Στὶς 7 Ἰανουαρίου τοῦ 1898, τὴν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Θεοφανείων, στὴν ἐφημερίδα Σκρίπ τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου (Καρπενήσι 1877-Ἀθήνα 1940) δημοσιεύει, ὡς συνεργάτης τοῦ Σκρίπ, χρονογράφημα ἐπετειακὸ τῆς μεγάλης αὐτῆς χριστιανικῆς ἑορτῆς, μὲ τίτλο «Σκηναὶ τῶν Θεοφανείων. Τὸ νερό», τὸ ὁποῖο ὑπογράφει ὡς «Ζ. Λ. Παπαντωνίου».
Ὁ νεαρός, τότε μόλις 21 ἐτῶν, δημοσιογράφος,
μὲ ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας, καταθέτει, μὲ
χαριτολογικὴ διάθεση καὶ διακριτικὴ εἰρωνεία, τὸν τρόπο διαχειρησης τοῦ ἁγιασμένου
ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὕδατος τῆς Δεξαμενῆς τῆς πόλης.
Οἱ ἔνοικοι μιᾶς ἐνοικιαζόμενης
διπλοκατοικίας –στὸν ἄνω ὄροφο ἡ κυρὰ Μελέταινα μὲ τὸν σύζυγό της καὶ τὰ παιδιά
της καὶ στὸν κάτω ἡ κυρὰ Χαρίκλεια‒
εἶχαν κοινόχρηστο σωλήνα παροχῆ νεροῦ. Ὅταν ὅμως ἡ ἔνοικος τοῦ κάτω ὀρόφου
κάνει χρήση τοῦ νεροῦ αὐτὸ δὲν φθάνει στὸν ἄνω ὄροφο. Τὸ γεγονὸς ἔχει ὡς συνέπεια
τὸν ἔντονο διαπληκτισμὸ τῶν δύο γυναικῶν, ποὺ φθάνει σὲ σημεῖο αἱματηροῦ
τραυματιμοῦ τοῦ κὺρ Μελέτη ἀπὸ τὴ κυρὰ Χαρίκλεια. Τότε συνίσταται ἡ χρήση τοῦ ἁγιασμένου
νεροῦ τῶν Θεοφανείων γιὰ τὴν ἀνακούφισή του καθώς, ἡ κυρὰ Χαρίκλεια, βλέποντας
τὸν αἱματηρὸ τραυματισμὸ τοῦ κὺρ-Μελέτη, φιλοτιμεῖται καὶ ἀφήνει τὸ νερὸ νὰ ἀνέβει
καὶ στὸν ἄνω ὄροφο Ὅμως, ὁ τραυματισθείς, ἔχοντας ὡς προτίμηση τὰ θεραπευτικὰ
σκευάσματα τῆς φαρμακευτικῆς, ἔχει ἄλλη ἐπιλογή· ζητεῖ ἀπὸ τὴ σύζυγό του, τὴν
κυρὰ Μελέταινα, "μολυβόνερο" ἀπὸ τὸ φαρμακεῖο· ἕνα σκεύασμα γνωστὸ γιὰ
τὶς στυπτικές, ἀντισηπτικὲς καὶ καταπραϋντικὲς ἰδιότητές του:
«— Ἄχ! Δὲν πετάγεσαι καλλίτερα ἐδῶ
στὸ φαρμακεῖο νὰ πάρῃς λίγο ... μολυβόνερο!»
Πράγματι,
καὶ σήμερα ἀκόμη, τὸ μολυβόνερο, ποὺ εἶναι γνωστὸ καὶ ὡς ἀλουμινόνερο, εἶναι
προϊὸν μὲ πολλὲς εὐργετικὲς ἰδιότητες, κυρίως γιὰ ἐξωτερική χρήση. Πρόκειται γιὰ διάλυμα ποὺ περιέχει ἀργίλιο καὶ μπορεῖ νὰ προσφέρει ἀνακούφιση ἀπὸ πόνους
καὶ ἐρεθισμούς.
Kωνσταντῖνος Σπ.Τσιώλης
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 7.1.1898, σ. 1.
KEIMENO
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 7.1.1898, σ. 1
«ΣΚΗΝΑΙ
ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ. ΤΟ ΝΕΡΟ
— Περιμένετε! Περιμένετε! Τώρα θἄρθῃ
τὸ ἁγιασμένο.
Καὶ
ἡ κυρὰ Μελέταινα εἶχεν ἄγρυπνον τὸ βλέμμα της ἐπὶ τῶν παιδιῶν μήπως θίξουν τὸ
νερὸ τῆς προτεραίας ποὺ δὲν ἦτο ἁγιασμένον.
— Περιμένετε! Περιμένετε!
Ἀλλὰ ὣς πότε θὰ
περιμένουν.
Ἡ
ὥρα εἶναι ἐννέα πρωΐ. Τὰ παιδιὰ τὰ ἔπιασεν ἡ δίψα καὶ θέλουν νερό. Ὁ κὺρ
Μελέτης ὁ ἄνδρας της, μόλις ἀκούει τὸ ἐλάχιστον φύσημα τῆς κάνουλας, τρέχει καὶ
βάζει τὴν μεγάλην του φαλάκραν ἀποκάτω ἀναμένων νὰ ρεύσῃ τὸ ἁγιασμένον ὕδωρ καὶ
νὰ τὴν περιλούσῃ.
Ὅλοι περιμένουν τὸ ἁγιασμένο μία ὥρα
καὶ πλέον. Ὅλοι εἶναι ἄνιφτοι. Ἄνιφτα τὰ παιδιά, μουτζουρωμένα, μὲ τὰ μάτια ἡμίκλειστα,
ἄνιφτος ὁ κὺρ Μελέτης μὲ τὸ μουστάκι του γαμψῶς ριγμένον πρὸς τὰ κάτω, ἄνιφτη καὶ
ἡ κυρὰ Μελέταινα μὲ τὰ μαλλιά της ὡς ἀπαισία τουλούπα περικαλύπτοντα τὴν
χονδρήν της φυσιογνωμίαν. Κι ὅμως ἡ κυρὰ Μελέταινα, ἡ θεοσεβής, ἐπιμένει.
Πρέπει νὰ περιμένουν νἀρθῇ τὸ φρέσκο νερὸ τῆς βρύσης καὶ θὰ εἶν’ ἁγιασμένο ἀπὸ
τὸν Σταυρὸ τῆς Δεξαμενῆς. Ἀλλ’ὁ κὺρ Μελέτης, ὁ ὁποῖος ἀπηύδησε πλέον νὰ βάζῃ τὴν
φαλάκραν του ὑπὸ τὴν κάνουλαν διὰ νὰ πάρῃ πρῶτος τὸ βάπτισμα, φωνάζει:
— Γυναῖκα δὲν ὑποφέρεται αὐτὸ τὸ
βάσανο. Τὸ νερὸ δὲν ἔρχεται. Θὰ πλυθῶ μὲ τὸ χθεσινό.
— Τί λές, κακομοίρη;
— Αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω.
— Κάνε τίποτε καὶ θὰ δῇς ἂν τὸ
χύνω στὰ μοῦτρα σου ἢ ὄχι. Ὁρίστε μας! Βρὲ εἶσαι χριστιανός;
— Δὲ βαστῶ ἄλλο σοῦ λέω!
Τὰ
παιδιὰ ἐνθαρρυθέντα ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ πατρός, ἔσπευσαν νὰ ἑνώσουν καὶ τὴν ἰδικήν
των ὀξείαν διαμαρτυρίαν.
— Διψᾶμε! Σκάσαμε ἀπ’ τὴ δίψα!
Μητέρα α... α...
Ἀλλ’ἡ χεὶρ τῆς κυρὰ
-Μελέταινας ἀπελθοῦσα μὲ ὅλην της τὴν τυλώδη χονδρότητα εἰς ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν
παιδιῶν κατέτρεψε τὰς διαμαρτυρίας των εἰς ὀδυρμοὺς ἀτελεύτητους. Τότε ὁ κὺρ
Μελέτης ἐννοήσας τὸ ἀμετάπειστον τῆς συζύγου ἔκρινε καλὸν νὰ σιωπήσῃ πρὸς ἀποφυγὴν
ἀπευκταίων καὶ νὰ ἀναμείνῃ καρτερικῶς τὴν ἄφιξιν τῶν ἡγιασμένων ὑδάτων.
Μετ’ ὀλίγον ὅμως γυρίζει καὶ
λέγει:
— Ξέρεις τί λέω, γυναῖκα; Τὸ νερὸ
ἦρθε.
— Ἦρθε;
— Ἔτσι μυρίζομαι. Θὰ τὸ κράτησε ἀπὸ
κάτω ἡ Χαρίκλεια.
Ἡ Χαρίκλεια ἦτο ἡ
κατοικοῦσα εἰς τὸ κάτω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ. Ἡ βρύσι τοῦ κάτω πατώματος ἐννοεῖται
ὅτι εἶχε τὸν αὐτὸν σωλῆνα μὲ τὴν βρύσιν τοῦ ἐπάνω. Φυσικὰ ὅταν ἤνοιγεν ἡ πρώτη,
ἡ δευτέρα ἐστείρευεν. Ἄρα, ἡ Χαρίκλεια εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της τὸ νερὸ τῶν
συνοίκων της. Ἂν ἤθελε τὸ ἄνοιγε, ἂν ἤθελε τὸ ἔκλεινε. Ὁ σπιτονοικοκύρης δὲν ἐπέτρεπε
βέβαια τοιαύτην παρανομίαν, ἀλλ’ ὅταν ἡ Χαρίκλεια εἶχε λόγους νὰ τὸ κάνῃ, ἠμποροῦσε
νὰ τὸ κάνει εὐκολώτατα.
Κάτι
τέτοιο λοιπὸν θὰ ἔτρεχε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Διότι τὴν προηγουμένην ἡμέραν
ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἀκούσει ὁμηρικὸν γλωσσοκαυγᾶν μεταξὺ τῆς Χαρίκλειας καὶ τῆς
κυρὰ Μελέταινας, ὁ ὁποῖος διήρκεσε τρεῖς ὁλοκλήρους ὥρας. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι ἡ
Χαρίκλεια εὑρῆκεν ἁπλούστατον καὶ φοβερὸν μέσον ἐκδικήσεως. Νὰ κρατήσῃ τὸ νερὸ ἀνήμερα
τῶν Φώτων.
Ὥστε
καλὰ τὸ ὑποψιάσθη ὁ κὺρ-Μελέτης. Τὰ ὑπονοίας του τὰς εὑρῆκεν ἀμέσως πολὺ ὀρθὰς
καὶ ἡ κυρὰ-Μελέταινα. Τὸ πλαίσιον τῶν ἀκτενίστων μαλλιῶν της ἐφάνη ἀγριώτερον
γύρω εἰς τὴν ἀνδρικήν της μορφήν, τὰ μάτια της ἐπλατύνθησαν θηριωδῶς, τὰ
ρουθούνια της τὸ ἴδιο, καὶ ὁ χθεσινὸς θυμός, ποὺ τὴν εἶχε κατακλύσει ὅταν διεξῆγε
τὸν καυγᾶν μὲ τὴν Χαρίκλειαν, ἐπανῆλθεν πάλιν ἀκμαιότατος.
—
Καλὰ λές! Φωνάζει πρὸς τὸν ἄνδρα της. Κάτι τέτοιο μοῦ μυρίζεται. Αὐτὴ ἡ βρώμα τὸ
κρατάει τὸ νερό. Ὤχ καὶ νὰ κατέβω κάτω. Ὤχ! ὤχ! Δὲ θὰ τὴν βγάλουν ἀπ’ τὰ νύχια
μου.
Ὁ κὺρ Μελέτης τὰ ἔχασε. Προέβλεπε ἐπανάληψιν τῶν ἐχθροπραξιῶν,
τὰς ὁποίας ἀπεστρέφετο φοβερά. Τί νὰ κάμῃ; Εἶχε τὴν κουταμάρα νὰ τὸ πῇ. Ἐπέπληξε
τὸν ἑαυτόν του ἐνδομύχως ὡς βλάκα καὶ ἐσιώπησεν ἀναμένων τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐν τῷ
μεταξὺ τὰ παιδιὰ ἄρχισαν πάλιν νὰ φωνάζουν πὼς διψοῦν. Ἀλλ’ ἡ κυρὰ Μελέταινα,
θηριώδης ὅπως εἶχε γίνει τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἔβαλε πάλιν εἰς ἐνέργιαν τὴν χεροῦκλά
της ἐπὶ τῶν διψαλέων παιδιῶν καὶ νέοι ὀδυρμοὶ ἐγέμισαν τὸ σπίτι.
Ἔπειτα
ἔτρεξαν εἰς τὴν κουζίναν, ἔχυσαν ὅλον τὸ νερὸ τῆς προτεραίας διὰ νὰ μὴ τὸ πίῃ
κανεὶς καὶ σύρουσα τὶς παντοῦφλές της ὥρμησε κάτω εἰς τὴν σκάλαν καὶ εὑρέθη εἰς
τὴν κουζίναν τῆς Χαρίκλειας.
— Ἐσὺ τὸ κρατᾶς τὸ
νερό, μωρή;
— Ἐγὼ τὸ κρατάω.
Ἄλλαι
ἐπεξηγήσεις δὲν ἐχρειάζοντο. Ὁ κὺρ Μελέτης ἀκροώμενος μὲ τὴν πνοὴν εἰς τὸ στόμα
ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴν σκάλαν ἤκουσεν ἀμέσως τὴν τραγικὴν συναυλίαν δύο γυναικείων
γλωσσῶν καὶ ἔτρεξε κάτω ἄπλυτος καὶ ἐλεεινὸς μὲ τὰ νυκτικά του ὅπως ἦτο. Ἀλλὰ
μόλις ἐπατοῦσε τὸν φλιὸν τῆς εἰσόδου τῆς Χαρίκλειας, ἕν βαρὺ προύντζινιν μπρίκι
καταφθάνον ὁρμητικῶς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς κουζίνας τὸν συνήντησεν εἰς τὴν φαλακρήν
του κεφαλήν.
— Ἐμάτωσε! Πὼ πώ! Σοῦ τ’ ἄνοιξε ἡ
στρίγλα! Ἐφώναξεν ἡ γυναῖκά του τρέχουσα ἔξω καὶ ψαύουσα τὸ λεῖον κεφάλι τοῦ
συζύγου.
Καὶ πράγματι ἐρυθρὰ
γραμμὴ αἵματος κατήρχετο πρὸς τὴν ὀφρὺν τοῦ κὺρ Μελέτη, ἐκ τοῦ τραύματος, τὸ ὁποῖον
εὐτυχῶς ἦτο ἐλαφρότατον.
Ἀλλ’
ἡ κυρὰ Χαρίκλεια, ὁ δράστης, ἐπρόφθασεν ἀμέσως καὶ ἔκλεισε τὴν πόρτα ἀφήσασα τὸ
ἀνδρόγυνον ἔξω.
Ἡ λογομαχία ἐστράφη ἤδη μεταξὺ τῆς Μελέταινας
καὶ τοῦ τραυματίου συζύγου, ὁ ὁποῖος ἔρριπτε τὰς εὐθύνας τῆς συμφορᾶς εἰς τὸν ὁρμητικὸν
χαρακτῆρα ἐκείνης ποὺ κατέβηκε κάτω καὶ ἤθελε ν’ἀνοίξει φασαρίες.
— Τὸ νερό! Τὸ νερό!
Τὸ νερό!
Ἠκούσθησαν τὰ
παιδία φωνάζοντα ἀπὸ πάνω.
Καὶ
ἐγέμισε τὸ σπίτι ἀπὸ τὸν θόρυβον τοῦ νεροῦ ποὺ ἔτρεχεν ἤδη πλουσιώτατον ἀπὸ τὴν
βρύσιν.
Τὸ
ἡγιασμένον ὕδωρ ἔφθασε χάρις εἰς τὴν Χαρίκλειαν, ἡ ὁποία εὐσπλαχνικῶς τὸ ἄφησε
τότε διὰ νὰ πλύνῃ ὁ τραυματίας τὸ κεφάλι του.
Ἡ κυρὰ Μελέταινα, λυσσαλέως
βριζολογοῦσα, ἀνῆλθε τὴν σκάλαν, τὴν ἠκολούθησε δὲ καὶ ὁ σύζυγος κρατῶν τὸ τραῦμα
διὰ τῆς παλάμης.
— Ἔλα νὰ πλυθεῖς ἀπ’τὸ ἁγιασμένο
νερό. Θὰ σοῦ περάσει! Τοῦ εἶπε.
Καὶ
ὁ κὺρ Μελέτης θλιβερῶς:
— Ἄχ! Δὲν πετάγεσαι καλλίτερα ἐδῶ
στὸ φαρμακεῖο νὰ πάρῃς λίγο ... μολυβόνερο!
Ζ. Λ. Παπαντωνίου»
Ἐφ. Σκρίπ, φ. 7.1.1898, σ. 1.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου