Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, "ΕΙΝΑΙ';" ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1904

 

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ὁ Ἀττικὸς ἥλιος καὶ οἱ Τοσουλάκηδες τῶν Χριστουγέννων

 

Ζαχαρίας Παπαντωνίου,
ἀκρυλικὸ σὲ χαρτί,
 ἔργο (2021) τοῦ Κώστα Ντιό.


Τὸ Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 1904, ὁ ἐκ Καρπενησίου καταγόμενος λογοτέχνης, δημοσιογράφος καὶ ἀκαδημαϊκὸς Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) δημοσιεύει, στὴν ἐφημερίδα Σκρίπ, στὴ στήλη «Ἐντυπώσεις καὶ σκέψεις», ἐπίκαιρο χριστουγεννιάτικο χρονογράφημα, μὲ τίτλο «Εἶναι;», τὸ ὁποῖο ὑπογράφει ὡς «Ζ. Π.». Πραγματεύεται τὸ ζήτημα τῶν ἤπιων καιρικῶν συνθηκῶν ποὺ ἐπικρατοῦν τὴν περίοδο τῶν Χριστουγέννων τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἀλλὰ καὶ ἄλλες χρονιές στὴν Ἀθήνα, ποὺ παραπέμπουν περισσότερο σὲ ἀνοιξιάτικο καιρό. Μὲ τὴ γνωστὴ διάθεση λεπτῆς εἰρωνίας καὶ αὐτοσαρκασμοῦ, ποὺ χαρακτηρίζουν τὰ χρονογραφήματά του, σημειώνει ὅτι, ἐνῶ παιδιόθεν μεγαλώνει κάποιος μὲ τὴν παράδοση τῶν «χιονισμένων Χριστουγέννων» ἐν τούτοις ἡ ἡλιοφάνεια τῆς ἐποχῆς παρακινεῖ τὰ πτηνὰ νὰ κελαϊδοῦν χαρούμενα καὶ τὰ ἀντικείμενα νὰ ἀντανακλοῦν μὲ χάρι τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου. Μάλιστα, παρουσιάζει ὡς χρυσίζουσες τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ ἥλιου σὲ γυάλινα ἢ μεταλλικὰ ἀντικείμενα καὶ ὁραματίζεται τὸν Γεώργιο Βιζυηνὸ (1849-1896), ἀπὸ τὸ φρενοκομεῖο ὅπου νοσηλευόταν, νὰ τὰ φαντασιώνεται ὡς πράγματι χρυσᾶ, καθὼς εἶναι γνωστὴ ἡ χρεοκοπία τοῦ Βιζυηνοῦ μετὰ ἀπὸ τὴν περιπετειώδη ἀποτυχημένη ἐνασχόλησή του μὲ ἐπιχείρηση μεταλλείων στὴν Ἀνατολικὴ Θράκη.

Ἀναρωτιέται, λοιπόν, ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, πῶς  ε ἶ ν α ι  δυνατὸν νὰ εἶναι Χριστούγεννα ὅταν ὁ ἥλιος λάμπει;

Ἀναφέρεται καὶ στὶς διηγήσεις τοῦ γερμανοσπουδαγμένου δημοσιογράφου Ἀριστείδη Ρούκη (1854-1903), ὁ ὁποῖος μὲ ἐνθουσιαμὸ μικροῦ παιδιοῦ διηγοῦνταν «τὴν παράδοσιν τῶν χιονοσκεπῶν Χριστουγέννων» τῆς Εὐρώπης.

Μᾶς γνωστοποιεῖ ὅτι στὸ ἱστορικὸ καφενεῖο τοῦ «Ζαχαράτου» στὴν πλατεία Συντάγματος, τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, τὰ μέλη τῆς παροικίας τῶν ἐκ Νάξου κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, κάθε χρονιά, παραδοσιακά, χορεύουν καὶ διασκεδάζουν μὲ ἰδιαίτερο καὶ μοναδικὸ τρόπο καὶ χάρι: «ὡς σύμφυρμα παλαιᾶς καὶ νεωτέρας χορευτικῆς ἑλληνικῆς μέθης».

. Οἱ «Τοσουλάκηδες»·
(λεπτομέρεια)
ἀπὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τοῦ ’50. 

Τέλος, καταθέτει τὴ χαρά του καὶ τὸν ἐνθουσιασμό του γιὰ τοὺς παιδικοὺς καλαντιστές, τοὺς «Τοσουλάκηδες» ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ «δροσερόν, τὸ γάργαρον κῦμα τῶν παιδικῶν φωνῶν τους», ὁρμοῦν στὴν εἴσοδο τῆς κατοικίας του καὶ ψάλλουν τὰ κάλαντα· καὶ οἱ φωνὲς τους εἶναι, «μελῳδία πίστεως καὶ ἀγάπης».

 

 

Ἐφ. Σκρίπ, 25.12.1904, σ.1.

«ΕΙΝΑΙ;

Μίαν ἐρώτησιν ἐν πρώτοις πρὸς τὸν ράθυμον αὐτὸν ἥλιον. Τί θέλει; Εἶναι Χριστούγεννα καὶ αὐτὸς λάμπει δημιουργῶν εἰδωλολάτρας. Ἐν τούτοις ἐμεγαλώσαμεν μὲ τὴν αἰωνίαν παράδοσιν τῶν χιονοσκεπῶν Χριστουγέννων, τὰ ὁποῖα μὲ χαρὰν παιδίου, διηγεῖτο καὶ ὁ μακαρίτης Ρούκης, ἐπανελθὼν ἐκ Γερμανίας. Καὶ εἰς μίαν ἑορτὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ παράδοσις ἐστοίβαξε πάγους καὶ χιόνας, ἕνας ἥλιος Ἀττικός, Εὐριπίδειος, ἱκανὸς νὰ γαργαλήσῃ τὸν λάρυγγα τῆς ἀηδόνος, κάμνει τὰς Ἀθήνας ξανθὰς καὶ κατάχρυσον τὸ σπασμένον γυαλὶ ἢ τὸ πεταγμένον καρφὶ τοῦ δρόμου, ὡς ὅταν τὰ ἔβλεπεν ἐπὶ τῶν ἀγρῶν ὁ Βιζυηνὸς ἀπὸ τὸ παράθυρον τοῦ φρενοκομείου καὶ ὠνειρεύετο ὅτι εἶναι ὁ ἐκχωθεὶς χρυσὸς τῶν μεταλλείων του. Τόση ἀντίθεσις πρὸς τὴν παράδοσιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς κάμῃ παιδιά; Τσάϊ ἀχνίζον, τζάκι πυρπολούμενον, καὶ οἰκογένεια γύρω, εἶναι τύποι ποὺ δὲν ἔχουν πλέον καμμίαν ψυχήν, ὅταν ὁ ἥλιος καίει.

Δι’ αὐτὸ ‒ἐλέγαμεν χθὲς μὲ σεβαστὸν κύριον γλυκαινόμενον ἀπὸ τὴν Χριστουγεννιάτικην ἀνάμνησιν τῶν γερμανικῶν χιόνων‒ οἱ κάτω Ἰταλοὶ καὶ οἱ Ἕλληνες, οἱ εὐτυχεῖς καταδικασμένοι εἰς αἰωνίαν ἄνοιξιν, χάνουν τὴν ψυχὴν πολλῶν ἑορτῶν, ὅπως ὁ βορεινὸς ἄνθρωπος χάνει τὴν ψυχὴν τόσων ἄλλων.

— Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχετε Χριστούγεννα, εἶπεν ὁ συνομιλητής μου, εἰς τόπον ὅπου ὁ χορός, ἡ μεγίστη μέθη τοῦ ἀνθρώπου, θεωρεῖται προσβολὴ δι’ ἄνθρωπον ποὺ ἔφθασε τὰ 30 ἔτη;

Καὶ ὅμως ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ Μόναχον τὰ Χριστούγεννα ἐχόρευαν γέροι ἄσπροι.

Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν λόγων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουν ὁλόκληρον κοινωνίαν μὴ ἐγγίσασαν ἀκόμη τὸν πολιτισμὸν διὰ νὰ δύναται γνησίως νὰ χαρῇ, ἐνθυμήθην καὶ πάλιν τὸ αἰώνιον καφενεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὅλοι σήμερον μοιραίως θὰ καταλήξουν. Τὸ καφενεῖον τοῦ Ζαχαράτου ἔχει μίαν Χριστουγεννιάτικην παράδοσιν, τοὺς Ἀξιῶτες. Οἱ εὔθυμοι καὶ ροδοκόκκινοι βρακοφόροι τῆς Νάξου ἔρχονται κάθε χρόνον ἐκεῖ καὶ χορεύουν τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων.μὲ τὴν γκάϊδαν. Ὁ χορός των εἶναι σύμφυρμα παλαιᾶς καὶ νεωτέρας χορευτικῆς ἑλληνικῆ μέθης, κάτι παράφορον , τρελλόν, ἀνεξάντλητον, χαρμοσύνως βάρβαρον.

Χορεύουν δύο ἢ ἕνας μόνος ἐνῶ ἡ γκάϊδα πτερώνει τὴν βράκαν καὶ τοὺς πόδας, ἐπάνω εἰς τὸ δάπεδον ὅπου ἔχουν σκορπισθῇ σπίρτα κόκκινα κροτοῦν ὑπὸ τὸ πάτημα τῶν ἀελλοπόδων* χορευτῶν. Γύρω διάφοροι καπνισταί, καφεπόται, ἀρθριτικοί, σκαιοί, χαίρονται τὸ ἀναμμένον τοῦτο αἷμα, τὸν ἀνυπότακτον ρυθμόν ,τὸ πήδημα, τὴν ἀγρίαν ἀλλὰ γνησίαν χαράν.

Αὐτὸ εἶναι ποὺ βλέπομεν καὶ ἀκούομεν τὰ Χριστούγεννα.

Ἔπειτα ἔρχονται τὰ κάλαντα. Ἄγριοι τραγουδισταί, πρόχειροι χορῳδίαι, τὰ μεταβάλλουν εἰς ἁπλῆν δεκαρολογίαν, καὶ ἀπομένουν μόνον οἱ Τοσουλάκηδες, τὰ βρέφη,διὰ νὰ σώσουν τὰ κάλαντα. Οἱ Τοσουλάκηδες ἦλθον χθὲς πρωῒ στὸ σπίτι μου καὶ μὲ ἐξύπνησαν.

Ἐφώναξα.

— Νὰ ἀνοίξῃ ἡ πόρτα!

Καὶ τὸ δροσερὸν τὸ γάργαρον κῦμα τῶν παιδικῶν φωνῶν ὥρμησε διὰ τῆς θύρας εἰς τὸν ὕπνον μου, μελῳδία πίστεως καὶ ἀγάπης.

—Τοσουλάκη! Ἐφώναξα.Ἔλα νὰ σὲ ἰδῶ, ἔλα, ἔλα! Πόσα ἐμαζέψατε;

Ὁ Τοσουλάκης, μὲ τὸν σκοῦφόν του ἕως τ’ αὐτιὰ, μοῦ εἶπε θριαμβευτικῶς.

—Μία καὶ πέντε!

—Ἐγὼ τί νὰ σοῦ δώσω Τοσουλάκη; Ἐξαγοράζεται μὲ δεκάρες αὐτὴ ἡ πρωϊνὴ φωνὴ ποὺ ψάλλει; Πάρε.

—Εὐχαριστῶ.                                                           

—Τίποτα.

Ζ. Π.»

*ἀελλόπους· ὁ ταχὺς κατὰ τοὺς πόδας ὡς ἡ θύελλα,ταχὺς ὡς ἄνεμος.

** Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση Στὰ Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ.1048, 22. 12.1904,  σ. 25

1 σχόλιο:

  1. Κι ἄλλος ἕνας κάνει λόγο γιὰ Χριστουγεννια ἡλιοφωτα κι ὄχι πένθιμα καὶ χιονισμένα, γιὰ ἑλληνικὰ Χριστούγεννα:Ὁ Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος στὸ βιβλιο του "ὁ στοχασμὸς κι ὁ λόγος". π.κ

    ΑπάντησηΔιαγραφή