Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ*


Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, στὸν  κατανυκτινὸ ἑσπερινὸ τῆς Ε΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους τοῦ Ψυρρῆ

Στὸν λόγιο ἱεροψάλτη Ἄγγελο Μαντᾶ


Τὸ Πάσχα τοῦ 1900, ὁ λόγιος Καρπενησιώτης Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940) ἀναζητώντας στὴν Ἀθήνα ναό, στὸν ὁποῖο τὰ τροπάρια νὰ ψάλλονται μὲ τὸν πάτριο βυζαντινὸ τρόπο δηλώνει, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι:[1]
 
«Ἡ βυζαντινὴ ἁπλούστατα κατέπεσεν εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι δὲν ὑπάρχουν ψάλται. Εἶναι θλιβερὸν ὅτι καταπίπτουν καὶ οἱ ἀκρογωνιαῖοι  ὀγκόλιθοι τῆς βυζαντινῆς μελῳδίας. Καὶ σήμερον κινδυνεύουν νὰ μείνουν μόνοι βυζαντινομανεῖς ὁ κ. Παπαδιαμάντης καὶ ὁ κ. Μωραϊτίδης, οἱ δύο ἀσκηταὶ διηγηματογράφοι μας».

Ἡ "βυζαντινομανία" τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη (Σκιάθος, 1850-1929) φαίνεται σὲ δημοσιογραφικὸ θρησκευτικὸ λαϊκὸ χρονογράφημά του, ἑπτὰ χρόνια πρὶν τὰ γραφόμενα ἀπ’ τὸν Ζαχαρία Παπαντωνίου, τὸ ὁποῖο δημοσιεύεται στὴν ἐφ. «Νέα Ἐφημερίς» τῆς 15ης Μαρτίου 1893, στὴ στήλη «Μὲ μιὰ πενιά», μὲ τίτλο «Ὁ τελευταῖος τῶν νηστειῶν ἑσπερινός».[2]
Ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, 15.3.1893, σ. 3
Τὸ δημοσίευμα τὸ ὑπογράφει ὡς «Ἐντόπιος», ἕνα ἀπὸ τὰ δημοσιογραφικὰ ψευδώνυμα ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Μωραϊτίδης.[3] Ὁ Α.Μ. δηλώνει πὼς βρέθηκε τὴν προηγούμενη ἡμέρα στὸν ναὸ τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων τοῦ Ψυρρῆ
, ὅπου ἔψαλλε ὁ μαθητὴς τοῦ μεγάλου Πρωτοψάλτη καὶ ἐπιφανοῦς διδασκάλου τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ,[4] ὁ νέος ἱεροψάλτης τοῦ Ναοῦ, ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος.[5]  Ὁ Α. Μ. γοητεύεται ἀπὸ τὴ βυζαντινότροπο ψαλτικὴ δεινότητα τοῦ Παϊσίου, ἰδιαίτερα δὲ ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀποδίδει τὸ ἰδιόμελον τῆς νηστείας τοῦ πέμπτου καὶ τελευταίου κατανυκτικοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς:

«Χθὲς μάλιστα, μετὰ τόσης τέχνης ἔψαλεν εἰς α΄ ἦχον τὸ τελευταῖον, ὡς εἴπομεν, ἰδιόμελον "Θαυμαστὴ τοῦ Σωτῆρος ἡ πρὸς ἡμᾶς φιλάνθρωπος γνώμη... ",[6] ὥστε οἱ εὐτυχήσαντες νὰ παραστῶσι χριστιανοὶ ηὐχήθησαν νὰ ἦσαν καὶ ἄλλοι ἀκόμη, ἰδίως ἐκ τῶν ἀμφιβαλλόντων εἰς τὸ περὶ μουσικῆς ζήτημα, διὰ νὰ ἀκούσωσιν ἰδίοις ὠσὶ πλέον ὁποῖόν τι ὑψηλόν, σεμνόν, γλυκὺ καὶ εὐφρόσυνον εἶναι ἡ βυζαντινὴ ὑμνῳδία».

Ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, 15.3.1893, σ. 3.

Ὁ Α.Μ. ἐπανέρχεται, στὴ συνέχεια, καὶ πάλι στὸν Γ. Ῥαιδεστηνό, καθὼς προτρέπει τοὺς ἐκκλησιαζομένους τῆς περιόδου αὐτῆς νὰ προσέλθουν στοὺς Ἁγίους  Ἀναργύρους τοῦ Ψυρρῆ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα γιὰ νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἡδύτητα τῶν συνθέσεων τοῦ μεγάλου αὐτοῦ διδασκάλου τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς:

«... ὁποία καλλιτεχνικὴ ἀπόλαυσις θὰ εἶναι διὰ τοὺς ἐκκλησιαζομένους ἐν τῷ ναῷ τούτῳ κατὰ τὴν ἐπερχομένην μεγάλην ἑβδομάδα ὅτε διαπρέπουσι διὰ τὴν ἡδύτητα αὐτῶν αἱ μελωδίαι τοὺ Ῥαιδεστηνοῦ, μετὰ πολλῆς γοργότητος  καὶ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ πεποιημέναι».

Ὁ Α.Μ. φαίνεται πὼς εἶχε γνωρίσει τὸν Γ. Ῥαιδεστηνὸ στὸ ταξίδι του στὴν Κωνσταντινούπολη στὰ 1888,[7] ἕνα ἔτος πρὸ τῆς κοιμήσεως του,[8] καθότι στὸν τόμο «Κωνσταντινούπολις» τῆς σειρᾶς τῶν ταξιδιωτικῶν του "Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα" ὁ Μωραϊτίδης ἀναφέρει:[9]

«Εἶναι οἱ Καραμανλῆδες τὸ πολυπληθέστερον ἐκκλησίασμα εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον τοῦ Τζουμπαλῆ. Καὶ ἔχουν πρωτοψάλτην ἐκεῖ τὸν περιώνυμον διδάσκαλον Γεώργιον τὸν Ῥαιδεστηνόν, ὅστις τοὺς ἔχει συνηθίσει εἰς τὰς σεμνὰς καὶ ὡραίας μελῳδίας. Διηγοῦνται μάλιστα ὅτι κατὰ τὴν νύκτα τῶν Χριστουγέννων, μιὰ χρονιά, ἐκεῖ ὅπου ὁ Ῥαιδεστηνός, ἔνθεος ὅλως, ἀπήγγειλε τὸ Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἕνας ἀπ’ τοὺς εὐσεβεῖς ἐκείνους Καραμανλῆδες, ἀφαιρεθεὶς ἀπὸ τὴν μελῳδικὴν ἐκείνην ἀνάβασιν, ἀνεφώνησεν:
   Ἀμάν!
Ὅταν δὲ ὁ Πρωτοψάλτης ἐξακολουθῶν, ἀκόμη ὑψηλότερον, ἀκόμη γλυκύτερον, ἀπήγγειλε: Χριστὸς ἐπὶ γῆς ὑψώθητε, ὁ αὐτὸς εὐλαβέστατος Χριστιανὸς προσέθηκε μὲ ὅλην του τὴν καρδίαν:
Ἀσκ-ολσούν! (Εὖγε!)

Τὸν Γεώργιο Ῥαιδεστηνὸ ἀναφέρει ὁ Μωραϊτίδης καὶ στὸ διήγημά του «Ἡ Πορταΐτισσα» (1899), ὅπου ὁ καπετὰν-Μαμμῆς, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, ἀναφέρει ὅτι στὰ ταξίδια του στὴν Κωνσταντινούπολη:[10]

«Τὴν Κυριακὴν τὸ πρωῒ θὰ πηγαίναμε στὴν Ἐκκλησία, ν’ ἀκούσωμεν τὴν Λειτουργίαν μας. Πότε εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον τοῦ Γαλατᾶ, ποὺ πηγαίνουν ὅλοι οἱ Κεφαλλονῆτες, πότε στοῦ Τζουμπαλῆ ποὺ συχνάζουν ὅλα τὰ ἰσνάφια τῆς Σταμποὺλ μὲ εὐλάβεια, πότε εἰς τὸ Φανάρι νὰ ἰδοῦμεν τὸν Πατριάρχην μας καὶ ν’ ἀκούσωμεν τὸν Ῥαιδεστηνὸν τὸν πρωτοψάλτην».

Πιθανολογεῖται, πὼς ὁ Γ. Ῥαιδεστηνὸς ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα καὶ γνώρισε τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.[11]
Γεώργιος Ραιδεστινὸς Β΄, 
Φωτοτσιγκογραφία, 
[Βιβλιοθήκη ΙΝΕ/ΕΙΕ], 
«Ἦτο χονδροκαμωμένος, \
τραχὺς τὸ παράστημα, 
μὲ ἕνα βλέμμα ὅμως ἀστραπηβόλον».
Στὰ 1907, στὶς 18 Ἀπριλίου, πρωτοσέλιδα  στὴ ἐφ. «Ἀθῆναι», ὁ Α. Μ. δημοσιεύει ἐκτενὲς ἄρθρο γιὰ τὸν Γ. Ῥαιδεστηνό, ὅπου ἀναφέρεται καὶ στὴν προσωπική τους συνάντηση στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅταν πλέον ὁ Ῥαιδεστηνὸς εἶχε ἀφυπηρετήσει ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ Α.Μ. διηγεῖται ὅτι:[12]

«...ὅταν ἐλθὼν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν Ἰωακεὶμ τὸν Γ΄, ὡς μὴ ἀποσπώμενος ὀλίγον ἀπὸ τὸ Σαλὶ-Παζάρ, ἀπελύθη ἀπὸ τὸ Φανάριον, ὑπήγαμεν μὲ ἄλλους φίλους του νὰ τὸν ἐπισκεφθῶμεν εἰς τὸν οἶκον του. Ἦτο ἐξηπλωμένος μακαρίως ἐπὶ τοῦ τουρκικοῦ διβανίου του καὶ ἐτερέτιζε νέαν τινὰ μουσικὴν σύνθεσίν του:
—Πῶς εἶσαι δάσκαλε; Ἐχαιρετίσαμεν.
—Ἀργὸς καὶ μετὰ μέλους! ἀπήντησε χαριέντως ὁ Ῥαιδεστηνός». 

Ἐκφράζει τὸν θαυμασμό του γιὰ τὶς ψαλτικὲς καὶ μουσικολογικὲς ἀρετὲς τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ, καθὼς δὲν διστάζει νὰ δηλώσει ὅτι:[13]

 «Εἶναι ὁ Ῥαιδεστηνὸς ὁ Εὐρυπίδης τῶν τραγικῶν εἰς τὸ πάθος, χωρὶς νὰ παραβλάψῃ τὴν ἱεροπρεπῆ τοῦ Αἰσχύλου σεμνότητα».

Αὐτόγραφο Γεωργίου Ραιδεστινοῦ, 
[https://www.enanews.gr].
Ὁ Α.Μ. ὁλοκληρώνει τὸ χρονογράφημά του γιὰ τὸν τελευταῖο ἑσπερινὸ τῶν νηστειῶν, μὲ χαριτολογικὸ καὶ συγχρόνως διακριτικῶς δηκτικὸ σχόλιο σχετικὰ μὲ τὴν θέση τῶν γυναικῶν στὸν ναὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ,[14] καθὼς διαπιστώνει πὼς καταλάμβάνουν καὶ τὴν ἀριστερὴ καὶ τὴν δεξιὰ πλευρὰ τοῦ ναοῦ:

«Συγχαίρομεν τὰς ἐκκλησιαζομένας ἐν τῷ ναῷ τούτῳ, διότι δυστυχῶς διὰ τοὺς ἄνδρας δὲν ὑπάρχει θέσις ἐν αὐτῷ· ἐκτὸς ἂν ὁρισθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ γυναικωνῖτις, ἡ ὁποία παραμένει κενή, τῶν γυναικῶν καταλαμβανουσῶν καὶ τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν στοὰν τοῦ ναοῦ».

 Τέλος, συγχαίρει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Ναοῦ γιὰ τὴν ἄκρως ἐπιτυχημένη πρόσληψη τοῦ ἱεροψάλτου Παϊσίου:  

«...συγχαίρομεν τοὺς κ.κ. ἐπιτρόπους διὰ τὴν καλὴν ἐκλογὴν τοῦ ἱεροψάλτου».

Ἐφ. Ἀθῆναι, 18.4.1907, σ.1.
Ὅμως, δεκατέσσερα χρόνια ἀργότερα στὸ χρονογράφημά του γιὰ τὸν Γεώργιο Ῥαιδεστηνὸ μέμφεται τοὺς ἐπιτρόπους τῶν ναῶν τῶν Ἀθηνῶν, διότι δὲν φροντίζουν γιὰ τὴν ἐπάνδρωση τῶς ἱεροψαλτικῶν χορῶν μὲ καταρτισμένους μύστες τῆς
Ἐφ. Ἀθῆναι, 18.4.1907, σ.1.
Βυζαντινῆς μουσικῆς
:[15]

«Ὅλοι οἱ μύσται τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς  ἐνταῦθα μετὰ ἰδιαιτέρας χαρᾶς καὶ εὐλαβείας θέλουν νὰ ἐκτελοῦν τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ τὰ μέλη, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκουν τὴν δέουσαν ὑποστήριξιν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτρόπων, φειδωλευομένων περὶ τὴν συγκρότησιν τῶν χορῶν, ἀφίνοντας τοὺς πρωτοψάλτας ξηροὺς ἄνευ τῶν ἀπαραιτήτων δομεστίχων».

*****

ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

ΜΕ ΜΙΑ ΠΕΝΙΑ
Ὁ τελευταῖος τῶν νηστειῶν ἑσπερινός

Γνωρίζετε ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἁγίαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὸν ἑσπερινὸν τῆς Κυριακῆς ὑπάρχει ἀνὰ ἓν τροπάριον ‒ἰδιόμελον‒ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς νηστείας καὶ τῶν ἀρετῶν αὐτῆς  ἀναφερόμενον, τὸ ὁποῖον τονισμένον εὔμορφα ψάλλεται ἀργῶς μετὰ γλυκυτάτου μέλους;
Λοιπόν, χθὲς Κυριακὴν πέμπτην τῶν νηστειῶν, ἥτις θεωρεῖται ἡ τελευταία τῆς τεσσαρακοστῆς, ἐψάλη ὁ τελευταῖος ἑσπερινός, ἀλλὰ ποῦ, θαρρεῖτε; Εἰς τὸν ναὸν τῶν ἁγίων Ἀναργύρων, ἐν τῇ συνοικίᾳ Ψυρρῇ. Ἐκεῖ καθ’ ὅλας τὰς Κυριακὰς διῆλθον κατανυκτικὰς ὥρας οἱ ἐρασταὶ τῆς γνησίας βυζαντινῆς μουσικῆς· διότι ἐν τῷ ναῷ τούτῳ προσελήφθη ἐσχάτως ὡς ψάλτης εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν τοῦ ἀοιδίμου μουσικοδιδασκάλου Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ, ὁ ἱερομόναχος Παΐσιος, σεμνότατα καὶ γλυκύτατα ἐκτελῶν τὰ εὔμορφα βυζαντινὰ μουσουργήματα. Χθὲς μάλιστα μετὰ τόσης τέχνης ἔψαλεν εἰς α΄ ἦχον τὸ τελευταῖον, ὡς εἴπομεν, ἰδιόμελον «Θαυμαστὴ τοῦ Σωτῆρος ἡ πρὸς ἡμᾶς φιλάνθρωπος γνώμη...», ὥστε οἱ εὐτυχήσαντες νὰ παραστῶσι χριστιανοὶ ηὐχήθησαν νὰ ἦσαν καὶ ἄλλοι ἀκόμη, ἰδίως ἐκ τῶν ἀμφιβαλλόντων εἰς τὸ περὶ μουσικῆς ζήτημα, διὰ νὰ ἀκούσωσιν ‒ἰδίοις ὠσὶ πλέον‒ ὁποῖόν τι ὑψηλόν, σεμνόν, γλυκὺ καὶ εὐφρόσυνον εἶναι ἡ βυζαντινὴ ὑμνῳδία, ἡ γνησία, ἡ ἐπιστημονική, ἡ ἀπὸ διφθέρας. Φανταζόμεθα δὲ ὁποία καλλιτεχνικὴ ἀπόλαυσις θὰ εἶναι διὰ τοὺς ἐκκλησιαζομένους ἐν τῷ ναῷ τούτῳ κατὰ τὴν ἐπερχομένην Μεγάλην Ἑβδομάδα ὅτε διαπρέπουσι διὰ τὴν ἡδύτητα αὐτῶν αἱ μελῳδίαι τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ, μετὰ πολλῆς γοργότητος  καὶ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ πεποιημέναι. Συγχαίρομεν τὰς ἐκκλησιαζομένας ἐν τῷ ναῷ τούτῳ, διότι δυστυχῶς διὰ τοὺς ἄνδρας δὲν ὑπάρχει θέσις ἐν αὐτῷ· ἐκτὸς ἂν ὁρισθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ γυναικωνῖτις, ἡ ὁποία παραμένει κενή, τῶν γυναικῶν καταλαμβανουσῶν καὶ τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστερὰν στοὰν τοῦ ναοῦ.
Ἐν τούτοις ἂν καὶ λυπούμεθα διότι δὲν ἔχομεν θέσιν ἐν αὐτῷ, συγχαίρομεν τοὺς κ.κ. ἐπιτρόπους διὰ τὴν καλὴν ἐκλογὴν τοῦ ἱεροψάλτου καὶ διὰ τὰς ἰδέας ὧν ἐμφοροῦνται εἰς τὸ περὶ μουσικῆς ζήτημα.
Ἐντόπιος
————

ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ
Τὰς ἡμέρας αὐτάς, ὅπου ὁ κόσμος ἀναζητεῖ τὴν καλὴν ἐκκλησιαστικὴν μουσικήν, ὥς τι κειμήλιον ἀπολεσθέν, καὶ τρέχει ὅπου ἀκούσῃ ὅτι καλῶς ἐκτελεῖται αὕτη, μεγάλη συγκέντρωσις πιστῶν γίνεται εἰς ἐκείνους τοὺς Ναούς, ὅπου οἱ ψάλται ἐκτελοῦν πιστῶς τὰς μελῳδίας Γεωργίου τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ.
Εἶναι ὁ τελευταῖος εἰς τοὺς χρόνους μας Πρωτοψάλτης, εἰς τὴν ἀληθινὴν τῆς λέξεως σημασίαν. Οὐχὶ δηλ. ἐκτελεστὴς ἁπλοῦς τῶν ἀρχαίων βυζαντινῶν μελῶν, ἀλλὰ δημιουργὸς νέων μελῳδημάτων, ἐπὶ τῆς ἀρχαίας πάντοτε γραμμῆς αὐστηρῶς ἡρμοσμένων. Τὸ βιβλίον του, περιέχον ὅλους τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶναι ἀπὸ τὰ κλασικὰ πλέον ἔργα τῆς βυζαντινῆς Μούσης, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Γεώργιος Ῥαιδεστηνὸς ἀπηθανατίσθη, ἀναδειχθεὶς κορυφαῖος μεταξὺ ὅλης τῆς χορείας τῶν παλαιῶν διδασκάλων. Τὸ μυστήριον, διὰ τοῦ ὁποίου κατώρθωσεν ὁ Ῥαιδεστηνὸς τὸ ἀνδραγάθημα τοῦτο, δὲν εἶναί τι ἄγνωστον εἰς τὰ μεγάλα δημιουργικὰ πνεύματα. Εἰς τὰ ἀρχαῖα μέλη, χωρὶς νὰ παραβλάψῃ τὸ σεμνὸν αὐτῶν, κατώρθωσε νὰ δώσῃ νέαν ζωήν, διὰ τῶν ἐγκατασπαρεισῶν ἐνιαχοῦ τῶν τροπαρίων θέσεων τῆς ἰδιαιτέρας του ἐμπνεύσεως, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἀρχαῖα μέλη ἀπέκτησαν κίνησιν καὶ ζωήν, τὴν ὁποίαν δὲ εἶχον ἕως τότε φανεράν. Τοῦτο ἐπέτυχεν εἰς ἀπίστευτον βαθμὸν ὁ Ῥαιδεστηνός, σχετίσας πολὺ-πολὺ τὴν ποίησιν τῶν τροπαρίων μετὰ τοῦ μέλους, ὥστε ν’ ἀποτελέσουν τὰ δύο ἓν ἀναπόσπαστον σύνολον ὡς σῶμα καὶ ψυχή. Καὶ ὅπου παθαίνεται ἡ ποίησις νὰ παθαίνεται ἡ μελῳδία. Ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ ποίησις νὰ αἰσθάνεται καὶ ἡ μελῳδία. Τὸ τοιοῦτο παρατηρεῖται καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους μελοποιούς, ἀλλὰ συνήθως ἀπὸ λέξεως εἰς λέξιν, καὶ ὄχι  ἐν συνόλῳ, ὅπερ παραλύει τὴν μελῳδίαν διακόπτον τὴν συνέχειαν αὐτῆς. Ἐνῷ ὁ Ῥαιδεστηνὸς ὅλην τοῦ τροπαρίου τὴν ποίησιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ μέλους, ἀποτελέσας μίαν νέαν ἁρμονίαν καλλιτεχνικωτάτην.
*
Οὕτως ὁ Ῥαιδεστηνὸς δὲν εἶναι μόνον ψάλτης ἀλλὰ ποιητὴς-ψάλτης. Ἔχει φωνὰς διὰ τὸ πένθος καὶ φωνὰς διὰ τὴν χαράν. Φωνὰς διὰ τὴν γῆν καὶ φωνὰς διὰ τὸν οὐρανόν. Καὶ περιπλέον φωνὰς διὰ τὰ ὑπὸ τὴν γῆν, διὰ τὰ καταχθόνια. Φωνὰς δι’ ὅλα τὰ ψυχικὰ πάθη. Ὁ Ῥαιδεστηνὸς διὰ τῆς μελῳδίας του χορεύει καὶ ἅλλεται ἐξεγειρόμενος. Καὶ πάλιν ἠρεμεῖ καὶ ὑπνοῖ βαθμηδὸν καθεύδων τὴν ἱερὰν ἀταραξίαν. Ὅταν ψάλλῃ τὸ περίφημον τῆς Μεγάλης Δευτέρας τροπάριον «Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ...» εὑρίσκεται εἰς ὁδοιπορίαν. Καὶ σὲ παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ περιπατεῖς μαζί του, μὲ τὸ τροπάριον, μὲ βῆμα ρυθμικὸν κανονικώτατα, σὰν στρατιώτης γυμνασμένος. Θαρρεῖς, πὼς εἶσαι μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἀκολουθεῖς τὸν Χριστὸν εἰς τὴν τελευταίαν του ἐκείνην ὁδοιπορίαν, καὶ «ἀναβαίνεις εἰς Ἱεροσόλυμα», ὅταν ἔξαφνα εἰς τὸ «Παραδοθήσεται», ἐξανοίγῃς ἐμπρός σου τὴν σπεῖραν τῶν Ἰουδαίων τὴν αἱμοχαρῆ. Μὲ τὴν λέξιν «νεκρωθῶμεν» παραιτεῖς, χάριν μιᾶς τοιαύτης γλυκυτάτης ῥαιδεστινείου μελῳδίας, «ὅλας τὰς τοῦ βίου ἡδονάς» καὶ ἔξαφνα ἰδού, εὑρίσκεσαι εἰς τὴν «Ἄνω Ἱερουσαλήμ» μετέωρος ἀπὸ τὴν μάγον τοῦ Διδασκάλου τέχνην ’σὰν εἰς ἓν ἀερόστατον. Ὁμοίως καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τροπάρια.
Δὲν τὰ ἀκούεις μόνον ἁπλῶς, ἀλλὰ ἀγωνιᾷς μαζί των. Ὀδυνόμενος ὁ Ῥαιδεστηνὸς σὲ κάμνει νὰ ὀδυνᾶσαι, πονῶν σὲ κάμνει νὰ πονῇς, χορεύων σὲ κάμνει νὰ χορεύῃς. Ὅταν ψάλλῃ: «Ἰδοὺ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου» ὁμιλεῖ μὲ τὸν οὐρανόν. Ὅταν ἐκφωνῇ τὸ «παραδίδομαι ἁμαρτωλῶν χερσίν» ὁμιλεῖ μὲ τὴν γῆν, καὶ ὅταν βαθειὰ-βαθειὰ ἀναμέλπῃ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του τὸ «ταφῇ παραδόντες» θαρρεῖς πὼς ἀκούεις τὴν φωνήν του ἀπὸ τὰ καταχθόνια. Εἶναι ὁ Ῥαιδεστηνὸς ὁ Εὐρυπίδης τῶν τραγικῶν εἰς τὸ πάθος, χωρὶς νὰ παραβλάψῃ τὴν ἱεροπρεπῆ τοῦ Αἰσχύλου σεμνότητα.

*
Εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον τοῦ Τζουμπαλῆ, ὅπου ἔψαλλε τελευταῖον, μετέβαινεν ὅλη ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Γένους νὰ τὸν ἀκούῃ ἀπὸ τὰ τετραπέρατα τῆς πόλεως. Ἦτο χονδροκαμωμένος, τραχὺς τὸ παράστημα, μὲ ἕνα βλέμμα ὅμως ἀστραπηβόλον. Ἡ φωνή του ἦτο βαρυτόνου φωνή. Καὶ ὄχι τόσον γλυκεία. Ὀλίγον βραχνὴ ἀπὸ τὸ Σαμιώτικο κρασὶ τοῦ Σαλί-παζάρ, μὲ τὸ ὁποῖον ἐθάρρει νὰ τὴν γλυκάνῃ ὁ μέγας καλλιτέχνης. Ἀλλ’ ὅ,τι τὸν ἐστέρησεν ἡ φύσις, τὸ κατέκτησε διὰ τῆς τέχνης. Ἀκίνητος εἰς τὸ στασίδι του. Κι οἱ Καραμανλῆδες ἔμποροι, οἱ πλούσιοι χορηγοὶ τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐνορίας, γύρω-γύρω χωρὶς οὐδὲ ἀνασασμὸν νὰ παίρνουν.
Μιὰ φορά ‒ἦταν Χριστούγεννα‒ καὶ ὁ Ῥαιδεστηνὸς ἔψαλλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται». Εἰς τὴν ἀμίμητον μουσικὴν θέσιν «Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν» ἕνας Καραμανλῆς συναρπαγεὶς μαζί του ἐφώναξεν:
—Ἀμάν!
Ὅταν δὲ προχωρῶν εἰς τὰ ὕψη ἀκόμη, ὁ ἔνθους ψάλτης, ἐδημιούργει τὴν θέσιν: «Ὑψώθητε» ἕνας ἄλλος Καραμανλῆς εἰς τὰ σύννεφα αἴφνης εὑρεθεὶς, προσέθηκεν:
—Ἀσκονσούλ! (Χαρὰ σ’ ἐσέ! Εὖγε σου!)
Ἄλλην φορὰν ἔψαλλε τὰς Καταβασίας τῆς Ἀναλήψεως, ὅτε ὁ Πατριάρχης ποὺ ἐχοροστάτει, τόσον ᾐχμαλωτίσθη ἀπὸ τὴν μαγικὴν ἐκείνην μελῳδίαν τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ, ὥστε εἰς τὴν θέσιν «καταποντίσαντι» τοῦ ἔπεσεν ἡ πατερίτσα ἀπὸ τὰς χεῖρας του, καταποντισθεῖσα μαζὶ μὲ τοὺς τριστάτας καὶ τὰ ἅρματα τῶν Αἰγυπτίων ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ...
*
Ἦτο δὲ μεγαλοπρεπῶς ἀφελὴς ὁ μέγας Πρωτοψάλτης. Ὅταν ἐλθὼν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν Ἰωακεὶμ τὸν Γ΄, ὡς μὴ ἀποσπώμενος ὀλίγον ἀπὸ τὸ Σαλὶ-Παζάρ, ἀπελύθη ἀπὸ τὸ Φανάριον, ὑπήγαμεν μὲ ἄλλους φίλους του νὰ τὸν ἐπισκεφθῶμεν εἰς τὸν οἶκόν του. Ἦτο ἐξηπλωμένος μακαρίως ἐπὶ τοῦ τουρκικοῦ διβανίου του καὶ ἐτερέτιζε νέαν τινὰ μουσικὴν σύνθεσίν του:
—Πῶς εἶσαι δάσκαλε; Ἐχαιρετίσαμεν.
—Ἀργὸς καὶ μετὰ μέλους! ἀπήντησε χαριέντως ὁ Ῥαιδεστηνός, παραλλάσων εὐφυῶς τὴν τυπικὴν σημείωσιν τροπαρίων τινῶν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψάλλωνται ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους... 

*
Ὅλοι οἱ μύσται τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς  ἐνταῦθα μετὰ ἰδιαιτέρας χαρᾶς καὶ εὐλαβείας θέλουν νὰ ἐκτελοῦν τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ τὰ μέλη, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκουν τὴν δέουσαν ὑποστήριξιν ἐκ μέρους τῶν ἐπιτρόπων, φειδωλευομένων περὶ τὴν συγκρότησιν τῶν χορῶν, ἀφίνοντας τοὺς πρωτοψάλτας ξηροὺς ἄνευ τῶν ἀπαραιτήτων δομεστίχων. Ἰδίως δὲ χαίρει ἐκτελῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ἀρχισυντάκτης τῆς μουσικῆς ἐφημερίδος Φ ό ρ μ ι γ γ ο ς, κ. Ι. Τσώκλης, ἐνθουσιώδης θιασώτης τῶν πατρίων.
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ



Σημ: Εὐχαριστίες πολλὲς γιὰ τὴ βοηθειά τους: στὸν π. Νεκτάριο Μαμαλοῦγκο, τὸν π. Κωνστανῖνο Καλλιανό, τὸν Δημήτρη Σκρέκα, τὸν Ἰωάννη Ἀρβανίτη καὶ τὸν Χαρίτωνα Καρανάσιο.




Πρώτη δημοσίευση, στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 867/ 3.4.2020, σελ. 11-14.





[1].  Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Σκέψεις Ρωμηοῦ (Αἱ ἡμέραι τῶν Παθῶν)», ἐφ. Σκρίπ, 7.4.1900, σ. 1.
[2]. Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Ὁ τελευταῖος τῶν νηστειῶν ἑσπερινός», ἐφ. Νέα Ἐφημερίς, 15.3.1893, σ. 3.
[3]. «Στὰ ταξιδιωτικὰ κείμενα χρησιμοποιοῦσε τὰ ψευδώνυμα "Ταξειδιώτης", "Μ.", "Σφίγξ",  "Ἐντόπιος", καὶ  "Ὁ Τ. "· βλ. Ροδάνθη Βαλερᾶ - Κουνάβα, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. (1850-1929). Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Διηγηματογραφικοῦ του ἔργου, ἐκδ. Βιβλιογονία, Ἀθήνα 1996,  σ. 240.
[4]. Περὶ  τοῦ βίου καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ τοῦ Β΄ (Ῥαιδεστὸς 1833- Κωνσταντινούπολις 1889), Πρωτοψάλτου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, βλ. Γεώργιος Ι. Παπαδόπουλος, Συμβολαὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς παρ’ ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἀθῆναι 1890, σ. 364-366, ὅπου χαρακτηριστικὰ σημειώνει πώς, «προκειμένου περὶ τῆς μουσικῆς ἀξίας τοῦ βιογραφουμένου μουσικοδιδασκάλου προβάλλομεν τὸ τοῦ Κικέρωνος, ὅτι "ἡ πραγματικὴ ἀξία, τὰ πράγματα, ἦσαν ὄντως ἀνώτερα τῆς φήμης"».
[5]. Σχετικὰ μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Γ. Ῥαιδεστηνοῦ ἀναφέρεται πὼς: «Ὁ Ῥαιδεστινὸς κατέλιπεν ὀλίγους μὲν μαθητὰς ἀλλ’ ἐμπείρους καὶ πιστοὺς μιμητὰς τοῦ ὕφους αὐτοῦ»· Παπαδόπουλος, Συμβολαί, σ. 365.
[6]. Τῇ Κυριακῇ Ε´ Νηστειῶν ἑσπέρας.
Ἰδιόμελον. Ἦχος α´.
Θαυμαστὴ τοῦ Σωτῆρος, ἡ δι᾿ ἡμᾶς φιλάνθρωπος γνώμη· τῶν μελλόντων γὰρ τὴν γνῶσιν, ὡς παρόντων κεκτημένος, τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ Πλουσίου, τὸν βίον ἐστηλίτευσε· τῶν ἑκατέρων οὖν τὸ τέλος ἐνοπτριζόμενοι, τοῦ μὲν φύγωμεν, τὸ ἀπηνὲς καὶ μισάνθρωπον, τοῦ δὲ ζηλώσωμεν, τὸ καρτερὲς καὶ μακρόθυμον, πρὸς τὸ σὺν αὐτῷ τοῦ Ἀβραὰμ κόλποις, ἐνθαλπόμενοι βοᾶν· Δικαιοκρῖτα Κύριε, δόξα σοι.
[7]. «Ἀπὸ τοῦ 1876 μέχρι τοῦ θανάτου του, τὸ 1889, ἔψαλλε στοὺς πλέον ὀνομαστοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως»· Χαράλαμπος Καρακατσάνης, Ἀναστασιματάριον Γεωργίου Ῥαιδεστηνοῦ τοῦ Β΄, Ἀθῆναι 2012, σ. 7. · «Ὅτε τὸ πρῶτον εἶχον ἐπισκεφθεῖ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀπέστειλα τὰς ἐντυπώσεις μου πρὸς τὴν «Νέαν Ἐφημερίδα» διὰ συντόμου ἐπιστολῆς μου, ἥτις ἐδημοσιεύθη ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 19 Αὐγούστου 1888», βλ. Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα, Ταξείδια - Περιγραφαὶ - Ἐντυπώσεις, «Κωνσταντινούπολις», ἐκδόσεις Ἰ. Ν. Σιδέρης, Ἀθῆναι 1923, τ. Β΄, σ. 6. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Μωραϊτίδη ἀπὸ τὴν Κωνσταντνινούπολη εἶναι χρονολογημένη στὶς 10 Αὐγούστου 1888, καὶ ἀναφέρει ὡς ἡμερομηνία ἀφίξεώς του στὴν Πόλη τὴν 9η Αὐγ. 1888.
[8]. Περιγραφή του, ἀπὸ τὴ συναντησή τους, καταγράφει ὁ Α.Μ.: «Ἦτο χονδροκαμωμένος, τραχὺς τὸ παράστημα, μὲ ἕνα βλέμμα ὅμως ἀστραπηβόλον. Ἡ φωνή του ἦτο βαρυτόνου φωνή. Καὶ ὄχι τόσον γλυκεία. Ὀλίγον βραχνὴ ἀπὸ τὸ Σαμιώτικο κρασὶ τοῦ Σαλί-παζάρ, μὲ τὸ ὁποῖον ἐθάρρει νὰ τὴν γλυκάνῃ ὁ μέγας καλλιτέχνης. Ἀλλ’ ὅ,τι τὸν ἐστέρησεν ἡ φύσις, τὸ κατέκτησε διὰ τῆς τέχνης. Ἀκίνητος εἰς τὸ στασίδι του. Κι οἱ Καραμανλῆδες ἔμποροι, οἱ πλούσιοι χορηγοὶ τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐνορίας, γύρω-γύρω χωρὶς οὐδὲ ἀνασασμὸν νὰ παίρνουν».· Α. Μωραϊτίδης, «Ὁ τελευταῖος Πρωτοψάλτης»,  Ἐφ. Ἀθῆναι, 18.4.1907, σ. 1.
[9] . Μωραϊτίδης, Μὲ τοῦ βορηᾶ τὰ κύματα, τ. Β΄, σ. 145.
[10]. Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Διηγήματα, ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδόσεις Γνώση καὶ Στιγμή, Ἀθήνα 1990, τ. Β΄, σ. 215.
[11]. «Ὅταν ὁ Ῥαιδεστηνὸς ἐπισκέφθηκε τὴν Ἀθήνα γνωρίστηκε μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη»· Χαράλαμπος Καρακατσάνης, Ἀναστασιματάριον, σ. 8.
[12]. Α. Μωραϊτίδης, «Ὁ τελευταῖος Πρωτοψάλτης»,  Ἐφ. Ἀθῆναι, 18.4.1907, σ.1· τὸ ἄρθρο ἀναδημοσιεύται τὸ 1918 στὸ περιοδικὸ «Τρεῖς Ἱεράρχαι», τεῦχ. 419, σ. 63-64.
[13]. Μωραϊτίδης, «Ὁ τελευταῖος Πρωτοψάλτης», σ.1.
[14]. «Ἀριθ. Πρωτ. 660. Διεκ. 116. Περὶ του ὅτι αἱ γυναῖκες ὀφείλουσι προσεύχεσθαι ἐν τῷ ὡρισμένῳ αὐταῖς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τόπῳ. Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς ἀνὰ τὸ Κράτος Σεβ. Ἱεράρχας, τοὺς εὐλαβεστάτους ἐφημερίους καὶ ἐπιτρόπους τῶν ἐκκλησιῶν καὶ πρὸς ἅπαν τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα
...Τὴν ἰδιαιτέραν ὅμως τανῦν τῆς Συνόδου προσοχὴν κυρίως ἐφείλκυσεν, ἡ θρησκευτικὴν ἀδιαφορίαν καὶ ὀλιγωρίαν ἅμα δεικνύουσα τῶν ἀρχαίων ἐθίμων ἐμφάνισις ἀτόπου νεωτερισμοῦ, καθ’ ὃν αἱ γυναῖκες οὐχὶ ἐν τῷ ὡρισμένῳ αὐταῖς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τόπῳ ἵστανται καὶ προσεύχονται, ὡς ἐν  τῇ Ἐκκλησίᾳ εἴθισται καὶ πολλαχοῦ κατ’ ἀκρίβειαν τηρεῖται, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀναμὶξ μετ’ ἀνδρῶν ἐκκλησιαζόμεναι προσεύχονται, ὅπερ αἰτία ἐπικρίσεων, βλάβης ψυχικῆς καὶ μάλιστα μομφῆς ἐπ’ ἀκηδίᾳ κατὰ τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ἐγένετο ... Ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος... ἀπαγορεύει ῥητῶς διὰ τοῦ παρόντος αὐτῆς Συνοδικοῦ γράμματος τὸ ἄνδρας μετὰ γυναικῶν ἀναμὶξ προσεύχεσθαι ἐν ταῖς τοῦ Χριστοῦ ἁγίαις ἐκκλησίαις, ὡς ἔκνομον καὶ ἄθεσμον, καὶ προτρέπει, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς, πρὸς ἄρσιν τῆς κακῆς συνηθείας, αἱ μὲν ἄνδρες τῶν θείων ἱεροτελεστιῶν τελουμένων, ἐν τῇ προσδιωρισμένῃ αὐτοῖς θέσει μένωσι καὶ προσεύχονται, αἱ δὲ γυναῖκες ἐν τῷ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν κεχωρισμένῳ τόπῳ, τῷ κοινῶς λεγομένῳ γυναιτίκι, μετὰ κοσμιότητος τὰς πρὸς τὸν Θεὸν εὐχὰς αὐτῶν ἀναφέρωσι... Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Νοεμβρίου 1884... Ὁ Γραμματεὺς Προκόπιος Β. Οἰκονομίδης»· Στέφανος Γιαννόπουλος, Συλλογὴ τῶν ἐγκυκλίων τῆς  Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1901, Ἀθῆναι, [Τυπογραφεῖον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας], σ. 621-622. 
[15]. Μωραϊτίδης, «Ὁ τελευταῖος Πρωτοψάλτης», σ.1.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου