Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, "ΑΠΑΝΤΑ ΜΕ ΔΟΣΕΙΣ"

 

«Συνήθως οἱ ἄνθρωποι φυλᾶνε πράγματα

γιὰ νὰ τοὺς θυμίζουνε ποιοὶ θὰ θέλανε νὰ εἶναι»[1]

ΔΗΜ. ΝΟΛΛΑΣ

 

«Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»,
ἀκρυλικὸ σὲ χαρτί,
ἔργο (2024) Κώστα Ντιό.  

ἔργο (2024) Κώστα Ντιό.

 


Στὸν τοῖχο πίσω ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ ἰατροῦ, ἀλλὰ ἔναντι τοῦ ἑκάστοτε ἐπισκέπτη-ἀσθενοῦς του, βρισκόταν ἀναρτημένη ‒σὺν τοῖς ἄλλοις‒ καὶ μία γνωστὴ εἰκόνα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αὐτὴ τοῦ Γ. Χατζοπούλου (1908). Ἐπιθυμοῦσε νὰ δέχεται τοὺς ἀσθενεῖς του ὑπὸ Παπαδιαμαντικὸν βλέμμα. Μάλιστα, δύο - τρεῖς ἐκ τῶν ἀσθενῶν εἶχαν ἀναρωτηθεῖ, ὄχι ἐντελῶς ἄδικα, ἐρωτήσει τὸν θεράποντα:

— Γιατρέ, εἴσαστε συγγενεῖς τοῦ Κακαουνάκη;

Οἱ παλαιότεροι, ποὺ εἶχαν γνωρίσει τὸν μὲ μεγάλη παρουσία στὴν τηλοψία ἀείμνηστο δημοσιογράφο, πράγματι βρίσκουν ἀρκετὴ ὁμοιότητα μὲ τὸν Παπαδιαμάντη. Ὅμως, πάλι σκέφτηκε πὼς ὄντως τὸ "γυαλί" εἶχε νικήσει τὴν πέννα. Ἡ εἰκόνα εἶχε κερδίσει τὸν λόγο. Ὁ Κακαουνάκης ἦταν, τότε τοὐλάχιστον, σίγουρα πλέον ἀναγνωρίσιμος τοῦ Παπαδιαμάντη

Ἦταν, ἔξω, ἕνα καυτό, «ἕνα ζεστὸ σκοτάδι Ἰουνίου», ποὺ λέει κι ὁ ποιητής,[2] ὅταν μία ἄλλη ἀσθενής, ὄχι πρώτης νεότητος, δὲν λάθεψε. Σχολίασε :

Γιατρέ, σᾶς ἀρέσει ὁ Παπαδιαμάντης; Βλέπω ἔχετε τὴν εἰνόνα του στὸν τοῖχο.

Αὐτός, μὲ μιὰ κίνηση τῆς κεφαλῆς, φοροῦσε ἰατρικὴ μάσκα γάρ, συγκατάνευσε.

— Λοιπόν, τότε, θὰ σᾶς φέρω, θὰ σᾶς δωρίσω τὰ «Ἅπαντα Παπαδιαμάντη». Τὰ ἔχω στὸ σπίτι ποὺ μένω. Τὰ βρῆκα ἐκεῖ ἀφημένα ὅταν ἀγόρασα τὸ σπίτι, ἀπὸ τὸν προηγούμενο ἰδιοκτήτη πρὶν χρόνια, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ τὰ διαβάσω. Δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπει καὶ ἡ ἡλικία μου ἄλλωστε.

— Μᾶλλον τὸν Βαλέττα θὰ μοῦ φέρει σκέφτηκε ὁ λειτουργὸς τῆς ὑγείας.

Συμφωνητικὸ ἀγορᾶς
 
Ἁπάντων Παπαδιαμάντη,
ἐκδ. Σταφυλίδη, σ. 1.

Κι ὅμως, δὲν μάντεψε σωστά. Στὴν ἑπόμενη ἐπίσκεψη, πράγματι, ἦλθε μὲ τὸ τετράτομο ἔργο Ἅπαντα Παπαδιαμάντη! Δὲν ἦταν ὅμως τοῦ Βαλέττα. Ἦταν τῶν ἐκδόσεων Π. Κουτσουμποῦ. Ἀχρονολόγητη ἔκδοση, μὲ ἐξαιρετικὴ εἰκονογράφηση τοῦ ζωγράφου-χαράκτη Παύλου. Βασαλάκη (Ἀθήνα 1925) καὶ μὲ περὶ τὶς ἑκατὸ σελίδες
ἀνυπόγραφα εἰσαγωγικὰ γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸ ἔργο του.

Εἶχε τὴν ἔκδοση ἀλλὰ ὄχι ἀκριβῶς αὐτή, ἀλλὰ μία πανομοιότυπη, ἐκείνη τῶν Φυτράκη-Κουτσουμποῦ (1965).

Ὁ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος στὴν ἔκδοση τῶν Ἁπάντων Παπαδιαμάντη τοῦ Δόμου σημειώνει ἐπαινετικῶς γιὰ τὴν ἔκδοση:[3]

«Γιὰ τὶς ὑπόλοιπες ἐκδόσεις < Ἁπάντων Παπαδιαμάντη> [...] Δίκιο πάντως εἶναι νὰ σημειωθεῖ πὼς ὁ ἀνώνυμος ἐπιμελητὴς τῆς ἔκδοσης Φυτράκη-Κουτσουμποῦ κάποτε ἐπεμβαίνει καὶ διορθώνει εὔστοχα τὸ παραδομένο κείμενο [ ...] τώρα κυκλοφορεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κουτσουμποῦ μόνο».

Ἡ ἔκδοση Π. Κουτσουποῦ πρέπει νὰ εἶναι λίγο μεταγενέστερη, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1966 καὶ 1971.

Ἡ κτήση μιᾶς παλαιᾶς σειρᾶς Ἁπαντων Παπαδιαμάντη, ἔστω κι ἂν ἀπέχει παρασάγγας ἐκείνης τῆς ἱστορικῆς πεντάτομης τῶν ἐκδόσεων «Δόμος», μὲ ἐπιμελητὴ τὸν Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, ἐν τούτοις, δὲν εἶναι ἕνα ἀπολίθωμα, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἀφήνει ἀδιάφορο ὅποιον συγκινεῖ ὁ Παπαδιαμαντικὸς λόγος· ἀντίθετα «ἐξασκεῖ παράδοξον ὑποβολὴν καὶ γοητείαν».

Δελτίο δὀσεων ἀγορᾶς
Ἁπάντων Παπαδιαμάντη
ἐκδ. Σταφυλίδη, σ. 2. 

Εἶναι σὰν μιὰ γραμμὴ νὰ χωρίζει τὴ μιὰ ἔκδοση ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὰν μιὰ γραμμὴ ποὺ χωρίζει τὸ ὄνειρο ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ σὰν ἡ μία νὰ εἶναι συνέχεια τῆς ἄλλης, σὰν ἡ μία νὰ γεννιέται ἀπὸ τὴν ἄλλη· μία γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντος ποὺ θἄλεγε κι ὁ Βακαλόπουλος. Ἄλλωστε, ὁ λόγος τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐπίκαιρος πάντα, μοιάζει ὅπως ὁ ἀτμὸς σὲ ἕνα κλειστὸ δοχεῖο: πιέζει γιατὶ θέλει νὰ βγεῖ στὸ φῶς, νὰ ἐξακτινωθεῖ, νὰ ἐκφρασθεῖ, νὰ πληρώσει τὸν χῶρο, νὰ ἀστράψει σὰν λεπίδα μαχαιριοῦ στὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλικοῦ φωτὸς, νὰ σαγηνεύσει τὸν ἀναγνώστη. Πράγματι, ὁ νέος κάτοχος ἔνιωσε ὅτι τὰ Ἅπαντα ποὺ τοῦ δώρισαν εἶχαν κρατήσει στὰ σπλάχνα τους τὸν χρόνο τοῦ χρόνου ἀλλὰ καὶ τῶν κατόχων τους. Εἶναι γνωστὸ ἄλλωστε πόσο εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἀγάπη ποὺ δείχνει ὁ γοητευμένος ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Παπαδιαμάντη ἀκόμη καὶ σὲ ἔργα του εὐτελοῦς ἐκδόσεως: πλέει μὲ ὅλα τὰ πανιὰ ἀνοιχτὰ στὸν ἄνεμο τῆς Παπαδιαμαντικῆς ἀνάγνωσης, χωρὶς νὰ γνωρίζει, οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπολογίσει τὸ τέλος τοῦ ταξειδιοῦ· ἂν ὑπάρχει τέλος.

Ὅμως, αὐτὸ τὸ δῶρο ἐκτίμησης πρὸς τὸν ἰατρὸ ἔκρυβε ἕνα ἄλλο ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον –τοὐλάχιστον γιὰ τὸν παραλήπτη‒ εὕρημα-ἔκπληξη· κάτι σὰν ἕνα εἶδος κτητορικοῦ τεκμηρίου, σὰν Παπαδιαμαντικὸ ἰντερμέδιο στὰ Ἅπαντα Παπαδιαμάντη.

Ἀ. Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα,
εἰκογράφηση, Π. Βαλασάκη,
ἐκδ. Π. Κουτσουμποῦ, 
χ.χ., τ. Α΄. 

Ἦταν ἕνα εἰδικὸ ἀνεπίσημο ‘‘συμφωνητικὸν ἀγορᾶς’’ μὲ  δ ό σ ε ι ς  τῶν Ἁπάντων Παπαδιαμάντη τῶν ἐκδόσεων Π. Κουτσουμποῦ. Πωλητὴς ἦταν ἡ «Ἑταιρεία διαθέσως καὶ ἐκδόσεως βιβλίων "Ἀφοὶ Σταφυλίδη"»,
Μάγερ 8 Ἀθῆναι, κοντὰ στὸ ἱστορικὸ Τοσίτσειο Γυμνάσιο Ἀθηνῶν, στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν Μάγερ καὶ Σουρμελῆ. Τὸ συμφωνητικὸ ὑπογράφεται σὲ πρασινωπὸ χαρτὶ 12.5Χ19.5 cm. Ὡς ἀγοραστὴς ὑπογράφει ἡ συνταξιοῦχος μαία Βασιλικὴ Σερέπα, στὴν περιοχὴ τοῦ Μεταξουργείου τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ τιμὴ τῶν Ἁπάντων δηλώνεται ὡς 700 δραχμές. Ἡ ἀγορὰ πραγματοποιήθηκε στὶς 8 Ὀκτωβρίου 1971 καὶ ἡ ἐξόφληση μὲ δόσεις στὶς 6 Μαΐου 1972: σὲ ὀκτὼ δόσεις τῶν πενῆντα δραχμῶν, τέσσερις τῶν ἑκατὸ δραχμῶν καὶ μία τῶν ἑκατὸν πενῆντα. Τὸ δελτάριο-συμφωνητικὸ ὑπογράφει ὡς ἀντιπροσωπος τοῦ πωλητοῦ ἡ Ἰωάννα Κοτρότσου, ἡ ὁποία προφανῶς φρόντιζε νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Βασ. Κ. Σερέπα στὸ Μεταξουργεῖο γιὰ νὰ εἰσπράττει τὶς δόσεις. Στοιχεῖα ταυτότητος δὲν καταγράφονται.

Λόγῳ τῆς ἰδιότητος τῆς ἀγοραστοῦ (μαία) ὁ νῦν κάτοχος τῶν Ἁπάντων Κουτσουμποῦ, ὁ δωρολήπτης ἰατρός, ἔρριψε ἕνα βλέμμα ἐξεταστικὸ στὸ "κοινωνικὸν μυθιστόρημα" «Ἡ Φόνισσα», στὸν Α΄ τόμο. Ἐξ ὅσων διαπίστωσε, μετὰ ἀπὸ μιὰ προσεκτικὴ ἐπισκόπηση, ἦταν ἀδιάβαστο ἀπὸ τὴν μαία. Δὲν βρέθηκαν ἀναγνωστικὰ ἴχνη στὸν σχετικὸ τόμο. Ἴσως καλλίτερα, διότι ἂν διάβαζε τὴ δράση τῆς θειᾶς Χαδούλας, τῆς Παπαδιαμαντικῆς ἡρωϊδας, νὰ ἔνοιωθε τόσο ἄβολα αὐτή, ποὺ μέχρι τὴν συνταξιοδότησή της βοήθησε νὰ ἔλθουν στὸν κόσμο, νὰ ἰδοῦν τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, τόσα πολλὰ ἔμβρυα ἄρρενα, ἀλλὰ καὶ θήλεα ὅπως τὰ θύματα τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἡ ὁποία στὴν «Σκοτεινὴν Σπηλιάν», ἔβλεπε ὅτι «οἱ λίθοι ἐχόρευον δαιμονικὸν χορὸν τὴν νύκτα». Πῶς θὰ αἰσθανόταν ἡ μαία ἂν διάβαζε ὅτι ἡ Γιαννοῦ ἡ Φράγκισσα ἄκουγε ὅ,τι: «[...] ἐμινύριζεν ἀκόμη ἡ θρηνώδης φωνὴ τοῦ βρέφους, τοῦ μικροῦ κορασίου τοῦ ἀδικοθανατίσαντος». Πόσα νὰ εἶδε καὶ νὰ ἄκουσε ἄραγε στὶς βάρδιες της ἡ μαία Βασιλικὴ Σερέπα; Νὰ εἶδε, ἐνδεχομένως, πολλὰ «πρωϊμάδια» νὰ θυσιάζονται στὸν βωμὸ τῶν ὅποιων ἀντιλήψεων καὶ ἄγραφων νόμων; Ποιός ξέρει, ἴσως νὰ εἶδε, ἂν αὐτὰ εἶχαν ἔλθει «ἀσθενικὰ εἰς τὸν κόσμον».

Σημειώνεται στὸ δελτάριο, στὸ συμφωνητικὸ ἀγορᾶς:

«Ὁ δηλώσας τὰ ἀνωτέρα στοιχεῖα ταυτότητος, διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ πρόσθεν σημειούμενον δελτίον λιανικῆς πωλήσεως βιβλίων, ὑποχρεοῦμαι νὰ καταβάλλω εἰς μηνιαίας δόσεις τῶν 50 δρχ. τὴν ἀξίαν αὐτῶν ἀνελλειπῶς καὶ ἀπροφασίστως [...] Μέχρις τῆς ἀποπληρωμῆς τῶν βιβλίων θεωρῶν ἑαυτὸν ἁπλοῦν χρήστην αὐτῶν. [...] Ἐν Ἀθήναις, 8 /10 /1971, Βασιλικὴ <χήρα> Κ. Σερέπα».

Ἀ. Παπαδιαμάντης, Ἅπαντα,
εἰκονογράφηση Π. Βαλασάκη, 
ἐκδ. Π. Κουτσουμποῦ Ε.Π.Ε., 
 
χ. χ., τ. Α΄., σ. 480. 

Τὰ Ἅπαντα Κουτσουμποῦ, μετὰ ἀπὸ 55 χρόνια πορείας κτητορικῆς, βρέθηκαν στὴν κατοχὴ τοῦ Παπαδιαμαντολάτρη ἰατροῦ. Ὅμως, θὰ ἐξακολουθήσουν τὸν πλοῦν των: ποιός γνωρίζει γιὰ ποῦ;
γιὰ ποιόν; ἀλλὰ καὶ γιὰ πόσο καιρὸ θὰ προσφέρουν συντροφιὰ ἀναγνωστικὴ στὸν καθημερινὸ ἄνθρωπο; Ὅμως, θὰ παραμείνουν πιστὰ στὴ γνωστὴ παροιμιακὴ περὶ κτήσεως ἔκφραση:

«Σήμερον ἐμοῦ, αὔριον ἑτέρου, οὐδέποτε τινός».

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 



[1] Δημήτρης Νόλλας, Κοκόνες στὴ σκάλα, «Φωτεινὴ μαγική», ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 2025, σ. 113.

[2] Γιάννης Πατίλης, Ἀκτὴ Καλλιμασιώτη καὶ ἄλλα ποιήματα, ἔκδ.ὕψιλον / βιβλία, Ἀθήνα 2009, σ. 56.

[3] Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἄπαντα, ἐκδόσεις Δόμος, ἐπιμ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τ. Α΄, σ. ιγ΄, ὑποσ. 11.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου