Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΛ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1901 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΖΑΧ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Εἰς ἕνα γῦρον ὁποῦ ἐκάμαμεν μὲ τὸ ποδήλατον, εἰς ὅλην τὴν πόλιν
Ὁ  Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ποδηλατεῖ στὴν Ἀθήνα τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1901
Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης,
σύγχρονο σχέδιο (2017)
 ὑπὸ Σπ. Σιατούφη.
Τὸ ἑορταστικὸ διήμερο 25-26 Δεκεμβρίου τῶν Χριστουγένων τοῦ ἔτους 1901, ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850-1929) περιηγεῖται, μὲ ποδήλατο ὅπως ὁ ἴδιος δηλώνει στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες τῶν Ἀθηνῶν καταγράφοντας καὶ σχολιάζοντας τὰ δρώμενα τῆς Ἑορτῆς. Ὁ Μωραϊτίδης ἔχει ἐπιστρέψει πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τὸ πολυήμερο, κοπιαστικὸ ταξίδι του στὸ Καρπενήσι μέσα ἀπὸ χιονισμένα ἐλατοδάση καὶ τὸ ψύχος τοῦ χιονώδους καιροῦ τῶν Ἀθηνῶν θὰ τοῦ φαντάζει κουφόβραση σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνο τοῦ Καρπενησιοῦ καὶ τῶν ράχεων τοῦ Τυμφρηστοῦ. Τὶς ἐντυπώσεις του ὁ Μωραϊτίδης τὶς δημοσιεύει σὲ ἀβιβλιογράφητο ἄρθρο του στὴ 2η σελίδα τῆς  ἐφ. «Ἀκρόπολις» στὶς 28 Δεκεμβρίου τοῦ 1901, στὴ στήλη «ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΝ ΚΙΝΗΣΙΝ», μὲ τίτλο «ΔΥΟ ΗΜΕΡΑΙ» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ὁ ταξειδιώτης», ποὺ εἶναι τὸ σύνηθες δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7124 / 28. 12. 1901, σ. 2.

 Μὲ ζωντανὲς περιγραφές, λογοτεχνικὴ γραφὴ καὶ ἠθογραφικὴ διάθεση καταγράφει τὸν τρόπο τέλεσης τῶν Ἀκολουθιῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ στέκεται ἰδιαίτερα στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Κυριακῆς στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς καὶ τὸν κατανυκτικὸ καὶ ὑποβλητικὸ χαρακτῆρα μὲ τὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων:
Ι. Ν. Ἁγ. Κυριακῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
Εἰς τὴν ἁγίαν Κυριακὴν ὅμως ἡ Ἀκολουθία εἶχεν ἀρχίσει ἐνωρίτερον, τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν. Ἦτο δὲ λίαν κατανυκτικόν, διερχόμενος τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς νὰ βλέπῃς ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, μέσα εἰς τὸ βαθὺ τοῦ ὄρθρου σκότος, ἓν μέγα μανουάλιον καταυγάζον μὲ ἀναρίθμητα κηράκια καὶ ν᾿ ἀκούῃς τὸν ὕμνον τῆς ἑορτῆς.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7124 / 28. 12. 1901, σ. 2.  
Δηλώνει πὼς τὸ πλέον καταναλώσιμο προϊὸν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ὁ ρητινίτης οἶνος, τὸ ρετσινάτο:
 Τὸ περισσότερον πρᾶγμα, ὁποῦ ἐξοδεύεται περισσότερον εἰς τὰς Ἀθήνας  … εἶναι τὸ ἀθάνατον ρετσινᾶτο.
Περιηγεῖται ποδηλ
Ποδηλάτες στὴν Ἀκρόπολη.Ἀρχὲς 20ου αἰ.
Ποδηλάτες στὴν Ἀκρόπολη. Ἀρχὲς 20ου αἰ.
ατώντας στοὺς δρόμους τοῦ Ψυρρῆ, τοῦ Ἁγίου Φιλίππου καὶ τῆς Νεαπόλεως καὶ περιγράφει τὴν πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ἐπικρατεῖ, ἐνῷ στέκεται ξεχωριστὰ σὲ ἕνα εὔθυμο περιστατικὸ κοντὰ στὴ βρύση «τοῦ Τάτση», στὴ σημερινὴ ὁδὸ Τάκη:
εἰς ἕνα γῦρον ὁποῦ ἐκάμαμεν μὲ τὸ ποδήλατον … τὸ φαιδρότερον ἐπεισόδιον δι᾿ ἐμὲ ἦτο μία ἅμαξα, ἐκεῖ παρὰ τοῦ Τάτση τὴν βρύση.

καθὼς καὶ σὲ ἕνα δυσάρεστο καὶ θλιβερὸ περιστατικὸ αὐτοκτονίας καρκινοπαθοῦς σὲ πηγάδι τῆς ὁδοῦ Καποδιστρίου, ὅπου καὶ κατοικοῦσε ὁ Μωραϊτίδης στὰ τελευταῖα τοὐλάχστον χρόνια τῆς διαμονῆς του στὴν Ἀθήνα:
Τὸ δὲ θλιβερώτερον διεδραματίσθη περὶ τὴν ὁδὸν Καποδιστρίου, ὁποὺ μία γυναῖκα πάσχουσα ἀπὸ καρκίνον ἔπεσε εἰς τὸ πηγάδι τῆς κατοικίας της νὰ πνίξῃ ἐκεῖ τὸν πόνον της.
Ἀκόμη, ἀναφέρεται στὴν συνοικία Χριστοκοπίδου μὲ τὸν ὁμώνυμο ναὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, κατ᾿ ἔθος, πανηγυρίζει ὄχι στὶς 25 ἀλλὰ  στὶς 26 Δεκεμβρίου ὅταν ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ, παρακολουθεῖ τὸν λαμπρὸ ἑσπερινὸ τῆς πανηγύρεως καὶ κατονομάζει τὸν πρωτοψάλτη τοῦ Ναοῦ Ι. Δούκα.  Ὁ Ναός, ὁ ὁποῖος βρίσκόταν ὑπὸ κατασκευὴν καὶ λειτουργοῦσε ὡς ξύλινος, μετὰ τὴν Ἐπανάσταση εἶχε χρησιμεύσει ὡς ἕδρα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐγκαινιάζεται ὡς γνωστὸν ἔνδεκα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1912. Στὸν Ναὸ πιθανολογεῖται πὼς ἐκκλησιάζοταν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 1851-1911), τὴν ἐποχὴ ποὺ διέμενε στὴν περιοχή, ἐνῶ  μὲ πρωτοβουλία του φέρεται πὼς ἔχει ἁγιογραφηθεῖ στὸ βόρειο κλῖτος τοιχογραφία τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Ἑλισσαίου:
 ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὴν  συνοικίαν τὴν πενιχρὰν τοῦ Χριστοκοπίδιου καὶ ἤκουσαν τὴν καμπανίτσαν τοῦ ξυλίνου ναοῦ, … εἰσῆλθον καὶ ἠκροάσθησαν ἕνα λαμπρὸν ἑσπερινὸν … ἀπὸ τὸν καλὸν πρωτοψάλτην τὸν τελειόφοιτον τῆς φιλολογίας κ. Ι. Δούκαν, ….Ἡ ἐκκλησία αὔτη τιμᾶται μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ πανηγυρίζει πάντοτε τὴ  δευτέραν ἡμέραν, ὅτε ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
 
Ι. Ν. Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ (
Χριστοκοπίδου) Ἀθηνῶν.
 
Ἀκολούθως, ἐνθυμεῖται τὸ Σκιαθίτο ἔθιμο τῆς προσκυνήσεως τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆ Γαλακτοτροφοῦσας, αὐτὴν τὴν ἡμέρα στὴ Σκιάθο, καὶ καταχωρίζει τοὺς στίχους ποὺ ἔψαλλαν τὰ μικρὰ παιδιὰ τὴς Σκιάθου. Ἐπίσης, μᾶς παραδίδει καὶ τὶς καιρικὲς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦσαν ἐκεῖνο τὸ διήμερο στὴν Ἀττική:
Ὁ χιονώδης χθὲς καιρὸς ὅπου ὅλην τὴν ἡμέραν ἐχιόνιζεν εἰς ὅλα τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς βουνά, ἐπέτεινεν τὸ ψῦχος ἀρκετὰ ἐν τῇ πόλει.
Ἀθήνα 1901. Πλατεία Συντάγματος.

Τέλος, σχολιάζει τὴν ἑπομένη τοῦ διημέρου ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου ὡς ἐνδιάμεσο στάδιο οἰκονομικῆς αὐτοσυγκράτησης τῶν Ἀθηναίων προκειμένου νὰ ἑορτάσουν τὴν Πρωτοχρονιά:
 ὁ λαὸς … ἂν καὶ εἶχεν διάθεσιν ἀγαθὴν νὰ τιμήσῃ ἀρκούντως καὶ τὸν Ἅγιον Στέφανον, ἀλλὰ ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν κατεπείγουσαν νὰ ἐξοικονομήσῃ λ ε φ τ ὰ [ἡ ἀραιογράφηση τοῦ Μωραϊτίδη] διὰ τὴν προεγγίζουσαν Πρωτοχρονιάν.
Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης ἀλλὰ καὶ ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου καὶ τριτεξαδελφός του, ὁ Παπαδιαμάντης συνήθιζαν νὰ δημοσιεύουν Χριστουγεννιάτικα διηγήματα, κάθε χρόνο, στὸν Ἀθηναϊκὸ Τύπο. Τὸ 1901, ὅμως, ἀμφότεροι δὲν τὸ ἔπραξαν πρὸς ἀπογοήτευσιν τῶν ἀναγνωστῶν τους. Αὐτὸ ἐπισημαίνει ὁ Καρπενησιώτης λόγιος καὶ μετέπειτα Ἀκαδημαϊκὸς, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877- Ἀθήνα 1940), σὲ μία ἐπίσης, μεταχριστουγεννιάτικη ἐπιφυλλίδα του, ἀνάλογη μὲ αὐτὴν τοῦ Μωραϊτίδη, στὴν ἐφ. «Σκρίπ» στὶς 27 Δεκεμβρίου 1901 μὲ τίτλο, «ΠΩΣ ΕΠΕΡΑΣΑΜΕΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ». Μὲ χαριτολογικὴ διάθεση ὁ νεαρὸς τότε  Ζ. Παπαντωνίου, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε φιλικὴ σχέση μὲ τοὺς δύο Σκιαθίους λογοτέχνες καὶ δησοσίευσε εὐμενεῖς κρίσεις γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὴν προσφορά τους τόσο ὅσο ἦσαν ἐν ζωῇ ὅσον καὶ μετὰ θάνατον, σημειώνει σχετικά:
 Ἐσυνειθίζετο ἕως πέρυσι ἀπαραβάτως νὰ γίνεται μία ἐπιθεώρησις τῆς Χριστουγεννιάτικης φιλολογίας, ἡ ὁποία ἀφθόνως ἐφύτρωνεν εἰς τὰς ἐφημερίδας.
Ἐφέτος, μῶκο! Ἡ Χριστουγεννιάτικη φιλολογία ἐξηράνθη μετὰ τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μωραϊτίδη. Διὰ πρώτην φορὰν οἱ δύο αὐτοὶ σεβάσμιοι δημιουργοὶ  τῆς ἑορτῆς, ὕστερον ἀπὸ τόσα ἔτη, δὲν ἔγραψαν διήγημα. Μᾶς κατέστρεψαν ὅλην τὴν ποίησιν. Μέγα μέρος συμπολιτῶν μας ἔκαμνε τὰ Χριστούγεννά του εἰς τὰς θάλασσας καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Σκιάθου μαζὶ μὲ τοὺς καταλαμπωμένους ἀπὸ παράδοξον αἴγλην ἥρωάς των.
Αὐτὸ δὲν ἰχύει πλήρως καθὼς τὴν μεθεπομένη τῆς δημοσιεύσεως τοῦ χρονικοῦ τοῦ Μωραϊτίδη δημοσιεύει ὁ ἴδιος, μὲ τὸ ἴδιο ψευδώνυμο, σὲ δύο συνέχειες στὶς 30 καὶ 31 Δεκεμβρίου 1901 στὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις», ‒παρὰ τὴν παρέλευση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων‒ τὸ (Χριστουγεννιάτικο) διήγημά του «Παλατιανὰ Χριστούγεννα».
Ἀλλά, καὶ ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου, ὁ Ἀγραφιώτης αὐτὸς ἀπαράμιλλος τεχνίτης τῆς γραφῆς,  ὑπῆρξε ποδηλάτης ἀλλὰ ὄχι τόσον δεινὸς ὅσον ὁ Μωραϊτίδης. 
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 9721 / 6. 3. 1905, σ. 1.

Ὅπως δηλώνει σὲ χρονογράφημά του στὶς 6 Μαρτ. 1905 στὴν ἐφ. «Σκρίπ», μὲ τίτλο «ΠΟΔΗΛΑΤΑ … ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ» καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ Ζ. Π., στὰ 1901 ἀσκοῦνταν στὴν ποδηλασία στὴν πλατεία τῆς (νῦν Παλαιᾶς) Βουλῆς. «Θύματα» τῆς ἀσκήσεως του, ὅπως μὲ χαρίεντα λόγον σημειώνει, ἦσαν δύο δένδρα τῆς πλατείας:
Ἡ παλαιὰ Βουλὴ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. Διακρίνονται τὰ δύο δένδρα ποὺ ἀναφέρει ὁ Ζαχ. Παπαντωνίου στὸ χρονογράφημά του, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατέπιπτε κάμνοντας μαθήματα ποδηλασίας.  
Διὰ νὰ εἶναι τὸ θέαμα τελείως Ρωμαίικον πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος καυτηριάζω τὴν ἀποστροφὴν τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸ ποδήλατον ἔχω ν᾿ ἀναβῶ εἰς τοιοῦτον μηχάνημα τοὐλάχιστον τέσσαρα ἔτη. Τὰ πρῶτα μαθήματα τὰ ἔλαβα εἰς τὴν πλατείαν τῆς Βουλῆς, ὅπου ὑπάρχουν καὶ δύο δένδρα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς εἶναι αἰωνόβια, ἀφοῦ δὲν κατωρθώσαμε μὲ τὰς τόσας ἐπανειλημμένας συγκρούσεις μαζύ των νὰ ξερριζώσω.
Τότε ἦτο ἐποχὴ ποδηλατικὴ ἀκόμη. Μόλις τότε ἐμάνθανε ποδήλατον ὁ συνάδελφός μου κ. Β., ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους μετὰ 15 ἡμερῶν ἄσκησιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ἀποφάσισε θριαμβευτικῶς προπεμπόμενος νὰ ἐξέλθῃ καὶ εἰς τὴν πόλιν, ἰδὼν δὲ ἕνα ἁμάξι εἰς τὴν Ὁμόνοιαν κατέβη ἀπὸ τὸ ποδήλατον εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς ἐποχὴν καὶ ὁ συνάδελφος κ. Ε. ἤρχισε νὰ μανθάνῃ τὸ χαριέστερον ποδήλατον τοῦ κόσμου, δηλαδὴ κατώρθωνε νὰ ἀνεβαίνῃ καὶ νὰ ποδηλατῇ, ἀλλὰ δὲν ἤξευρε νὰ κατεβαίνῃ καὶ ἔμενε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς ἐπὶ μιᾶς ρόδας ζητῶν βοήθειαν καὶ τὰ βιβλία του τὰ ὁποῖα εἶχαν πέσει καθ᾿ ὁδόν. Τότε δὲ ἀκριβῶς ἦτο ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, παρακολουθήσας μίαν ποδηλατικὴν ἐκδρομὴν ἔφθασεν εἰς τὴν Βουλιαγμένην πεζὸς καὶ ἱππευόμενος παρὰ τοῦ ποδηλάτου του. Ποία ἐποχή! Δυστυχῶς παρῆλθεν ὅπως τὰ ρόδα καὶ ἡ συμμαχία τῆς Ἀμπατζίας. Μίαν φορὰν μόνον ἐμφανίζονται τὰ ὡραῖα πράγματα. Μίαν φορὰν ἦλθε δοὺξ εἰς τὸ Φάληρον καὶ ἐπῆρεν ἑλληνίδα, οὔτε θὰ ἔλθῃ πλέον ἄλλος διὰ νὰ πάρῃ ἄλλην. Ἐν τούτοις ἡ σημερινὴ ἐκδρομὴ τῆς Ποδηλατικῆς μοῦ γεννᾷ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ δευτέρα. Ἀρχίζω να ὀνειροπολῶ ὅτι θὰ εὕρω καὶ ἐγὼ σύντροφον νὰ ποδηλατήσωμεν ὁμοῦ μέχρι Πατησίων. Ὑπάρχει τοιοῦτος ἄνθρωπος πλέον; Ἂς δημοσιεύσω μίαν εἰδοποίησιν.
Εἰδοποίησις:
«Ζητεῖται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι τὸ ποδήλατον εἶναι χειρότερον ἀπὸ τὸ καφφενεῖον, νὰ δέχεται δὲ νὰ κινήσῃ τοῦς δύο πόδας του ἐπὶ ποδηλάτου, τοὐλάχιστον τοὺς δύο».
Διαφημιστικὴ καταχώριση γιὰ ποδήλατα, 
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 2243 / 14. 11. 1901, σ. 2.

Ἡ ἀπουσία τοῦ «καθιερωμένου» Χριστουγεννιάτικου διηγήματος στὰ 1901 ἀπὸ τοὺς Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδη ἀναφέρεται καὶ στὸ πρωτοσέλιδο ἄρθρο τῆς ἐφ. «Ἀκρόπολις» τῆς 25ης Δεκεμβρίου 1901, μὲ τίτλο «ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ» ὅπου κατὰ τὸν ἀρθρογράφο, μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ἄβες Ἀλώμ», τοῦ ζητεῖται ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα του Χριστουγεννιάτικο διήγημα. 
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7122 / 25. 12. 1901, σ. 1.
Ἐφ. Ἀκρόπολις, φ. 7122 / 25. 12. 1901, σ. 1.

Ἐκεῖ ἀναφέρει σχετικὰ μὲ τοὺς Μωραϊτίδη καὶ Παπαδιαμάντη:
Διήγημα τῶν Χριστουγέννων. Δύο εἶναι οἱ κατ᾿ ἐξοχὴν Χριστουγεννιάτικοι διηγηματογράφοι. Ἂν εἶχα τοῦ κ. Ἀ. Μωραϊτίδου τὴν γλυκύτητα καὶ τὴν παρατήρησιν θὰ μετεφερόμην ἀμέσως εἰς τὸ νησάκι ποὺ γλυκοχαιρετᾷ ἀφρισμένον τὸ κῦμα ὡσὰν νὰ τοῦ φέρῃ χαιρετισμοὺς ψηλὰ ἀπὸ τὴν Ἑπτάλοφον διὰ νὰ φάγουν μὲ περισσοτέραν ὄρεξιν τὸ ροδίζον ὡς παρειὰ ἐντροπαλῆς νυφούλας χριστόψωμον. Θὰ ἔγραφον διὰ τὸν καλὸν ἐκεῖνον καὶ κοιλαρᾶν ἡγούμενον ποὺ ἔτρωγε ἐλῃὲς ἀπὸ τὶς πράσινες τὶς παστωμένες τόσες ἑβδομάδες τώρα διὰ νὰ γευθῇ τὴν γαλοποῦλαν ποὺ ἐκόμιζεν ὁ ὑποτακτικὸς ὁ καθάριος καὶ εὐλαβής, ὁ πίνων δροσερὸν νεράκι ἀπὸ τοῦ ἁγιάσματος τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου τοῦ θαυματουργοῦ καὶ θερμὸν οἶνον ἀπὸ τὸ κελλάριον τοῦ κοινοβίου. Νὰ εἶχα τοὐλάχιστον τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη τὸν μυστικισμὸν καὶ τὴν ψυχολογίαν καὶ τὴν παραστατικότητα! Τί ὡραῖα ποὺ θὰ περιέγραφα τὴν σκηνὴν τῆς ἐξόδου ἀπὸ τοὺς ναοὺς ὄρθρου βαθέως ὅταν τὸ Μαριγάκι τῆς Ἀνέζως κι᾿ ὁ Σταυράκης τοῦ Καλαπόδη κυττάζονται μὲ τόσην τρυφερότητα ἐνῷ ὁ ἐνωματάρχης παρέκει, ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν λαθρεμπόρων τῆς ἀκτῆς στρίβει τὸν ἀρειμάνιον μύστακά του ὡσεὶ νὰ διατάσσῃ τὰ βλέμματα:
—Ἀτενῶς! ἀπαγορεύεται τὸ λαθρεμπόριον!....
Στὸ ἴδιο δημοσίευμά του ὁ Ζ. Παπαντωνίου, μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ἄλλος», ἀναφερόμενος στὴν κατανάλωση οἰνοπνευματοδῶν ποτῶν τὰ Χριστούγεννα, δηλώνει σκωπτικά, ἀντίθετα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Μωραϊτίδη, πὼς κυριαρχεῖ ἡ κατανάλωση μπύρας ἡ ὁποία «νικᾷ κατὰ κράτος» τὴν ξανθὴν ρετσίνα στὴν προτίμηση τῶν Ἀθηναίων:
Τεραστία κατανάλωση μπύρας ἔγινε τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων. Ἐκεῖ στὰ Χαυτεῖα ἐνόμιζες ὅτι ὁ κόσμος εἶχε κολλήσει τὰ χείλη του εἰς τὴν κάνουλαν τῶν ζυθοβαρέλων καὶ ἐρρόφα. Ὅλα τὰ τραπέζια περιερρέοντο ἀπὸ ἀφρούς. Ὅσῳ πηγαίνομεν καὶ γινόμεθα Γερμανοὶ εἰς τὴν μπυροποσίαν. Τὸ βασίλειον τῆς ξανθῆς ρετσίνας κλονίζεται.
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 2287 / 27. 12. 1901, σ. 1.

Ἡ ἐπιφυλλίδα τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη λειτουργεῖ ὡς μία σημαντικὴ γραπτὴ πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὴν κοινωνική, οἰκονομικὴ καὶ θρησκευτικὴ ζωὴ στὴν πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδας στὴν ἀρχὴ τοῦ 20ου αἰώνα. Ὅλο τὸ ἄρθρο, ποὺ δὲν ἔχει ἐκδοθεῖ σὲ δημοσιευμένα ἔργα τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη, μεταγραμμένο ἀπὸ τὴν ἐφ. «Ἀκρόπολις», ἔχει ὡς ἑξῆς:

«ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΝ ΚΙΝΗΣΙΝ
ΔΥΟ ΗΜΕΡΑΙ
Εἰς τὰς ἐκκλησίας. — Ἓν ἔθιμον ἀθηναϊκόν. — Ἡ Χριστουγεννιάτικη λειτουργία. — Ἕνας εἱρμὸς Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. — Τί ἐξοδεύεται εἰς τὰς Ἀθήνας περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα. — Αἱ Ἁμαξοδρομίαι. — Δύο ἐπεισόδια. Ἓν φαιδρὸν καὶ ἓν θλιβερόν. Ὁ Χριστοκοπίδης. —  Ἡ Παναγία ἡ Γαλακτοτροφοῦσα. — Τὸ χιόνι.
Μὲ εἰρηνικὴν φαιδρότητα παρῆλθον αἱ δύο ἡμέραι τῶν Χριστουγέννων, καθ᾿ ἃς ἡ οἰκογενειακὴ ἑστία, τὸ ἱερὸν τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου ἄδυτον, συνεκέντρωσεν ἐν θερμότητι ἀδιαπτώτῳ ὅλην τὴν χαρὰν τοῦ μικροῦ κόσμου καὶ ὅλην τὴν ματαιόσχολον φλυαρίαν τοῦ μεγάλου.
*
Ἡ ἑορταστικὴ Ἀκολουθία τῆς πανηγύρεως ἐψάλη μετὰ πολλῆς λαμπρότητος εἰς ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς πόλεως, ἐν συρροῇ πυκνῇ κόσμου. Εἰς πολλοὺς τῶν ναῶν, μὲ ὅλας τὰς δύο λειτουργίας ἡ σύναξις τῶν πιστῶν ἦτο ἀσφυκτική, μὲ ὅλας δὲ τὰς προτροπάς τινων, νὰ φέρουν αἱ μητέρες τὰ μικρὰ παιδάκια νὰ κοινωνήσσουν ἀπὸ τὴν Παραμονή, ἵνα μὴ διαταράσσηται, ἐν τῇ Ἑορτῇ, διὰ τῶν φωνῶν των, ἡ σεμνότης τῆς Ἀκολουθίας, τὸ ἔθιμον τοῦτο, τὸ γνησίως ἀθηναϊκόν, ἐτηρήθη κι᾿ ἐφέτος κ᾿ ἔβλεπες τὴν αὐγὴν τὰς μητέρας νὰ σπεύδουν εἰς τὰς Ἐκκλησίας μὲ χαράν, βαστάζουσαι εἰς τὰς ἀγκάλας των τὰ μικρά των, ἐνῷ οἱ ἄνδρες των ἔσυρον ἀπὸ τὸ χέρι τὰ μεγαλύτερα.
*
Κατὰ διαταγὴν τῆς διοικούσης Ἐπισκοπικῆς Ἐπιτροπῆς, οἱ ναοὶ τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν ἤρχισαν νὰ σημαίνωσι τὴν 5ην πρωϊνὴν ὥραν, τῆς πόλεως οὔσης βυθισμένης εἰς γενικὴ σκοτίαν καὶ μόνον εἰς τὰς κεντρικὰς πλατείας ἡμιφωτιζόντων μερικῶν φανῶν καὶ περὶ τὴν ἀγοράν, ἥτις, οἰκτρὸν θέαμα, εἶχεν χάσει ὅλην τὴν λαμπρότητα τῆς Παραμονῆς, ἰδίως τὸ τμῆμα τῶν πτηνῶν, ἦτο γυμνὸν ὅλως, πωληθέντων πάντων τῶν ἀνηρτημένων πουλερικῶν.
*
Εἰς τὴν ἁγίαν Κυριακὴν ὅμως ἡ Ἀκολουθία εἶχε ἀρχίσει ἐνωρίτερον, τὴν 4ην πρωϊνὴν ὥραν. Ἦτο δὲ λίαν κατανυκτικόν, διερχόμενος τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς νὰ βλέπῃς ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, μέσα εἰς τὸ βαθὺ τοῦ ὄρθρου σκότος, ἓν μέγα μανουάλιον καταυγάζον μὲ ἀναρίθμητα κηράκια καὶ ν᾿ ἀκούῃς τὸν ὕμνον τῆς ἑορτῆς, τὸν περίφημον τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀντηχοῦντα ἀπὸ τὸν μικρὸν ἐκεῖνον ναΐσκον, τὴν κατανυκτικὴν ἐκείνην ὥραν:
Ἐκ νυκτὸς ἔργων ἐσκοτισμένης πλάνης
ἱλασμὸν ἡμῖν, Χριστέ, τοῖς ἐγρηγόρως
νῦν σοι τελοῦσιν ὕμνον ὡς εὐεργέτῃ
ἔλθοις πορίζων εὐχερῇ τε τὴν τρίβον,
καθ᾿ ἣν ἀνατρέχοντες εὕροιμεν κλέος.

*
Μετὰ μεσημβρίαν ὅπως ἀπεδείχθη, εἰς ἕνα γῦρον ὁποῦ ἐκάμαμεν μὲ τὸ ποδήλατον, εἰς ὅλην τὴν πόλιν, ὅτι τὸ περισσότερον πρᾶγμα, ὁποῦ ἐξοδεύεται περισσότερον εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν εἶναι οὔτε  τὰ ἀρνάκια , οὔτε αἱ γαλοποῦλαι, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ οἱ λουκουμάδες, ἀλλ᾿ εἶναι τὸ ἀθάνατον ρετσινᾶτο. Τὰς ὥρας καθ᾿ ἃς ἐπετρέπτο νὰ μένουν ἀνοικτὰ τὰ παντοπωλεῖα καὶ τὰ οἰνοπωλεῖα, ἔβλεπες ἀναριθμήτους ὁμίλους, παρέας-παρέας, ἀνθρώπων τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἄλλους νὰ ἀναβαίνουν ἀπὸ τὰ ὑπόγεια καὶ ἄλλους νὰ καταβαίνουν εἰς αὐτά. Τὰ ἡμιάνοικτα, μὲ τὴν μισὴν πόρταν παντοπωλεῖα, ἦσαν γεμάτα  εὐθυμούντων κωμαστῶν, αἱ δὲ ἅμαξαι διέσχιζον τὰς στενωποὺς τοῦ Ψυρρῆ καὶ τοῦ ἁγίου Φιλίππου φέρουσαι σωροὺς ἑορταστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἄσματα, μὲ ὄργανα, μὲ φωνὲς, μὲ κραυγάς, μὲ χαιρετισμούς, μὲ ποικίλα τέλος ἀναφωνήματα διέχυνον χαρὰν εἰς ὅλην τὴν πόλιν, ἐνῷ εἰς τὴν εὐρυάγυιαν Νεάπολιν γυναῖκες καὶ νεάνιδες τῆς λαϊκῆς τάξεως, παρὰ τὰς εἰσόδους τῶν οἰκιῶν των καθήμεναι, ἔβλεπον μὲ ἀρκετὸν χασομέρι καὶ ἀρκετὴν ἀπόλαυσιν τὰς παρελαυνούσας ἁμάξας, μὲ τὴν φυσαρμόνικαν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐφρόντισαν μὲ τὸ ραχάτι των νὰ ἑτοιμάσουν τὸ καπαμαδάκι τοῦ δείπνου των.

*
Τὸ φαιδρότερον ἐπεισόδιον δι᾿ ἐμὲ ἦτο μία ἅμαξα, ἐκεῖ παρὰ τοῦ Τάτση τὴν βρύση, διὰ τῆς ὁποίας μεσῆλιξ πατὴρ ἔκαμνε τὸν περίπατόν του τὸν χριστουγεννιάτικον, ἄδων μεγαλοφώνως καὶ ἔχων ἀπέναντί του τὰ δύο τέκνα του, καθήμενα εἰς τὸ καλὸν μέρος τῆς ἁμάξης, δύο μικρὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα πολὺ διασκέδαζον μὲ τοῦ εὐθυμοῦντας ἰδίως τῶν πεζοδρομίων, οἵτινες τρικλίζοντες, δυό-δύο χειροκρατούμενοι, ἔβγαινον ἀπὸ ἕν ὑπόγειον, ἵνα κατέλθουν εἰς ἄλλο χαιρετίζοντες μὲ σαλευομένας φωνάς:
-Ἔτσι πάντα, Κίτσο μου! Πάντα τέτοια!

*
Τὸ δὲ θλιβερώτερον διεδραματίσθη περὶ τὴν ὁδὸν Καποδιστρίου, ὁποὺ μία γυναῖκα πάσχουσα ἀπὸ καρκίνον ἔπεσε εἰς τὸ πηγάδι τῆς κατοικίας της νὰ πνίξῃ ἐκεῖ τὸν πόνον της, καὶ ἔπλεε κάτω εἰς τὸ ὕδωρ τοῦ φρέατος, ἕως οὗ εὑρέθη σχοινίον μετὰ πολλὴν ἔρευναν, ἀπὸ τὸ γειτονικὸ μπακαλάκι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἐχρησίμευσε οὐχὶ διὰ κρέμασμα, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις δὲν κατώρθωσε νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὴν αὐτοκτονήσασαν, ἥτις ἀνεσύρθη μέν, ἀλλ᾿ μετ᾿ ὀλίγον ἀπέθανεν καὶ ἐτάφη.

*
Τὴν 6ην ὥραν τὸ βράδυ τῆς ἑορτῆς, ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ διέρχωνται ἀπὸ τὴν  συνοικίαν τὴν πενιχρὰν τοῦ Χριστοκοπίδου καὶ ἤκουσαν τὴν καμπανίτσαν τοῦ ξυλίνου ναοῦ, τοῦ παναρχαίου καὶ ἐξόχως τιμωμένου ἐν τῇ συνοικίᾳ ταύτῃ ναοῦ τοῦ Χριστοῦ, ὅστις τώρα μόλις τέλος πάντων κτίζεται ἐν καλῷ σχεδίῳ διὰ συνεισφορῶν τῶν Ἀθηναίων, εἰσῆλθον καὶ ἠκροάσθησαν ἕνα λαμπρὸν ἑσπερινὸν καὶ ἕνα περίφημον «Θεοτόκε Παρθένε» ἀπὸ τὸν καλὸν πρωτοψάλτην τὸν τελειόφοιτον τῆς φιλολογίας κ. Ι. Δούκαν, ὅστις ἔχων περὶ ἑαυτὸν καὶ χορὸν ὑπηχοῦντα κατέθελξε τοὺς ὀλίγους εὐλαβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τάξιμον κάθε χρόνον νὰ προσκυνοῦν εἰς τὴν ἀρχαίαν αὐτὴν ἐκκλησίαν.Ἡ ἐκκλησία αὔτη τιμᾶται μὲ τὴν Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ πανηγυρίζει πάντοτε τὴ  δευτέραν ἡμέραν, ὅτε ἑορτάζεται ἡ Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ἀφθόρως τεκούσης τὸν Χριστόν. Καὶ ἡ ἀφήγησις αὔτη τώρα μοῦ φέρει εἰς τὴν ἐνθύμησιν τὴν ὡραίαν ἑορτὴν τῆς πατρίδος μου, αὐτὴν τὴν ἰδίαν, καθ᾿ ἣν συνήθως τίθεται εἰς προσκύνησιν ἡ εἰκὼν τῆς Παναγίας ἡ ἐπονομαζομένη Γαλακτοτροφοῦσα, ὡς θηλάζουσα τρυφερῶς ἐν ταῖς ἀγκάλαις της τὸ θεῖον βρέφος, ὅτε καὶ τὰ παιδία τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους ἔψαλλον τοὺ ἑπομένους γλυκυτάτους πρὸς τὴν Δέσποιναν τοῦ κόσμου στίχους:


Δέποινα πάντων Δέσποινα
Καὶ πάντων ὑπερτέρα
Καὶ πάντων ὑπερέχουσα
Τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Ἔκτεινον χεῖρα κραταιὰν
Καὶ σκέπασον τὸν κόσμον.
Ὅλον τὸν κόσμον σκέπασον
τῇ κραταιᾷ σου σκέπῃ·
τοὺς ἱεροὺς εὐλόγησον
τοὺς σοὶ ἱερουργοῦντας,
τοὺς μοναχοὺς συμπάθησον
τοὺς σὲ παρακαλοῦντας.

Ὅταν καθίσῃ ὁ Κριτὴς
κρῖναι τὴν Οἰκουμένην
τότε ἡμᾶς βοήθησον
Δέσποινα Παναγία

 *
Ὁ χιονώδης χθὲς καιρὸς ὅπου ὅλην τὴν ἡμέραν ἐχιόνιζεν εἰς ὅλα τὰ πέριξ τῆς Ἀττικῆς βουνά, ἐπέτεινεν τὸ ψῦχος ἀρκετὰ ἐν τῇ πόλει, ἀλλ᾿ ἀντὶ νὰ ψυχράνῃ τὴν θερμότητα τῆς ἑορτῆς, τοὐναντίον εἰς ὅλας τὰς συνοικίας ἀνήφθησαν τόσαι θερμάστραι, ὅσα εἶναι τὰ ὑπόγεια ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀνεδίδετο μία  […] τοῦ μόνου κατὰ τοῦ ψύχους ἀντιφαρμάκου.
Διὰ τοῦτο καθ᾿ ὅλην τὴν νύκτα σχεδὸν ἀντήχουν τὰ ἄσματα τὰ παροίκια, τὰ ὁποῖα οἱ χριστουγεννιάτικοι κωμασταὶ διέσπειραν εἰς τὰ τέσσερα ἄκρα τῆς πόλεως, ἄλλοι μὲν ἀπερχόμενοι εἰς τὰς οἰκίας των ἐκ τῶν ὑπογείων, ἄλλοι δὲ ἐκ τῶν φιλικῶν οἰκιῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις ηὐθύμησαν.
     Χθὲς δὲ τέλος, μετὰ μίαν καλὴν ἀνάπαυσιν, πολὺ βραδέως καὶ μὲ πολλὴν ἀνορεξίαν ἐπανήρχισεν ὁ λαὸς τὰς ἐργασίας του, ἂν καὶ εἶχεν διάθεσιν ἀγαθὴν νὰ τιμήσῃ ἀρκούντως καὶ τὸν Ἅγιον Στέφανον, ἀλλὰ ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν κατεπείγουσαν νὰ ἐξοικονομήσῃ λ ε φ τ ὰ διὰ τὴν προεγγίζουσνα Πρωτοχρονιάν, [δὲν] ἐπεδόθη εἰς νέον νυχτέρι, ἀναλαβὼν ἀρκετὲς δυνάμεις  ἀπὸ τὴν [διή]μερον αὐτὴν ἄνεσιν. 

Ὁ ταξειδιώτης»
*Πρώτη δημοσίευση στὴν ἐφ. «ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» τῶν Γρεβενῶν, φ. 755, στὶς 22 Δεκ. 2017.
**Μὲ [ ] τὰ δυσανάγνωστα μέρη.

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠ. ΤΣΙΩΛΗΣ

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

«ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ» ΚΑΙ ΤΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

‘‘Ἄρατε πύλας’’ τῶν ραδιοκυμάτων

Ἀπὸ τὸν διαχειριστὴ τοῦ ἱστολογίου μας δημοσιεύτηκε, στὶς 8 Δεκεμβρίου 2017, στὸ ἑβδομαδιαῖο ἔντυπο ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, φ.753, σ.11, μικρὸ χρονογράφημα μουσικοῦ ἐνδιαφέροντος  μὲ τίτλο, «Ἄρατε πύλας τοῦ studio», μὲ τὸν ὑπογραφὴ Ντῖνος Ἀγραφιώτης καὶ μὲ ψηφίδες ἀπὸ ἀγραφιώτικες ἀναφορές· τοῦ πάει μιὰ χαρὰ δηλ. γιὰ τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων». Ἂν καὶ ἔχει «πασχάλιο» τίτλο ἐντούτοις ἔχει προχριστουγεννιάτικο διαθεματικὸ χαρακτῆρα καὶ τὴν ἐπίκαιρη, ἀλλὰ πῶς ὄχι; καὶ κατὰ πάντα ἐπίκαιρη, συγχωρητικὴ διάθεση.

Ἰδοὺ καὶ ἡ μεταγραφή:
Ἄρατε πύλας τοῦ studio
…«ἔπαιζε κριθάρα», καθὼς ἔλεγεν ὁ Διοματάρης,
κ᾿ ἔμελπε μερακλίδικα τραγούδια.
 Μία ὀρφανὴ πλουσία δὲν ἠμπόρεσε νὰ βαστάξῃ
εἰς τὴν γλύκα κ᾿ εἰς τὸ πάθος τῆς κιθάρας,
καὶ μετ᾿ ὀλίγον καιρὸν συνήφθη ἀρραβών…
(Ἀλ. Παπαδιαμάντης, Δημαρχίνα νύφη)

Κατὰ τὴ διάρκεια ἀναριθμήτων καὶ ἀπαραμυθήτων ὡρῶν συνεντεύξεών του παρὰ τὴν ὀδονταλγαπαλύνουσαν καθέδραν του ἐκόλλησεν μιὰ συνήθεια· μία παράπλευρη ἐπαγγελματικὴ διαστροφή: αὐτὴν τῆς ἀκροάσεως ραδιοφώνου. Μάλιστα, εἶχε πρόγραμμα τακτικὸ καὶ καθημερινὸ στὶς ἀκροάσεις του. Προσαρμόστηκε δὲ καὶ στὶς συνήθειες τῆς ἐποχῆς, τὶς νέες λεγόμενες τεχνολογίες, καὶ ἤκουεν καὶ ἐκ τοῦ διαδικτύου ραδιόφωνο (κοινῶς Web radio).
Ἠκροάτο δίωρη ἐκπομπὴ μουσικοῦ περιεχομένου μεταδιδομένη ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος. Ἡμέραν τινα ἡ θελκτικὴ παραγωγὸς Θ. Κ. ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἐκπομπῆς ἀναγγέλλει τὴν ἐπικείμενη ἔλευση τῶν καλεσμένων της. Ἡ ἀναγγελία ἐπαναμβάνεται θεληματικῶς  καὶ συνεχῶς, ἀνὰ 5λεπτον. Πλὴν αὐτοὶ δὲν ἐμφανίζονταν. Ἀπὸ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ἡ ἀναγγελία ἐπαναλαμβανόταν μὲ πραεία φωνή μὲ τὴν προσθήκη πὼς οἱ ἀναμενόμενοι εὑρίσκονται ὁσονούπω πρὸ τῶν πυλῶν. Εἰς μάτην ὅμως· πέρασαν 45 λεπτὰ καὶ αἱ πῦλαι δὲν ἤνοιγον. Τότε σκέφθηκε πὼς ἴσως αὐτὸ ἦταν ἐνέργεια τοῦ μισοκάλου καὶ ἀποφάσισε νὰ βοηθήσει ὑποψάλλωντας προσευχητικά –παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς διενύετο ἡ Σαρακοστὴ τῶν Χριστουγέννων– τὸ «Ἂρατε πύλας …καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης». Καὶ ὢ τοῦ θαύματος: ἤνοιξαν αἱ πῦλαι καὶ ναὶ μὲν δὲν εἰσῆλθεν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης, εἰσῆλθεν ὅμως ἡ ἐπ᾿ ὥραν ἀναμενομένη μουσικὴ ξυνωρὶς ἐξ ἄρρενος καὶ θήλεως ἀποτελουμένη, ἤγουν τοῦ Χ. Μ. καὶ τῆς Τ. Κ.· καὶ γέμισε ὁ χῶρος μελωδίες ἀρωματικές. Πλὴν ηὗρεν ἀνοικτὰς τὰς πύλας  καὶ εἰσῆλθεν καὶ ὁ ἑπόμενος καλεσμένος Π. Μ., ὅστις διακατεχόμενος ἀπὸ ἐπίκτητη φλεγματικὴ βρετανικὴ ἀκρίβεια, διατρὶψας γὰρ ἐπὶ ἔτη στὸ Νησί ἦτο ἐκεῖ ὀλίγον ἐνωρίτερον τοῦ ἀναμενομένου. Καὶ δὲν ἔφτασε μόνον αὐτὸ ἀλλὰ ὁ τηλεφωνοκαλεσμένος Γ. Ρ. ἀπεδείχθη ὁ ὑπερτυχερὸς τῆς βραδυᾶς καθὼς στὸ 45λεπτο τῆς  ἐνσάρκου ἀπουσίας τῶν Τ. Κ. καὶ Χ. Μ. ἀκούστηκαν πολλὲς τερψιώτιες μουσικὲς συνθέσεις του γιὰ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ τὸ ὑπὸ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, πώς:
 «τό ἁπλῶς λεγόμενον κακόν, οὐ πάντως κακόν, ἀλλά πρός τι μὲν κακὸν πρός τι δὲ οὐ κακόν. Ὡσαύτως καὶ τὸ ἁπλῶς λεγόμενον καλόν, οὐ πάντως καλόν· ἀλλὰ πρός τι μὲν καλὸν πρός τι δὲ οὐ καλόν….»
Τέλος, μὲ μιὰ μουσικὴ βαρκούλα ἀπέπλευσαν, ἀνεχώρησαν ὅλοι γιαλὸ-γιαλὸ ἐπιστρέφοντας, καὶ ὁ καλὸς ἀκροατὴς θυμήθηκε τὸν Καρπενησιώτη Ζ. Π., ἀπὸ τὴν κοινὴ πατρίδα, καὶ ψέλλισε ἀπὸ τό «Ὁ ὕπνος τῆς βαρκούλας»:
Ἀγεράκι τὰ φτερά σου λίγο κόψε…
φόβον ἔχω τὸ γιαλὸ μὴν ἀνασάνῃ,
τὶ ἐδῶ πὰ στὸ φεγγαρόλουστο λιμάνι
μιὰ βαρκούλα ἀποκοιμήθηκεν ἀπόψε
Εἶτα, ἐπέστρεψεν στὰ συμβατικὰ ραδιοκύματα. Ἡ νήφουσα διάθεσή του δὲν τοῦ ἄφηνε τὸ περιθώριο νὰ ἀκροασθεῖ τὴν ἐκπομπὴ ποὺ ἀκολουθοῦσε. Τυχαίως ἔπεσε σὲ ἄγνωστο ραδιοσταθμὸ μὲ παλιὰ λαϊκά. Ἀναγνώρισε τὴ φωνὴ τῆς ἀειμνήστου Βούλας Πάλλα, μὲ τὸ «Συγχώρα με». Κατὰ τὸ ἔθος τὸ ἐπληκτρολόγησε στὸν κατὰ Ἔμφρονα γούγλη· στὸ ἔξυπνο-τηλέφωνό του. Βλέπει: Βούλα Πάλλα, «Συγχώρα με» ἀπὸ τὴ σπάνια ἑλληνικὴ ταινία «Βάνα» τοῦ 1965…Τυχαῖο; Δὲν νομίζω, ποὺ λέει καὶ ἡ ρεκλάμα ἀπὸ τὸ 11 888. 1965, λοιπόν. Θυμήθηκε τότες καὶ ἕναν Ἰούλιο μέσα στὸν Δεκέμβριο· Χριστουγεννιάτικο. Αὔριο θὰ τὸν γράψω, σκέφτηκε. Μπορεῖ νὰ ἀρέσει καὶ στὸν κ. Εὐριπίδη Νεγρεπόντη…

Ντῖνος  Ἀγραφιώτης

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ - ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΊΟΥ

Ὁ ἰατροφιλόσοφος-ἐστὲτ καὶ ὁ Καρπενησιώτης στυλίστας τῆς λογοτεχνίας μας
80 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Νιρβάνα*
Στὶς 28 Νοεμβρίου 1937 ἀπέθανε στὴν Ἀθήνα  μία ἐξαιρετικὴ φυσιογνωμία τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων καὶ τῆς δημοσιογραφίας, ὁ ἰατρὸς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ Ἀκαδημαϊκὸς Παῦλος Κ. Νιρβάνας (φιλολογικὸ ψευδώνυμο τοῦ, Πέτρος Κ. Ἀποστολίδης)· ὁ ἰατροφιλόσοφος-ἐστέτ, ὅπως, προσφυῶς, εἶχε χαρακτηρισθεῖ. Γεννήθηκε στὴ Μαριανούπολη τῆς Ρωσίας στὶς 14 Μαΐου 1866 καὶ εἶχε ἐκ πατρὸς καταγωγὴ ἀπο τὴ Σκόπελο τῶν Σποράδων. 
Παῦλος Νιρβάνας (1866-1937).

Μία ἑβδομάδα περίπου μετὰ τὴν κοίμησή του, στὶς 5 Δεκεμβρίου 1937, ἡ ἐφημερίδα «Ἑστία» ἀφιερώνει ἐνδεικτικὸ τοῦ εἰδικοῦ πνευματικοῦ βάρους τῆς μορφῆς τοῦ Νιρβάνα ὁλόκληρη τὴν πρώτη σελίδα καὶ τὸ ἥμισυ τῆς δεύτερης στὸν Παῦλο Νιρβάνα.
Στὸ φιλολογικὸ αὐτὸ μνημόσυνο τῆς «Ἑστίας» μετέχει μὲ ἄρθρο του καὶ ὁ Καρπενησιώτης λόγιος, Ἀκαδημαϊκὸς καὶ δημοσιογράφος Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου (Καρπενῆσι 1877-Ἀθήνα 1940) μὲ καταγωγή, ἐκ πατρός, ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων. Φαίνεται πὼς τοὺς δύο ἄνδρες συνέδεε στενὴ φιλικὴ καὶ πνευματικὴ σχέση στὸν χῶρο τῶν λογοτεχνικῶν καὶ δημοσιογραφικῶν κύκλων τῆς ἐποχῆς. Τὸ δημοσίευμα τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου τιτλοφορεῖται, σὲ κεφαλαιογράμματη γραφή, ὡς: «ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΕΙΣ ΕΜΠΟΔΙΑ. Η ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ». 
Ὁ Νιρβάνας μὲ τὸ προσωπικὸ τῆς «Ἑστίας».
Ἀφοῦ ἀναφέρεται στὶς συνθῆκες συγγραφῆς τοῦ Νιρβάνα, σὲ πολυσύχναστους καὶ θορυβώδεις τόπους, σχολιάζει τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ τρόπου γραφῆς τοῦ Νιρβάνα, τὴν εἰρωνεία, τὴν λεπτὴ εὐθυμογραφικὴ διάθεση:
«Γιὰ νὰ σκεφθῇ, εἶχε μᾶλλον ἀνάγκη ἀπὸ θόρυβο.Ἐδιάλεξε τραπέζι ποὺ ποὺ ἦταν ὁ στόχος κάθε εἰσερχομένου.Ἐκεῖ τὸν διέκοπταν ὅλοι. Οἱ γνωστοὶ γιὰ νὰ τὸν καλημερίσουν, οἱ ἄγνωστοι γιὰ νὰ συστηθοῦν, οἱ διορθωταὶ τῶν κακῶς ἐχόντων γιὰ νὰ τοῦ προτείνουν διορθώσεις. Καὶ οἱ ἀδιάκριτοι γιὰ νὰ τὸν ἐνοχλήσουν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶδα κάμποσες φορὲς τὸ ἄρθρο του νὰ φτάνῃ ἔτσι στὸ τέλος, ἀληθινὸ τρόπαιον ἐπάνω στὰ ἐμπόδια».

Καὶ συνεχίζει ὁ Παπαντωνίου περιγράφοντας τὴ γραφὴ τοῦ Νιρβάνα:
«Δὲν ἔκαμε τὸ ἐπάγγελμα τῆς παρηγορίας. Εἰρωνεύτηκε τὸ ζῇν, τὸ ἐσφύριξε. Καὶ στὸν χειρισμὸ  τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς εἰρωνείας ‒ποὺ εἶχε πηγὴν ἀγαθή, ἂν θέλετε, ἦταν ὅμως ἐπίπονη εἰρωνεία, σαρκαστικὸ χιοῦμορ, πολλὲς φορὲς χωρὶς συμπάθεια‒ ὁ Νιρβάνας μαζὶ μὲ τὸ γοητευτικό του ὕφος, ἔδειξε τέτοια εὑρεσιτεχνία, τόση ἐπιμονὴ ν᾿ ἀνακαλύψῃ ὀξύμωρα, ὥστε ἀσφαλῶς ἡ αἰσιοδοξία καὶ ἡ συμπάθεια, μ᾿ ἕνα τέτοιο παρατηρητή, πέρασαν κακὲς στιγμές» .
Ἐφ. Ἑστία, φ. 16942 /
5. 12. 1937, σ. 1.

ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΕΙΣ ΕΜΠΟΔΙΑ

Η ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΤΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ

Ὁ ἀναγνώστης θὰ φαντάζεται πὼς γιὰ νὰ γράψει ὁ Νιρβάνας, εἶχε τὴν ἀνάγκη νὰ καταφύγῃ στὰ βάθη τριπλοκλειδωμένου γραφείου ὅπου, ἀπρόσβλητος ἀπὸ θορύβους καὶ χαιρετισμούς, θὰ φιλοτεχνοῦσε τὸ ἀριστοτεχνικό του καθημερινὸ ἔργο τοῦ χιοῦμορ καὶ τῆς σοφίας. Τὸ ἀντίθετο συνέβαινε. Γιὰ νὰ σκεφθῇ, εἶχε μᾶλλον ἀνάγκη ἀπὸ θόρυβο.Ἐδιάλεξε τραπέζι ποὺ ποὺ ἦταν ὁ στόχος κάθε εἰσερχομένου.Ἐκεῖ τὸν διέκοπταν ὅλοι. Οἱ γνωστοὶ γιὰ νὰ τὸν

καλημερίσουν, οἱ ἄγνωστοι γιὰ νὰ συστηθοῦν, οἱ διορθωταὶ τῶν κακῶς ἐχόντων 
Ἐφ. Ἑστία, φ. 16942 /
5. 12. 1937, σ. 1.γιὰ νὰ τοῦ προτείνουν διορθώσεις. Καὶ οἱ ἀδιάκριτοι γιὰ νὰ τὸν ἐνοχλήσουν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶδα κάμποσες φορὲς τὸ ἄρθρο του νὰ φτάνῃ ἔτσι στὸ τέλος, ἀληθινὸ τρόπαιον ἐπάνω στὰ ἐμπόδια. Πῶς ἔφτανε στὸ τέλος κρυστάλλινο, ὁ Νιρβάνας μόνο μποροῦσε νὰ μᾶς πῇ. Ποτὲ δὲν τὸν εἶδα στενοχωρεμένον ἀπὸ ἐπισκέψεις καὶ μοῦ φαίνεται πὼς ὁ ἴδιος ζητοῦσε τὸν διακόπτη του.
Ὅταν, μιὰ μέρα, τοῦ ἔδωκα τὴ συμβουλὴ νὰ ζητήσῃ ἄλλο δωμάτιο, μοῦ εἶπε:
—Ἡ ἡσυχία χρειάζεται γιὰ νὰ σκεφθοῦμε. Ἐγώ, ὅταν γράφω αὐτὸ ἐδῶ, δὲν σκέπτομαι.  
Τί νὰ ποῦμε γι᾿ αὐτὴ τὴν παραδοξολογία; Ὁ Νιρβάνας, βέβαια, κάτι ἤξερε ποὺ τὴν ἔλεγε. Δὲν ἦταν μομφὴ γιὰ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τοῦ χρονογραφήματος, δύσκολο εἶδος ποὺ χρειάζεται κεφάλαια καὶ ἀπαιτεῖ θυσίες. Δὲν ἦταν οὔτε πόζα. Ἦταν ἕνα χιουμοριστικὸς τρόπος, γιὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν μαεστρική του εὐκολία. Ἀλήθεια, ὁ Νιρβάνας ἦταν ἡ εὐκολώτερη ἀπὸ τὶς σοφὲς πέννες. Ἡ τέχνη του ἐδήμευε τὸν πλοῦτο τῆς σκέψεώς του καὶ τῆς εἰρωνείας του. Τὸν νομισματοποιοῦσε. Τὸν ἔδινε νόμισμα στὰ χέρια ὅλων μας. Τὸ δύσκολο ὅμως ἦταν νὰ κυκλοφορήσουν οἱ ἄνθρωποι αὐτὸ τὸ νόμισμα μεταξύ τους. Αὐτό, μ᾿ ὅλη τὴν ἁπλότητα τοῦ Νιρβάνα, δὲν ἦταν γιὰ τοὺς πολλούς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι συνήθως ἰδεαλισταί. Ὁ Νιρβάνας ὄχι. Τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τῆς μακροχρόνιας αὐτῆς παραγωγῆς, εἶναι πὼς ὁ Νιρβάνας δὲν πῆρε ποτὲ στὸ χρονογράφημα δογματικὴ ἢ διδακτική, ἔστω, στάσι. Μὲ μακαρίαν ἀδιαφορία, πέρασεν ἡ πέννα του πάνω ἀπ᾿ ὅλα, ὅσα μᾶς θυμώνουν ἢ μᾶς ἐνθουσιάζουν, ἀπ᾿ ὅλα ὅσα ὀνομάζομε ζητήματα.
Ἡ φευγαλέα, ἡ γόησσα, ἡ «ἐμπρεσιονίστ» σκέψη του σὲ ἕνα μόνο σταμάτησε: στὸ ἀλλοπρόσαλλο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Τὴν παραμόνευε παντοῦ. Καὶ δὲν ἀφῆκεν εὐκαιρία χωρὶς νὰ δείξῃ τὴ ζωή μας κωμικοτραγική. Τεράστιος φάκελλος ἐπιβαρυντικῶν στοιχείων ἐνατίον της εἶναι τὰ χρονογραφήματά του. Δὲν ἐθύμωσε, δὲν ἐδίδαξε, δὲν διώρθωσε, δὲν ἀπελπίστηκε, δὲν τραγούδησε ‒ἐκεῖνος ποὺ ἔγραψε τὴν «Παγᾶ Λαλέουσα»!‒ στὸ καθημερινό του ἄρθρο, σχεδὸν ποτέ. Δὲν ἔκαμε τὸ ἐπάγγελμα τῆς παρηγορίας. Εἰρωνεύτηκε τὸ ζῇν, τὸ ἐσφύριξε. Καὶ στὸν χειρισμὸ  τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς εἰρωνείας ποὺ εἶχε πηγὴν ἀγαθή, ἂν θέλετε, ἦταν ὅμως ἐπίπονη εἰρωνεία, σαρκαστικὸ χιοῦμορ, πολλὲς φορὲς χωρὶς συμπάθεια ὁ Νιρβάνας μαζὶ μὲ τὸ γοητευτικό του ὕφος, ἔδειξε τέτοια εὑρεσιτεχνία, τόση ἐπιμονὴ ν᾿ ἀνακαλύψῃ ὀξύμωρα, ὥστε ἀσφαλῶς ἡ αἰσιοδοξία καὶ ἡ συμπάθεια, μ᾿ ἕνα τέτοιο παρατηρητή, πέρασαν κακὲς στιγμές. Σατανικὴ σύμπτωσι ἔκαμε τὰ πιὸ γιουχαϊτικὰ τῆς ζωῆς μας ἄρθρα του, νὰ εἶναι καὶ τὰ ὡραιότερα. Μερικὰ ἀπ᾿ αὐτὰ ἡ ἐπικαιρότης, δὲν θὰ μπορέσῃ, μὲ κανένα τρόπο, νὰ τὰ βλάψῃ. Εἶναι ἀριστοτεχνήματα καὶ γιὰ τὴν ἀλήθεια των καὶ γιὰ τὴ μορφή. Θὰ μείνουν ὅσο θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ πεζογραφία μας, σὰν ἕνα βαθὺ ἔργον σατύρας.

ΖΑΧ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
     
Εἶχε προηγηθεῖ, 15 ἔτη πρίν, κριτικὸ ἄρθρο τοῦ Π. Νιρβάνα γιὰ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ζαχ. Παπαντωνίου «Πεζοὶ ρυθμοί» στὴν ἐφ.  «Ἑστία» τῆς 24ης Δεκ. 1922. 
Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940).

Ὁ Νιρβάνας ἐνθουσιασμένος ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρωτοπόρο ἔργο τοῦ Παπαντωνίου, «τὸ ἄστιχον ποίημα τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀπὸ τὴν ποίησιν ὅλην τὴν θείαν της οὐσίαν, καὶ ἀπὸ τὸν πεζὸν λόγον ὅλην του τὴν φυσικὴν λιτότητα» ἀναλύει τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίου θεωρεῖ πὼς οἱ «Πεζοὶ Ρυθμοί» τοῦ Παπαντωνίου:
« … παρουσιάζουν τὴν εὔθραυστον ἐκείνην τελειότητα, ἡ ὁποία κάμνει τὰ ἄνθη τῆς τέχνης νὰ ὁμοιάζουν κατὰ τοῦτο μὲ τὰ ἄνθη τῆς φύσεως, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ τὰ ἐπιθυμήσῃ κανεὶς διαφορετικά, παρὰ ὅπως τὰ ἔπλασεν ἡ πνοὴ τοῦ δημιουργοῦ των. Τὰ δέχεται κανεὶς ὅπως ττοῦ προσφέρονται, καὶ τὰ δέχεται μὲ ἀγαλλίασιν. Διότι αἰσθάνεταιι ὅτι ἂν τὰ ἀγγίξῃ μὲ τὰ παχύδερμα δάκτυλα τῆς κριτικῆς, κἄτι θὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν δρόσον των».
. Ἐφ. Ἑστία, φ. 10.130 /  24. 12. 1922, σ. 1.

 ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗΝ
«ΠΕΖΟΙ ΡΥΘΜΟΙ»
Ὁ Μαίτερλιγγκ λέγει κάπου, ὅτι ἂν ἐτύχαινε ποτὲ νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μὲ κἄποιον ἄλλον πλανήτην καὶ μᾶς ἐζητοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐπάνω νὰ τοὺς δείξωμεν τί ἐκάμαμεν ὡραιότερον ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ζωῆς τοῦ δικοῦ μας πλανήτου, θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς παρουσιάσωμεν τὸν «Βασιλέα Λήρ» τοῦ Σαίξπηρ. Στενεύων τὰ κοσμογονικὰ ὅρια τῆς τολμηρᾶς μεταφορᾶς θὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὴν μεταχειρισθῶ, διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἐντύπωσίν μου ἀπὸ ἕνα Ἑλληνικὸν βιβλίον. Ἐὰν ἀπὸ τὸν ἴδιον πλανήτην εἶχαν τὴν περιέργειαν νὰ μάθουν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἡ Ἑλληνικὴ πρόζα, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ διστάσωμεν νὰ τοὺς παρουσιάσωμεν τοὺς «Πεζοὺς Ρυθμούς» τοῦ Ζαχαρία Παπαντωνίου. Θὰ ἦτο ἀσφαλέστερον δεῖγμα, διὰ νὰ σχηματίσουν μίαν εὐχάριστον ἰδέαν περὶ τοῦ φιλολογικοῦ πολιτισμοῦ μας οἱ φιλοπερίεργοι αὐτοὶ Ἄρειοι.

.Ἐφ. Ἑστία, φ. 10.130 /
   24. 12. 1922, σ. 1.

Δὲν θέλω νὰ εἰπῶ μὲ αὐτὸ, ὅτι ὁ νεώτερος πεζός μας λόγος δὲν ἔχει ἄλλα ἐπίσης ἀξιόλογα δείγματα νὰ παρουσιάσῃ. Ἀμφιβάλλω, ὅμως, ἂν ἡ ἀσχημάτιστη καὶ δυσκίνητη ἀκόμη φιλολογική μας γλῶσσα ἐκινήθη ἀλλοῦ μὲ περισσότερον εὐγενικὸν ρυθμὸν, καὶ ἂν τὸ Ἑλληνικὸν ὕφος ἐχόρευσεν ἀλλοῦ μὲ περισσότερον χάριν τὸν χορὸν τῆς μουσικῆς σκέψεως, ὅσον εἰς τὰ πεζὰ αὐτὰ ποιήματα τοῦ ἐξαιρετικοῦ αὐτοῦ σ τ υ λ ί σ τ, ποὺ εἶναι ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ὁ ποιητὴς αὐτὸς ποὺ μεταχειρίζεται τὸν στίχον, ὡς ἀριστοτέχνης, καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὴν πεζογραφίαν μᾶς ἔδωκε σελίδας, ποὺ εἶναι τιμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λόγου, νομίζει κανείς, ὅτι, διοχετεύων τὴν λυρικὴν διάθεσιν μιᾶς περιόδου τῆς ζωῆς του, εἰς τὸ εἶδος αὐτό, ποὺ ἐπεκράτησεν νὰ τὸ ὀνομάζωμεν  μὲ ἕνα ὀξύμωρον: «πεζὸν ποίημα», ἠθέλησε νὰ δοκιμάσῃ, ἀφ᾿ ἑνὸς τὰς δυνάμεις τοῦ ὀργάνου του, καὶ νὰ δώσῃ ἐξ ἄλλου, μίαν ὡραίαν ἱκανοποίησιν εἰς ἕνα εἶδος τοῦ λόγου, τὸ ὁποῖον ὑπέφερε τὰ μεγαλείτερα  καὶ τὰ σκληρότερα κακομεταχειρίσματα εἰς τὴν σημερινὴν Ἑλλάδα.
Μὲ τοὺς «Πεζοὺς Ρυθμούς», τὸ ἄστιχον ποίημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀπὸ τὴν ποίησιν ὅλην τὴν θείαν της οὐσίαν, καὶ ἀπὸ τὸν πεζὸν λόγον ὅλην του τὴν φυσικὴν λιτότητα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκακομεταχειρίσθησαν ἀρχάριοι καὶ ἀναφρόδιτοι μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ τὸ καταντήσουν ἕνα ἀπὸ τὰ ἀντιπαθητικώτερα εἴδη τῆς προχείρου ψευτολυρικῆς φλυαρίας, ἔλαβε μίαν ὑψηλὴν ἱκανοποίησιν. Ὡμίλησε δι᾿ αὐτῶν τὸ ἁγνότερον αἴσθημα καὶ ἡ εὐγενεστέρα λυρικὴ σκέψις. Καὶ ὅπως συμβαίνῃ πάντοτε, ὁσάκις ἡ οὐσία καὶ ἡ μορφὴ τῆς ποιήσεως ἁρμονισθοῦν ἀπὸ μίαν σοφὴν τέχνην, οἱ «Πεζοὶ Ρυθμοὶ» παρουσιάζουν τὴν εὔθραυστον ἐκείνην τελειότητα, ἡ ὁποία κάμνει τὰ ἄνθη τῆς τέχνης νὰ ὁμοιάζουν κατὰ τοῦτο μὲ τὰ ἄνθη τῆς φύσεως, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ τὰ ἐπιθυμήσῃ κανεὶς διαφορετικά, παρὰ ὅπως τὰ ἔπλασεν ἡ πνοὴ τοῦ δημιουργοῦ των. Τὰ δέχεται κανεὶς ὅπως τοῦ προσφέρονται, καὶ τὰ δέχεται μὲ ἀγαλλίασιν. Διότι αἰσθάνεται ὅτι ἂν τὰ ἀγγίξῃ μὲ τὰ παχύδερμα δάκτυλα τῆς κριτικῆς, κἄτι θὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν δρόσον των.
Πεζοὶ Ρυθμοί.

Μὲ τὸν φόβον αὐτὸν ἀντικρύζω τὰ ἁβρότατα πλάσματα, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς ὁμιλεῖ μὲ τὴν γλῶσσαν τῆς γραμμῆς, τοῦ χρώματος καὶ τοῦ ἤχου ἡ θλιμμένη σκέψις τοῦ ποιητοῦ των. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἀριστοκρατικὴν αὐτὴν ποίησιν, θὰ ἐδανειζόμην μίαν βιβλικὴν φράσιν διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω. Θὰ τὴν ὠνόμαζα «θλῖψιν πνεύματος». Διότι ὁ λυρισμὸς τῶν ποιημάτων αὐτῶν εἶναι ὁ λυρισμὸς τῆς σκέψεως. Καὶ ἂν ἦτο ἀνάγκη πάλιν νὰ τὰ κρίνω, θὰ ἐπροσκαλοῦσα τοὺς ἀναγνώστας μου νὰ τὰ διαβάσωμεν μαζὶ ὅλα, νὰ τοὺς χαρίσωμεν τὴν θωπείαν τῆς ψυχῆς μας, διὰ νὰ ἰδοῦμε νὰ τινάσσεται ἀπὸ τὴν ἠλεκρικὴν ὑπόστασιν ἡ «ήθικὴ σπίθα» τῆς βαθείας ἐσωτερικῆς των ζωῆς. Ἀπαράλλακτα ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ποιητὴς νὰ κλέψω τὴν ὡραίαν του μεταφορὰν τῶν γάττων «…ὅταν χαϊδεύωνται ἀπὸ γυναῖκες, ποὺ κλάψανε πολὺ, ὅταν κοιμοῦνται στὰ γόνατα τῶν προδομένων ἀπ᾿ τὴ Μοῖρα, οἱ γάττοι ἀφίνουν τὴν καμπύλη τῆς ράχης των νὰ γλυστρᾷ μὲ ἡδονὴν κάτω ἀπὸ τὸ χάδι τῆς ἀδυναμίας — κι᾿ ἀνάβει στὸ ἠλεκρικὸ τρίχωμά των ἡ ἠθικὴ σπίθα!»
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Οὔτε τὸ ἄρθρο τοῦ Παπαντωνίου γιὰ τὸν Νιρβάνα, μὲ ἀφορμὴ τὴν κοίμησή του, οὔτε ἐκεῖνο τοῦ Νιρβάνα γιὰ τὴν ἔκδοση τῆς ποιητικῆς συλλογῆς τοῦ Παπαντωνίου, «Πεζοὶ Ρυθμοί» ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ ἐκδοθέντα ἔργα τους. Ἡ δημοσίευσή τους γίνεται μὲ ἀφορμὴ την 80η ἐπέτειο τῆς κοιμήσεως τοῦ Παύλου Νιρβάνα· ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καταδείξουμε τὴν πνευματικὴ σχέση τοῦ Σκοπελίτικης καταγωγῆς Π. Νιρβάνα μὲ τὸν Ἀγραφιώτη «πρίγκιπα τοῦ νεοελληνικοῦ λόγου» Ζαχ. Παπαντωνίου.
Σημ.: Στὴν μεταγραφὴ τῶν κειμένων ἀκολουθεῖται ἐν πολλοῖς ἡ ὀρθογραφία τῆς δημοσίευσής τους στὶς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης


  *Πρώτη ἔντυπη καὶ ἐκτενέστερη δημοσίευση στὸ προσεχὲς φ. 752 τῆς ἐφ.  Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ

Στὸ πλούσιο καὶ Παπαδιαμαντοτρόφειο ἱστολόγιο τοῦ κ. Νίκου Σαραντάκου https://sarantakos.wordpress.com τὴν Κυραικὴ 19 Νοεμβρίου 2017 δημοσιεύεται ἄρθρο μὲ τίτλο: «Ὁ μοναδικὸς φίλος τοῦ Παπαδιαμάντη» (ὁ πολυτονισμὸς δικός μου) https://sarantakos.wordpress.com/2017/11/19/stefanos-2/. Ἀναφέρεται στὸν ἁμαξηλάτη Στέφανο ποὺ ἔμενε στὴν ὁδὸ Σπευσίππου στὴν Ἀθήνα καὶ ἔφερε ἐπώνυμο ποὺ ἄρχιζε κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἀπὸ Μ. στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος ὁ Παπαδιαμάντη δηλώνει πώς: «Δύο Πάσχα ἔκαμα σπίτι του». Περιγράφεται ὡς ἀγαθὸς καὶ ἀξιοπρεπὴς χαρακτήρας, μία cult φυσιογνωμία τῆς ἐποχῆς. Σὲ ἀθησαύριστο δημοσίευμα τῆς ἐφ. «ΣΚΡΙΠ» τῆς 20ης Ἰαν. 1902 πληροφορούμεθα τὸν ἀκριβῆ τόπο κατοικίας του, Σπευσίππου 5, καὶ τὸ ἐπώνυμό του, Ἐμμανουήλ, τὸ ὁποῖο, ὡς Μανώλης ταιριάζει μὲ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ δημοσίευμα ἀναφέρεται σὲ ἀπόπειρα αὐτοκτονίας του γιὰ λόγους εὐθιξίας μὲ κώνειο καὶ τὴν σωτηρία του ἀπὸ τὸν ἰατρὸ κ. Χρόνη. Ἰδοὺ τὸ δημοσίευμα:

«ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ
ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ ΤΟΥ ΑΜΑΞΑ
Εἰς τὴν ὑπ᾿ ἀριθμ᾿ 5 οἰκίαν τῆς ὁδοῦ Σπευσίππου κατοικεῖ ὁ ἁμαξηλάτης Στέφανος Ἐμαμανουήλ, ἄνθρωπος καλὸς καὶ ἰδίως φιλότιμος. Ἄγνωστον ὅμως πῶς ἐπ᾿ ἐσχάτων ὁ φιλήσυχος αὐτὸς ἁμαξηλάτης τὰ ἔβαλε μὲ μίαν γειτόνισσάν του μὲ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς ἔριδας ἀπειλησάσης καὶ συμπλοκὴν μεταξύ των. Ἡ γειτόνισσα ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἕνα ἀστυνομικὸν ὄργανον ἦλθε νὰ σύρῃ εἰς τὸ κρατητήριον τὸν Στέφανον Ἐμμανουήλ, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας του ὅτι δὲν ἔπταιεν εἰς τίποτε. Καὶ ὄντως ὁ φιλότιμος ἁμαξηλάτης ἐκρατήθη εἰς τὸ ἀστυνομικὸν τμῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπελύθη μετὰ τὰς δεούσας συμβουλὰς τοῦ ἀστυνόμου.
Σπευσίππου 5, σήμερα
Τὴν διαπόμποευσιν αὐτὴν ὁ Ἐμμανουὴλ ἤρχισε νὰ φέρῃ βαρέως πολὺ καὶ κατελήφθη ἐκ τούτου ὑπὸ στυγνῆς ἀπελπισίας. Δὲν ἤθελε πλέον τὴν ζωήν του καὶ ἐπρομηθεύθη κώνειον διὰ νὰ τὴν τερματίσῃ. Τὸ δηλητήριον τὸ ἔπιεν ἀποφασιστικῶς χθὲς τὴν πρωΐαν καὶ μετ᾿ ὀλίγην ὥραν κατελήφθη ὑπὸ σφοδρῶν ἀλγηδόνων καὶ ἤρχισε νᾶ γογγίζῃ δυνατά. Οἱ παροικοῦντες ἔσπευσαν καὶ ἐκάλεσαν τὸν ἰατρὸν κ. Χρόνην εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ πάσχοντος, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν καταλλήλων ἀντιφαρμάκων ἐσώθη ἀπὸ τὸν βέβαιον θάνατον, νοσηλευόμενος ἤδη πρὸς τελείαν ἀνάῤῥωσιν».

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ: Ὁ τοῦ "Χρόνου" (ὑπο)Διευθυντής

Ὁ ἐκ Γρεβενῶν φιλαγραφιώτης Ἀντώνης Παπαβασιλείου σχολιάζει πάλι τὸν Στέφανο Γρανίτσα:
«Δὲν μιλᾶμε βέβαια γιὰ τὸν ΧΡΟΝΟ (τὸν time μωρέ), τὸν ἐπαγγελματία αὐτὸν δολιοφθορέα. Τοῦτος δὲν καταλαβαίνει οὔτε ἀπὸ ἐκδότες, διευθυντὲς καὶ κάθε εἴδους δερβέναγες.

Ἀλλὰ γιὰ τὸν "Χρόνο" τὴν δυναμικὴ πολιτικὴ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ ἐξέδωσε τὸ 1903 ὁ Κωστῆς Χαιρόπουλος. Ἐκεῖ ὁ 24χρονος Στέφανος Γρανίτσας ἀρχίζει νὰ ἐργάζεται ὡς χρονογράφος τὸ 1904. ("Νεώτατος εἰσῆλθεν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, διακριθεὶς ὡς χρονογράφος", γράφει ἡ ΜΕΓΑΛΗ  ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ τοῦ Παύλου Δρανδάκη).

Δημοσιεύει ἀρχικὰ ἐπιφυλλίδες γιὰ τὸν Καραϊσκάκη (δούλευε βιογραφία του). Τὸ 1905 γίνεται Ὑποδιευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος καὶ ἀπὸ τὸ 1907 ἀρχίζει νὰ γράφει χιουμοριστικὰ διηγήματα. Τὸ ἑπόμενο ἔτος διευθύνει τὸ "Φιλολογικὸ Ἡμερολόγιο" τοῦ "Χρόνου".
Θὰ ἤθελα νὰ κυκλοφοροῦσα γιὰ λίγο σὲ κεῖνα τὰ γραφεῖα καὶ τὰ τυπογραφεῖα τῶν Ἀθηνῶν. Κυψέλες πραγματικὲς (κάπου ἐκεῖ, στὶς γειτονιὲς τοῦ χάρτου, δούλευαν σκληρὰ καὶ οἱ Σκιαθίτες Ἀλέξανδροι). Νὰ ἔβλεπα μόνο μερικὰ ἀπὸ τὰ χειρόγραφα στὸν δρόμο τους γιὰ τὸ πιεστήριο.




(Υ.Γ.1 Τὸ Γρανιτσιώτικο πάθος μου τὸ τροφοδοτεῖ μὲ πληροφορίες ὁ φίλος Κώστας Σπ. Τσιώλης. ὁ Ἀγραφιώτης.
Υ.Γ.2 Τοῦ Δρανδάκη τὴν Ἐγκυκλοπαίδεια ΔΥΣΤΥΧΩΣ δὲν τὴν κατέχω. Ἀλλὰ ἡ πάντα φιλόξενη Βιβλιοθήκη τῆς πόλης μας ἔχει τὴν πλήρη σειρὰ τῶν τόμων, ἀπὸ ὅπου καὶ οἱ εἰκόνες)
».
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ: «ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ»

Ὁ καλὸς φίλος τῶν Ἀγράφων καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐκδότης τῶν Χρονικῶν Δυτικῆς Μακεδονίας, Ἀντώνης Παπαβασιλείου γράφει μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ κλασικοῦ πλέον ἔργου τοῦ Στέφανου Γρανίτσα:
«Γρεβενά,  31. 10. 2017
Ψὲς βράδυ τελείωσα Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου

Μπορεῖ, σαν μαθητής, νὰ τὰ εἶχα ξαναδιαβάσει. Θυμόμουν πάντως τὶς τυπωμένες μὲ κόκκινη μελάνη ἀπεικονίσεις τῶν… βιογραφηθέντων ζώων. 

Τὰ ρουφάω σὰν δροσιστικὸ κάθε πρωί, ἔγραφε γιὰ τὰ χρονογραφήματα τοῦ Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης.
Σύντομος ὁ βίος τοῦ ἐξ (Ἀγράφων) Εὐρυτανίας Σ. Γ., ἀλλὰ παλληκαρήσιος. Ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγὸς στοὺς Βαλκανικούς, βουλευτής, ἄνθρωπος βαθιᾶς καλλιέργειας καὶ λεπτοῦ (ἀγραφιώτικου) χιοῦμορ.

Τά ἄγρια καὶ τὰ ἥμερα, σειρὰ ἄρθρων του στἠν ΕΣΤΙΑ, θὰ συγκεντρωθοῦν μεταθανάτια σὲ τόμο ἀπὸ τὸν Ἐλευθερουδάκη (τύποις Π. Πετράκου, Σοφοκλέους 7, Ἀθῆναι) καὶ θὰ τυπωθοῦν τὸ 1921, μὲ πρόλογο τοῦ Ζ.Λ. Παπαντωνίου.
Μικρὸν ἐδάφιον:

Ἡ Πέστροφα εἶναι τὸ εὐμορφότερο καὶ ἀφθονώτερο ψάρι τῶν Εὐρυτανικῶν ποταμιῶν. Τὸ ὄνομά της τὸ χρεωστεῖ εἰς τὸ κυριώτερον χάρισμα ποὺ ἔχει. Εἶναι τὸ μόνο ψάρι ποὺ ἀνηφορίζει τὰ ποτάμια (ἐπιστρέφει, πέστροφα).
Τὸ πρᾶγμα δεν εἶναι ὀλίγον παράξενον. Τὰ Εὐρυτανικὰ ποτάμια, ἰδίως τὰ τῶν Ἀγράφων, δὲν ἔχουν μόνον τὰς ἀποτομωτέρας κλίσεις, ἀλλὰ καὶ συχνοὺς καταρράκτας μεγάλου ὕψους. Πῶς λοιπὸν τοὺς ἀναβαίνει ἡ Πέστροφα; Ἰδοὺ ἡ τέχνη της: Ἅμα φθάσῃ εἰς τὸν ποῦντον (τὸ κάτω μέρος τοῦ καταρράκτου), δαγκώνει τὴν οὐράν της, κουλουριάζεται καὶ ἐκσφενδονίζεται πρὸς τὰ ἐπάνω, διατρυπώσα ὡς βέλος τὴν σούδαν τῶν νερῶν.

Τῶν ποταμῶν αὐτῶν ἔλαβε τὴ δροσιὰ καὶ τὴν μοίρασε μὲ μελάνι, σὲ ὅλους μας».
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης