Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

ZAXAΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: Πάσχα τοῦ 1900


Ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς
Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου χρονογραφεῖ γιὰ τὸ Πάσχα τοῦ 1900
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
(σκίτσο Χριστίνας Κατσάρη) 

Γιὰ τὸ πρῶτο Πάσχα τῆς νέας ἑκατονταετηρίδος ἀρθρογραφεῖ ὁ νεώτατος, μόλις 23 ἐτῶν,[1] Καρπενησιώτης λόγιος Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940), μὲ ἐκτενὲς χρονογράφημά του στὸ πρωτοσέλιδο τῆς ἐφ. «Σκρίπ», στὶς 11 Ἀπριλίου 1900· τῆς Τρίτης τῆς Διακαινησίμου τοῦ Πάσχα ἐκείνης τῆς χρονιᾶς. Τὸ ἄρθρο, ποὺ τὸ ὑπογράφει ὡς Ζ. Π., ἀπαρτίζεται ἀπὸ πέντε ἐπὶ μέρους στιγμιότυπα καὶ καταστάσεις τῆς ἐποχῆς ποὺ ἀπηχοῦν τὶς  παραδόσεις καὶ τοὺς λατρευτικοὺς τύπους τοῦ Πάσχα στὴν Ἀθήνα ἀλλὰ καὶ στὴν ὀρεινὴ Ἑλλάδα. Μὲ ἐπιγραμματικότητα σκέψης καὶ σατιρικὴ δηκτικὴ διάθεση, ὅπως εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῶν χρονογράφημάτων του,  προσπαθεῖ, μὲ τὴν ποιότητα τοῦ ὕφους καὶ τῆς τεχνικῆς του, νὰ ἀποδώσει κάποιες λεπτὲς ἀποχρώσεις ἀπὸ τὸν καμβᾶ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ τὴν ἐφ. «Σκρίπ» συνεργάζεται ὡς ἀρθρογράφος ἀπὸ τὸ 1895 σὲ ἡλικία μόλις 18 ἐτῶν.[2] Ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι ἡ ἁπλὴ καθαρεύουσα μὲ ἀρκετὰ δημώδη στοιχεῖα, ὅπως συνήθιζε στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δημοσιογραφικῆς του παρουσίας.[3]  
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1667 / 11. 4. 1900, σ. 1.

Στὴν πρώτη σκηνὴ τοῦ χρονογραφήματός του ἀναφέρεται στὸ χαρακηριστικὸ λαογραφικὸ γνώρισμα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ὁ οἰκογενειακὸς χαρακτήρας του. Ἡ συγκέντρωση τῶν οἰκογενειῶν κατ᾿ οἶκον, μὲ τὰ πασχαλινὰ αὐγὰ καὶ τὸν ὀβελία, ποὺ ἔχει ὅμως ὡς συνέπεια, ἀκόμη καὶ μέχρι τὶς μέρες μας, οἱ μεγάλες πόλεις, ἡ πρωτεύουσα μὲ τοὺς δρόμους της, νὰ ἐρημώνουν ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀνθρώπινη παρουσία καὶ ζωή:

Καὶ αὐτὰ ἔχει ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς. Φεύγει ἀπὸ τοὺς δρόμους, φεύγει ἀπὸ τὰ πλάτη τοῦ ὑπαίθρου καὶ κλείεται ὑπὸ μίαν στέγην … Ἂν τὴν ἡμέραν αὐτὴν γυρίσῃς εἰς τοὺς δρόμους φαίνεσαι ἁπλούστατα ὡς ἐπαίτης ζητιανεύων ζωήν
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1667 / 11. 4. 1900, σ. 1.

Τὸ δεύτερο πασχαλινὸ στιγμιότυπο ποὺ σχολιάζει ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου ἀφορᾶ τὴν συμπαθῆ τάξη τῶν νεαρῶν ὑπαλλήλων τῶν παντοπωλείων τῆς ἐποχῆς: τῶν μπακαλοπαίδων ὅπως ἀποκαλοῦνται, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σὲ κατάσταση εὐθυμίας ἀπὸ τὴν οἰνοποσία καὶ θορυβοῦν στοὺς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν. Μὲ λεπτὴ χιουμοριστικὴ εἰρωνικὴ διάθεση περιγράφει σκηνὲς ἀπὸ τὴν ἐργασία τους ἀλλὰ καὶ τὴ διασκέδασή τους:
Εἶναι τόσον ὁρμητικὸν τὸ κέφι τῶν νεαρῶν εὐσάρκων βιοπαλαιστῶν, ὥστε σκορπίζει ἀφθόνως φαιδρότητα εἰς τὴν  κρύαν πόλιν ἡ διέλυσις ἑνὸς βιζαβὶ[4] ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξέχουν χονδροὶ πόδες μὲ τακούνια ὑψωμένα πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ὅπου διακρίνονται αἱματώδεις λαιμοὶ φουσκωμένοι ἀπὸ τὸ ᾆσμα καὶ κεφαλαὶ λικνιζόμεναι ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῆς μέθης … [ὁ μπακαλόπαις] …  Ἀνέρχεται τὴν σκάλαν τῶν σπητιῶν τραγουδῶν, μὲ ὅλον τὸ ζεμπίλι τὸ ὁποῖον τοῦ κάθεται εἰς τὸν ὦμον, καὶ φεύγει ὡς Δὸν Ζουὰν φορτωμένος μειδιάματα  καὶ φιλοφρονήσεις δουλικῶν, τὰ ὁποῖα ρίπτουν πάντοτε ἰδιαιτέρως εὐμενῆ βλέμματα πρὸς τὴν μπακαλοπαιδικὴν εὐρωστίαν.
Στὴν τρίτη σκηνὴ ὑπογραμμίζει τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα σὲ στρατιωτικὲς μονάδες. Δηλώνει πὼς ἡ δύναμη τοῦ ἀναστάσιμου μηνύματος εἶναι τόση ὥστε, τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, καταλύει ἀκόμη καὶ τὸν ἰδιαιτέρως αὐστηρό χαρακτῆρα τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ ἱεραρχίας καὶ οἱ ἱεραρχικὰ ἀνώτεροι συγχρωτίζονται μὲ τοὺς κατώτερους, χωρὶς νὰ τηρεῖται τὸ τυπικὸ πρωτόκολλο πειθαρχίας  τῶν ὑπηρεσιακῶν σχέσεων τους:
ἡ «συγκρατοῦσα τοὺς στρατοὺς κτλ.» πειθαρχία τρέπεται εἰς φυγήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μύσταξ τοῦ λοχίου παύει νὰ ἀγριεύῃ πρὸς τὸν στρατιώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δύο ἄκρα τοῦ στρατοῦ, ὁ στρατιώτης καὶ ὁ Βασιλεὺς συναντῶνται ὡς δύο καλοὶ φίλοι καὶ τσιγκρίζουν αὐγά.
Τονίζει ἀκόμη τὶς ἰδιαίτερες γευστικὲς περιποιήσεις τῶν ἐπισκεπτομένων τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, ὅπου:
οἱ καλοὶ ὑπαξιωματικοὶ σᾶς προσφέρουν τοὺς τρυφεροὺς μεζέδες τοῦ ὀβελίου, παρεσκευασμένους κατὰ τὴν ἀνεφίκτου τελειότητος κοκορετσοποιητικὴν τέχνην τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν.

Ἀκολούθως, ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου μὲ διάθεση λεπτῆς εἰρωνείας καὶ σαρκασμοῦ περιγράφει ἐπιγραμματικὰ τὸ στρατιωτικὸ ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτῆρα τοῦ Πάσχα στὶς ὀρεινὲς ἐπαρχίες. Ἐμμέσως, πλὴν σαφῶς, ἀναφέρεται σὲ πασχαλινὲς ἀναμνήσεις του ἀπὸ τὴ γενέτειρά του, τὸ Καρπενήσι, ὅπου:

Ὁ ὀβελίας διαμελίζεται ἐπὶ εὐωδιάζοντος στρώματος ἐλατοκλάδων … ἕπεται γλεντοκόπημα ἀντηχοῦν εἰς πᾶσαν τὴν θαμμένην ἐντὸς καπνοῦ ἐπαρχιακὴν πόλιν.

Ἀναφέρεται μάλιστα σὲ μία ἐνθύμησή του ποὺ τοῦ εἶχε κάμει μεγάλη ἐντύπωση· μία ἐπιγραφὴ στὸν ἐξώστη τοῦ τοπικοῦ σταθμοῦ χωροφυλακῆς. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴν τὴν ἐπιγραφὴ καυτηριάζει τὴν συμπεριφορὰ καὶ πρακτικὴ τῶν ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς:

Ἐκ τῶν καπνισμένων αὐτῶν ἀναμνήσεων διέσωσα μίαν ἐπιγραφὴν τὴν ὁποία εἶδα κατὰ τὸ Πάσχα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου τοῦ καταστήματος τῆς χωροφυλακῆς.
«Ἡ χωροφυλακή, ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται τὸ ἰσχυρότερον στήριγμα τῆς κυβερνήσεως»
  Καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐζήτουν νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιγραφῆς, ἤκουσα ἀπὸ τὸ κατῶγι τῆς χωροφυλακῆς πολίτην στενάζοντα, διότι τὴν προηγουμένην εἶχε δαρῆ μέχρι αὐλακώσεως τῶν πλευρῶν του διὰ βουνεύρου.       
 Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου ὁλοκληρώνει τὸ χρονογράφημά του σχολιάζοντας μὲ σκωπτικὴ διάθεση τὸν λόγο τῶν ἱεροκηρύκων στοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγ. Ἑβδομάδος. Θεωρεῖ πὼς ὁ λόγος τους βρίθει κοινοτοπιῶν καὶ ὑπερβολῶν. Ἐξαιρεῖ μόνον τὸν τότε κήρυκα τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Γεώργιο Γέγλε:[5]
Οἱ ἱεροκήρυκες ἐσκόρπισαν καὶ ἐφέτος εἰς τοὺς Ἀθηναϊκοὺς ναοὺς θησαυροὺς φράσεων καὶ περιόδων  καλῶς συντεταγμένων καὶ συνδεομένων διὰ τοῦ δὲ καὶ τοῦ γάρ. … ὁ μόνος ἀναδειχθεὶς ὑπεράνω τῶν κοινοτυπιῶν, ἦτο ὁ ὁμιλήσας εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης καθηγητὴς κ. Γέγλες
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.

Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, λίγες μέρες νωρίτερα, τὴν Μεγάλη Παρασκευή, στὶς 7 Ἀπριλίου 1900, πάλι στὴν ἐφ. «Σκρίπ», σὲ χρόνογράφημά του μὲ τίτλο «ΣΚΕΨΕΙΣ ΡΩΜΗΟΥ (ΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ)» καὶ πάλι μὲ τὴν ὑπογραφὴ Ζ.Π.  ἐκφράζει τὴν ἀπογοήτευσή του γιὰ τὴν ἔλλειψη βυζαντινότροπων ἱεροψαλτῶν στοὺς ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν καὶ σημειώνει πὼς σχεδὸν μοναδικοὶ παραδοσιακοὶ ἱεροψάλτες εἶναι οἱ δύο Σκιάθιοι διηγηματογράφοι Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης:
Ἐφ. «Σκρίπ», φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.

Ἡ βυζαντινὴ ἁπλούστατα κατέπεσεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι δὲν ὑπάρχουν ψάλται. Καὶ σήμερον κινδυνεύουν νὰ μείνουν μόνοι βυζαντινομανεῖς ὁ κ. Παπαδιαμάντης καὶ ὁ κ. Μωραϊτίδης, οἱ δύο ἀσκηταὶ διηγηματογράφοι μας…[6]
ΗΧΩ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ[7]
Καλὴ καὶ ἁγία ἡ συγκέντρωσις εἰς τὸν οἶκον. Καλὸς καὶ ὁ πάτερ-φαμίλιας μὲ τὴν γενειάδα του, καλοὶ καὶ οἱ θρίαμβοι τῶν αὐγῶν μὲ τὴν στερεὰν μύτην, καλῶς ψημένον καὶ τὸ ἀρνί. Ἀλλ᾿ αὐτὴ ἡ ἐρημία τῶν δρόμων τῆς πόλεως, ὁ ἀπότομος ἐξαφανισμὸς τοῦ ὡραίου ἐξωτερικοῦ κόσμου, τῶν ὡραίων μορφῶν, τῶν περιπάτων, τὸ στείρευμα τῶν ποταμῶν τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι βοοῦν εἰς τὰς ὁδοὺς ὅλας τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ χάνονται δύο τρεῖς φορὰς τὸ ἔτος, αὐτὸ βεβαίως δὲν εἶναι εὐφροσύνη. Τὴν στιγμὴν ποὺ σοῦ παρουσιάζεται μὲ ἀλγεβρικὴν στρυφνότητα τὸ πρόβλημα «πῶς θὰ περάσῃς τὴν ὥραν» καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ λύσῃς, εἶσαι ἀσφαλῶς δυστυχὴς ἄνθρωπος. Καὶ αὐτὰ ἔχει ἡ χαρμοσύνη τῆς μεγάλης ἑορτῆς. Φεύγει ἀπὸ τοὺς δρόμους, φεύγει ἀπὸ τὰ πλάτη τοῦ ὑπαίθρου καὶ κλείεται ὑπὸ μίαν στέγην ἢ ἐντὸς μιᾶς μάνδρας ἀποπνιγομένης ἐκ καπνοῦ καὶ κνίσσης. Ἂν τὴν ἡμέραν αὐτὴν γυρίσῃς εἰς τοὺς δρόμους φαίνεσαι ἁπλούστατα ὡς ἐπαίτης ζητιανεύων ζωήν.
*
Μόνον οἱ μπακαλόπαιδες ἀπομένουν κυρίαρχοι τῶν ὑπαιθρίων Ἀθηνῶν κατὰ τὸ Πάσχα. Καὶ εἶναι τόσον ὁρμητικὸν τὸ κέφι τῶν νεαρῶν εὐσάρκων βιοπαλαιστῶν, ὥστε σκορπίζει ἀφθόνως φαιδρότητα εἰς τὴν  κρύαν πόλιν ἡ διέλυσις ἑνὸς βιζαβὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξέχουν χονδροὶ πόδες μὲ τακούνια ὑψωμένα πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ ὅπου διακρίνονται αἱματώδεις λαιμοὶ φουσκωμένοι ἀπὸ τὸ ᾆσμα καὶ κεφαλαὶ λικνιζόμεναι ἐν τῇ εὐδαιμονίᾳ τῆς μέθης. Ὅλα αὐτὰ συγκεντρωμένα εἰς τὸν μαπακαλόπαιδα. Εἶναι ἀληθὴς βιοπαλαιστής. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδαν κάμνει ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἰς ἄλλα μέρη ἔχει ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὰς γνωστὰς ἀπορροφητικὰς μηχανὰς ποὺ ἀναβιβάζουν τὸν οἶνον  ἀπὸ τὰ ὑπόγεια.
Ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς ταλαιπωρίας του ἔχει πάντοτε τὴν ἐρυθρὰν στρογγυλότητα κοκκινογουλίου καὶ τὴν εὐθυμίαν ἐκείνων ποὺ ποτίζει μὲ ρετσινάτον. Ἀνέρχεται τὴν σκάλαν τῶν σπητιῶν τραγουδῶν, μὲ ὅλον τὸ ζεμπίλι τὸ ὁποῖον τοῦ κάθεται εἰς τὸν ὦμον, καὶ φεύγει ὡς Δὸν Ζουὰν φορτωμένος μειδιάματα  καὶ φιλοφρονήσεις δουλικῶν, τὰ ὁποῖα ρίπτουν πάντοτε ἰδιαιτέρως εὐμενῆ βλέμματα πρὸς τὴν μπακαλοπαιδικὴν εὐρωστίαν.

*
Τὸ πασχαλινὸν ξεφάντωμα τῶν στρατώνων εἶναι ἓν δημόσιον θέαμα παρεχόμενον δωρεὰν εἰς τοὺς πλανώμενους ἀνὰ τὴν μελαγχολικὴν πόλιν καὶ ἀναζητοῦντας ματαίως διαβάτας καὶ θόρυβον.
Ἀξίζει δὲ νὰ παρίσταται κανεὶς εἰς τὴν μοναδικὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ «συγκρατοῦσα τοὺς στρατοὺς κτλ.» πειθαρχία τρέπεται εἰς φυγήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μύσταξ τοῦ λοχίου παύει νὰ ἀγριεύῃ πρὸς τὸν στρατιώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δύο ἄκρα τοῦ στρατοῦ, ὁ στρατιώτης καὶ ὁ Βασιλεὺς συναντῶνται ὡς δύο καλοὶ φίλοι καὶ τσιγκρίζουν αὐγά. Ἡ καλλιτέρα ὥρα διὰ νὰ ἴδῃ ἢ μᾶλλον νὰ γευθῇ κανεὶς τὸ Πασχαλινὸν γλέντι τῶν στρατώνων εἶναι ἡ πρωϊνή, ὅταν οἱ καλοὶ ὑπαξιωματικοὶ σᾶς προσφέρουν τοὺς τρυφεροὺς μεζέδες τοῦ ὀβελίου, παρεσκευασμένους κατὰ τὴν ἀνεφίκτου τελειότητος κοκορετσοποιητικὴν τέχνην τῶν ἑλληνικῶν βουνῶν.
Διὰ τοῦτο καὶ τὰς καλλιτέρας ἐντυπώσεις, δηλαδὴ τοὺς καλλίτερους μεζέδες ἀπεκόμισαν οἱ ἐπισκεφθέντες τὰ παραπήγματα ἐκ τοῦ εὐζωνικοῦ τάγματος.

* 

Εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας τὸ στρατιωτικὸν γλέντι κατὰ τὸ Πάσχα ἔχει πάντοτε ἑλληνικώτερον τύπον, ἁπλούστατα διότι καὶ τὸ περιεχόμενον καὶ τὸ περιέχον εἶναι ἑλληνικώτερον, ὁ δὲ ὀβελίας διαμελίζεται ἐπὶ εὐωδιάζοντος στρώματος ἐλατοκλάδων. Οἱ στρατῶνες οἱ μαῦροι καὶ παλαιοί, οἱ διασώζοντες τὴν φυσιογνωμίαν τῶν παλαιῶν ἀνθυγιεινῶν στρατώνων, φαιδρύνονται μὲ τὴν ἄφθονον πρασινάδαν, ἡ ὁποία σκεπάζει  τὰς τριζούσας κλίμακας, καὶ τὰ μακρὰ μπαλκόνια, πλαισιοῦντα τὰς ἀορίστου χρώματος εἰκόνας τῶν Ἑλλήνων Βασιλέων.
Καὶ ἕπεται γλεντοκόπημα ἀντηχοῦν εἰς πᾶσαν τὴν θαμμένην ἐντὸς καπνοῦ ἐπαρχιακὴν πόλιν. Ἐκ τῶν καπνισμένων αὐτῶν ἀναμνήσεων διέσωσα μίαν ἐπιγραφὴν τὴν ὁποία εἶδα κατὰ τὸ Πάσχα ἐπὶ τοῦ ἐξώστου τοῦ καταστήματος τῆς χωροφυλακῆς.
«Ἡ χωροφυλακή, ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται τὸ ἰσχυρότερον στήριγμα τῆς κυβερνήσεως»
Καθ᾿ ἣν στιγμὴν ἐζήτουν νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιγραφῆς, ἤκουσα ἀπὸ τὸ κατῶγι τῆς χωροφυλακῆς πολίτην στενάζοντα, διότι τὴν προηγουμένην εἶχε δαρῆ μέχρι αὐλακώσεως τῶν πλευρῶν του διὰ βουνεύρου.[8]

*
Οἱ ἱεροκήρυκες ἐσκόρπισαν καὶ ἐφέτος εἰς τοὺς Ἀθηναϊκοὺς ναοὺς θησαυροὺς φράσεων καὶ περιόδων  καλῶς συντεταγμένων καὶ συνδεομένων διὰ τοῦ δὲ καὶ τοῦ γάρ. Εἷς ἐξ αὐτῶν ἤρχισε τὸν λόγον του ἀπὸ τὴν φράσιν τοῦ Χριστοῦ «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» καὶ κατέληξεν ὡς ἑξῆς:
—Ἰδοὺ διατί, ἀδελφοὶ ἐν Χριστῷ ὁ Ἐτὲμ ἔφθασε μέχρι Ταράτσας.[9]
Καὶ οὕτω καθ᾿ ἑξῆς. Μοῦ εἶπον ὅτι ὁ μόνος ἀναδειχθεὶς ὑπεράνω τῶν κοινοτυπιῶν, ἦτο ὁ ὁμιλήσας εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Εἰρήνης καθηγητὴς κ. Γέγλες. Οἱ ἄλλοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἐξήντησαν τὸ ἀκροατήριον περισσότερον τῆς σαρακοστῆς.
Ἀλλὰ τὸ ρεκὸρ τὸ κατέχει πάντοτε ὁ γνωστὸς ἐν Ἀθήναις θεολόγος,[10] ὁ ὁποῖος πέρυσι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἤρχισε τὸν λόγον του εἰς τὸν ναόν εἶναι γνωστὸν εἰς ποῖον ναόνὡς ἑξῆς:
—Μολονότι διῆλθον ὅλην τὴν παρελθοῦσαν νύκτα βασανιζόμενος ὑπὸ κοιλιακῶν ἐνοχλήσεων…

Ζ. Π.


[1]Ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, χαρισματική, εὐφυὴς καὶ καλλιεργημένη μορφὴ τῶν γραμμάτων μὲ ξεχωριστὸ ὕφος καὶ παρατηρητικότητα ἄρχισε νὰ ἀρθρογραφεῖ ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν μόλις 16 ἐτῶν στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις» τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη· Διαβάζω, 285 (1992) 58.
[2] Βλ. Φωτεινὴ Κεραμάρη, Ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου ὡς πεζογράφος, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2001, σ. 64, 219.
[3] Στὸ ἴδιο, σ. 68.
[4] Ἀπὸ τὴ Γαλλικὴ ἐπιρρηματικὴ ἔκφραση΄΄vis-à-vis΄΄ ποὺ σημαίνει κατ᾿ ἔναντι. Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου ὀνομάζονταν ἔτσι οἱ ἄμαξες μὲ ἕνα ἢ δύο ἄλογα καὶ μὲ τέσσερις θέσεις ἐπιβατῶν ἔτσι ὥστε νὰ κάθονται ἀνὰ δύο ΄΄βιζαβί΄΄ δηλ. ἀπέναντι, ἀντικριστά.
[5] Γεώργιος Σπ. Γέγλες (Ζάκυνθος 9. 4. 1860 - Ἀθῆναι 1828). Θεολόγος μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Σαρδηνία. Καθηγητὴς στὴν Μέση Ἐκπαίσευση, συγγραφέας θεολογικῶν μελετῶν καὶ ἱεροκήρυκας· βλ. Λεωνίδας Χ. Ζώης, Λεξικὸν ἱστορικὸν καὶ λαογρραφικὸν Ζακύνθου, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1963, σ. 118· Σπυρίδων Ν. Ἀβούρης, «Γέγλες Γεώργιος», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τ. 4, στ. 238.
[6] Ἐφ. Σκρίπ, φ. 1664 / 7. 4. 1900, σ. 1.
[7] Ἐφ. Σκρίπ, φ. 1667 / 11. 4. 1900, σ. 1.
[8] Πρόκειται προφανῶς γιὰ παιδικὴ ἀνάμνηση τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου, ὅταν διέμενε στὸ Καρπενήσι. Γιὰ τὸ διάστημα παραμονῆς τοῦ Παπαντωνίου στὸ Καρπενήσι βλ.  Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου, Ἀλήθεια εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δὲν πρέπει νὰ λέγεται. 90 Παρισινὰ Γράμματα, ἐπιμέλεια – προλογος – εἰσαγωγή Νίκος Α. Ζωρογιαννίδης, ἐκδ. Ἁρμός, σ.  16.
[9] Ὁ Ἐτὲμ Πασᾶς (1851-1909) ἦταν Ὀθωμανὸς στρατιωτικὸς καὶ πολιτικός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897 ἠγήθηκε ὡς ἀρχιστράτηγος τῶν τουρκικῶν στρατευμάτων στὴ Θεσσαλία. Τὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἔφτασαν μέχρι τὸ χωριὸ Ταράτσα, τέσσερα χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Λαμία, ὅπου ἡ ἑλληνικὴ πλευρά ‒μὲ τέχνασμα‒ ἔπεισε  τὸ στρατηγεῖο τῶν Ὀθωμανῶν γιὰ ὑπογραφὴ  ἀνακωχῆς, στὶς 8 Μαΐου 1897, καὶ ἔτσι ἀπεφεύχθη ἡ κατάληψη τῆς Λαμίας.
[10] Ἄγνωστο σὲ ποιὸν ἱεροκήρυκα ἀναφέρεται ὁ Παπαντωνίου. Ἐνδεχομένως, κατὰ πληροφορίαν, πρόκειται περὶ τοῦ Μιχαὴλ Γαλανοῦ (1862-1948), ἱεροκήρυκα καὶ πολιτικοῦ, ἱδρυτικοῦ μέλους τοῦ συλλόγου «Ἀνάπλασις»· βλ. Κωνσταντῖνος Κούρκουλας, «Μιχαὴλ Γαλανός», Ἠθικὴ καὶ Θρησκευτικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, τ. 4, στ. 155-157.
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου