε στον αφέντη του να του το μολογήσει.

Αφέντης του τον διάταξε να κλέψει το κεφάλι

εκείνο οπού έχυνε το φως και να το πάει στο Δούσκο.

Το πήρε κ’ έτρεχε ο βοσκός της Σαλαμπριάς την άκρη.

Τρέχουν και δυο Γιαννίτσαροι, τρέχουν τον κυνηγούνε

κ’ εκείνος απ’ τον φόβο του το ’ριξε στο ποτάμι,

κι έτρεξε στον αφέντη του να ειπεί το τι συνέβη.

Οι δυο προς τα μεσάνυχτα στην Σαλαμπριά πηγαίνουν,

ψάχνουν, κι απ’ την αναλαμπή ηυρήκαν το κεφάλι

και πηλαλώντας με χαρά στο Δούσκο ξημερώνουν.

Έτρεξαν νιοι και γέροντες, οι Ασπροποταμίτες

και με τιμή το θάψανε μέσα στο Άγιο Δήμα.

Οι Αγραφιώτες το ’μαθαν, γράφουν στον Πατριάρχη

για να τους στείλει προσταγή την κάρα να τους δώσουν.

Την πήραν και την έβαλαν ψηλά μεσ’ στην Κορώνα,

για να την εορτάζουνε και σκέπη να την έχουν.

Στο ’κόνισμα που το ’φτιασεν ένας καλός ζωγράφος

έφτιασ’ απάνω το βοσκό και τους Γιαννιτσαρέους,

και κάτω στα ποδάρια του την τρομερή πανούκλα,

οπού την εκαμάκιζε και την κλωτσοπατούσε.

Γι’ αυτό από τότε στ’ Άγραφα θανατικό δε μπαίνει».    

          Στο σημείο αυτό παρατίθεται μικρό τμήμα της βιογραφίας του Σεραφείμ, όπως την κατέγραψε το 1740 ο Αναστάσιος Γόρδιος:[107]

          «Ούτος ήτον από ένα χωρίον της επαρχίας Αγράφων (Καρδίτσας) ονομαζόμενον Μπεζήλα· γεννηθείς δε από γονείς θεοσεβείς ονομαζομένους Σωφρόνιον και Μαρίαν, ανετράφη υπ’ αυτών εναρέτως τε και θεοφιλώς, και εις σχολείον εξεδόθη ιερών γραμμάτων […]

[…] ηγάπησε την των μοναχών ζωήν, και μισήσας κόσμον και τα του κόσμου τερπνά, υπήγεν εις το μοναστήριον […] επονομαζόμενον Κορώνα και Κρυερά Βρύσι, […] εδώθει εις αγώνας πνευματικούς, […] εδέχθη το της ιερωσύνης αξίωμα, […] μετά αναβιβάζεται εις τον θρόνον του αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου, […] ποιμαίνων ως αληθινός ποιμήν το ποίμνιόν του […]

[…] τόσην ταπείνωσιν είχεν οπού ωνόμαζε δούλον αχρείον τον ευατόν του, […] επεθύμει ν’ αξιωθή του διά Χριστόν μαρτυρίου, και περί τούτου εδέετο καθ’ εκάστην του Θεού, όστις και τον ηξίωσε να το απολαύση […]».

Γνωρίζουμε ότι ο Διονύσιος χρησιμοποιούσε σφραγίδα κυκλική με σταυρό στη μέση, όπου και η λέξη «ΔΙΟΝΥCΙΟς», ενώ στους τρεις  κεντημένους ομόκεντρους κύκλους της έφερε την επιγραφή:[108]

«Ο ΤΑΠΕΙΝΟς Μ(ΗΤ)ΡΟΠΟΛΙΤΗς ΛΑΡΙCCΗς–ΥΠΕΡΤΙΜΟς Κ(ΑΙ) εΞΑΡΧΟς  ΘΕΤΤΑΛΙΑC ΠΑCΗς ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΟς  Ης  Κ(ΑΙ) ΒΛΑΣΤός»·[109] ης και βλαστός, δηλαδή της οποίας Θεσσαλίας είναι βλαστός - τέκνο, περηφανευόμενος έτσι για τη θεσσαλική ελληνική καταγωγή του.

Πράγματι υπήρξε μια τραγική, μαρτυρική κι ηρωική ελληνική μορφή, ύψιστης γενναιότητας και πατριωτισμού, άξιος ιεράρχης, μπροστάρης στη σωτηρία του ποιμνίου και του γένους, ασυμβίβαστος, φλεγόμενος από απελευθερωτικό πάθος, πρωτοπόρος της ελληνικής παλιγγενεσίας.

          Τελειώνοντας αναφέρεται ο χαρακτηρισμός που δίδει ο ιστορικός Π. Αραβαντινός[110] για το μητροπολίτη Διονύσιο:

Είναι πλήρης «[…] εθνικής αρετής και ενθουσιασμού πατριωτικοτάτου», και

          Ο ιστορικός  Κ. Μέρτζιος:[111]

«[…] ο Διονύσιος […] ήτο […] ένας μεσαιωνικός ιππότης, ένας ενθουσιώδης, τολμηρός, πλην εύπιστος και επιπόλαιος ήρως, ένας αγνός πατριώτης ονειροπόλος, ο οποίος ωραματίζετο την απελευθέρωσιν, […] εις μίαν εποχήν, καθ’ ην […] αι ταλαιπωρίαι ας υφίσταντο οι χριστιανοί ήσαν τόσον σκληραί, ώστε εξισούντο προς τον θάνατον.

          Πλην έπεσεν ατυχές θύμα των απατηλών υποσχέσεων (των Δυτικών) ο ρομαντικός εκείνος ήρως και υπέκυψεν εις φρικωδέστατον και μαρτυρικώτατον θάνατον»[112].

          Έρρωσθε.

          «Η μεν χειρ διαλέλυται εν τάφω, η δε γραφή μένει αιώνας»[113].

 Δημήτρης Κ. Αγγελής. Συγγραφέας - Αντιστράτηγος (ε.α.) ΕΛ. ΑΣ.

f/b: Δημήτρης Κ. Αγγελής

 

 

 



*-Το άρθρο που ακολουθεί είναι ένα επεξεργασμένο απόσπασμα από το τρίτομο έργο μου -ιστορική τριλογία: «Συμβολή του Κλήρου στους αγώνες ελευθερίας του ελληνισμού:                

-Τουρκοκρατία 1404-1821: Επαναστάσεις - Εξεγέρσεις - Κινήματα - Συνωμοσίες (σ. 678),

-Τουρκοκρατία 1404-1821: Κατακτητικά μέτρα - Παιδομάζωμα - Εξισλαμισμοί - Εποικισμοί (σ. 538), και

-Λατινοκρατία 1191-1819: Στάση κατακτητών - Μέτρα κατά της ορθοδόξου εκκλησίας - Παρθενοφθορία (σ. 416)», με δύο εισαγωγικές επιστολές του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Εκδόσεις 24 γράμματα. Αθήνα 2025, κι΄ εν προκειμένω ο πρώτος ως άνω τόμος, σ. 169-188.

 

[1]-Αθηναγόρας Μητροπολίτης Παραμυθίας και Πάργης. Ο Λαρίσσης  Διονύσιος  ο Σκυλλόσοφος. Γρηγόριος ο Παλαμάς, τχ. Β΄ (1935), 54, 58.

[2]-Μέρτζιος Κ. Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου. Ηπειρωτικά Χρονικά, έτ. 13 (1938), 82.

[3]-Παπαδόπουλος Στέφανος. Ανέκδοτα έγγραφα του αρχείου του Βατικανού αναφερόμενα στα επαναστατικά κινήματα Διονυσίου «Σκυλοσόφου». Θεσσαλονίκη 1968, σ. 11, α/α 4, f. 273, r-2.

[4]-Παπαδόπουλος Χρυσόστομος. Ο Λαρίσσης - Τρίκκης Διονύσιος Β΄ ο «Φιλόσοφος» ο χλευαστικώς επικληθείς  «Σκυλλόσοφος» (1541-1611). Ηπειρωτικά Χρονικά, έτ. 8 (1933), 167-168.

[5]-Αγγελής Κ. Δημήτρης. Η πρώτη επανάσταση του μητροπολίτη Διονυσίου Β΄ Φιλοσόφου στη Δυτική Θεσσαλία και η συμμετοχή του αρχιεπισκόπου Φαναρίου - Νεοχωρίου Σεραφείμ (1600). Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 81 (2022), 71 και Θεσσαλικά Σύμμεικτα τ. 1 (2024), 129-149.

[6]-Σάρρου Δ., Μαξίμου ιερομονάχου του Πελοποννησίου λόγος στηλιτευτικός κατά Διονυσίου του επικληθέντος Σκυλοσόφου και των συναποστησάντων αυτώ εις Ιωάννινα εν έτει 1611. Ηπειρωτικά Χρονικά, έτ. 3 (1928), 190.

[7]-Σάρρου Δ., Μαξίμου ιερομονάχου, ό.π., ΗΧ, έτ. 3 (1928), 181. -Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 158,180.

[8]-Αθηναγόρας Μητρ., Ο Λαρίσσης  Διονύσιος, ό.π., ΓΠ, τχ. Β΄ (1935), 54-55.

[9]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 159. -Αθηναγόρας Μητρ., Διονύσιος Σκυλόσοφος, Ηπειρωτικά Χρονικά, έτ. 6 (1931), 17.

[10]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 159-160.

[11]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. «Διονύσιος Β΄ "Ο Φιλόσοφος" Μητροπολίτης Λαρίσης - Τρίκης. Πρωτοπόρος αγωνιστής απελευθερωτικών αγώνων του γένους». Πανεπιστ. Θεσσαλίας. Τμ. Επιστ. Φυσ. Αγωγ. και Αθλητ. Πρακτικά Παιδαγωγικού - Ιστορικού Συμποσίου «Διονύσιος ο Φιλόσοφος και η εποχή του» Τρίκαλα 12-13/5/2006. Επιμέλεια Α. Μπεκιάρη - Γ. Παπαβασιλείου. Εκτύπωση: «γένεσις», Τρίκαλα 2006, σ. 39.

[12]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 41.

[13]-Συντήλας Δ. Γιάννης. «Τα Άγραφα διά μέσου των αιώνων». Πρακτικά Α΄ συνεδρίου μελετών Καρδίτσας, 12/13-10-1991, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Σύλ. Απανταχού εκ Καρδίτσας καταγομένων. Αθήνα 1991, σ. 97. -Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Περί της θεσσαλικής καταγωγής του Διονυσίου του Φιλοσόφου Μητροπολίτη Λαρίσης. Περιοδική Έκδοση της Ένωσης Επιστημόνων Ν. Καρδίτσας, Γνώση και Γνώμη, τ. 20 (2008), 45-46

[14]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 35-36. -Παλάντζας Γ. Νίκος. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος Β΄ ο Φιλόσοφος ήταν Μαγουλιώτης; Εταιρεία Καρδιτσιώτικων Μελετών Καρδιτσιώτικα Χρονικά, τ. ΧΙ΄ (2009), 131-146, 143-145. Καταγράφουμε βεβαίως εδώ την πληροφορία περί της καρδιτσιώτικης καταγωγής του Διονυσίου, ωστόσο σημειώνουμε ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται απόλυτα.

[15]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ο Φιλόσοφος και η επανάσταση στη Θεσσαλία στα 1600. Εταιρεία Κασδιτσιώτικων Μελετών. Καρδιτσιώτικα Χρονικά. Τόμος ΧΙ΄ (2009), 120-122. -Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου του Φιλοσόφου Μητροπολίτη Λαρίσης στη Θεσσαλία στα 1600. Περιοδική ΄Έκδοση της Ένωσης Επιστημόνων Ν. Καρδίτσας, Γνώση και Γνώμη, τ. 21 (2009), 49-50.

[16]-Σοφιανός Ζ. Δημήτριος. Τα επαναστατικά κινήματα του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου και οι επιπτώσεις στη βυζαντινή Μονή Παναγίας της Λυκουσάδας Φαναρίου Καρδίτσας. Πρακτικά Παιδαγωγικού - Ιστορικού Συμποσίου «Διονύσιος ο Φιλόσοφος και η εποχή του», Τρίκαλα 12/13-5-2006. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τμήμα Επιστημών Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού. Επιμέλεια Α. Μπεκιάρη - Γ. Παπαβασιλείου. Εκτύπωση: «γένεσις», Τρίκαλα 2006, σ. 89-90.

[17]-Αγγελής Κ. Δημήτρης. Ελλήνων Αγώνες - Εκκλησίας Μάχες (1191-1821). Κληρικοί στους απελευθερωτικούς πολέμους του Ελληνισμού. Στάση, Δράση και Αντίδραση Εκκλησίας. Λατινοκρατία (1191-1669). Τουρκοκρατία (1453-1821). Με εισαγωγική επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Εκδόσεις Προσκήνιο. Αθήνα 2008, σ.  655.      

[18]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 34,37-38.

[19]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 150, όπου παρουσιάζεται εικόνα του Διονυσίου, προερχομένη απ’ τον κώδικα «[…] της παρά τας Σέρρας Μονής του Τιμίου Προδρόμου, μη υπάρχοντι δυστηχώς σήμερον».

[20]-Αραβαντινός Σταμ. Παναγιώτης. Χρονογραφία της Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών, διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από το σωτηρίου έτους μέχρι του 1854…συντεταγμένη υπό Παναγιώτου Αραβαντινού Παργίου. Εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού. Αθήναι 1857, τ. 1, σ. 220 και υπ 1.

[21]-Κορδάτος Γ. Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας. Εκδόσεις 20ος αιώνας. Αθήνα 1957, τ. Α΄, σ. 104.

[22]-Παπαδόπουλος Σ., Ανέκδοτα έγγραφα, ό.π., σ. 14.

[23]-Βέη (Bees) Νίκου. Νέαι ειδήσεις περί του εθνομάρτυρος Σεραφείμ, αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου. Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών. Ακαδημία Αθηνών. Εν Αθήναις 1949, τ. 19 (1944), 130. - Καταφυγιώτης Κ. Λάμπρος. Εθνομάρτυρες κληρικοί και ο Πάτερ Κοσμάς. Καρδίτσα 1940, χ. εκδ., σ. 50, 53.

[24]-Σάθας Κ. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του ελληνικού έθνους (1453-1821). Εκ της τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά. Αθήνα 1869, σ. 208-214.

[25]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 125.

[26]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 53.

[27]-Ιεζεκιήλ Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριωφερσάλων. Ακολουθία του αγίου ιερομάρτυρος Σεραφείμ Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου του θαυματουργού. Έκδοσις ενάτη. Τύποις Φοίνικος. Εν Αθήναις 1931, σ. 16.

[28]-Παπακωνσταντίνος Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 51.

[29]-Παλάντζας Γ. Νίκος. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης, ό.π., ΚΑΧ, τ. ΧΙ΄ (2009), 145.

[30]-Κουμουλίδης Α. Ιωάννης - Δεριζιώτης Λάζαρος - Σδρόλια Σταυρούλα. Το μοναστήρι της Τατάρνας. Ιστορία και κειμήλια. Ιδιωτική έκδοση. Αθήνα 1991, σ. 15.

[31]-Αγγελής Κ. Δημήτρης. Πρώτη επανάσταση του 1600 στην Καρδίτσα, Άγραφα και Τρίκαλα του Επισκόπου Διονυσίου Β΄ του «Φιλοσόφου». Συμμετοχή αρχιεπισκόπου Φαναρίου  και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ (1600), Μητοπολίτου Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ, Ιωαννίνων Νεόφυτου, Δυρραχίου Χαρίτωνα κ.ά. κληρικών. Στρατιωτική Επιθεώρηση / ΓΕΣ / ΔΕΝΔΗΣ, τχ. 1 (Ιαν. - Απρ. 2024), 34-47-Παπακωνσταντίνος Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 50-51.

[32]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 127.

[33]-Σάρρου Δ., Μαξίμου ιερομονάχου, ό.π., ΗΧ, έτ. 3 (1928), 178-179. -Αθηναγόρας Μητρ., Ο Λαρίσσης  Διονύσιος, ό.π., ΓΠ, τ. 18, τχ. Θ΄ (1934), 292.

[34]-Θεολογία, τ. 12, σ. 130-141, τ. 13, σ. 22-36, όπου απ’ τον Γιαννόπουλο Ν. Ι. αναφέρονται οι επισκοπικοί κατάλογοι Θεσσαλίας. -Αγγελής Κ. Δημήτρης. Ελλήνων Αγώνες - Εκκλησίας Μάχες (1191-1821), ό.π., σ. 640-641, 643. 

[35]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 170-171. -Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 46-48,

[36]-Αραβαντινός Π. Χρονογραφία Ηπείρου, ό.π., τ. 1, σ. 220, όπου αναφέρεται ότι το κίνημα του Διονυσίου ίσως υποκινήθηκε απ’ τους Βενετούς.          

[37]-Αραβαντινός Π., Χρονογραφία Ηπείρου, ό.π., τ. 1, σ. 224.  

[38]-Σάθας Κ., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ό.π., σ. 210 υπ. 2.

[39]-Βρανούσης Λέανδρος. Το ΙΒ' Διεθνές Συνέδριον Ιστορικών Επιστημών - Έρευναι εις Βιέννην, Βουδαπέστην και Ρουμανίαν. Εκθέσεις Λ. Βρανούση, διευθυντού Μεσαιωνικού Αρχείου. Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, έτους 1965. Ακαδημία Αθηνών, τ. 40 (1966), 637.

[40]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 124.

[41]-Βρανούσης Λ., Το ΙΒ' Διεθνές Συνέδριον Ιστορικών, ό.π., ΠΑΑ, τ. 40 (1966), 638.

[42]-Παπακωνσταντίνος Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 51-52.

[43]-Παπαδόπουλος Σ., Ανέκδοτα έγγραφα, ό.π., σ. 9 σημ.3.

[44]-Παπακωνσταντίνος Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 51

[45]-Βακαλόπουλος Απόστολος. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Ιδιωτική έκδοση. Θεσσαλονίκη 1961, τ. Γ΄, σ. 337.

[46]-Βρανούσης Λ., Το ΙΒ’ Συνέδριον, ό.π., ΠΑΑ, τ. 40 (1966), 638. -Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 48-50 και σημ. 48.

[47]-Παπαδόπουλος Στέφανος. Απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας. Τεύχος Α΄ (1453-1669). Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 93.

[48]-Λάσκαρι  Μ. Πέτρος  Λάντζας,  διοικητής  της  Πάργας  (1573) και όργανον των Ισπανών εν Ηπείρω (1596-1608). Αφιέρωμα εις την Ήπειρο, εις μνήμην Χρίστου Σούλη (1892-1951). Αθήναι 1956, σ. 104-105.

[49]-Βρανούσης Λ., Το ΙΒ’ Συνέδριον, ό.π., ΠΑΑ, τ. 40 (1966),638. -Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 124-125..

[50]-Άμαντος Κων/νος. Οι Έλληνες εις την Ρουμανίαν προ του 1821. Λόγος επι τη αναλήψει της προεδρίας της Ακαδημίας Αθηνών κατά τη συνεδρίαν της 6-4-1944. Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών. Ακαδημία Αθηνών, τ. 19 (1949), σ. 424.

[51]-Λάσκαρι Μ., Πέτρος Λάντζας, ό.π., σ. 3 , υπ. 3, σ. 35, 103. -Κρικώνης Χ. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 49, 57.

[52]-Βέη (Bees) Νίκου. Νέαι ειδήσεις, ό.π., ΠΑΑ, τ. 19 (1944), 130.

[53]-Σοφιανός Ζ. Δημήτριος. Τα επαναστατικά κινήματα, σ. 88.

[54]-Αγγελής Κ. Δημήτρης.  Ελληνική Σημαία (480 π. Χ. - 2000 μ. Χ.). Εκδόσεις Προσκήνιο. 2η έκδοση. Αθήνα 2001, σ. 72, όπου περιγράφεται η σημαία των Αγράφων - Αγραφιωτών καπεταναίων.

[55]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 167-175.

[56]-Δρανδάκης Παύλος. Μεγάλη ελληνική εγκυκλοπαίδεια. Εκδοτικός Οργανισμός ο ¨Φοίνιξ¨. Αθήνα 1956, τ. Ι΄, σ. 164.

[57]-Καταφυγιώτης Κ. Λάμπρος. Εθνομάρτυρες κληρικοί και ο Πάτερ Κοσμάς. Καρδίτσα 1940, χ. εκδ., σ. 50, 53-54.

[58]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 128.

[59]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 33, 51 ,56, 98.

[60]-Σοφιανός Ζ. Δημήτριος. Τα επαναστατικά κινήματα, σ. 87-89.

[61]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 47, 98.

[62]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 128.

[63]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 128.

[64]-Παπακωνσταντίνου Θωμάς. Η επανάσταση, ΓΓ, τ. 21 (2009). 52. -Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 128.

[65]-Σάθας Κ. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ό.π., σ. 214-221.

[66]-Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Πυρσός, Αθήνα 1934, τ. Ι΄, σ. 672.

[67]-Κούμας Μ. Κ. Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων έως των ημερών μας..Τυπογραφία Αντωνίου Αυκούλου. Βιέννη 1832, τ. 12, σ. 529.

[68]-Βέη (Bees) Νίκου. Νέαι ειδήσεις, ό.π., ΠΑΑ, τ. 19 (1944),125.

[69]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 155-156,172-173.

[70]-Κανδηλώρος Τ. Ο αρματωλισμός της Πελοποννήσου 1500-1821. Τυπογραφείο Δεναξά. Εν Αθήναις 1924, σ.32. -Παπαδόπουλος Σ., Ανέκδοτα έγγραφα, ό.π., σ. 14.-Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Πυρσός, Αθήνα 1934, τ. Ι΄, σ. 672.

[71]-Παπαδόπουλος Χ., Ο Λαρίσσης Διονύσιος, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 172, 186-187.

[72]-Καταφυγιώτης Λ., Εθνομάρτυρες κληρικοί, ό.π., σ. 53-54. -Κατσούλης Δ. Γεώργιος  - Στρατής Ν. Αντ. Η Ευρώπη απέναντι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η θέσις των Ελλήνων. Τόμος Α΄ (1453-1718). Ιδιωτική έκδοση. Αθήνα 1940, τ. Α΄, σ. 158.

[73]-Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 172, όπου αναφέρονται κι άλλα έτη ως πιθανά της εκτέλεσης. -Βέη (Bees) Νίκου. Νέαι ειδήσεις, ό.π., ΠΑΑ, τ. 19 (1944),130-131, όπου αναφέρεται ως πιθανή η εκτέλεση, πριν το Σεπτέμβριο του 1601. -Ευστρατιάδου Σ., Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έκδοσις της Αποστολικής Διακονίας Εκκλησίας της Ελλάδος. 12-2-1935. λίμα Σεραφείμ: «Ο γης Σεραφείμ Θετταλών φυς ως κλάδος Θεώ Λόγω πρόσεισι ρείθροις αιμάτων»

[74]-Μπίρη Η. Κώστα. Αρβανίτες. Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού. Ιστορία των Ελλήνων Αρβανιτών. Ιδιωτική έκδοση. Αθήνα 1960, σ. 211.

[75]-Καταφυγιώτης Λ., Εθνομάρτυρες κληρικοί, ό.π., σ. 53-54.

[76]-Σπανός Κώστας. Θεσσαλικές ενθυμήσεις 1404-1881, τ. Α΄: 1404-1799, τ. Β΄: 1800-1881. Παραρτήματα αρ. 4 και 4α του Θεσσαλικού Ημερολογίου. Λάρισα 2011 και 2014. τ. Β’, σ. 38.

[77]-Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 53.

[78]-Ιεζεκιήλ Μητροπολίτης. Ακολουθία του αγίου, ό.π., σ. 16.

[79]-Παπαδόπουλος Σ., Ανέκδοτα έγγραφα, ό.π., σ. 14

[80]-Παπακωνσταντίνου Β. Θ. Περί της θεσσαλικής καταγωγής, ό.π., ΓΓ, τ. 20 (2008), 45.       -Παλάντζας Γ. Νίκος. Ο Μητροπολίτης Λαρίσης,ό.π., ΚΧ, τ. ΧΙ΄ (2009), 145.

[81]-Αραβαντινός Π. Βιογραφική Συλλογή λογίων της Τουρκοκρατίας. Συγγραφή Μάιος 1866. Επιμέλεια Κ. Θ. Δημαρά. Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών. Ιωάννινα 1960, σ. 194. -Αραβαντινός Π., Χρονογραφία Ηπείρου, ό.π., τ. 1, σ. 224.     

[82]-Σάθας Κ., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ό.π., σ. 214-221· όπου παρουσιάζεται απ’ τον Αναστάσιο Γόρδιο, η βιογραφία του Σεραφείμ.

[83]-Σοφιανός Ζ. Δημήτριος. Τα επαναστατικά κινήματα, σ. 89.

[84]-Αραβαντινός Π. Συλλογή Δημωδών Ασμάτων της Ηπείρου. Τυπογραφείο Πέτρου Περρή. Εν Αθήναις 1880, σ. 5-6, στ. 1-6, «Ο Φαναρείου Σεραφείμ». -Πρωτοπόροι  Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Κλέφτικα τραγούδια. Επιμέλεια Κώστας Σαρδέλης. Εκδόσεις Δομική, σειρά 8. Αθήνα, χ.έ.έ., Κλέφτικα τραγούδια, σ. 165, Γιάννης Βλαχογιάννης: «Η χοντραχείλω».

[85]-Σοφιανός Ζ. Δημήτριος. Τα επαναστατικά κινήματα, σ. 90.

[86]-Παπακωνσταντίνου Θωμάς. Η επανάσταση, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 52-53.

[87]-Ιεζεκιήλ Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριωφερσάλων. Η Ιερά Μονή Λυκουσάδας. Θεολογία, τ, Ζ΄, τχ. 2  (1929), 163-164.

[88]-Σοφιανός Ζ. Δημήτριος. Τα επαναστατικά κινήματα, σ. 93.

[89]-Ιεζεκιήλ Μητρ. Η Ιερά Μονή Λυκουσάδας, ό.π., ΘΕΟ, τ, Ζ΄, τχ. 2  (1929), 164.

[90]-Παπακωνσταντίνος Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 52.

[91]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 130.

[92]-Κουμουλίδης Ι. - Δεριζιώτης Λ. - Σδρόλια Σ. Το μοναστήρι της Τατάρνας, ό.π., σ, 15.

[93]-Παπακωνσταντίνος Θωμάς. Η επανάσταση του Διονυσίου, ό.π., ΓΓ, τ. 21 (2009), 53.

[94]-Παπακωνσταντίνου Β. Θωμάς. Ο Μητροπολίτης, ό.π., ΚΑΧ, τ.ΧΙ΄ (2009), 129.

[95]-Παπαδόπουλος Σ., Ανέκδοτα έγγραφα, ό.π., σ. 14. -Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 151,174-175.

[96]-Αθηναγόρας Μητρ., Ο Λαρίσσης  Διονύσιος, ό.π., ΓΠ, τ. 18, τχ. Θ΄ (1934), 292-293.         -Θρησκευτική - Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδόσεις Αθ. Μαρτίνου. Αθήνα 1964, τ. 5, στ. 30.   

[97]-Σάρρου Δ., Μαξίμου ιερομονάχου, ό.π., ΗΧ, έτ. 3 (1928), 178-179· όπου αναφέρεται όλη η σχετική πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου· ομοίως βλέπε την πράξη και στην Εκκλησιαστική Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως. Σύγγραμμα εκδιδόμενον εβδομαδιαίως, τ. 3,  έτ. Β΄ (1881-1882), 780.  -Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. σημ. 56, σ. 54.

[98]-Σάρρου Δ., Μαξίμου ιερομονάχου, ό.π., ΗΧ, έτ. 3 (1928), 178-179.

[99]-Σάθας Κ., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ό.π., σ. 215, 212. -Παπαδόπουλος Χ. Ο Λαρίσσης, ό.π., ΗΧ, έτ. 8 (1933), 178, 181-182.

[100]-Αγγελής Κ. Δημήτρης. Ελλήνων Αγώνες - Εκκλησίας Μάχες (1191-1821), ό.π., σ. 656-657, 661-663. -Σάρρου Δ., Μαξίμου ιερομονάχου, ό.π., ΗΧ, έτ. 3 (1928), 180, και σ. 188-210, όπου παρατίθεται όλος ο, κατά του Διονυσίου, ‘’Στηλιτευτικός΄΄ λόγος του ορθοδόξου θεολόγου, ιεροκήρυκα και ιερομονάχου Μάξιμου, καθώς και οι ύβρεις και λοιδορίες που απευθύνει κατά του Διονυσίου (βλέπε σελ. 176). 

[101]-Χρηστοβασίλης Χ. Εθνικά Ασματα 1453-1821. Εταιρία Ελληνισμός. Έκδοσις δευτέρα. Τυπογρ. Ανέστη Κωνσταντινίδου. Αθήνα 1902, σ. 103-104 και σε  παραλλαγή στο Αραβαντινός Π., Συλλογή Ασμάτων Ηπείρου, ό.π., σ. 5-6.

[102]-Χρηστοβασίλης Χ., Εθνικά Ασματα, ό.π., σ. 99. -Ηπειρωτική Εστία (1954), 28, και σε παραλλαγή σ. 29. -Κρικώνης Θ. Χρίστος. Διονύσιος Β΄ , ό.π., σ. 77.

[103]-Νεβρόπολη - Ευρύπολιν - Ευρόπολις, περιοχή Καρδίτσας στη λίμνη Πλαστήρα (Ταυρωπός).

[104]-Passow Arnoldbs. Popularia carmina Graeciae recentioris. Τραγούδια Ρωμαίικα. Lipsiae in aedibus B.G. Teubneri. Lipsiae 1860, σ. 372-373. -Ιεζεκιήλ Μητρ. Ακολουθία του αγίου.. Σεραφείμ, ό.π., σ. 10-11.

[105]-Σάθας Κ., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς,  ό.π., σ. 221-222.               

[106]-Αραβαντινός Π., Συλλογή Δημωδών Ασμάτων, ό.π., σ. 5-6, «Ο Φαναρίου Σεραφείμ».-Πρωτοπόροι  Νεοελ/κής Λογ/χνίας, Κλέφτικα τραγούδια, ό.π., σ. 165, Γιάννης Βλαχογιάννης: «Η χοντραχείλω».

[107]-Σάθας Κ., Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ό.π., σ. 215.

[108]-Αγγελής Κ. Δημήτρης. Ελλήνων Αγώνες - Εκκλησίας Μάχες (1191-1821), ό.π., σ. 655.

[109]-Βρανούσης Λ., Το ΙΒ’ Συνέδριον, ό.π., ΠΑΑ, τ. 40 (1966), 639.

[110]-Αραβαντινός Π., Χρονογραφία Ηπείρου, ό.π., τ. 1, σ. 221 και υπ. 1 της σ. 220.

[111]-Μέρτζιος Κ. Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου. ΗΧ, έτ. 13 (1938), 82.

[112]-Αγγελής Κ. Δημήτρης. Ελλήνων Αγώνες - Εκκλησίας Μάχες (1191-1821), ό.π., σ. 663· εκτελέστηκε (γδάρθηκε ζωντανός) στα 1611, κατά τη δεύτερη επανάστασή του.

[113]-Γιαννόπουλος Ι. Ν. «Χρονικόν της μονής του Ομβρικού». Αρμονία, έτ. Β΄, τχ. 10 (1901) σ. 493· «θήμησι γράφομε. 1818 σεπτεμβρίου. Παπά - Αντώνιος», σ’ εκκλήσιαστικό βιβλίο του χωριού Παλαιά - Παναγιά (Ομβριακής) Δομοκού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου