Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

ΘΕΡΟΣ

 Τὸ ἱστολόγιό μας, ellinomouseionagrafon.blogspot.com, σᾶς εὔχεται τὸ Καλὸ Καλοκαίρι μὲ ἄρθρο τοῦ συνεργάτου  του Ντίνου Ἀγραφιώτη, τὸ ὁποῖο δημοσιεύεται καὶ στὸ φιλογενὲς μονόφυλλο Τύρβη, ἔκδοση τῆς «Φαιδρᾶς Συντεχνίας» τῶν Γρεβενῶν, φ. 19, [θερινόφορτον], Καλοκαίρι 2022, σ. 2.

Ποῦ πάει ὁ χειμὼν τὸ θέρος;*

Θέρος, ὦ μεγαλόχαρο, πλούσιον, ἠχηρό, φλογάτο.

(Ἄριστος Καμπάνης, «Θέρος», 1909)

 


Ὅταν ἔλθει τὸ καλοκαίρι, λέγεται, πὼς ὁ χειμώνας πάει κι αὐτὸς νὰ παραθερίσει. Πάει, λοιπόν, καὶ μένει στὰ ψηλὰ βουνά, στὰ Καρπενήσια καὶ τ’ Ἄγραφα. Νὰ τὰ δροσίσει ἀπὸ τοὺς θερινοὺς καύσωνες: ἀναψυχὴ σὲ σώματα καὶ ψυχές, ἀλεξικαύσωνο σωστό, δὲν ἀφήνει τὸ ἀστερισμὸ τοῦ Κυνός, μὲ τὰ κυνικά του καύματα, νὰ πλησιάσει, κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες, στὰ μέρη τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου καὶ τοῦ Στέφανου Γρανίτσα. Τὸ δηλώνει ἀπερίφραστα ὁ Γρανίτσας:         

 «Τὸ καρπενησιώτικο καλοκαίρι εἶναι ὅ,τι τὰ ἀθηναϊκὰ μαγιάπριλα».

Φέρνει μαζί του, στὶς ἀποσκευές του, βρύσες μὲ κρυερὰ κι εὐωδιαστὰ  νερά· νερὰ  ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς βγαλμένα γιὰ νὰ δροσίσουν τὸν τόπο, νὰ μὴν τὸν βαλαντώσει ὁ ἥλιος· βρύσες ποὺ κελαρύζουν ἀνὰ τὰς ρύμας καὶ τὰς ἀγυιὰς τοῦ Καρπενησίου, ποὺ πέφτουν στοὺς ἀνθόφορτους  φράχτες, ποὺ τρέχουν μέσα  σὲ ὅλους τοὺς καρπενησιώτικους κήπους:

«Θαῦμα οἰκονομίας καὶ ποιήσεως ὁ καρπενησιώτικος κῆπος»,

ἀναφωνεῖ ὁ Γρανίτσας.

Τὸ δροσερό, τὸ δροσερώτατο καρπενησιώτικο καλοκαίρι πληρoῖ μὲ ὀξυγόνο τοὺς πνεύμονες, τὸ στῆθος, δίνει φτερὰ στὰ πόδια, δυναμώνει τὸ φρόνημα καὶ τὴν καρδιὰ τῶν καρπενησιωτῶν.

Στ’ Ἄγραφα, στὰ μέρη τοῦ «Ἑλληνομουσείου» τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη καὶ τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, στολίζει τοὺς ὄχτους μὲ ποικιλόχρωμα ἀγριολούλουδα ὅλο τὸ καλοκαίρι. Ἡ ἱστορικὴ «Φοντάνα», ἡ πηγὴ τῆς πάλαι ποτὲ Γούβας Βραγγιανῶν, μὲ τὸ μουσικότατο κελάρυσμά της, χαρίζει, μαζὶ μὲ τοὺς ἐλατιάδες καὶ τοὺς πλατανιάδες ποὺ τὴν περιβάλλουν, βουνίσια γαλήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ τὴν συνοδεύει μόνο τὸ τιτίβισμα τῶν πουλιῶν μὲ κυρίαρχα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα. Καὶ ἔχει, κατὰ τὸν Γιαννούλη, καλίρροον ὕδωρ ἡ «Φοντάνα», νᾶμα ἀκηράσιον καί:

«πολλὰ κρυερὸν καὶ πότιμον καὶ τροφῶν ὁποίων ποτὲ ὄντων πεπτικώτατον, ... δι οὗ τὰ πέριξ γίνεται χλοερὰ καὶ ἐπίχαρη, μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ θέρους, καὶ οὕτω ποιεῖ τοὺς περιπάτους ἡμῖν γλυκεροὺς καὶ ἀνακλητικοὺς ἐπὶ τὸ εὐθυμότερον»

Καὶ προσκαλεῖ ὁ Εὐγένιος τὸν περαστικό, τὸν διαβάτη:

«Ἰζεό μοι πάρα ὦ ξένε,[...]

Φοντάνα κικλήσκουσί με            

νῦν ἐγχώριοι ἄνδρες

φωνῇ τῇ Λατίνων οὐκ Ἀχάιδι, φίλε»

 

Ἡ πηγὴ "Φοντάνα''

Κι ἀπὸ ἐκεῖ ψηλά, ἀπ’ τὶς πινδικὲς ὀροσειρές, ὅπου λημεριάζει ὁ χειμώνας κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνες, στέλνει σὲ κάμπους, θάλασσες, πελάγη, ἁλίπληκτες ἀκτές, τὰ θερινὰ μελτεμάκια, τὶς λυσίπονες αὐτὲς δροσερὲς πνοὲς τοῦ θέρους. Εἶναι οἱ τερπνοὶ τοῦ θέρους ἐτησίαι, ποὺ καταπραΰνουν κόπους, μόχθους καὶ καύσωνες· μὲ τὶς διάφορες μορφές τους: κερὰς-μελτέμ, βερύκοκκο-μελτέμ, τσάνερο-μελτέμ, μπακλὰ-μελτέμ,  γαϊδουρομελτέμ.

Ἀλλὰ ἡ θαυμαστὴ καὶ μοναδικὴ γιὰ τὰ σκιόεντα ὄρη τῶν Ἀγράφων πνευματικὴ ξυνωρὶς τῶν Παπαντωνίου καὶ Γρανίτσα, δὲν ἀπολαμβάνει τὸ δροσερὸ θέρος τῶν Ἀγράφων καὶ τοῦ Καρπενησίου, ἀλλὰ ἀναγκάζεται νὰ φλογίζεται στὴν Ἀθήνα, τὴν παραδομένη στοὺς καύσωνες τοὺς θερινούς, ὅπου ἡ ξηρὴ ἀτμόσφαιρα καίει τὴν πόλη, ὁ δὲ «Σφίγξ» τοῦ Μὴ Χάνεσαι σχολιάζει, σχεδόν μὲ τρόμο:

 

«Ὅπου καὶ νὰ καθήσῃς ἡ φλὸγξ σὲ θωπεύει κλείουσα τὴν διάβασιν παντὸς ρεύματος [...]  Καὶ νὰ εἶναι τὸ καῦμα πνιγηρόν».

Στὴν πρωτεύουσα, ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου θυμᾶται, ἀναπολεῖ νοσταλγικά, καλοκαιρινὲς στιγμὲς νεότητος μὲ τὰ ἔθιμα τοῦ Κλύδωνα στὸ Καρπενήσι:

«Ὅταν ἤμην παιδίον ἀφηρπάγην καὶ ἐγὼ μίαν ἡμέραν, ὡς αὐτὴν τοῦ θέρους, ἀπὸ χεῖρας παρθένων καὶ ἐκλείσθην  εἰς μίαν αὐλὴν ἔμπροσθεν προκοιλιώσης λαγήνας... ἐκλήθην νὰ βγάζω τοὺς λαχνοὺς τῆς μοίρας ἀπὸ τὴν ὑγρὰν κληρωτίδαν»

Σωτηρία ἀπὸ τὴν ἡλίαση βρίσκει στὴ θρυλικὴ Δεξαμενὴ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου δοκιμάζει τὴν ἀναζωογονητικὴ δύναμη τοῦ κρύου νεροῦ, ἰδιαίτερα ὅταν αὐτὸ συνοδεύει τὸ παραδοσιακὸ συριανὸ λουκουμάκι.

—Πρέπει νὰ πᾶμε νὰ κατοικήσωμεν μέσα εἰς τὴν Δεξαμενή! ἀναφωνοῦν οἱ  Ἀθηναῖοι

Τύρβη, φ. 19, σ. 2.

Ἐκεῖ θαμὼν κι ὁ Παπαδιαμάντης. Ἐκεῖ ἐλήφθη ἀπ’ τὸν Παῦλο Νιρβάνα ἡ ἱστορικότερη φωτογραφία τῆς λογοτεχνίας μας. Ἐκεῖ, ὅπου ἡ τεράστια θερινὴ ὀμπρέλλα τῶν πυκνῶν κλάδων τῶν δένδρων τῆς πλατείας χαρίζει εὐδαιμονία ἀστικὴ εἰς τὰς ἡλιοβρώτους Ἀθήνας.

Τὴν νύκτα, κατὰ τὸν Παπαντωνίου, ὑπερτάτη ἀπόλαυσις γιὰ τὸν καταπονημένο ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ζέστη Ἀθηναῖο εἶναι ἡ ἡμερωμένη φύσις τοῦ Ζαππείου, τὸ θεσπέσιο καὶ μοναδικὸ αὐτὸ κομμάτι τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου καί:

«περιπλάνησις, ἀνὰ μέσῳ τῆς τύρβης τοῦ ὑπολανθάνοντος εἰς τὸ ἡμίφως πληθυσμοῦ, εἰς τὸ κατάστικτον ἀπὸ φῶτα καὶ πλημμυρούμενον ἀπὸ συγκεχυμένους τόνους μουσικῆς»

Ὅσο ἀπολαυστικὰ δροσιστικὸ εἶναι τὸ θεσπέσιον Ζάππειον καὶ ἡ ἀναζωογονητικὴ Δεξαμενὴ τῶν Ἀθηνῶν, τόσο γλυκὺς καὶ λαχταριστὸς εἶναι ὁ θερινὸς ἴσκιος τῶν ἐλάτων ὅπου τὸ δροσερὸ ἀεράκι, ἡ ψυχὴ τοῦ λόγγου, πλανιέται ἀνάμεσα ἀπὸ βαθύσκιες πρασινᾶδες χαϊδεύοντας ἱδρωμένα μέτωπα· βάλσαμο γλυκὸ νὰ στάζει σὲ ψυχὲς καὶ σώματα. Καὶ μὲ τὸ ἀηδονάκι νὰ σὲ ξυπνᾶ αὐγὴ-αὐγὴ μὲ τὶς γλυκές του τρίλλιες πάνω στὸ κλαδί.

                                                                               Ντῖνος Ἀγραφιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου