Επανάσταση του Μητροπολίτη
Διονυσίου Β΄ του ¨Φιλοσόφου¨ στην Καρδίτσα, Ευρυτανία (Άγραφα) και Τρίκαλα
(1600). Συμμετοχή αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ,
Μητροπολίτη Δημητριάδος Αγάπιου, Ιάκωβου Αγράφων (;), Γαρδικίου (Ζάρκου) Παρθένιου, Ζητουνίου (Λαμίας) Δανιήλ κ.ά.*
Αρχές
του 1593 ο έξαρχος Γαλατά[1] της Κωνσταντινούπολης (μονή
Χρυσοπηγής) Διονύσιος (;-1611+) χειροτονείται, απ’ τον Οικουμενικό Πατριάρχη
Ιερεμία Β΄ (1536-1595), μητροπολίτης[2]
Λαρίσης (1593-1601), «Dionisio Arcivescovo di Larissa»[3], αλλά επειδή, από πολλών
ετών, η έδρα του δεν έχει καθόλου χριστιανούς μεταβαίνει στα Τρίκαλα, απ’ όπου
και η ονομασία μητροπολίτης Τρίκης: Τρικάλων[4].
Γνωστό
είναι ότι η μεταφορά της έδρας του μητροπολίτη Λάρισας στα Τρίκαλα έγινε ήδη
απ’ το 1318[5].
Τα πλησίον εκεί μέρη δεν του
είναι άγνωστα, αφού άλλωστε γνωρίζουμε ότι, καταγόμενος από αρχοντική και
πλούσια οικογένεια, μόνασε ως καλόγερος[6]
στο μοναστήρι του αγίου Δημητρίου Διχούνη, μεταξύ των χωριών Κεράσοβο και
Ραντοβίστι στην επαρχία Παραμυθιάς
της Θεσπρωτίας·[7] πιο πριν είχε
σπουδάσει στην Ιταλία φιλοσοφία (εξ’ ου και το Φιλόσοφος)[8],
φιλολογία, θεολογία και πιθανότατα
ιατρική[9] και φυσικές επιστήμες -
φυσική[10] και μετέπειτα (περί το
1585) στην Κωνσταντινούπολη γραμματική, ποίηση και λογική[11].
Εκεί στην Πόλη άσκησε παράλληλα
και το έργο του διδασκάλου, διότι είχε γίνει γνωστός ως «σοφός διδάσκαλος»[12].
Ως
τόποι καταγωγής του αναφέρονται το χωριό Φανάρι - Μαγούλα[13]
(σημερινή Μαγούλα) της Καρδίτσας[14] έχοντας το κοσμικό όνομα
Ευστράτιος Ευσταθίου[15], η Τρίκκη κ.ά.
Προκύπτει, ωστόσο, ότι είναι
τέκνο – «βλαστός της Θεσσαλίας»[16] (δυτικοθεσσαλός) καθώς ο
ίδιος έτσι δηλώνει, περηφανεύεται γι’ αυτό και αυτοπροσδιορίζεται, τόσο με την
ίδιά του υπογραφή[17], όσο και με την εγγραφή τής
προσωπικής του σφραγίδας[18].
Ο
ορθόδοξος μητροπολίτης Διονύσιος[19] λοιπόν, οραματίστηκε πανθεσσαλική
επανάσταση εκδίωξης του Τούρκου κατακτητή και για την προετοιμασία της ενήργησε
ως εξής:[20]
-Ενέταξε
στο εκκολαπτόμενο κίνημα κι άλλους αρχιερείς[21],
όπως π.χ. τον «Vescono»[22] αρχιεπίσκοπο Φαναρίου και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ[23],
τον μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ[24],
Ιωαννίνων Νεόφυτο[25], Δυρραχίου Χαρίτωνα,
Δημητριάδος Αγάπιο[26], τον Ιάκωβο ίσως Αγράφων[27], Ζητουνίου Δανιήλ,
Γαρδικίου (Ζάρκου) Παρθένιο[28] και τον ηγούμενο της μονής
Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (ή Μεγάλου Μετεώρου) των Μετεώρων Παχώμιο[29].
-Αρχές
καλοκαιριού του 1600 πραγματοποίησε μυστική σύσκεψη στην πόλη της Άρτας με τους
μητροπολίτες Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ, Ιωαννίνων Νεόφυτο, Δυρραχίου Χαρίτωνα
και πολλούς άλλους ιεράρχες, με σκοπό να συντονίσουν τη δράση και την οργάνωση της επανάστασης, η οποία
επαναλήφθηκε κι άλλες φορές στην Άρτα.
Όπως προέκυψε από έρευνες σε
ιταλικά και ρουμανικά αρχεία[30], αργότερα οι συσκέψεις τους
μεταφέρθηκαν στη μονή «De Tarne» Τατάρνας στα νοτιοδυτικά (Ευρυτανικά) Άγραφα, όπου και τα σύνορα
Θεσσαλίας – Ηπείρου - Στερεάς Ελλάδας, ενώ όταν κοινοτάρχες πρόδωσαν τις εκεί επαφές τους, στους Τούρκους, οι
συνωμότες μετέφεραν τις συναντήσεις τους
σε άλλο άγνωστο μέρος[31].
-Σχημάτισε
μια επιτροπή με σκοπό να διευθύνει κεντρικά τον αγώνα στη Θεσσαλία, ορίζοντας
μέλη τον Ηπειρώτη ευγενή Πίκουλη Ιωάννη, ο οποίος λειτουργούσε ως σύνδεσμος με
τους επαναστάτες στην Ήπειρο, και τον ηγούμενο της μονής Μεταμορφώσεως του
Σωτήρος των Μετεώρων Παχώμιο[32].
-Προκειμένου
να έχει οικονομική άνεση για την οργάνωση του αγώνα, άρχισε να κατακρατεί,
αφενός «[…] την πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν […]»[33],
τα χρήματα δηλαδή που ως μητροπολίτης[34]
συγκέντρωνε απ’ τις επισκοπές του και όφειλε ν’ αποστέλλει κάθε χρόνο στο
Πατριαρχείο ως «έσοδα» των εκκλησιών, αφετέρου «[…] τα της βασιλείας χαράτσια […]»[35],
τους ανήκοντες στη «βασιλεία»
σουλτάνο συγκεντρωμένους ραγιάδικους φόρους - χαράτσια[36].
-Πριν
την 11η Δεκεμβρίου 1598 απέστειλε στη Βενετία έμπιστο καλόγερό του
των Ιωαννίνων[37], για συνεννοήσεις με τους
ευρισκομένους εκεί Έλληνες, επιζητώντας
αποστολή βοήθειας του βασιλιά της Ισπανίας Φιλίππου Γ΄ ή των ιπποτών της Μάλτας[38].
«E venuto qua dalla Janina un caloiro greco espedito dall’ Arcivescovo di Larissa con lettere di credenza […]».[39]
-Το καλοκαίρι του 1600 απέστειλε
πρεσβευτές στην Πράγα και υπέβαλε αίτηση - έκκληση στον αυτοκράτορα της
Γερμανίας Ροδόλφο Β΄ (1576-1612), περί αποστολής ανδρών και οπλισμού για 40.000
πολεμιστές Θεσσαλούς, που θα εξεγείρονταν υπό τις διαταγές του ιδίου του
μητροπολίτη Διονυσίου, του μητροπολίτη Άρτας και Ναυπάκτου Γαβριήλ και όλων των
προαναφερθέντων αρχιερέων·[40] του ζητήθηκε επίσης να μεσολαβήσει σχετικά και στον Πάπα Κλήμη Η΄[41].
Μετά την Πράγα και τον Ροδόλφο
Β΄, οι πρεσβευτές του μετέβησαν και είχαν σχετικές συναντήσεις κατ’ αρχάς στη
Μαδρίτη με το Κρατικό Συμβούλιο της Ισπανίας κι’ ύστερα με τον Ισπανό
αντιβασιλιά κόμη Ντε Λέμος στο ισπανικό βασίλειο της Νεάπολης στην Ιταλία, στον
οποίο παρέδωσαν τέσσερα, σχετικά, με την προετοιμαζόμενη επανάσταση,
υπομνήματα, δηλώνοντας ότι όλοι μαζί οι ως άνω ιεράρχες, μ’ επικεφαλής τον
Διονύσιο, είναι έτοιμοι να επαναστατήσουν τις περιοχές της Θεσσαλίας, Ηπείρου
και Στερεάς.
Απ’ τις συναντήσεις τους
αναμφίβολα προέκυψε ότι οι Ισπανοί
διέκειντο θετικά στα αιτήματα ενθαρρύνοντας τον όλο στρατιωτικό σχεδιασμό,
δίνοντας μάλιστα ο αντιβασιλιάς, κατ’ αρχάς,
και σχετικές θετικές υποσχέσεις στους πρεσβευτές, οπότε οι τελευταίοι
αμέσως απέστειλαν ενημερωτικές, της ευνοϊκής ισπανικής στάσης, επιστολές στον
Διονύσιο και τα ευχάριστα νέα διαδόθηκαν στους ραγιάδες και στους
κλεφτοκαπεταναίους κι αρματολούς των Αγράφων[42].
Οι ως άνω απεσταλμένοι του, καθώς
και εκείνοι που εκπροσωπούσαν τους επαναστάτες, ήταν οι «Ευγενείς», Νικόμιο (Νικόλαος) Δονάτος, Σκαρλάτος Δονάτος και
Ιωάννης Ίβρος οι οποίοι κατάγονταν απ΄ τα χωριά Νεοχώρι και Βλάσι των Αγράφων,
ο Ποστέλνικο Κων/νος, και οι Ηπειρώτες[43]
Ηγούμενος Εμμανουήλ, Αψαράς Σταύρος και Μάτσας Σκαρλάτος[44].

΄΄Ο Καπετάν΄΄ Διονύσιος, τμήμα της υπογραφής και η σφραγίδα του.
Πηγή: Βρανούσης Λ. Το ΙΒ’
Συνέδριον, ό.π., ΠΑΑ (1965), τ. 40, πίν. Α΄, σ. 638.
-Την
εποχή αυτή (τέλη του 16ου αιώνα και οπωσδήποτε μετά τον Δεκέμβριο του 1598), εντοπίζεται μια
αχρονολόγητη και ανυπόγραφη επιστολή - υπόμνημα[45],
την οποία οι κάτοικοι της Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Ηπείρου απέστειλαν στον
Πάπα Κλήμη Η΄ (1592–1605), πριν το Μάιο του 1600[46],
παρακαλώντας τον να βοηθήσει στην απελευθέρωσή τους.
Του
έγραφαν χαρακτηριστικά:[47]
«Κέχηνε προς τούτο ο του Χριστού λαός, ο Θετταλίας, Ηπείρου τε και
Μακεδονίας και σύμπασα εφεξής η Ελλάς και μυρίους υπέρ της πίστεως θανάτους
υποστήσεται […] Ούτω και ημείς αυτοί παρεσκευάσμεθα […]
Ναι, προς των ιερών δογμάτων, Πάτερ Μακαριώτατε,
εξεγέρθητι κατά του πολεμίου δράκοντος […] Πάρασχε ώτα φιλακροάμονα ταις
ημετέραις εκτενέσι πρεσβείαις, […]
περίζωσαι την ρομφαίαν σου ο δυνατός και έντεινε, και κατευοδού, και βασίλευε,
και η δεξιά του Υψίστου θαυμαστώς οδηγήσει σε […]
Επάκουσον των ημετέρων πρέσβεων, εν οις αν παρ’ αυτών
κατακοντισθείης […]
Μικρός και ολίγιστος ο συρφετός των απίστων και ουκ
αξιόλογος και περί τα πολεμικά περιδεής και μάλιστα και ανίσχυρος, […] ετοιμοτάτη
λοιπόν η οδός· εξελού ημάς της του απηνούς τυράννου χειρός […]
πρόφθασον, προνόησον, υπεράσπισαι, και υπερασπιείταί σου ο θεός […]»[48].
Υποκινητής
και κύριος πρωταγωνιστής της κίνησης αυτής των Θεσσαλο – Μακεδονο - Ηπειρωτών
καθώς και συντάκτης της παραπάνω επιστολής, θεωρείται απ’ τους ερευνητές ο
ορθόδοξος μητροπολίτης Λαρίσης και Τρίκκης Διονύσιος Β΄, ο οποίος
την απέστειλε στον Πάπα μ’ ένα καλόγερο απ’ τα Ιωάννινα[49],
και
-Ήλθε
σ’ επαφή προχωρώντας σε συνωμοτικές συνεννοήσεις και με τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ τον Γενναίο·[50] ενέργεια που προκύπτει απ’ το γεγονός ότι οι Τούρκοι κατηγόρησαν το
Διονύσιο, πως μαζί μ’ άλλους αρχιερείς ευρίσκονταν σε συζητήσεις με τον Μιχάηλ[51].
Ο
Διονύσιος λοιπόν, μετά την 15η Νοεμβρίου[52]
του 1600, έχοντας πολύ μεγάλη απήχηση κι επιρροή στους ιερωμένους και στον λαό
της Καρδίτσας[53] και των Τρικάλων, σήκωσε
την επαναστατική σημαία[54] κι εξήγειρε τελικά τους
Θεσσαλούς[55] κληρικούς και λαϊκούς,
χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια[56].
Επιπλέον ο αρχιεπίσκοπος Φαναρίου
και Νεοχωρίου Καρδίτσας Σεραφείμ, όπως αναφέρει ο Λ. Καταφυγιώτης, «[…] συνεννοημένος με τον Διονύσιο, ετέθη επικεφαλής της
επαναστάσεως των ορεινών Αγραφιωτών»[57].
Γράφει
ο ίδιος ο Διονύσιος μετέπειτα, στην από 28-6-1603 επιστολή του, που παρέδωσε
στον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄, ότι:
«[…] μαζί με τους σημαντικότερους ιερωμένους, συγκάλεσε όσο γινόταν πιο
μυστικά στην αρχιεπισκοπή τους επιφανέστερους άνδρες και τους έδωσε εντολή να
διασκορπισθούν σε κάποιους τόπους μακριά από τους Τούρκους (τους έκρυψε), όπου τους συντηρούσε επί τρεισήμισι μήνες,
προσδοκώντας από ώρα σε ώρα το στόλο (των Ισπανών) για να αρχίσει την επιχείρηση […]»[58],
με την άφιξή τους.
Η
επανάσταση ξέσπασε τελικά στη δυτική Θεσσαλία και ειδικότερα στην Καρδίτσα[59], στ’ Άγραφα[60], στα Τρίκαλα, στον Ασπροπόταμο
και στην Ευρυτανία, μετά από οκτάχρονη (1593-1600) προσπάθεια του Διονυσίου· οπωσδήποτε
προηγουμένως θα είχε συνεννοηθεί και ξεσηκώσει και τους άνδρες των όπλων, την
τοπική κλεφτουριά, τους κλεφτοκαπεταναίους των Αγράφων και της Πίνδου[61].
Επικεφαλής αυτός: Αντάρτης,
Καπετάνιος, ποιμενάρχης και Δεσπότης.
Αλλά
απέτυχε. Τι ακριβώς συνέβη, δεν έσωσε η μνήμη της ιστορίας, καθώς μόνον
ελάχιστα είναι γνωστά.
Γνωρίζουμε
π.χ. ότι «[…] οι Έλληνες επαναστάτες
άρχισαν να τους σφάζουν παντού ιδιαίτερα στη Δυτική Θεσσαλία»[62], ότι παράλληλα με τους
επαναστάτες, αλλά και τους τοπικούς Αγραφιώτες κλέφτες, ο ευρισκόμενος στ’
Άγραφα Γρεβενιώτης κλέφτης Βέργος επιτέθηκε κατά των Τούρκων στα ορεινά των
Τρικάλων προξενώντας τους μεγάλες απώλειες, πως «[…] επειδή ο (ισπανικός)
στόλος δεν φαινόταν […ο Διονύσιος]
τους συγκράτησε, θεωρώντας ότι χωρίς βασιλική ηγεσία και (ισπανική) σημαία η επιχείρηση δεν ήταν δυνατόν να
επιτύχει […]» δηλώνει ο ίδιος ο Διονύσιος[63].
Αλλά οι επαναστάτες ασυγκράτητοι
και απείθαρχοι, οίκοθεν και αυθόρμητα, επειδή «[…] επιθυμούσαν διακαώς την ελευθερία τους ήθελαν να δράσουν, […] η
ορμή ήταν τόσο μεγάλη, που προέβησαν στο φόνο […] Τούρκων, γεγονός που κατόπιν
συγκαλύφθηκε λέγοντας πως τους φόνους τους διέπραξε ένας επαναστάτης κατά των
Τούρκων ονόματι Βέργος […]», εξακολουθεί να δηλώνει ο Διονύσιος[64].
Το
βέβαιο είναι ότι οι επιδραμώντες Τούρκοι κατέστειλαν την επανάσταση, αρχίζοντας
ομαδικές σφαγές[65] των συμμετασχόντων
αρχιερέων[66], κληρικών, μοναχών και
κατοίκων της Καρδίτσας κι ευρύτερα της Δυτικής
Θεσσαλίας· «[…] η
Οθωμανική αυλή […] εμεταχειρίσθη όλας της τας δυνάμεις κατά των επαναστατών […]
και εθανάτωσε πολλούς αρχιερείς […]», δηλώνει ο Κ. Κούμας[67].
Μεταξύ αυτών και ο απ’ την
Μπεζούλα[68] των Καρδιτσιώτικων Αγράφων
καταγόμενος, ανακηρυχθείς νεομάρτυρας[69],
αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου (Νεβρόπολης) Σεραφείμ·[70] συνελήφθη κι αρνήθηκε την προταθείσα εξωμοσία[71],
βασανίστηκε[72] και σουβλίστηκε ζωντανός
στο Φανάρι της Καρδίτσας την 4-12-1601[73],
αποκεφαλίστηκε και στήθηκε η κομμένη του κεφαλή στα Τρίκαλα, για να τρομοκρατήσουν τους επαναστάτες ραγιάδες,
αφήνοντας το σώμα άταφο[74] και στη συνέχεια πετάχτηκε
στον «Σαλαμπριά» Πηνειό, απ’ τον οποίο την περιμάζεψαν οι χριστιανοί και τη
μετέφεραν στη μονή Κορώνης Καρδίτσας (εκεί έζησε ως μοναχός), όπου μέχρι και
σήμερα φυλάσσεται[75].
Η μνήμη του τιμάται απ’ την
εκκλησία την 4η Δεκεμβρίου, ενώ είναι πολιούχος της πόλεως Καρδίτσας.
«1601 Δεκεμβρίου 4 εμαρτήρισεν ο άγιος Σεραφείμ. Εν Φαναρίου. Κάςστρου»,
καταγράφει ενθύμηση του 1601[76].
«Μετά του Σεραφείμ εμαρτύρησαν και ο Δημητριάδος
Αγάπιος[77] και ο
Ιάκωβος ίσως Αγράφων», αναφέρει ο μητροπολίτης Ιεζεκιήλ[78] καθώς και ο ηγούμενος της
μονής του Σωτήρος των Μετεώρων «Pachomio»[79] Παχώμιος[80].
Ο
Π. Αραβαντινός[81] γράφει ότι ο αρχιεπίσκοπος
Σεραφείμ «[…] καρατομήθηκε ως συνωμότης
εν τη ανακαλυφθείση συνενοήσει και συμμεθέξει του κλήρου της Θεσσαλίας και
Ηπείρου, εις ανταρσίαν των Χριστιανών»[82],
ενώ ο Δ. Σοφιανός δηλώνει τ’ ακόλουθα:
«Το μαρτυρικό τέλος του Σεραφείμ Φαναρίου
αποδεικνύει ότι όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η περιοχή της εκκλησιαστικής του
δικαιοδοσίας στην Καρδίτσα είχαν ενεργητική συμμετοχή και δράση στο αντάρτικο
απελευθερωτικό κίνημα, πράγμα το οποίο τους έθεσε στο στόχαστρο των αντιποίνων
του Τούρκου κατακτητή»[83].
Για τον Σεραφείμ αναφέρεται απ’
την ελληνική δημοτική μούσα:
«Του Φαναριού τον Πίσκοπο, το γέρο Σεραφείμη
σε μια αβανιά τον έρριξαν οι Τούρκοι των Φαρσάλων
στο κούτσουρο τον έβαλαν και στα βασανιστήρια
και το κεφάλι τώ κοψαν σιμά σε κυπαρίσσι,
κ’ οι ρίζες του κυπαρισσιού όλες εξηραθήκαν.
Μαζί με τον Επίσκοπο κόψανε και τρεις κλέφτες»[84].

Πηγή: Ιεζεκιήλ Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και
Φαναριωφερσάλων. Ακολουθία
του αγίου..Σεραφείμ, ό.π., σ. 4.
Εκτός από τις σφαγές, οι Τούρκοι
προχώρησαν και σ’ εκτεταμένες καταστροφές, λεηλασίες, πυρπολήσεις, αρπαγές,
καθώς και στην καταστροφή καρδιτσιώτικων μοναστηριών, όπως π.χ. της βυζαντινής
μονής Παναγίας Ελεούσας της Λυκουσάδας (ευρίσκονταν στο χωριό Λοξάδα της
Καρδίτσας), που «[…] αντιμετώπισε την
εκδικητική μανία του Τούρκου κατακτητή για τη συμμετοχή και βοήθειά της, με την
έγκριση και παρακίνηση του τοπικού ιεράρχη αγίου Σεραφείμ, στο επαναστατικό
κίνημα του Λαρίσης Διονυσίου»[85], ίσως κι επειδή ευρίσκονταν δίπλα ακριβώς απ’
το χωριό τού Διονυσίου τη Μαγούλα (;)[86].
Την κατέστρεψαν και πυρπόλησαν,
αρχές του 17ου αι., κι
αργότερα την κατεδάφισαν εκ θεμελίων, ισοπεδώνοντάς την, τόσο, ώστε σήμερα δεν
σώζονται ούτε ελάχιστα λείψανα της τοιχοποιίας της·[87] διασώθηκε μόνον η εικόνα της Παναγίας της «Λοξαδιώτισσας» Γλυκοφιλούσας (με εμφανή τα ίχνη της φωτιάς), που
φυλάσσεται στη μονή Μεταμορφώσεως του Μετεώρου[88].
«Τοιαύτην φήμην είχε η Μονή […] ώστε ελέγετο ως ευχετική παροιμία να
γίνη τις «Γραμματικός στον Κόμπελο (παραπλήσιο χωριό) και Διάκος στη Λοξάδα», προκειμένου περί προόδου και προαγωγής»,
σημειώνει ο Μητροπολίτης Ιεζεκιήλ[89].
Επειδή
οι μοναχοί των Μετεώρων και της Τατάρνας Ευρυτανίας συμμετείχαν ενεργά στην
επανάσταση, οι Τούρκοι κατέστρεψαν επίσης τις ακόλουθες έξι μονές των Μετεώρων:
Ταξιαρχών,
Παντοκράτορος, Υψηλοτέρας, Μόδεστου, Αλύσεως και Αποστόλων[90],
ενώ κατάφεραν οι Μετεωρίτες και διέσωσαν απ’ την καταστροφή τη μονή
Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (ή Μεγάλου Μετεώρου), εξαγοράζοντας με 3.000 σκούδα
κάποιους ψευδομάρτυρες Τούρκους·[91] επίσης κατέστρεψαν τη μονή Τατάρνας των Ευρυτανικών Αγράφων[92].
Ο
Καπετάν Δεσπότης κρύφτηκε, καταζητούμενος,
στ’ Άγραφα ή στα Μετέωρα μέχρι το Μάρτιο του 1601, οπότε έφτασε στην
Αγία Μαύρα (Λευκάδα) τον Απρίλιο[93] στον δρόμο του για την
Ισπανία, μέσω Ιταλίας, για να ζητήσει την υλοποίηση των δοθεισών ισπανικών
υποσχέσεων προς αποστολή στρατευμάτων κι απελευθέρωση. Εκεί, στην
τουρκοκρατούμενη Λευκάδα τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, και, είτε διότι δεν τον
αναγνώρισαν κι αρκέστηκαν μόνον να τον ληστέψουν, είτε διότι τους δωροδόκησε,
τον απελευθέρωσαν κατορθώνοντας να διαφύγει στην Ιταλία, συνεχίζοντας τις
πατριωτικές του προσπάθειες γι’ απελευθέρωση των ραγιάδων και της Ελλάδας[94].
Το
Οικουμενικό Πατριαρχείο μ’ απόφαση της ιεράς συνόδου την 11-5-1601, κήρυξε
έκπτωτο[95] - καθαίρεσε τον «[…] επίβουλο […] καταφρονητή […] απειθή […]
και αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της βασιλείας του πολυχρονίου βασιλέως
σουλτάν Μεχμέτ […]» Διονύσιο, με το παρακάτω αιτιολογικό:[96]
«Επειδή μετά των άλλων και ο χρηματίσας Λαρίσης Διονύσιος πρότερον
πολλάκις παραινεθείς και επιτιμηθείς, παρά τε του επιτροπεύοντος του
πατριαρχικού θρόνου μακαριωτάτου Αλεξανδρείας κυρ Μελετίου αποδουναί τε και
αποτίσαι την πατριαρχικήν ζητείαν τε και βοήθειαν και έτι προς τούτοις τα της
βασιλείας χαράτσια, εφάνη εν πάσιν απειθής και καταφρονητής των τότε και των
μετά ταύτα δοθέντων πατριαρχικών συνοδικών γραμμάτων και ουκ ηθέλησε αποτίσαι
ουδέν, παριδών και τους κατά καιρούς αποσταλέντας περί τούτου εξάρχους και δη
το χείριστον, ότι μηδέν παρέχων εκ των ιδίων ελάμβανε και τα των επισκοπών και
ιδιοποιείτο αυτά, ζημίαν, προξενών τη του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία και πάση τη ημών αδελφότητι και
υπόδικον εαυτόν ποιών καθαιρέσει τελεία κατά την συνοδικήν απόφασιν, α δη και
έτεροι πεπόνθασι παραπλήσια αυτού μη υποταγέντος […]
Προς δε πάντων ως επιστώθημεν παρά πολλών και φανερόν
έστι τοις πάσι, πράγμα ετόλμησεν επιβλαβές και επόλεθρον κατά τε της του
Χριστού Μ. Εκκλησίας, και της επαρχίας αυτού ταύτης και παντός του γένους των
ευσεβών και γαρ τολμηρώς τε και αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της
βασιλείας του πολυχρονίου βασιλέως σουλτάν Μεχμέτ και πολλά των ατόπων
διανοηθείς και σκεψάμενος, πάνυ όντα μεστά επιβουλής και κινδύνων θανατηφόρων,
πολλούς μεν των εκείσε ιερωμένων και λαϊκών, αλλά δη και αρχιερέων, αισχίστω
θανάτω αποπεσείν παρεσκεύασεν, έπειτα δε αναπολόγητον εαυτόν γινώσκειν απόδρα
εις τόπους αλλοτρίους της βασιλικής (σουλτανικής) εξουσίας και αδυνάτως έχει επανελθείν εις την επαρχίαν ταύτην ως
αναφανείς της βασιλείας επίβουλος»[97].
Τέλος το Οικουμενικό Πατριαρχείο,
με το «Υπόμνημα της εκλογής του μεγάλου
πρωτοσυγκέλλου Θεωνά εις Μητροπολίτην Λαρίσης, επί διαδοχή του εκπτώτου
γενομένου Διονυσίου», εξέλεξε ως διάδοχό του τον «μέγα πρωτοσύγκελλο Θεωνά»[98].
Με ποικίλους χαρακτηρισμούς
κατηγορήθηκε – συκοφαντήθηκε - λοιδορήθηκε ο Διονύσιος, από θεολογικούς,
αντιδυτικούς και κοτζαμπάσικους κύκλους, όπως π.χ. ενδεικτικά:[99]
«Διονύσιος κακογνώμων και κακότροπος, επείσθη εις λόγους και υποσχέσεις
Φράγκων, και συνεργεία δαιμονική εμάζωξε πλήθος ικανόν, και εκίνησε κατά των
κρατούντων Τούρκων πόλεμον […]»[100].
Να πως έκλαψαν οι Θεσσαλοί το
μαρτυρικό θάνατο του Σεραφείμ:[101]
«Τον ξακουσμένο Σεραφείμ, τον άγιο το
Δεσπότη,
τον πήρανε στην αβανιά του Φαναριού οι Τούρκοι.
Για ν’ αρνηθή την πίστη μας και τ’ άγιο το Βαγγέλιο
κι εκείνος δεν τ’ αρνιώντανε κι έκανε το σταυρό του.
Σαν το σφακτό τον σούβλισαν σιμά στο κυπαρίσσι
και στη φωτιά τον βάλανε, σαν το παχύ κριάρι.
Το κυπαρίσσι σείστηκε κσι στέγνωσε από ρίζα.
Στο κούτσουρο τον έβαλαν και στα βασανιστήρια
του κόψαν το κεφάλι του στα Τρίκκαλα το στείλαν
Κι οι μπέηδες οι Τρικκαλινοί το στήσαν στο παζάρι.
Να ιδούν οι Τούρκοι να χαρούν, κι οι χριστιανοί να
κλάψουν.
Όταν εκαλονύχτωσε και πήρε το σκοτάδι
τ’ άγιο κεφάλι έφεγγε, σα να είτανε φεγγάρι.
Κι ένα σκυλί, καλό σκυλί, στα δόντια του το πήρε
και πήγε και τ’ απόθεκε στου πιστικού την κάππα.
Ο πιστικός το γνώρισε, στα χέρια του το πήρε
κι έτρεξε νύχτα να το πάη στο Γούμενο
στο Ντούσκο (μονή Δούσικου).
Δυο γενητσάροι τώνοιωσαν κι’ έτρεξαν πο κοντά του,
κι εκείνος πο το φόβο του στη Σαλαμπριά (Πηνειό) το ρίχνει,
για να μην πέση στις Τουρκιάς τ’ αντίχριστα τα χέρια·
τρεις Καλυβιώτες χριστιανοί ψαρεύαν παρακάτω,
κι έπιασαν στην απόχη τους το τίμιο το κεφάλι.
Το γνώρισαν και τρέξανε στο Ντούσκο να το πάνε.
Ο γούμενος στεκότανε ψηλά στο παραθύρι
κι άμα τους είδε νάρχωνται κατά το Μοναστήρι,
κατέβηκε σαν αστραπή τους άνοιξε τη θύρα,
και μπάζει μέσα στην αυλή του Σεραφείμ την κάρα.
Την άλλη μέρα τώμαθαν χωριά και πολιτείες,
Άγραφα κι Ασπροπόταμο, Καραγκουνιά και Χάσια
κ’ έτρεξαν και το θάψανε πίσω πο τ’ άγιο βήμα».
Και να πως ύμνησαν τον
επαναστάτη δεσπότη Διονύσιο:[102]
«Ένας πασιάς εβγήκε στη Νεβρόπολη[103]
(οροπέδιο Αγράφων Καρδίτσας)
με δυο με τρεις χιλιάδες, Τούρκους διαλεχτούς,
αρματωλούς γυρεύει, κλέφτες κυνηγά.
Γυρεύει το Δεσπότη τον κακό παπά,
που πέταξε τα ράσα, κι ήβγε στα βουνά
κλέφτης και καπετάνος, με τ’ αδέρφια του
κι όλα του τ’ αξαδέρφια, μια σαρανταριά.
-«Που είσαι, Δεσπότη, κλέφτη και γραμματικέ,
έλα να προσκυνήσεις με τ’ αδέρφια σου
και μ’ όλους τους δικούς σου, τα ξαδέρφια σου,
αν θέλεις ν’ απολάψης δόξες και τιμές,
δικό σου αρματωλίκι όλα τ’ Άγραφα».
-«Εγώ δεν προσκυνάω άπιστη Τουρκιά
θα πολεμώ τους Τούρκους με τ’ αδέρφια μου,
και μ’ όλους τους δικούς μου, τ’ αξαδέρφια μου,
ως που να παστρευτούνε πο τον τόπο μας
και πάνε κατ’ ανέμου, απέκει πούρθανε».
Εδώ
παρουσιάζεται και ένα δεύτερο δημοτικό τραγούδι για τον θαυματουργό Σεραφείμ:[104]
«Ο Καλόγερος της Κορώνας.
Καλόγερο τον Σεραφείμ οι Τούρκοι τον παράειδαν·
στο μοναστήρ’ ασκήτευε,
το λένε της Κορώνας (στην λίμνη
Πλαστήρα Καρδίτσας),
εις κυπαρίσσινο κλαδί τον κρέμασαν τον δόλιο,
και το κλαδί ξεράθηκε, το κυπαρίσ’ ανθίζει,
χλωρή είναι η ρίζα του, χλωρή κ’ η κορυφή του.
Του ρίξαν το κεφάλι του μ’ άλλα κλεφτών κεφάλια·
τσοπάνης ςτον αφέντη του ςτα Τρίκαλα πηγαίνει,
ακοίμητ’ απ’ τον ουρανό φως ςτα κεφάλια βλέπει.
Το είπε ςτον αφέντη του κι’ αυτός του είπε· σύρε,
κεφάλι πούβρης λαπμηρό, ςτην εκκλησιά να φέρης.
Τη νύχτα πάγει, κάθισε, βλέπει το φως να φέγγη,
κατά μεσής η κεφαλή του Σεραφείμ φωτίζει,
ξαμώνει ςτα πολλά μαλλιά και παίρνει το κεφάλι.
Γιανίτσαροι τον απαντούν, θέλουν να του το πάρουν.
Τρέχει αυτός, τον κυνηγούν ςτη Σαλαμπριά εφτάσαν.
Εις το ποτάμι πέταξε τσοπάνης το κεφάλι·
γυρίζει ςτον αφέντη του, λέγει το κάμωμά του.
Οι δυο πηγαίνουν για νυκτός ςτο σιγαλό ποτάμι.
Είδαν λαμπάδα ςτα νερά και το κεφάλι βρήκαν.
Στο Ντούσκο στ’ Ασπροπόταμο, ςτην εκκλησιά το θέτουν.
Οι Αγραφιώταις άρχοντες κι’ αυτοί ςτην Πόλιν στέλνουν,
το ζήτησαν, το πήρανε, τόχουνε ςτην Κορώνα
και το πανηγυρίζουνε σαν κάρα του αγίου.
Οι δύο οι Γιανίτσαροι είναι ζωγραφισμένοι,
στο άγιο το κόνισμα μαζί με τον τσοπάνη·
Από πανούκλα ο άγιος χώραις, χωριά γιατρεύει,
με το κορμάκι την βαρεί και την πατεί ςτα πόδια»[105].
Και σε παραλλαγή, ως εξής:[106]
«Του Φαναριού τον Πίσκοπο, το γέρο Σεραφείμη
σε μια αβανιά τον έρριξαν οι Τούρκοι των Φαρσάλων
στο κούτσουρο τον έβαλαν και στα βασανιστήρια
και το κεφάλι τώ κοψαν σιμά σε κυπαρίσσι,
κ’ οι ρίζες του κυπαρισσιού όλες εξηραθήκαν.
Μαζί με τον Επίσκοπο κόψανε και τρεις κλέφτες,
κ’ εκεί που τά ’ριξαν μαζί τα τέσσερα κεφάλια,
τη νύχτα είδεν ένα φως ένας καλός τσοπάνος,
κ’ έτρεξε στον αφέντη του να του το μολογήσει.
Αφέντης του τον διάταξε να κλέψει το κεφάλι
εκείνο οπού έχυνε το φως και να το πάει στο Δούσκο.
Το πήρε κ’ έτρεχε ο βοσκός της Σαλαμπριάς την άκρη.
Τρέχουν και δυο Γιαννίτσαροι, τρέχουν τον κυνηγούνε
κ’ εκείνος απ’ τον φόβο του το ’ριξε στο ποτάμι,
κι έτρεξε στον αφέντη του να ειπεί το τι συνέβη.
Οι δυο προς τα μεσάνυχτα στην Σαλαμπριά πηγαίνουν,
ψάχνουν, κι απ’ την αναλαμπή ηυρήκαν το κεφάλι
και πηλαλώντας με χαρά στο Δούσκο ξημερώνουν.
Έτρεξαν νιοι και γέροντες, οι Ασπροποταμίτες
και με τιμή το θάψανε μέσα στο Άγιο Δήμα.
Οι Αγραφιώτες το ’μαθαν, γράφουν στον Πατριάρχη
για να τους στείλει προσταγή την κάρα να τους δώσουν.
Την πήραν και την έβαλαν ψηλά μεσ’ στην Κορώνα,
για να την εορτάζουνε και σκέπη να την έχουν.
Στο ’κόνισμα που το ’φτιασεν ένας καλός ζωγράφος
έφτιασ’ απάνω το βοσκό και τους Γιαννιτσαρέους,
και κάτω στα ποδάρια του την τρομερή πανούκλα,
οπού την εκαμάκιζε και την κλωτσοπατούσε.
Γι’ αυτό από τότε στ’ Άγραφα θανατικό δε μπαίνει».
Στο
σημείο αυτό παρατίθεται μικρό τμήμα της βιογραφίας του Σεραφείμ, όπως την
κατέγραψε το 1740 ο Αναστάσιος Γόρδιος:[107]
«Ούτος ήτον από ένα χωρίον της επαρχίας
Αγράφων (Καρδίτσας) ονομαζόμενον
Μπεζήλα· γεννηθείς δε από γονείς θεοσεβείς ονομαζομένους Σωφρόνιον και Μαρίαν,
ανετράφη υπ’ αυτών εναρέτως τε και θεοφιλώς, και εις σχολείον εξεδόθη ιερών
γραμμάτων […]
[…] ηγάπησε την των μοναχών ζωήν, και μισήσας κόσμον
και τα του κόσμου τερπνά, υπήγεν εις το μοναστήριον […] επονομαζόμενον Κορώνα
και Κρυερά Βρύσι, […] εδώθει εις αγώνας πνευματικούς, […] εδέχθη το της
ιερωσύνης αξίωμα, […] μετά αναβιβάζεται εις τον θρόνον του αρχιεπισκόπου
Φαναρίου και Νεοχωρίου, […] ποιμαίνων ως αληθινός ποιμήν το ποίμνιόν του […]
[…] τόσην ταπείνωσιν είχεν οπού ωνόμαζε δούλον αχρείον
τον ευατόν του, […] επεθύμει ν’ αξιωθή του διά Χριστόν μαρτυρίου, και περί
τούτου εδέετο καθ’ εκάστην του Θεού, όστις και τον ηξίωσε να το απολαύση […]».
Γνωρίζουμε ότι ο Διονύσιος
χρησιμοποιούσε σφραγίδα κυκλική με σταυρό στη μέση, όπου και η λέξη «ΔΙΟΝΥCΙΟς», ενώ στους τρεις κεντημένους
ομόκεντρους κύκλους της έφερε την επιγραφή:[108]
«Ο ΤΑΠΕΙΝΟς Μ(ΗΤ)ΡΟΠΟΛΙΤΗς ΛΑΡΙCCΗς–ΥΠΕΡΤΙΜΟς Κ(ΑΙ) εΞΑΡΧΟς ΘΕΤΤΑΛΙΑC ΠΑCΗς ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΟς Ης Κ(ΑΙ) ΒΛΑΣΤός»·[109] ης και βλαστός, δηλαδή της οποίας Θεσσαλίας είναι βλαστός - τέκνο,
περηφανευόμενος έτσι για τη θεσσαλική ελληνική καταγωγή του.
Πράγματι υπήρξε μια τραγική,
μαρτυρική κι ηρωική ελληνική μορφή, ύψιστης γενναιότητας και πατριωτισμού,
άξιος ιεράρχης, μπροστάρης στη σωτηρία του ποιμνίου και του γένους,
ασυμβίβαστος, φλεγόμενος από απελευθερωτικό πάθος, πρωτοπόρος της ελληνικής παλιγγενεσίας.
Τελειώνοντας
αναφέρεται ο χαρακτηρισμός που δίδει ο ιστορικός Π. Αραβαντινός[110] για το μητροπολίτη
Διονύσιο:
Είναι πλήρης «[…] εθνικής αρετής και ενθουσιασμού πατριωτικοτάτου», και
Ο
ιστορικός Κ. Μέρτζιος:[111]
«[…] ο Διονύσιος […] ήτο […] ένας μεσαιωνικός ιππότης, ένας ενθουσιώδης,
τολμηρός, πλην εύπιστος και επιπόλαιος ήρως, ένας αγνός πατριώτης ονειροπόλος,
ο οποίος ωραματίζετο την απελευθέρωσιν, […] εις μίαν εποχήν, καθ’ ην […] αι
ταλαιπωρίαι ας υφίσταντο οι χριστιανοί ήσαν τόσον σκληραί, ώστε εξισούντο προς
τον θάνατον.
Πλην έπεσεν ατυχές θύμα των
απατηλών υποσχέσεων (των Δυτικών) ο ρομαντικός εκείνος ήρως και υπέκυψεν εις
φρικωδέστατον και μαρτυρικώτατον θάνατον»[112].
Έρρωσθε.
«Η μεν χειρ διαλέλυται εν τάφω, η δε γραφή
μένει αιώνας»[113].
Δημήτρης Κ. Αγγελής. Συγγραφέας - Αντιστράτηγος (ε.α.) ΕΛ. ΑΣ.
f/b: Δημήτρης Κ. Αγγελής
-Συντήλας Δ. Γιάννης. «Τα Άγραφα διά μέσου των αιώνων». Πρακτικά Α΄ συνεδρίου μελετών Καρδίτσας, 12/13-10-1991, Πνευματικό Κέντρο
Δήμου Αθηναίων, Σύλ. Απανταχού εκ Καρδίτσας καταγομένων. Αθήνα 1991, σ. 97. -Παπακωνσταντίνου
Β. Θωμάς. Περί της θεσσαλικής
καταγωγής του Διονυσίου του Φιλοσόφου Μητροπολίτη Λαρίσης. Περιοδική Έκδοση
της Ένωσης Επιστημόνων Ν. Καρδίτσας, Γνώση και Γνώμη, τ. 20 (2008), 45-46
-Αραβαντινός
Σταμ. Παναγιώτης. Χρονογραφία της Ηπείρου
των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών, διατρέχουσα κατά σειράν τα εν
αυταίς συμβάντα από το σωτηρίου έτους μέχρι του 1854…συντεταγμένη υπό
Παναγιώτου Αραβαντινού Παργίου. Εκ του
τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού. Αθήναι 1857, τ. 1, σ. 220 και υπ 1.
-Κορδάτος Γ. Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας. Εκδόσεις 20ος αιώνας. Αθήνα
1957, τ. Α΄, σ. 104.
-Σάθας Κ. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον περί των
προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του ελληνικού έθνους
(1453-1821). Εκ της
τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά. Αθήνα 1869, σ. 208-214.