Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΤΙΚΑ, ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΑΡΓΙΑΝΗ, ΣΤΑ ΜΕΓ. ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

                   Τὰ Πνευματικάτικα

Ἕνα μὴ σωζόμενο, λησμονημένο ἐκκλησάκι στὴν τοποθεσία «Βαργιάνια» τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν 1η Ἰουνίου 2015, σὲ παλαιότερους χρόνους, στὰ Μεγάλα Βραγγιανά, πανηγύριζαν Τὰ Πνευματικάτικα, ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι λίγες ἑκατοντάδες μέτρα ἀνατολικὰ τοῦ συνοικισμοῦ Στανάδες, ἔναντι καὶ λίγο  βορειανατολικὰ τῆς Ἁγίας  Παρασκευῆς, ὅπου καὶ ἡ ἕδρα τοῦ «Ἑλληνομουσείου τῶν Ἀγράφων». 
   Ὁ  Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης στὸ βιβλίο του «ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΑΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΓΡΑΦΩΝ» ἀναφέρει ὅτι: «Τὰ Πνευματικάτικα ἦταν ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι, μὲ δυὸ τρία κελλιὰ τριγύρω, ποὺ χρησίμευε ὡς ἀσκητήριο καὶ ἡσυχαστήριο. Ἦταν χτισμένο στὴν τοποθεσία Βαργιάνια, περίπου 500 μέτρα ἀνατολικὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, στὴν ἄκρη τῆς ποταμιᾶς. Δὲν γνωρίζουμε τίποτε ἄλλο γιὰ τοῦτο τὸ ἐκκλησάκι-ἀσκητήρι».[1] Ἡ προφορικὴ παράδοση (†Νικ. Γ. Ἀργυρίου, †Σπυρ. Ἀρ. Τσιώλης) μάλιστα μᾶς παραδίδει ὅτι στὰ Βαργιάνια, ὁ καλόγερος σκότωσε τὸν Κουτσουράκη. Ὁ μοναχὸς τοῦ ἀσκητηρίου, προφανῶς ἀμυνόμενος, σκότωσε κάποιον, ‒μᾶλλον μεγαλοκτηνοτρόφο τῆς ἐποχῆς‒, ὁ ὁποῖος ἐπιβουλευόταν τὰ κτήματα στὰ Βαργιάνια. 
Τὰ τοπωνύμια «Βαργιάνια» καὶ «Ἁλαταριές» (λεπτομέρεια) σὲ χειρόγραφο χάρτη τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν· ἔργο τοῦ Χριστοφόρου Δημ. Ἀλεξάκη.Προσθήκη λεζάντας
   Μέχρι πρόσφατα, ὅταν πέρασε ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἁγία Παρασκευή, ὑπῆρχαν ἐρείπια κτηρίων στὸ δυτικὸ ἄκρο  στὰ «Βαργιάνια». Τὰ κτήματα καλλιεργοῦνταν μέχρι τὴν δεκαετία τοῦ 1960, ὁπότε, λόγῳ τῆς ἐσωτερικῆς οἰκονομικῆς μεταναστεύσεως τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ πρὸς τὰ ἀστικὰ κέντρα, ἐγκαταλείφθηκε ἡ καλλιέργειά τους, ὅπως καὶ τῶν περισσοτέρων καλλιεργησίμων ἐκτάσεων τῆς περιοχῆς.

  
Ἄποψη ἀπὸ τὴν τοποθεσία «Βαργιάνια» στὰ Μεγάλα Βραγγιανά.


 Σὲ  Ὀθωμανικὸ  φορολογικὸ  κατάστιχο τοῦ σαντζακίου τῶν Τρικάλων τοῦ ἔτους 859 ἐγίρας (1454-5 μ.Χ.), τὸ  ὁποῖο δημοσιεύθηκε ἀπὸ Τούρκους ἱστορικούς, περιλαμβάνονται δημογραφικὰ καὶ οἰκονομικὰ δεδομένα γιὰ τὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ τοὺς συνοικισμοὺς Βαλάρι καὶ Καρυά τοῦ χωριοῦ, τὰ ὁποῖα δημοσιεύθηκαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα-ἐρευνητὴ κ. Ἀνάργυρο-Γιάννη Μαυρομύτη στὸ περιοδικὸ Εὐρυτανικὰ Χρονικά, τεύχη 21-22, καὶ ἀναδημοσιεύθηκαν σχολιασμένα στὸ φ.31 τῆς ἐφημερίδας  «Μεγάλα Βραγγιανὰ (Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων)».[2] Τὸ κατάστιχο αὐτὸ σώζεται σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, στὰ «Ἀρχεῖα Προεδρικοῦ Συμβουλίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Γενικὴ Διεύθυνση Ἐσόδων-Ἐξόδων (Basvekalet Arsivi, Fonds maliyeeden mudevver), μὲ τὸν ταξινομικὸ ἀριθμὸ Maliyeeden Defter (MAD) 10. Εἶναι  γραμμένο στὴν παλαιοτουρκικὴ γραφή tevki-i, καὶ ἔχει ἐκδοθεῖ στὴ νεοτουρκικὴ (λατινικὴ γραφή) τὸ 2001 ἀπὸ τοὺς τούρκους καθηγητὲς Melek Delilbaşı καὶ Muzaffer Arıkan.[3] Στὴν ἔκδοση δὲν περιλαμβάνεται ἡ ἀπόδοση τῶν ὀνομάτων τῶν φορολογουμένων οἰκογενειῶν στὴ νέα τουρκικὴ λατινικὴ γραφή, ἔργο ποὺ ἀνέλαβε καὶ πραγματοποίησε γιὰ λογαριασμὸ τῆς «Πανευρυτανικῆς Ἕνωσης», ὁ ὀθωμανολόγος Γ. Λιακόπουλος.
        Στὸ κατάστιχο καταχωρίζονται, τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν (ἀνδρῶν) νοικοκυριῶν, οἱ χῆρες, ὡς ἀρχηγοὶ νοικοκυριῶν, καὶ οἱ ἐνήλικοι ἀνύπανδροι ἄνδρες, καθώς ὅλοι οἱ παραπάνω ἀποτελοῦσαν φορολογικὲς ὁμάδες μὲ διαφορετικὴ φοροδοτικὴ ἱκανότητα.[4] Στὸ κατάστιχο αὐτὸ ἀπαντᾶ τὸ ὄνομα Βαργιάνης 2 φορές (Νικόλας Βαργιάνης καὶ Ἀλέκος Βαργιάνης).  Ἄλλες 3 φορὲς ἀπαντᾶ  ὡς Βαργιάνος (Νικόλαος, Γεώργιος καὶ Μιχαὴλ Βαργιάνος).


Νικόλας Βαργιάνης (Nikolas Varyanis), βλ. Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, τ. ΙΙ: Tıpkıbasım, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001, φ. 416 b.

  Ὁ  Max Vasmer στὸ ἔργο του, «Die Slaven in Griechenland», ἀναφερόμενος στὴ Βάριανη ἢ Βάργιανη Δωρίδος, ὑποστηρίζει ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαιοσλαβικὸ Borjane δηλ. τὸν κάτοικο τοῦ δάσους μὲ τὰ κωνοφόρα.
     Ἴσως ἡ λέξη νὰ εἶναι καὶ σύνθετη ὡς Βαρ(σλαβ. Bap= ἀσβέστης, ἀσβεστώνω) καὶ Γιάννης ἢ Γιάννος. Μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κάποιος ὅτι χρησιμοποιοῦσαν τὸν ἀσβέστη ἐπαγγελματικῶς ἢ, ὡς μία ἀκραία ἑρμηνεία, τὸ χρῶμα τοῦ δέρματός τους ἦταν πολὺ λευκό. Ἐνισχυτικὸ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας πώς, πολὺ κοντὰ καὶ  ἀνατολικότερα τῆς τοποθεσίας «Βαργιάνια» ἀπαντᾶ τὸ τοπωνύμιο «Ἀσβεσταριές».     
   Ὁ Ἐμμαν.  Κριαρᾶς, στὴν ἐπιτομὴ τοῦ λεξικοῦ τῆς Μεσαιωνικῆς Ἑλληνικῆς Δημώδους Γραμματείας, 1100-1669,ταυτίζει τὴν λέξη βάργια μὲ τὴ βάρδια (Βεν. vardia) καὶ τὴν ἀποδίδει ὡς φρουρά, φύλακας, σκοπός, φρουρῶ.[5] Ἴσως, στὰ Βαργιάνια, λόγῳ θέσεως στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ, νὰ ὑπῆρχε ἔλεγχος γιὰ λόγους ἀσφαλείας στὴν πρόσβαση στὰ Βραγγιανά, ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες τοῦ χώρου.
      Πιθανότατα, ἀπὸ τὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς οἰκογένειας ὀνοματοδοτήθηκε ἡ περιοχὴ-τοποθεσία «Βαργιάνια». Ἐνδεχομένως ἐκεῖ βρισκόταν οἱ κατοικίες τους  ἢ τὰ καλλιεργήσιμα κτήματά τους.
      Ἕξη αἰῶνες μετά, στὴν ἐποχή μας, τὸ ὄνομα αὐτό, πλέον, δὲν ἀπαντᾶ στὰ Μεγάλα Βραγγιανά. Ὅμως «ἐπιζεῖ», ἔστω καὶ ἀσυνείδητα, στὴν τοπικὴ ἱστορικὴ μνήμη, μέσῳ τῆς ὀνομασίας τῆς τοποθεσίας «Βαργιάνια».
                         
                                                                                             Κωνσταντῖνος  Σπ. Τσιώλης



[1] Χριστόφ. Δ. Ἀλεξάκης, Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθῆναι 1990, σ. 208.
[2] . Ἐφ. «Μεγάλα Βραγγιανά»( Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων), φ. 31, Ἰούλιος-Αὔγουστος-Σεπτέμβριος 2007, σελ. 7.
[3]. Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, metni bir giriş ile neşredenler, τ. Ι, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001· Melek Delilbaşı ‒ Muzaffer Arıkan, Hicrî 859 tarihli Sûret-i defter-i sancak-ı Tırhala, τ. ΙΙ: Tıpkıbasım, [Türk Tarih Kurumu Basımevi], Ἄγκυρα 2001.
[4].  Ἀνάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης, «Ὀνοματολόγια χωριῶν Εὐρυτανικῶν Ἀγράφων», Τὰ Ἄγραφα στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, Πρακτικὰ Συνεδρίου, Τροβάτο-Ἄγραφα-Μεγάλα Βραγγιανά 8-10 Αὐγ. 2008, [Πανευρυτανικὴ Ἕνωση], Ἀθήνα 2009, σ. 179-248.





[5] . Πολὺ γνωστὸ καὶ τὸ διήγημα τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, «Βαρδιάνος στὰ σπόρκα» (1893).

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

19 ΜΑΪΟΥ 1717, ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ

Ἀθανάσιος ὁ ἐλάχιστος ὁ ἐξ Ἀγράφων  (Μεγάλα Βραγγιανά, περ. 1665 – Αἰτωλικό, 19 Μαΐου 1717)

  Ἱ. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους, κώδ. 693, φ. 199v. Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Ἐλαχίστου σὲ ἐπιστολή του στὶς 23 Μαΐου 1713.

 Τὴ 19η Μαΐου 1717 ἐκοιμήθη στὸ Αἰτωλικὸ ὁ λόγιος ἱερομόναχος Ἀθανάσιος ὁ Ἐλάχιστος ὁ ἐξ Ἀγράφων, ὁ κατὰ σάρκαν ἀδελφὸς τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου (1654-1729). Τὴν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου του βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Γόρδιος μὲ σημείωσή του στὸν κώδικα 693 τῆς Ἱ. Μ. Παντελεήμονος  Ἁγίου Ὄρους, στὸ κάτω περιθώριο τοῦ φ. 180r : «κατὰ τοῦτο καὶ ἐτεθνήκει μαΐου ιθ΄», μετὰ τὴν τελευταία ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἀθανάσιο στὶς 11 Ἀπριλίου 1717. 
Ἱ. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους, κώδ. 693, φ. 180rἩ σημείωση τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου: «κατὰ τοῦτο καὶ ἐτεθνήκει μαΐου ιθ΄» ποὺ δηλώνει τὴν ἡμερομηνία κοιμήσεως τοῦ ἀδελφοῦ του Ἀθανασίου


   Ὁ θάνατός του πρέπει νὰ ἦταν αἰφνίδιος καθὼς ὁ Ἀθανάσιος στὴν ἀπαντητική του ἐπιστολὴ στὶς 17 Ἀπριλίου 1717 ἀπὸ τὸ Αἰτωλικὸ πρὸς τὸν Γόρδιο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ Βρανιανά, γράφει: «Ἴσθι γε μὴν ὡς καὶ αὐτὸς ἄχρις οὗ γράφω αὐτῇ ὑγιαίνω σὺν Θεῷ». Ὑπῆρξε, κατὰ δήλωσίν του, μαθητὴς τοῦ Γορδίου καὶ δίδαξε μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του στὴ Σχολὴ Γραμμάτων τοῦ Αἰτωλικοῦ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ 1690 καὶ ἕως τὸ 1710. Τότε ὁ Γόρδιος ἀναχώρησε ὁριστικὰ γιὰ τὴ γενέτειρά τους, τὰ Μεγάλα Βραγγιανά (τότε Βρανιανά) τῶν Ἀγράφων, ὁπότε ὁ Ἀθανάσιος ἔμεινε διδάσκων στὸ Αἰτωλικὸ ἕως τὴν  κοίμησή του. Συνέγραψε κυρίως μαθητικὰ βοηθήματα γιὰ τὸ Σχολεῖο τοῦ Αἰτωλικοῦ. Σώζονται καὶ περὶ τὶς ἑκατὸν ἐπιστολές του. Ἀκόμη, σημαντικὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ συμβολή του, ὡς γραφέα ἑνὸς μεγάλου μέρους τοῦ κώδικα 693 τῆς Ἱ. Μ. Παντελεήμονος  Ἁγίου Ὄρους, ‒τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε κτήτωρ μέχρι τὴν κοίμησή του‒, στὴ διάσωση ἐπιστολῶν λογίων τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων τοῦ Γορδίου καὶ τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη τοῦ Αἰτωλοῦ.

Ἐνδεικτικά, γιὰ τὸν ἀδελφὸ τοῦ Γορδίου Ἀθανάσιο τὸν Ἐλάχιστο βλ. Ἰωάννα Κόλια, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐξ Ἀγράφων (1656;-1719). Ἡ ἐπιστολογραφία του», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 3 (1990), 215-254· καὶ Ἰωάννα Κόλια, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐξ Ἀγράφων (†1719). Ἡ ἐπιστολογραφία του», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 4 (1992) 81-159. Ἐπίσης, βλ. Ἀγγελικὴ Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐλάχιστος, ὁ ἐξ Ἀγράφων», Σύναξις, ὅ.π., σ. 527-531. Σχετικὰ μὲ τὴν διαβίωση τῶν δύο ἀδελφῶν στὸ Αἰτωλικό, στοὺς ὁποίους προσετέθη καὶ ὁ τρίτος ἀδελφὸς τοῦ Γορδίου ὁ ἱερομόναχος Εὐθύμιος, βλ. Κ. Σπ. Τσιώλης, «Ἀλτάνη Καραντινοῦ, ἡ κυρὰ τοῦ Αἰτωλικοῦ. Ἡ κοινωνία τοῦ Αἰτωλικοῦ στὸ τέλος τοῦ 17ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰ. μέσα ἀπὸ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου», Ἡ Σχολὴ τοῦ Αἰτωλικοῦ καὶ οἱ Λόγιοι Δάσκαλοι τῶν Ἀγράφων, Πρακτικὰ Ἡμερίδας, Αἰτωλικὸ 26 Ἰουνίου 2010, ἔκδ. ΕΥ.Κ.Ε.Σ.Ε., Ἀθήνα 2011, σ. 75-140.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ἰωάννης Σ. Βιταλιώτης, ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ» ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

  
  8 Μαΐου, μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ Εὐαγγελιστοῦ

Πανηγυρίζει ὁ ἱ. ν. τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸν ὁμώνυμο συνοικισμό τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων. 
Ὁ ἱ. ν. τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὶς 10 Φεβρουαρίου 2008.
    Ὁ μεταβυζαντινὸς  αὐτὸς ναὸς χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 16ου μὲ ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰώνα καὶ ἁγιογραφήθηκε σὲ  δύο φάσεις στὰ 1646 καὶ 1649 ἀπὸ ἀνώνυμο ζωγράφο, μὲ τὸ ἐργαστήριό του, ἴσως ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Μακεδονία, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος,  ὁ ὁποῖος ἁγιογράφησε τὸ παλαιὸ καθολικὸ τῆς μονῆς Ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων. Ὁ ἴδιος, μὲ τὸ ἐργαστήριό του, ἁγιογράφησε στὰ 1648 τὸ ἱ. ν. τῆς ἁγ. Παρασκευῆς, τὸ καθολικὸ τῆς ὁμωνύμου Μονῆς, στὴ Γούβα τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν. 
Ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ κυρίως ναοῦ ἡ ὁποία χρονολογεῖ τὸν διάκοσμό του:
Ἱστορήθη οὗτος ὁ θεῖος κ(αί) πάνσεπτος ναός / τοῦ ἁγίου ἐνδόξου πανευφήμου Ἀποστόλου κ(αί) Εὐαγγελιστοῦ  Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου διὰ ἐξό/ δυο κ(αί) δαπάνης τοῦ τιμιωτάτου κ(αί) εὐγενεστάτου ἀρ/ χόντου κυροῦ Χρίστου ὑοῦ τοῦ Ἀνδρέου τοῦ Λούτζου / ἀρχιερεατεύοντος τοῦ πανιερωτάτου Ἀρχιε/ πισκόπου Φαναρίου κ(αί) Νεοχωρίου κυροῦ Εὐ/ θυμίου ἱερατεύοντος Ἰω(άννου) ἱερέος τοῦ Λούτζου / ἔτει ἀπὸ Ἀδὰμ ΖΡΝΔ΄ Ἐτελειόθη ἱστορία, ἐν μηνί, Αὐγούστο, εἰς τὰς ΚΗ΄.

               
Ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ στὸν νότιο τοῖχο τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ, ἡ ὁποία χρονολογεῖ τὴν ἱστόρησή του:
Ἐτελειοθη ἡ παρούσα ἱστορία τοῦ ἁγίου ἐν<δ>ώξου Ἀποστώλου κ(αί) Εὐαγγελιστοῦ / Ἰω(άννου) τοῦ Θεωλόγου δᾶ σινδρωμεῆς κῶπου κ(αί) ἐξόδου μετὰ πόθου καὶ ζε/ σι τοῦ τημηοτάτου ἀρχόντου κυροῦ Χρίστου τοῦ Ἀνδρέα / ἐν τῷ εὐδωμικοστῷ ΡΝΖ΄. Ἐτελιόθι ἐν Μι(νί) Αὐγούστου Η΄.

Τὸ ζήτημα αὐτὸ πραγματεύεται ὁ ἐρευνητὴς τοῦ Κέντρου Ἔρευνας τῆς Βυζαντινῆς καὶ Μεταβυζαντινῆς Τέχνης τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν κ. Ἰωάννης Σ. Βιταλιώτης στὴ μελέτη του: ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ «ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ» ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ, τὴν ὁποία δημοσιεύουμε καὶ στὸ ἱστολόγιό μας.

Γιὰ νὰ δεῖτε ὅλο τὸ ἀρχεῖο, πατῆστε ἐδῶ





Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης : Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ

1Μαΐου 1902
Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης                  

 Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ 

Τὸ ἱστολόγιο ellinomouseionagrafon.blogspot.com εὔχεται καλὸν μῆνα, καλὴ πρωτομαγιά, μὲ ἕνα (ἀθησαύριστο) πρωτομαγιάτικο δημοσίευμα τοῦ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη (Σκιάθος 1850-1929) τῆς 1ης Μαΐου 1902. Ὁ Σκιαθίτης λόγιος εἶχε ὲπισκεφθεῖ τὸ Καρπενήσι καὶ περιγράφει τὸ ταξίδι καὶ τὴν πρωτεύουσα πόλη τῆς Εὐρυτανίας στὰ ταξιδιωτικά του κείμενα. Ἐπίσης στὸ ἔργο του σχολιάζει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Προυσιωτίσσης, ἐνῶ γνώριζε προσωπικὰ τὸν Καρπενησιώτη λογοτέχνη καὶ Ἀκαδημαϊκὸ Ζαχαρία Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940).




Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ

                                          Ἀναστάσιος Γόρδιος (1654-1729)
                  Πασχαλινό (ἀνέκδοτο) ἐπίγραμμα, ἑρμηνεία τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη


ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ:
ˏαψια΄ ἀπριλλίου α΄ : ἐν Βρανιανοῖς .
Χώρου ἐκ νεκύων Χριστὸς ποτὶ γαῖαν ἀνῆλθε,
πᾶσαν ἵν᾿ ἐκσπάσας τῷ θανάτῳ θανάτου,
καὶ τοῖς ἐν ζοφεροῖς ἀδύτοις θ᾿ ὑποκευθομένοισι
δοὺς ἀπέραντον ἔχειν οὐράνιόν τε βίον.
ΑΠΟΔΟΣΗ:
Βρανιανά, 1η Ἀπριλίου 1711
Ἀπὸ τὴ Χώρα τῶν νεκρῶν ἀνέβηκε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ ἐπάνω
θρυμματίζοντας μὲ τὸν δικό Του Θάνατο τὸν θάνατο,
κομίζοντας στοὺς θαμμένους σὲ μαῦρα σκοτάδια
ἐπουράνια, ἀτέλειωτη ζωή.

Τὴν 1η Ἀπριλίου 1711,[1] ἡμέρα τοῦ Πάσχαὁ Ἀναστάσιος Γόρδιοςεὑρισκόμενος στὴ γενέτειρά του, τὰ Βρανιανὰ τῶν Ἀγράφων, συνέθεσε ἕνα ἐπίγραμμα μὲ ἑρμηνευτικὴ  ἀπόδοση τοῦ ἀναστασίμου τροπαρίου «Χριστὸς Ἀνέστη».[2] Χρησιμοποιεῖ  λέξεις ἀρχαιοελληνικὲς καὶ ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ἔπη καὶ ἀποδίδει πιστὰ καὶ μὲ ζωντάνια τὸ πνεῦμα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ τροπαρίου, καθὼς ὁ ἴδιος εἶχε στέρεη, ὀρθόδοξη θεολογικὴ καὶ φιλολογικὴ συγκρότηση. Ὁ Γόρδιος ἦταν γνωστὸς ὡς συνθέτης ἐπιγραμμάτων, τὴ σύνθεση τῶν ὁποίων διδάχθηκε στὰ σχολεῖα τῆς ἐποχῆς τῶν σπουδῶν του, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ πὼς στὸ πρόγραμμα σπουδῶν τους περιλαμβανόταν καὶ ἡ Ἐπιγραμματογραφία.[3] Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς περὶ τὸ 1689 ἔγραψε, μὲ ἀφορμὴ τὴ σωτηρία του ἀπὸ λοιμικὴ νόσο, δίστιχα ἐπιγράμματα γιὰ ὅλους τοὺς 69 ναοὺς τῆς Ζακύνθου (62 ὀρθοδόξους καὶ 7 τῶν δυτικῶν).[4] Ἦταν τὸ πρῶτο Πάσχα τοῦ Γορδίου στὰ Βρανιανά (νῦν Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας) μετὰ ἀπὸ εἴκοσι πέντε καὶ πλέον χρόνια ἀπουσίας ἀπὸ τὴ γενέτειρά του. Ἡ τελευταία γραπτὴ χρονολογημένη παρουσία του στὰ Βρανιανὰ εἶναι στὶς 21 Δεκεμβρίου 1686· πρόκειται γιὰ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν ἱερομόναχο Παρθένιο τῆς Μονῆς Μούχας τῶν Ἀγράφων,[5] ἐνῶ ἡ ἑπόμενη γραπτὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἐπάνοδό του στὰ Βρανιανά εἶναι χρονολογεῖται στὶς 27 Σεπτ. 1710, ὅταν γράφει στὸν ἀδελφό του Ἀθανάσιο στὸ Αἰτωλικό. Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἡ ἐπάνοδος στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του τοποθετεῖται στὸν Αὔγουστο τοῦ 1710. Ἀπὸ τότε, μέχρι τὴν κοίμησή του στὶς 7 Ἰουνίου 1729,[6] παρέμεινε στὰ Βρανιανά, μὲ ἐξαίρεση μικρά, ὀλιγόμηνα διαστήματα ἀπουσίας (1713-1714) σὲ μονὲς τῆς περιοχῆς καὶ στὸ Αἰτωλικό.[7] Τὸ ἐπίγραμμα σώζεται στὴ σελίδα 286 τοῦ κώδικα 18 τῆς Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λαρίσης καὶ ἔχει ἀντιγραφεῖ, πιθανῶςἀπὸ χέρι μαθητῆ τοῦ Γορδίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἀντέγραψε καὶ ἐπιστολὲς τοῦ δασκάλου του στὸν κώδ. Ἱ. Μ. Παντελεήμονος Ἁγ. Ὄρους 781, φ. 147r-166r.[8]
                                                                   
                                                                              Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης



[1]. Βλ. Α. Σ. Ἀναστασιάδου, Τὸ Σύμπαν, ἐκδ. Νεοελληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα χχ., σ. 561, ὅπου, βάσει    πίνακος, ὑπολογίζεται, πὼς  1η Ἀπριλίου 1711  ἦταν Σάββατο.


[2]. Ὅμως, ἄλλες πηγὲς ὁρίζουν πὼς  1η Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1711 ἦταν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, (βλ. Μάρκου ἱερέως Μαρᾶ τοῦ Κρητός, Τυπικόν, Ἐνετίῃσι αχπε΄, σ. σκδ΄· H. LietzmannD. KAland, Zeitrechnung der Roemischen Kaiserzeit, des Mittelalters und der Neuzeit fuer die Jahre 1-2000 nach Christus, Βερολίνο 1965, σ.67· http://lyk-peir-anavr.att.sch.gr/Lessons/04NATURALSCI/Astronomy/General/04_Easter/pasxa.htm ὅπου τὸ Πάσχα τοποθετεῖται μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο στὶς 12 Ἀπριλίου καὶ ἀφαιρώντας 11 ἡμέρες ὅπως προβλέπεται γιὰ τὰ ἔτη1700-1800 τότε καταλήγουμε πὼς τὸ Πάσχα ἐκείνου τοῦ ἔτους ἦταν  Ἀπριλίου.
[3]. Βλ. Ἀγγελικὴ Σκαρβέλη­-Νικολοπούλου, Τὰ Μαθηματάρια τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, ἐκδ. Σύλλογος πρὸς διάδοσιν  Ὠφελίμων Βιβλίων, Ἀθήνα 1994, σ. 168-171.
[4]. Κ. Δυοβουνιώτης, «Ἀναστασίου Γορδίου Ἀπαρίθμησις ἁπασῶν τῶν ἐν τῇ πόλει τῆς Ζακύνθου ἐκκλησιῶν μετ᾿ ἐπιγραμμάτων διστίχων ἰαμβικῶν ἐν ἔτει 1689», Πρακτικὰ Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν 8 (1933) 45-54· Κ. Δυοβουνιώτης, «Ἀναστασίου Γορδίου ἐπιγράμματα, Θεολογία 11 (1933) 319-328.
[5]. Ὁ ἱερομόναχος Παρθένιος, ἡγούμενος τῆς μονῆς Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Μούχας,  ὑπῆρξε μαθητής τοῦ Γορδίου· βλ. γι᾿ αὐτόν, Γεώργιος Κλῆμος, Ἱστορικὰ στοιχεῖα Καστανιᾶς καὶ Μούχας Ἀγράφων, Καρδίτσα 2010, σ. 291· Βασίλης Ν. Μαγόπουλος, Η πάλαι ποτὲ Ἱερὰ καὶ Σεβασμία Μονὴ τῆς Μούχας τῶν Ἀγράφων, Καρδίτσα 2008, σ. 51-52.
[6]. Βλ. Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἑλλάδος, Κώδ. 443, σ.1.· Π. Ι. Βασιλείου, «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ τὸ ἔργον του (1654-1729)», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 153-154, σημ. 1.· Ἀνάργυρος-Γιάννης Μαυρομύτης,  Κατάλογος παλαιοτύπων ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων Ν.Εὐρυτανίας, ὑπὸ ἔκδοσιν, μὲ σχόλια καὶ σημειώσεις, ὅπου σὲ Μηναῖο τοῦ Κερασόβου (τετύποτε Ἑνετίησιν παρὰ Ἀνδρέῳ τῷ Ἰουλιανῷ ,αχπδ΄) μνημονεύεται μὲ τὸ κωδικογραφικὸ σύστημα τῶν τριῶν γραμμάτων ὡς χρονολογία κοιμήσεως τοῦ Γορδίου τὸ ἔτος 1729.

[7]. Βλ. Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία (1675-1728), Ἔκδοση: Χαρίτων Καρανάσιος ‒ Ἰωάννα Κόλια, Προλεγόμενα‒Σχόλια: Χαρίτων Καρανάσιος, τ. Α΄‒Β΄, [Κέντρον Ἐρεύνης τοῦ Μεσαιωνικοῦ καὶ Νέου Ἑλληνισμοῦ / Ἀκαδημία Ἀθηνῶν], Ἀθήνα 2011, σ. 35-36.
[8]. Χαρίτων Καρανάσιος, «Κατάλογος τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων τῆς Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λαρίσης», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 10 (2012) 276—280.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝ. ΤΣΙΩΛΗΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, † 31(18) ΜΑΡΤΙΟΥ 1921

Κωνσταντῖνος Παν. Τσιώλης, Μικρὰ Ἀσία, 31(18) Μαρτίου 1921

Σὰν σήμερα στὶς 31(18) Μαρτίου 1921 ἔπεσε ἡρωϊκὰ μαχόμενος ὑπὲρ Πατρίδος στὸ Μικρασιατικὸ μέτωπο, ὁ δεκανέας Κωνσταντῖνος Παν. Τσιώλης ἀπὸ τὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας. Ἔδωσε τὸ ὑπέρτατο ἀγαθό, τὴ ζωή του, γιὰ τὴν Ἑλλάδα· κέρδισε ὅμως τὴν ἀθανασία τοῦ ὑπὲρ Πατρίδος πεσόντος ἥρωος. Ἡ Πολιτεία, ἡ τοπικὴ κοινωνία φρόντισαν νὰ γραφεῖ τὸ ὄνομά Του στὸ Ἡρῷον ποὺ ἔχει ἀνεγερθεῖ στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ ἱ. ν. Ἁγίου Γεωργίου, πολιούχου τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν, καὶ νὰ μνημονεύεται, κυρίως στὶς ἐθνικὲς ἐπετείους, μαζὶ μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ἄλλων ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος πεσόντων. Ὁ ἀνεψιός του, Σπύρος Τσιώλης (1927-2013), κατ᾿ ἐπιθυμίαν τοῦ πατέρα του Ἀριστείδη Παν. Τσιώλη (1890-1973) καὶ τῆς μητέρας του Μαρίας (1989), καὶ εἰς ἔνδειξιν τιμῆς τῆς μνήμης τοῦ πεσόντος,
ἔδωσε, στὰ 1958, στὸ πρῶτο ἄρρεν τέκνο του, καὶ πρῶτο ἐξ ἀρρενογονίας ἐγγόνι τοῦ Ἀριστείδη, τὸ ὄνομα Κ ω ν σ τ α ν τ ῖ ν ο ς.

  

Αἰωνία  ἡ μνήμη τοῦ δεκανέα Κωνσταντίνου Παν. Τσιώλη

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Ὁ προεστὸς τοῦ Ἀγγελοκάστρου Κωνσταντῖνος Γουλιμῆς στὴν Ἀλληλογραφία τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου καὶ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

      Ὁ προεστὸς  τοῦ Ἀγγελοκάστρου Κωνσταντῖνος Γουλιμῆς
                                 στὴν Ἀλληλογραφία τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου

                                           καὶ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων

                                                                                                                                                                                    Στὸ Ἀγγελόκαστρο Μεσολογγίου, μέχρι τὸ 1977, σωζόταν τὸ ἀρχοντικὸ τῶν Γουλιμήδων ἔφερε δὲ κτητορικὴ ἐπιγραφὴ μὲ τὴ χρονόλογία 1711· πολὺ κοντὰ δηλαδὴ στὴν ἐποχή (1716-1719) ποὺ σώζεται ἐξ ἕξι ἐπιστολῶν ἀλληλογραφία τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Γουλιμῆ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Ἐλαχίστου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, ἀδελφοῦ τοῦ Γορδίου, μὲ τὸν υἱὸ τοῦ Κωνσταντίνου, τὸν Παναγιώτη Γουλιμάκη.

Βάσιμα μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε πὼς ἐδῶ παρελήφθησαν τὰ γράμματα τοῦ Γορδίου καὶ τοῦ Ἀθανασίου, τὰ ὁποῖα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς παραδίδουν προσθέτουν ἀρκετὰ καὶ σημαντικὰ στοιχεῖα, ἄγνωστα μέχρι τώρα, ἀναφορικὰ μὲ τὴν τοπικὴ ἱστορία τοῦ χώρου τῆς Αἰτωλίας
   Ἰδιαίτερα μᾶς γνωστοποιοῦνται νέα δεδομένα γιὰ μέλη τῆς παλαιότατης, Ἠπειρωτικῆς καταγωγῆς, ἀρματολικῆς καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας  τῶν Γουλιμήδων, ὁποία διαδραμάτισε μὲ τὴν πολιτικὴ καὶ ἔνοπλη δράση της σημαντικὸ ρόλο κατὰ τὴν προεπαναστατικὴ περίοδο, ἀλλὰ καὶ μετεπαναστατικάεἶχε ἀξιόλογο πολιτικὸ ρόλο, μὲ πιὸ γνωστὸ ἐκπρόσωπό της τὸν βουλευτὴ Μιλτιάδη Γουλιμῆ γιὰ τὸν ὁποῖο Χαρίλαος Τρικούπης εἶχεν ἀναφωνήσει, μετὰ τὴν ἐκλογική του ἦττα στὶς Ἐθνικὲς ἐκλογὲς τοῦ 1895, τὴν πασίγνωστη καὶ παροιμιώδη φράση, Ἀνθ᾿ ἡμῶν Γουλιμῆς.
Γιὰ νὰ δεῖτε ὅλο τὸ ἀρχεῖο, πατῆστε ἐδῶ