Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης († 3. Ἰαν. 1911)

 

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ οἱ πιστοὶ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου

Γ. Ρωμανός, «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης / 
Τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι»,
 Γραφίτης σὲ χαρτόνι,
29.5Χ21 ἑκ. 


Στὶς 3 Ἰανουαρίου 1911 ἐκοιμήθη, καὶ καλοτύχως ὄχι σὲ ξένη γῆ ἀλλὰ στὴ γενέτειρά του, στὸν τόπο του, στὴ μικρὴ πατρίδα του, στὴ Σκιάθο, ὁ κορυφαῖος τῶν πεζογράφων μας, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911). Τὸ ἄγγελμα τοῦ θανάτου του συγκίνησε τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὰ ἔντυπα μέσα τῆς ἐποχῆς, πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα διακόνησε, ὡς συνεργάτης τους, μὲ δημοσιεύματά του τὰ ὁποῖα πέραν τῆς ἀναγγελίας τοῦ θανάτου του, δημοσίευσαν, γιὰ νὰ τιμήσουν τὴ μνήμη του, ἄρθρα, νεκρολογίες, ἀφιερώματα στὸν κορυφαῖο πεζογράφο μας.

Στὴν ἐφημερίδα Πατρὶς (τοῦ Βουκουρεστίου) τοῦ Σπυρίδωνος Σίμου (Βραστοβὰ Ἰωαννίνων 1868 - Ἀθήνα 1935), πολιτικοῦ στὸ πλευρὸ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, δημοσιογράφου, ἰδιοκτήτη ἀπὸ τὸ 1893 καὶ διευθυντὴ τοῦ ἐντύπου, δημοσιεύεται, στὸ φύλλο τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1911, δηλαδὴ δύο ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη, στὴ στήλη «Ἐντυπώσεις καὶ σκέψεις» ἄρθρο μὲ τίτλο. «Ὁ Δάσκαλος». Στὸ δημοσίευμα σχολιάζεται τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ ἄρθρο ὑπογράφεται ἀπὸ τὸν «Δ. Κ.». ὁ ὁποῖος, πιθανώτατα, εἶναι ὁ ἱστορικός, δημοσιογράφος, ἀκαδημαϊκὸς καὶ λογοτέχνης Διονύσιος Κόκκινος (1884-1967), ὁ ὁποῖος φέρεται ὡς συνεργάτης καὶ ἀρθρογράφος τῆς Πατρίδος. Τὸ ἔντυπο λειτουργοῦσε ὡς δημοσιογραφικὸ ὄργανο τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ εἶχε κυκλοφορία καὶ σὲ Ρωσία, Βουλγαρία ἀλλὰ καὶ στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία.

Ὁ . «Δ. Κ.» θεωρεῖ ὅτι ὁ κόσμος ποὺ θρηνεῖ γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ κυρ-Ἀλέκου ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ καὶ τὸν πιστεύει ὡς δάσκαλό του, εἶναι «ὁ κόσμος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου» στὴν Πλάκα,ὁ ὁποῖος εἶναι:

«[...] ἕνας κόσμος ἀνθρώπων εἰς τὰς Ἀθήνας, ταπεινῶν καὶ ἀγραμμμάτων, κόσμος μιᾶς πίστεως, ἑνὸς θρησκευτικοῦ δόγματος, ὁ ὁποῖος ὅταν μάθῃ τὸν θάνατον τοῦ Παπαδιαμάντη, θὰ περάσῃ πένθιμον ἡμέραν. Λέγω, ὅταν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σπανίως διαβάζουν ἐφημερίδας. Τοῦ κόσμου αὐτοῦ ὁ Παπαδιαμάντης ἦτο ὁ δάσκαλος εἰς μίαν πίστην λατρείας μυστικιστικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν συνήρχοντο εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγ. Ἐλισσαίου, τοῦ ἁγίου τοῦ καθιερωτοῦ τοῦ μυστικιστικοῦ αὐτοῦ δόγματος. Ἦτο πρωθιερεύς των μὲ λαϊκὸν ἔνδυμα ὁ ″κυρ-Ἀλέκος″, ὁ ἄνθρωπος ὁ μόνος ὁ γνωρίζων τὰ μυστήρια τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν οἱ ἄλλοι μὲ τὸν φανατισμὸν τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν μόνον ὡς ἀνάγκην τῆς ψυχῆς τὴν δέησιν».

 

Τονίζει δὲ ὁλοκληρώνοντας τὸ δημοσίευμά του ὅτι αὐτοὶ οἱ πιστοὶ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ θρηνήσουν ἀληθινὰ γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ θὰ κάμουν:

 

«[...] τὸ ἱερώτερον μνημόσυνον εἰς τὸν Δάσκαλόν των, δίδοντες εἰς τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴν ζωήν, μίαν ἔκστασιν θρύλου, στοιχειοῦ ἱεροῦ,[...]».

 

Στὶς 3 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. συμπληρώνονται 114 χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή. Ὅμως, τὸ ἔργο του ἐξακολουθεῖ νὰ συγκινεῖ καὶ νὰ γοητεύει τοὺς ἀναγνῶστες του, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἱκανοὶ «νὰ παραδοθοῦν εἰς ἔκστασιν καὶ εἰς κατάνυξιν»· ἐνῷ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν μελέτη καὶ ἔρευνα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐργογραφίας του ἀπασχολεῖ μὲ συνεχῶς αὐξανόμενο ἐνδιαφέρον τὸν ἐπιστημονικὸ κόσμο.

 

Ἐφ. Πατρίς (τοῦ Βουκουρεστίου),
φ. 5.1.1911, σ. 1. 
 

 

Ἐφ. Πατρίς, φ. 5.1.1911, σ. 1.1.

«ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Ὁ συγγραφεύς, ὁ ὁποῖος ἔφθασεν εἰς τὸ τέρμα του μὲ γαλήνην εἰς τὴν Σκίαθον, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ γραμματολογία θὰ δυνηθῇ νὰ θέσῃ εἰς μίαν σελίδα της καὶ ὅταν ἀκόμη φιλτράρῃ αὐστηρῶς ὅλον τὸ ἄχρηστον ἄφθονον ὑλικὸν τῶν συγγραφέων καὶ λογίων τῶν τελευταίων χρόνων, δὲν θρηνεῖται μόνον ἀπὸ τοὺς ἔχοντας σχέσιν μὲ τὰ γράμματα. Ὑπάρχει ἕνας κόσμος ἀνθρώπων εἰς τὰς Ἀθήνας, ταπεινῶν καὶ ἀγραμμμάτων, κόσμος μιᾶς πίστεως, ἑνὸς θρησκευτικοῦ δόγματος, ὁ ὁποῖος ὅταν μάθῃ τὸν θάνατον τοῦ Παπαδιαμάντη, θὰ περάσῃ πένθιμον ἡμέραν. Λέγω, ὅταν, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σπανίως διαβάζουν ἐφημερίδας. Τοῦ κόσμου αὐτοῦ ὁ Παπαδιαμάντης ἦτο ὁ δάσκαλος εἰς μίαν πίστην λατρείας μυστικιστικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν συνήρχοντο εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγ. Ἐλισσαίου, τοῦ ἁγίου τοῦ καθιερωτοῦ τοῦ μυστικιστικοῦ αὐτοῦ δόγματος. Ἦτο πρωθιερεύς των μὲ λαϊκὸν ἔνδυμα ὁ ″κυρ-Ἀλέκος″, ὁ ἄνθρωπος ὁ μόνος ὁ γνωρίζων τὰ μυστήρια τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν οἱ ἄλλοι μὲ τὸν φανατισμὸν τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν μόνον ὡς ἀνάγκην τῆς ψυχῆς τὴν δέησιν.

Ὁ Σπ. Σίμος στὰ γραφεῖα
τῆς Πατρίδος στὰ 1909.
(elia.org.gr)

Ἦτο τὸ μόνον πλῆθος μὲ τὸ ὁποῖον ὁ Παπαδιαμάντης εὑρίσκετο εἰς συνάφειαν, ὅσην ἐπέτρεπεν ὁ μυστικιστισμὸς τῆς πίστεώς των. Ἐκεῖ ἦτο ὁ Δάσκαλος, ὁ ἱερός, ὁ ἄνθρωπος ὁ κοινωνῶν μὲ τὰ πνεύματα, Δάσκαλος ταπεινὸς ὅπως αὐτός. Ἐτύχαινε πολλάκις εἰς τὸ μικρὸν τραπεζάκι τοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς, ὅπου ὁ Παπαδιαμάντης εὑρίσκετο μὲ τοὺς πιστούς του, ἐργατικοὺς πάντοτε ἀνθρώπους μὲ κοίλας τὰς παρειὰς καὶ ροζωμένα ἀπὸ τὰς κοπιαστικὰς ἐργασίας δάκτυλα, νὰ πλησιάσῃ κάποιος λόγιος τῶν Ἀθηνῶν προσπαθῶν ν’ἀξιωθῇ τῆς εὐτυχίας νὰ πάρῃ ὀλίγα λόγια ἀπὸ τὰ ρικνωμένα χείλη τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὁ Δάσκαλος τότε ἐξεδήλωνε στενοχωρίαν, ἔρριπτε τὴν κεφαλήν του περισσότερον εἰς τὸ στῆθος του, ἐσυμαζεύετο εἰς τὰ ροῦχα του ὡς νὰ ἐπλησίαζεν ἐχθρὸς καὶ ἐσφράγιζε τὸ στόμα του ἕως ὅτου ἔφευγεν ἀπηλπισμένος ὁ παρείσακτος.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γράψουν τίποτε διὰ τὸν Παπαδιαμάντην, ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ ἐπεκοινώνουν μὲ τὴν πίστιν τοῦ πνεύματός του. Διότι ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε μίαν πίστιν, ἕνα κρᾶμα Χριστιανισμοῦ καὶ εἰδωλολατρείας, καὶ εἶχε προσηλύτους ὄχι μεταξὺ τῶν διλλητάντηδων τῶν βιβλίων, ἀνθρώπων κενῶν μὴ πιστευόντων εἰς τίποτε, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῶν ἱκανῶν νὰ παραδοθοῦν εἰς ἔκστασιν καὶ εἰς κατάνυξιν, ὅπως οἱ ἀκμαῖοι ἄνθρωποι τῶν πρώτων θρησκειῶν.

Ἡμεῖς πιθανὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ ἔργον τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ πιστοὶ τοῦ Ἁγ. Ἐλισσαίου θὰ κάμουν τὸ ἱερώτερον μνημόσυνον εἰς τὸν Δάσκαλόν των, δίδοντες εἰς τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴν ζωήν, μίαν ἔκστασιν θρύλου, στοιχειοῦ ἱεροῦ, ποὺ κατῆλθε μέχρις αὐτῶν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς μείνῃ ὡς παράδοσις.

Δ.Κ.»

Σημ.: πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1150, 2.1.2026, σ. 1.

                                       Κων/νος Σπ.Τσιώλης Τσιώλης