ΜΕΡΟΣ Α΄Τακτική των Τούρκων ήταν να μετακινούν[1] πληθυσμούς από μία περιοχή σε άλλη, με σκοπό:
· Τη φυλετική, εθνική και
θρησκευτική εξόντωση· γενοκτονία.[2]
· Την αφομοίωσή τους από
τουρκογενείς μουσουλμανικούς συμπαγείς πληθυσμούς.[3]
· Τη διάσπαση της ενότητας,
συνοχής και του ενιαίου χώρου ελληνικών χριστιανικών ομογενοποιημένων περιοχών.[4]
·
Τον εποικισμό και
πύκνωση αραιοκατοικημένων περιοχών[5] και
· Την ανασύσταση πόλεων.[6]
Έτσι π.χ. διατάσσονται μαζικές μετακινήσεις νομαδικών,
ανυπότακτων, πολεμικών μουσουλμανικών φύλων απ’ την Ασία, σ’ επίκαιρα και
εύφορα σημεία κατά κύριο λόγο της ελληνικής χερσονήσου, αλλά και της ελληνικής
ασιατικής ενδοχώρας, ως ακολούθως:
-Τούρκων πολεμάρχων και πλήθος στρατιωτικών πεζών «yaya» και ιππέων «musellem»,[7] στον κάτω ρού του ποταμού
«Μαρίτσα» Έβρου, περί το 1350,[8]
όταν σουλτάνος ήταν ο Ορχάν Γαζή (1324-1360).
-Τουρκικών και αραβικών νομαδικών πληθυσμών, συνολικά 10.000[9]
άτομα, απ’ το Καρασί,[10]
τη Μπίγα και το Αϊδίνι της Ασίας, στην «Jebbole» Καλλίπολι, περί το 1350 απ’
τον Σουλεϊμάν πασά, γιο του σουλτάνου Ορχάν.
-Εμπειροπόλεμων Γιουρούκων[11] «Tartares» Τατάρων του Γενί – Σεχίρ,[12]
στη βόρεια Θεσσαλία και τη «Larissa» Λάρισα, στις αρχές του 14ου αι.,[13]
επί Βαγιαζήτ Α΄ (1389-1402) και Μουράτ Β΄ (1421-1451).
-Τουρκογενών πληθυσμών, των Γιουρούκων[14] του Οθωμανού Εβρενός, στη «Macedoine» Μακεδονία
(Θεσσαλονίκη, Σέρρες, «Βαρδάρη» Αξιό, Κοζάνη, Καϊλάρια, Λαγκαδά, Δράμα,
«Γενιτσέ Βαρδάρ» Γιανιτσά),[15]
μετά το 1350 και περίπου μέχρι το 1385-1390, επί σουλτάνου Μουράτ Α΄
(1360-1389) και το 1390 επί Βαγιζήτ Α΄.[16]
-Μουσουλμάνων απ’ το «Konya» Ικόνιο,[17] των Κονιάριδων,[18]
στη Μακεδονία (Κοζάνη, Καϊλάρια - Πτολεμαΐδα, Σαρή Γκιολ) και «Thesalie» Θεσσαλία, την
ονομαζόμενη Μεγάλη Βλαχία, περί το 1390.
Ο αγωνιστής του 21α Λάμπρος Κουτσονίκας[19]
στ’ απομνημονεύματά του, υπολογίζει σε 400.000 τους συνολικά μεταφερθέντες στις
προαναφερόμενες περιοχές Κονιάρους ή «Ιβλιάτι
Φατιχάν» παιδιά των κατακτητών. Ο Παναγιώτης Αραβαντινός[20] προσθέτει ότι αυτοί «[…] πληθύσαντες επλημμύρησαν εις ικανάς
Θεσσαλικάς επαρχίας, αλλ’ εκ λοιμού μεγάλου ενσκήψαντος προ μιάς
εκατονταετηρίδος (1750) εις Θεσσαλίαν
εξωντώθησαν οι πλείστοι, ώστε ηρημώθησαν εις το παντελές υπέρ τα 200 χωρία και
κώμαι ενοικούμενα υπό Κονιάριδων, και εν τη θέσει των εξωντοθέντων ενωκίσθησαν
ακολούθως αυτόχθονες χριστιανοί». Ενώ την πρώτη δεκαετία του 19ου
αιώνα (1810), που επισκέφθηκε την περιοχή του κάμπου της Λάρισας ο Άγγλος
πράκτορας William Martin Lake, βρήκε περίπου
είκοσι κονιάρικα χωριά με συνολικό πληθυσμό 10.000 ψυχές.[21]
-Τατάρων[22]
των ονομαζόμενων «Γιουρέπικουλλού»
στη Φιλιππούπολη, περί το 1400 απ’ τον Βαγιαζίτ Α΄.
-Τούρκων στη Θεσσαλονίκη περί το 1433.
-Μουσουλμάνων της «Amasya» Αμάσειας, Τσορούμπλου,
Τοκάτης, «Samsun» Σαμψούντας
(Αμισός), Μπάφρας[23]
κ.ά., μέσα στην ελληνική χριστιανική πόλη της Τραπεζούντας το 1461,[24]
απ’ τον Μωάμεθ Β΄ Φατήχ (Πορθητή) (1451-1481).
-Τουρκομάνων[25]
της Ασίας στον Αξιό, Ζαγορά και Φιλιππούπολη το 1480-1481 και μέχρι το 1530,
απ’ τον Βαγιαζήτ Β΄ Βελή (Άγιο) (1481-1512).
-Τουρκομάνων «Κιζιλμπάσηδων»
στη «Modon» Μεθώνη και «Corona» Κορώνη το
1502-1503.[26]
-Αλβανών και αιχμαλώτων στη Θράκη και την «Bilad - I Selase» (αραβικά: τόπος των τριών
άστεων) Κωνσταντινούπολη, απ’ τους σουλτάνους Σουλεϊμάν Α΄ Κανουνί (Νομοθέτη) ή
Μεγαλοπρεπή (1520-1566) και Σελίμ Β΄ (1566-1574).[27]
-Αδιευκρίνιστο αριθμό Τούρκων της Μικράς Ασίας,[28]
μαζί με «[…] da Salonichii 3.500 caxe»[29] 3.500 οικογένειες μωαμεθανών απ’ την «Nyke» Θεσσαλονίκη, και άλλες «[…] 300 fameie (οικογένειες) di Negroponte (απ’ την Εύβοια,
συνολικά 21.000 Οθωμανοί τουλάχιστον) ad habitar a Rodi»,[30] στη Ρόδο το 1522-1525.
-Μουσουλμάνων απ’ το Ικόνιο, Λάρανδα, Καισάρεια και Νίγδη
στην Κύπρο, αμέσως μετά το 1571.[31]
-Μουσουλμάνων «Χαλικούτηδων» απ’ τη Βεγγάζη και την «Μissir» Αίγυπτο στην Κρήτη,
απ’ το 1869 κ.έ.
-Τέλος αναφέρεται ότι, εποικισμοί έγιναν επίσης στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου
(Εύβοια το 1470, Κως το 1522 κ.α.).
Σκοπός των προαναφερομένων μετακινήσεων ήταν, σαφέστατα η
ενίσχυση του τουρκο -μουσουλμανικού και η αποδυνάμωση του γηγενούς ελληνικού -
χριστιανικού στοιχείου, στόχο που επιτύγχαναν με τη διάσπαση των χριστιανικών
πληθυσμών, καθώς και (ορισμένες φορές) η αδρανοποίηση τουρκομανικών ομάδων, που
δρούσαν ανεξάρτητα και ήταν ανέλεγκτοι απ’ την κεντρική τουρκική εξουσία, ή και
επικίνδυνοι γι’ αυτή, και έτσι οργανώνονταν και υλοποιούνταν η αναγκαστική
μεταφορά - μετακίνησή τους σ’ ελληνικές περιοχές.
Τέλος, διατάσσονταν και (αντίθετες) βίαιες μετατοπίσεις[32]
ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών απ’ την γενέτειρά τους, σ’ άλλα μέρη της αχανούς οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως
ακολούθως:
-Ο Τούρκος διοικητής της Καππαδοκίας Γιακούμπ Αρσλάν το
1155-1156, ξερίζωσε τους χριστιανούς απ’ το Αλβιστάν και Γαϊχάν, συνολικά
70.000 και τους εγκατέστησε στα εδάφη της Καππαδοκίας.[33]
-Ο σουλτάνος Καϊχουσράου το 1197, μετέφερε 5.000 χριστιανούς
απ’ την Καρία και το Τάνταλο στο «Aksehir» Φιλομήλιο.[34]
-Απ’ την πόλη Δάδυβρα τέλη του 12ου αι. και απ’
την Έφεσο το 1304, εκδιώχθηκαν παντελώς οι χριστιανοί και οι πόλεις
εποικίστηκαν από μουσουλμάνους, όταν σουλτάνος ήταν ο Οσμάν Α΄ Γαζή (αγωνιστής
του ιερού πολέμου) (1280-1324).[35]
-Εκτοπίστηκαν οι περισσότεροι χριστιανοί της Σμύρνης περί το
1340 και η πόλη εποικίστηκε από μουσουλμάνους.[36]
-Εξέχουσες στρατιωτικές χριστιανικές οικογένειες απ’ το
κάστρο Τζύμπη της Καλλίπολης ή Καλλιούπολης μεταφέρθηκαν στο Καρασί της Μικράς
Ασίας, περί το 1350, επί Ορχάν Γαζή.[37]
-Απ’ τη Θράκη βίαια οδηγήθηκαν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας
περί το 1350, μ’ αποτέλεσμα την αισθητή μείωση και αποδυνάμωση του ελληνικού
θρακικού στοιχείου.[38]
-Απ’ το Άργος 30.000
χριστιανοί το 1397 αναγκαστικά οδηγήθηκαν στην Ασία, απ’ τον σουλτάνο Βαγιαζήτ
Α΄ και το στρατηγό του Γιακούπ πασά.[39]
-Απ’ την Κ/Πολη πληθυσμός «απήχθη αθρόος εις Ασίαν κι Αδριανούπολην» το 1453.[40]
-Απ’ τον Πόντο - Τραπεζούντα[41] - «Sinop» Σινώπη[42] βίαια διεσπάρησαν[43]
σ’ άλλα μέρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Κ/Πολη, Θράκη, Ασία κ.α.),[44]
το 1453 και το 1461.
Ως εξής περιγράφει, το 1584, τα τραγικά αυτά γεγονότα ο Martinus Crusius στην «Ιστορία Πολιτική Κωνσταντινουπόλεως»:[45]
Ο Μωάμεθ Β΄ «[…]
επρόσταξε και έφερον (στην Κ/Πολη)
συργούνιδας λεγομένους, ήτοι μετοίκους, ή παροίκους από μηδείας, της προς τον
πόντον, και των χωρίων αυτής, αγαθοπόλεως, μεσεμβρίας και από τε συλληβρίας
ηρακλείας, πανάδου, ορεστιάδου (queeft Adrianopolis) και άλλων τόπων πολλών […]. Εμετοίκησε, κ’ από
αδριανουπόλεως, άνδρας κ’ γυναίκας πολλάς […]. Έλαβε άνδρας και γυναίκας
πολλάς, κ’ πλήθος παιδίων εκ των πόλεων τούτων (Μυτιλήνη, Φώκαια,[46] Σμύρνη, Έφεσο, Μαίανδρο,
Άμαστρη, Καφά) κ’ μετοίκησε ταύτας εν
πόλει (Κ/Πολη) […] και ερήμους […]
εγκαταλείψας αυτάς ανθρώπων […]».[47]
-Απ’ την ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου μεταφέρθηκαν το 1458
στην Κ/Πολη, απ’ τον σουλτάνο Μωάμεθ Β΄.[48]
-Απ’ την Πελοπόννησο[49] (Πάτρα, «Misiste» Μηζυθρά, «Leodari» Λεοντάρι - Μεγαλόπολη
- Σινάνο, Σαλβάρι, Άκοβα, Αρκαδιά - Κυπαρισσία, Αβαρίνο κ.ά.)[50]
και την Αθήνα,[51]
μεταφέρθηκαν το 1460 βίαια μέτοικοι στην Κ/Πολη.[52]
-Απ’ την «Midili» Μυτιλήνη,[53] Θάσο και «Mandrachi» Σαμοθράκη[54]
μεταφέρθηκαν το 1459-1462 στην Κ/Πολη, απ’ τον Μωάμεθ Β΄ και τον Ζαγανό πασά.[55]
Καταγράφει ο Κριτόβουλος Μιχαήλ ο Ίμβριος (1410;-1470;):[56]
«Εκπέμπει δε (ο
Μωάμεθ) και Ζαγανόν τον Καλλιουπόλεως
σατράπην και ηγεμόνα του στόλου παντός μετά τεσσαράκοντα νεών (πλοίων) εν ταις νήσοις· ος αφικόμενος
ανίστησι Θασίους τε και Σαμοθράκας και μετοικίζει ενταύθα»
στην Κ/Πολη.
-Απ’ το Άργος μεταφέρθηκαν το 1463 στην Κ/Πολη απ’ τον Μωάμεθ
Β΄,[57]
«[…] εξοίκισαν αυτούς οι τούρκοι από το
Άργος και εξώρισαν αυτούς συν γυναιξί και τέκνοις εις την Κωνσταντινούπολιν»,[58]
«[…] συνάξαντες τους Αργείτας, συν
γυναιξί και τέκνοις, εξώρισαν αυτούς εις την Τουρκίαν».[59]
-Απ’ την «Karaman» Καραμανία (Ικόνιο και Λάρανδα) οι
επονομαζόμενοι Καραμανλήδες, οδηγήθηκαν το 1466 στην Κ/Πολη, επί σουλτάνου
Μωάμεθ Β΄.[60]
-Απ’ τον Πτελεό Θεσσαλίας και το Γαρδίκι μεταφέρθηκαν το 1470
στην Κ/Πολη.[61]
-Απ’ τα Επτάνησα[62] (Λευκάδα, «Jacinctum» Ζάκυνθο, «Cephaloniam» Κεφαλονιά) το 1479
μεταφέρθηκαν στην Κ/Πολη.[63]
-Απ’ τη Χίο μεταφέρθηκαν το 1566 στην Κ/Πολη, απ’ τον Πιαλή
πασά.[64]
-Απ’ τη Μονεμβασιά οδηγήθηκαν το 1715 στην Κ/Πολη, απ’ τον
σουλτάνο Αχμέτ Γ΄ (1703-1730).[65]
-Απ’ τα χωριά της Χιμάρας και του Χορμόβου το 1789 στην
κοιλάδα του «Luroz» Λούρου και στη
Σαλαώρα, απ’ τον Αλή[66]
πασά των Ιωαννίνων, αντικαθιστώντας τους χριστιανούς μ’ εποίκους Τουρκαλβανούς
Λιάπηδες.[67]
Να τι γράφει επιπλέον ο Ι. Λαμπρίδης:[68]
«Πολλάς οικογένειας εκ
Λάκκας […] Ελίζνης […] Μουκοβίνας, Λίπας και Μπαγασίων κ.τ.λ. (μετώκησε) εις Αλβανίαν, Κούρεντα […] αντικαταστήσας αυτάς δια 200 περίπου
Τουρκαλβανών εκ Λιαπουρίας ιδίως […]».
Όταν ο F. C. H. L. Pouqueville επισκέφθηκε την περιοχή της
Κλεισούρας, ένας ηλικιωμένος Σουλιώτης παπάς -αναγκαστηκά μεταφερθείς εκεί απ’
τον Αλή, μαζί με άλλους Σουλιώτες-, είπε στο παραπάνω Γάλλο διπλωμάτη και
περιηγητή:[69]
«Εξόριστοι από το
Σούλι, υποφέρουμε ότι ο Θεός θέλησε! Δεν μπορέσαμε να βρούμε το θάνατο στους
βράχους μας και ο αγέρας της κοιλάδας αυτής μας θερίζει έναν - έναν. Ήμουν
άτυχος και επέζησα τριών παιδιών μου, που πέθαναν για την πατρίδα. Ξεχνούν ότι
υπάρχει για όλους τους ανθρώπους, ένας όρκος πιο παλιός και απαραβίαστος: ν’
αγαπούν την ελευθερία και την πατρίδα»· τότε ο Pouqueville ζήτησε απ’ τον
Αλή πασά να τους βοηθήσει, και αυτός του απάντησε: «-Ας ψοφήσουνε! Δεν τους έστειλα εκεί για να ζήσουν».[70]
Όλα έγιναν με σκοπό οι χριστιανικοί πληθυσμοί να χάσουν την
ακμάδα, ζωηράδα και δυναμικότητα τους, για να ελέγχονται ευκολότερα και να
είναι υποχείριά τους˙ πρωτίστως όμως ν’ αφομοιωθούν, οι μετακινούμενοι
Χριστιανοί, γρήγορα και αποτελεσματικά.
Απώτερος στόχος των Τούρκων; Η εθνολογική και θρησκευτική
αλλοίωση των ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών και η ισχυροποίηση του
τουρκογενούς ισλαμικού στοιχείου˙ η τακτική αυτή αποτέλεσε τη σταθερή,
επαναλαμβανόμενη και συστηματική μέθοδο επέκτασης της στρατιοτικοπολιτικής
ισχύος του οθωμανικού κράτους, που παράλληλα εξυπηρετούσε κι έναν άλλο τουρκικό
σκοπό˙ την εξόντωση και εξαφάνιση χριστιανικών ομάδων˙ τον αφανισμό της φυλής·
γενοκτονία.
Επισημαίνεται ότι, όπου εγκαθίστατο οι προαναφερόμενοι
τουρκογενείς πληθυσμοί, κατά βάση, απομακρύνονταν ή εκτρέπονταν σε φυγή στα ορεινά
ή μετανάστευαν οι χριστιανοί ραγιάδες.
-Μετανάστευαν κατά φατρίες ή
οικογένειες προς αναζήτηση καλλιεργήσιμης γης, ο αριθμός των οποίων είναι
τεράστιος κι ανυπολόγιστος.
-Μετακινήθηκαν για λόγους
ασφαλείας, πιεζόμενοι από άλλα πολεμικότερα φύλα της Ασίας ή από επιθέσεις των
Μογγόλων Τιμουριδών υπό των Τιμούρ - Λέγκ (Ταμερλάνο) ή από διάφορες εσωτερικές
ανακατατάξεις και εξεγέρσεις και τέλος όσους
-Αναλάμβαναν την εκτέλεση
υπηρεσίας στο πολιτικό - στρατιωτικό - θρησκευτικό τουρκικό σύστημα, ως
υπάλληλοι ή στρατιωτικοί, μπορεί ν’ αντιληφθεί κανείς το μέγεθος και τη
διάρκεια της απειλής για τους ντόπιους πληθυσμούς, για την πατρίδα και το
χριστιανισμό.
Γνωστό είναι πως ο χριστιανός ραγιάς, για να
γλιτώσει τα βάσανα της τουρκικής σκλαβιάς, είχε τη δυνατότητα να εξομώσει.
Μπορούσε όμως και να φύγει απ’ τον τόπο του μ’ όλα τα υπάρχοντα, χωρίς ν’
αφήνει πίσω του «ούτε σκυλί εις την χώραν»,[71] όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ενθύμηση (1769) του
κώδικά της μονής Προδρόμου της Μοσχόπολης˙ ανέστιος και πένης.
Πάρα
πολλοί, για ν’ αποφύγουν[72] το βαρύ κατακτητικό χέρι, το παιδομάζωμα, τον
κεφαλικό φόρο και το χαράτσι, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, να ξενιτευτούν[73] σ’ ασφαλέστερα μέρη με καλύτερες συνθήκες ζωής, ως
ακολούθως:[74]
-Στις
ελεύθερες χώρες της Ευρώπης[75] ή στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη που ήταν υπό
λατινική κατοχή,[76] στην Ιταλία, Ρωσία περί τον Εύξεινο Πόντο,
κεντρική Ευρώπη, βόρεια Βαλκανική, παραδουνάβιες περιοχές (Σερβία, Ρουμανία,
Μολδαβία, Ουγγαρία, Αυστρία, Γερμανία), Κορσική κ.α.[77]
Εκεί
δημιουργούν ελληνικούς πυρήνες και κοινότητες με έντονο αντιτουρκικό κλίμα,[78] εξάπτουν το πνεύμα αντίστασης, ενεργούν
κατασκοπεία και δολιοφθορές σε βάρος των Τούρκων, μεταφορά όπλων και εφοδίων,
ναυτικές ληστοπειρατικές επιδρομές και γενικά συμμετέχουν ενεργά σ’
αντιτουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες και προσπάθειες, ενώ παράλληλα
ενισχύουν οικονομικά τις ιδιαίτερές τους πατρίδες, με την ίδρυση σχολείων,
ιδρυμάτων κ.ά. καθώς και το Πατριαρχείο.[79]
Να πως
περιγράφει μια «ανάμνηση», που δημοσιεύθηκε απ’ τον Κ. Καιροφυλά, την
τραγωδία της φυγής και του ξεσπιτώματος:[80]
«1405.
Κόπια (αντίγραφο) από παλαιά χαρτιά οπού τα είχαμε από τους γονείς μας
πόθεν καταγόμεθα, ήγουν (δηλαδή)
από την Αθήνα ήτον. Εγώ ο παπά Κωνσταντίνος ο Θεοδόσης βλέποντας τον Αγαρινόν (Οθωμανούς)
πως ερχόμενος κουρσέβει τους ομοπίστους μας χριστιανούς, εσυνομιλήσαμεν με τους
αδελφούς μας Κυρ Σπύρον και Ιωάννην, πώς να κάμωμεν, και να σταθούμεν (να
παραμείνουμε) και να υποταχθούμεν εις τον Αγαρινόν ή να αφήσωμεν και να
μισέψωμεν (μεταναστέψουμε) απ’ την περίφημον και ηγαπημένην μας πατρίδα (την
Αθήνα). Έτσι κλαίοντας οι δυστυχισμένοι αφήσαμε τα περιβόλια μας και τα
τίποτές μας (τη γη μας, τα υπάρχοντα) και δεν επήραμε άλλο παρά τα
θρέμματά μας, ήγουν τα ζώα μας και ήλθαμε και απεράσαμεν εις την Πελοπόννησον,
όπου ο Τούρκος ακόμη δεν την είχε και ήλθαμε εις τα Αρκάδια και ηύραμε ένα
χαρτί (ανακοίνωση - πρόσκληση) σταλμένο από την Ζάκυνθον από τον Ποτέστα
(Βενετό διοικητή), όπου όριζε και έλεγε πως, όποιος θέλει να έλθει να
μπιτάρει εις τούτο το νησί της Ζουακύνθου, να φεουδάρει (πάρει) όσον τόπον
θέλει και να τον γράφωμεν άρχοντα […]».
Επίκαιρο
είναι και το γεγονός ότι, οι (κατά φάρες - σόγια - ολόκληρες ομάδες) φεύγοντες
τον τούρκικο ζυγό καταφεύγοντες στην Δύση, διάσημοι για την αντρειοσύνη τους
πολεμιστές, περιζήτητοι απ’ τους ευρωπαϊκούς στρατούς, οι «Έλληνες Stradioti
ή Estradiots[81] στρατιώτες της Δύσης», ζήτησαν, την 4-10-1511, να
τους επιτρέψουν οι Βενετοί να ανεγείρουν, στην πόλη των δόγηδων, ορθόδοξο
ελληνικό ναό του προστάτη τους αγίου Γεωργίου, γράφοντας τ’ ακόλουθα στην
αίτησή τους:
«Να
μας χορηγηθή η άδεια προς αγοράν δι’ ιδίας ημών δαπάνης γηπέδου (έκτασης)
εν τη πόλει ταύτη, όπως επ’ αυτού οικοδομήσομεν εκκλησίαν εις δόξαν Θεού και
επ’ ονόματι του ημετέρου συμμάχου και οδηγού αυθέντου αγίου Γεωργίου […], με
την χάριν του ειρημένου αγίου ζωογονούμενοι εκθέσωμεν την ημετέραν ζωήν υπέρ
της υπηρεσίας, τιμής και ωφελείας […]».[82] Οι Βενετοί αποδέχθηκαν αμέσως το αίτημά τους.
Σημειώνεται
ότι, οι εξαίρετοι αυτοί Έλληνες πολεμιστές, εγκαταλείποντας την πατρίδα τους
-καταδιωκόμενοι απ’ τους Τούρκους ή μετά από εξεγέρσεις (όπως π.χ. έγινε μετά
την επανάσταση του μητροπολίτη Διονυσίου Β΄ του Φιλοσόφου το 1600 στην
Καρδίτσα κ.ά.[83])-, διέπρεψαν στη Δύση, ιδιαίτερα ως μισθοφόροι,
δημιουργώντας τους φημισμένους και για τη γενναιότητα και αυτοθυσία περιζήτητους
«Stradioti ή Estradiots»,[84] που ήταν οργανωμένοι σε «companias» 50, 100, 200 ή και 300 ατόμων, με αρχηγό τον «capitano» διοικητή της «capitania»˙ κατά καιρούς συνεργάσθηκαν και συμπολέμησαν με
τους ιταλικούς στρατούς, σ’ εμφυλίους ιταλικούς κ.ά. ευρωπαϊκούς πολέμους,
εναντίον της Γαλλίας κ.α., φτάνοντας μάλιστα μέχρι την Αγγλία, όπου σώμα 500
Ελλήνων «Stradioti», με αρχηγό τον Θωμά απ’ το
Άργος, αγωνίσθηκε, στην υπηρεσία του βασιλιά Ερρίκου Η΄ (1491-1547), πολεμώντας
με επιτυχία κατά των Γάλλων.[85]
Για τον
εθνισμό αυτών των Ελλήνων, καταγράφεται ότι ο Έλληνας αυτός Θωμάς ο Άργειος, ως
εξής μίλησε στους υπ’ αυτόν στρατιώτες, περί το 1545 στην Αγγλία,
χρησιμοποιώντας μάλιστα τον αυτονόητο αυτοπροσδιορισμό: Έλληνες, και τονίζοντας
το: «Ελλήνων γαρ εσμέν παίδες και βαρβάρων σμήνος ου πτοούμεθα»:[86]
«Άνδρες
συστρατιώται! Ημείς μεν ως οράτε εν εσχάτοις της οικουμένης τανύν οικούμεν
μέρεσι˙ στρατευόμεθα δε βασιλεί και έθνει των υπ’ άρκτον τελευταίων. […απ’
την πατρίδα μας φέραμε) την εύτολμον ημίν ανδρείαν και γενναιότητα. Διό προς
τους πολεμούντας ημάς γενναίως αντιπαραταξώμεθα ουδ’ ει και πλείονες ημών οι
υπεναντίοι φαίνονται, ουδέν προς ημάς και την ημετέραν αρετήν˙ Ελλήνων γαρ
εσμέν παίδες και βαρβάρων σμήνος ου πτοούμεθα˙ τοίνυν, την πρέπουσαν ημίν αρετήν,
και εν τω πολέμω καρτερίαν επιδείξωμεν, ιν’ άπαντες λέγειν έχοιεν, ως οι εξ
Ελλάδος εν τοις Ευρωπαίοις μέρεσιν ευρεθέντες, έργα χειρός αρίστης επεδείξαντο.
[…] ω άνδρες! Ανδρείως και συντεταγμένως τοις εχθροίς επιβάλωμεν και την
ωκεάνειον ακτήν αίμασιν εναντίων φοινίξωμεν, και την πάλαι θρηλουμένην Ελλήνων
ανδρείαν, έργοις αυτοίς φανεράν
ποιήσωμεν».
-Στους
κακοτράχαλους, απομονωμένους, δασωμένους κι απόκρημνους ορεινούς όγκους της
χώρας, που με τα φυσικά τους υψίπεδα, τις χαράδρες, κοιλάδες, περάσματα και τα
στενά, αποτελούσαν θαυμάσια άσυλα, αδιάβατα καταφύγια[87] και «yatak» κρησφύγετα των καταδιωκόμενων και κατατρεγμένων
πληθυσμών, μακριά, πολύ μακριά, απ’ τον εύφορο κάμπο,[88] όπου το χέρι του Τούρκου ήταν πιο «βαρύ και έπεφτε
άμεσα»[89]· «Ρωμηός […] αν βαρέση Τούρκον, μπορεί να πάρη
τα βουνά, κη ας παν να τον γυρεύουν!»[90] και «Όλη η πεδινή γη κατήντησεν ιδιοκτησία των
Τούρκων. Ο Έλλην δεν ηδύνατο να σπείρη ίδιον σπόρον».[91]
«Τα
απροσιτώτερα και φαραγγωδέστερα των ορεινών υπέρ την πόλιν χωρών, όπου δεν
ηδύναντο να εισδύωσιν οι εις αρπαγάς και λεηλασίας διατεθειμένοι κατακτηταί
αυτών, ήσαν τα ασπαστότερα και προσφιλέστερα καταφύγεια των δυστυχών εκείνων»,
σημειώνει ο Π. Τριανταφυλλίδης.[92]
Με τη
στάση τους αυτή διακήρυτταν:
«Εμείς
δε γονατίσαμε σκυφτοί τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού σαν τα σκουλήκια που
πατεί μας».[93]
Υμνεί σε
διάφορες παραλλαγές η δημοτική μούσα του λαού μας:[94]
Εγώ ραγιάς δεν κάθομαι, χαράτσι να
πληρώνω[95]
μον’ καρτερώ την άνοιξη, τον Μάη, το καλοκαίρι.
Να ζώσω το σπαθάκι μου να πάρω το τουφέκι,
να πολεμάω την Τουρκιά, Κονιάρους και Αρβανίτες.
Ν’ αγνάντευες τον γιόκα σου,
πώς σφάζει Τούρκους σαν τραγιά και σαν παχιά κριάρια.[96]
Μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να
δουλεύω,
δεν ημπορώ, δε δύναμαι, εμάλλιασ’ η καρδιά μου,
θα φύγω μάνα και μη κλαις, μον’ δως μου την ευχή σου.
Να κατοικήσω στα βουνά και στες ψηλές ραχούλες,
να’ χω τους λόγγους συντροφιά, με τα θεριά κουβέντα,
να’ χω τα χιόνια για σκεπή, τους βράχους για κρεββάτι.[97]
Κλέφτης
Τόσκας:[98]
Παιδιά κι αν θέλετε σπαθί κι αν θέλετε
παλούκι,
ελάτε να σας κόψω (σφάξω) ’γω και να σας παλουκώσω (σουβλίσω),
για ν’ ακουστεί στα Γρεβενά σ’ όλα τα βιλαέτια,
ο Τόσκας πως ελύσσαξε, σκοτών’ τα παλικάρια,
γιατί δεν θέλει στην Τουρκιά να καταντήσουν σκλάβοι.[99]
Κάτσε γιέ μου Βασίλη μου, να γένεις
νοικοκύρης˙
-εγώ μάνα μ’ δεν κάθουμαι, χαράτσι δεν πληρώνω
να γένω σκλάβος στην Τουρκιά, κοπέλι στους γερόντους (κοτσαμπάσηδες).[100]
Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνεις
νοικοκύρης,
για ν΄αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια (βόδια άροσης) κι’ αγελάδες,
χωριά κι’ αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν.
-Μάννα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης
και να μαι σκλάβος των Τουρκών […].[101]
Στις
χώρες (πόλεις) σκλάβοι κάθονται, του Τούρκου εργατεύουν,
[…] να’ μαι σκλάβος των Τουρκών κοπέλλι των Αγάδων.
Στες χώρες σκλάβοι κατοικούν,
στους κάμπους με τους Τούρκους,[102]
χώρες, λαγκάδια κι ερημιές έχουν τα παλικάρια.
Παρά με Τούρκους, με θεριά καλύτερα να ζούμεν.[103]
Τέλος οι
Κρητικοί ατίθασοι Χαΐνηδες τραγουδούσαν:
Παρά να πάω σα ραγιάς, μουτής («άφωνος»
- μουγγός) προσκυνισμένος,
καλλιά στη χέρα τ’ άρματα, το πασσαλή (μαχαίρι - σπαθί) ζωσμένος,
νάχω μπηγμένο τουτονά στού Τούρκου το στομάχι,
όντες θα μούρθη η μπαλοθιά, κι ας λάχη όπου μου λάχη,
φτάνει νάχω στη χέρα μου πεντ’ έξι οχτώ κεφάλια,
στα κουτσοκέφαλα κορμιά να πέσω
αγάλια αγάλια.[104]
Τέτοιες
λοιπόν ορεινές και ασφαλείς περιοχές ήταν τα:
Άγραφα,[105] Ασπροπόταμος, Φλάμπουρο, Βέρμιο, Πίνδος, Γράμμος,
Χαλκιδική (Άγιο όρος, Κασσάνδρα, Σιθωνία), Χολομώντας, Πιέρια, Όλυμπος, Χιμάρα,
Χάσια, Όθρυς (Γκούρα), Πήλιο, Βάλτος, Παρνασσός, Ξηρόμερο, Πάρνωνας, Ταΰγετος,
Μάνη, Λευκά Όρη, Σφακιά, Ψηλορείτης και τα όρη της Χαλδίας στην Τραπεζούντα.
«Τα
όρη είναι άσυλον άμα και εστία εν η το ζώπυρον (η «φωτιά») υποθάλπεται
της ανεξαρτησίας», γράφει χαρακτηριστικά ο Α. Μουστοξύδης.[106]
Πώς
στέριωσαν όμως εκεί, οι «νέοι» βουνίσιοι Έλληνες;
Να τι διηγείται
ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για την κοινωνία των κλεφτών:[107]
«Τα
μοναστήρια τους εβοηθούσαν. Οι γεωργοί και οι ποιμένες έδιναν είδηση εις τους
κλέπτας, ζωοτροφίας και πολεμοφόδια. Όταν εις τον πόλεμο ελαβώνετο κανένας
βαρέως και δεν ημπορούσαν να τον πάρουν, τον εφιλούσαν και έπειτα του έκοφταν
το κεφάλι. Το είχαν εις ατιμίαν οπού οι Τούρκοι να πάρουν το κεφάλι του […]. Το
«κλέφτης» ήτον καύχημα. Έλεγε «είμαι
κλέφτης» και η ευχή των πατέρων ενός παιδιού ήτον να γίνει κλέφτης. Το
«κλέφτης» εβγήκε από την εξουσία. Εις του πατρός μου τον καιρό, ήτον ιερό
πράγμα να πειράξουν Έλληνα. Και όταν οι κλέπται ήρχοντο εις συμπλοκή με τους
Τούρκους, όλοι οι γεωργοί άφιναν το ζευγάρι (όργωμα), και επάγαιναν να
βοηθήσουν τους κλέπτας […]. Οι πρώτοι αξιωματικοί εγίνοντο δια την ανδρείαν των
ή δια την φρόνησίν των […], εδίδοντο και βραβεία εις τους αριστεύοντες. Όταν
έσφαλλον, (ποινή) ήτον το κόψιμο των μαλλιών, το ξαρμάτωμα. Σέβας προς
τας γυναίκας. Παιγνίδια, ταμπουράδες, πηδήματα (αγωνίσματα), χορούς,
τραγούδια ηρωικά, τες αμάδες (είδος παιχνιδιού με πέτρες) […]. Τα
τραγούδια ήσαν ύμνοι, εφημερίδες στρατιωτικές […]».
Να τι
διηγείται ο Φίλιππος Χειμωνίδης για την κοινωνία των εδραίων ορεσίβιων
χριστιανών κατοίκων της Σάντας του Πόντου, όταν περί το 1461 κατέφυγαν -για να
σωθούν- στα όρη της Τραπεζούντας:[108]
«Εκεί,
πρώτη φροντίς αυτών (των πρώτων οικογενειών των ορεινών συνοικισμών)
υπήρξε να επισκοπήσωσι τα πέριξ […] Αφού δε εβεβαιώθησαν ότι η χώρα ήτο
παντελώς έρημος, πρώτον έκτισαν μικράς λιθίνας καλύβας, ίνα κατοικήσωσιν,
έπειτα δε εμερίμνησαν και περί των προς τροφήν αυτών αναγκαίων και εξεχέρσωσαν
μικρόν τι μέρος, όπου έσπειραν σίτον, τοιουτοτρόπως δε επήρκουν εις τας πρώτας
αυτών ανάγκας. Κυρίως όμως προς τροφήν αυτών μετεχειρίζοντο φλοιούς πτελεών (φλοιός
δέντρου φτελιάς), τους οποίους έφρυγον (έψηναν) πρώτον εις κλιβάνους,
έπειτα τους ήλεθον και εκ του αλεύρου αυτών παρεσκεύαζον τον προς χρήσιν άρτον
[…]. Πολλά έτη διήλθον […] και δεν
εξήρχοντο εκ της χώρας ειμή εις σπανίας περιστάσεις και μετά μεγάλης προφυλάξεως,
εκ φόβου μη ανακαλυφθεί το καταφύγιον αυτών. Και ήταν ο φόβος αυτός εύλογος,
διότι ταραχή μεγάλη και ακαταστασία εμάστιζον τα έξω μέρη, έβλεπε δε τις,
ολόκληρα χριστιανικά χωρία εν μια ημέρα να ερημωθώσι και οι κάτοικοι αυτών να
σφαγώσι ή να αποδιωχθώσι, χωρίς να υπάρχει ουδείς νόμος να εξασφαλίσει την ζωήν
και την περιουσία του αδυνάτου κατά τις θηριωδίας και φιλαρπάγου επιθυμίας του
ισχυροτέρου».
Ένα απ’
τα αποτελέσματα της φυγής στα ορεινά και της εγκατάλειψης των εύφορων πεδινών
περιοχών, περιγράφει το 1547 ο Chesneau, όταν διέρχονταν των περιοχών του Ισθμού - Μεγάρων
- «Φήβας ή Στήφας» Θηβών και Χαλκίδας:[109]
«Υπάρχουν
και άλλα ερείπια πόλεων και πύργων στα μέρη που περάσαμε. Αλλά δεν τα
μνημονεύω. Θα μου είναι αρκετό να πω ότι αυτή η χώρα είναι τόσο έρημη, ώστε για
όποιον τη βλέπει τώρα, είναι σχεδόν απίστευτο ότι υπήρξε τόσο εύφορη και τόσο
ξακουστή, όπως οι ιστορικοί την έχουν περιγράψει. Όσο για μένα, δεν είδα
καθόλου πιο τραχιά και ξερή, ούτε πιο γεμάτη από δάση και πουρνάρια από ότι
είναι τώρα».
Περιγράφει
το 1797 τη ζωή των κτηνοτρόφων στα ορεινά της «Malvasia ή Monembasia» Μονεμβασιάς, ο Άγγλος περιηγητής Sibthorp:[110]
Το
ντύσιμό τους είναι «ένα πουκάμισο που φτάνει λίγο κάτω απ’ τα γόνατα, και
μια χονδρή ζώνη σκοινένια ή δερμάτινη γύρω απ’ την μέση. Στα βουνά φορούν
αρνιοτόμαρα, κομμένα με τον ίδιο τρόπο. Το καλοκαίρι με την τρίχα της προβιάς
προς τα έξω και το χειμώνα προς τα μέσα. Ένα κεφαλομάντηλο και δύο κομμάτια
πετσί στα πόδια, στερεωμένα με λουριά, συμπλήρωναν την αμφίεσή τους», όσο
για το νοικοκυριό τους στις σπηλιές, «[…] πήλινα τσουκάλια στην εστία,
ξύλινα δοχεία για το γάλα, καλάθια για το ψωμί, ψαθιά από χουρμαδιά και
σκεπάσματα από γιδόμαλο».
Τους
κατοικούντες στις μαδάρες - κορφές διωκόμενους Κρητικούς, είδε ως ακολούθως ο
έμπορος Bobenham,
σύμφωνα με την καταγραφή του Hakluyt το 1550:[111]
«Εις
την νήσον αυτήν της Κρήτης υπάρχουν πολλοί εκτός νόμου οι οποίοι ζουν συνεχώς
εις τα όρη. Υπολογίζονται σε τέσσερις με πέντε χιλιάδες […]. Είναι καλοί
τοξόται, κάθε ένας με το τόξον και τα βέλη του, με σπάθην και εγχειρίδιον (μαχαίρι),
με μακράν κόμην, με μπότες που φτάνουν
έως επάνω εις τους μηρούς και με
ριχτό υπομάμισον, το εν ήμισυ του οποίου κρέμαται εμπρός και το άλλο ήμισυ
οπίσω […], πίνουν κρασί πέραν κάθε ορίου».
Η
αρματωσιά των Κρητών, περιγράφετε το 1609 απ’ τον Άγγλο περιηγητή William Lithgow:[112]
«Όπου
κι αν πήγα, όπου κι αν έμεινα δεν είδα άνθρωπο να βγαίνη απ’ το σπίτι του χωρίς
άρματα. Στο κεφάλι φορούν κράνος, στο χέρι κρατούν τόξο και στο πλευρό τους
κρέμεται μακρύ σπαθί. Ένα πλατύ μαχαίρι μπαίνει λοξά στη μέση κι από το ζουνάρι
τους κρέμεται μια στρογγυλή ασπίδα».
Γράφει
γι’ αυτούς τους ορεσίβιους Έλληνες, το 1782, ο Γάλλος περιηγητής Choiseul Gouffier:[113]
«Όχι
στην πρωτεύουσα, αλλά στις επαρχίες και μακριά από την έδρα της αυτοκρατορίας,
πρέπει να δει κανένας τους Έλληνες. Ο έρωτας της ελευθερίας δεν έσβησε ποτέ από
τις καρδιές τους. Η χώρα αυτή μπορεί ακόμα να γεννήση πράξεις πατριωτισμού και
αρετής ικανές να καταπλήξουν τα πιο πολιτισμένα έθνη της Ευρώπης […]. Σ’ αυτούς
τους ορεσίβιους διατηρείται το φιλελεύθερο πνεύμα, που ζωογονούσε τους αρχαίους
Έλληνες. Σ’ όλους τους καιρούς, σ’ όλους τους τόπους τα βουνά υπήρξαν το
καταφύγιο της ελευθερίας». «Σ’ όλους τους αιώνας και τους τόπους, τα όρη
υπήρξαν πολλάκις το άσυλον της ελευθερίας, οι προμαχώνες και τα φρούρια, τα
κατασκευασθέντα υπό της φύσεως, εναντίον
των δυναστών του ανθρωπίνου γένους».[114]
Παρά τις
τρομερά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης του βουνού, τη «φτώχεια» του εδάφους, την
ανέχεια της οικονομίας, τον υποσιτισμό, τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης και την
οξύτητα των κλιματολογικών φαινομένων, σ’ αυτά τα δυσπρόσιτα, πλην ασφαλή,
καταφύγια, προέκυψε τούτο το μέγιστο εθνικό καλό, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,
Νικόλαος Κασομούλης και Ιωάννης Φιλήμων το περιγράφουν:
«Αυτό
το είδος της ζωής (κλέφτικης) οπού εκάμναμε μας εβοήθησε πολύ εις την
επανάσταση, διότι ηξεύραμε τα κατατόπια, τους δρόμους, τες θέσεις, τους
ανθρώπους. Εσυνηθίσαμε να καταφρονούμε τους Τούρκους, να υποφέρομε την πείνα,
την δίψα, την κακοπάθια, την λέρα, και καθεξής»[115].
«[…] ούτοι […] δεν έκλιναν (δεν δέχονταν) να πληρώσουν χαράτσι, αλλά και
αντισταθέντες πολλάκις με τα όπλα εις τας ορδάς των διαφόρων αρχηγών Οθωμανών
[…], υπό το όνομα Κλέφται, εντός των ερημιών, και από τας υπερηφάνους και
υψηλάς κορυφάς των ορεινών τόπων […], νηστικοί, διψασμένοι, γυμνοί, ξυπόλυτοι
κατατρεχόμενοι, εσυνείθισαν δια της επιμονής των να συμμερισθούν (ανταγωνισθούν)
την εξουσία των τοπαρχών Οθωμανών […] και να λάβουν και προνόμια ανεξαρτησίας,
να προφυλάξουν με αυτήν αναλλοίωτα τα έθιμα και την θρησκείαν του λαού, […] (τους)
εχαρακτήριζεν και διέκρινεν […] το άσπονδον μίσος το οποίο έτρεφον κατά των
Τούρκων […] και το μίσος προς την απιστίαν» προδοσία – μπαμπεσιά.[116]
«Αν
εβιάσθη ο Έλλην να κατοικήση τα τραχύτατα βουνά και τας πέτρας των Νήσων,
ωφελήθη[117]
μάλιστα, χωρίς να ζημιωθή ζημίαν ανεπανόρθωτον. Γυμναστικώτερος και
επιτηδειότερος ήδη προώδευεν εις τας επιχειρήσεις του, αναπτύσσων το λογικόν
του και τα έντιμα μέσα του βίου»,[118] τέλος
-Άλλοι
εγκατέλειπαν τη μόνιμη εγκατάσταση, ιδία σε πεδινές περιοχές, μετατρεπόμενοι σε
νομάδες, «διάγοντες πλάνητα βίο»˙ σαν τέτοιους μπορούμε να καταγράψομε τους
Σαρακατσαναίους (Καρακατσιάνους, Μαυροκατσιάνους, Κατσιάνους) κι αργότερα τους
Βλάχους του Σεράκου, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο Ι. Λαμπρίδης σύμφωνα με την
παράδοση των Χουλιαροχωρίων, με αφορμή το παιδομάζωμα και σκοπεύοντας να
προστατεύσουν τα παιδιά τους απ’ την αρπαγή, άρχισαν την διαρκή νομαδική μετακίνησή
τους.[119]
Ορισμένες
φορές μάλιστα έφταναν μέχρι και την ομαδική ανταρσία, ως την τελευταία και
συγκλονιστικότερη απέλπιδα απόπειρα ν’ αντιμετωπίσουν, αντιστεκόμενοι ένοπλα
πλέον, την τουρκική στρατιωτική μηχανή και να αποφύγουν την οικογενειακή τραγωδία
του παιδομαζώματος, που επικρέμονταν στην κεφαλή τους.
Τόσος ήταν ο πόνος, μα και το μίσος τους, που
πέρασε ακόμη και στα δημοτικά κλέφτικα τραγούδια τους:
Βαρείτε
παλληκάρια μου, λίγα κι’ αντρειωμένα
να μην αφήσουμε ψυχή πο Τούρκους κι’ Αρβανίτες
οπού μας παίρνουν τα παιδιά και μας τα
κάνουν Τούρκους
Τούρκους, σκυλογιανίτσαρους, κακούς
χριστιανομάχους.[120]
Η «μνήμη
της ιστορίας» διέσωσε τέτοιες ανταρσίες, όπως π.χ. στη Χιμάρα[121] το 1581 και στην «Agoustos» Νάουσα[122] το 1705, για την οποία έγγραφο του Τούρκου
μπεηλέρμπεη Ρούμελης αναφέρει ότι:[123]
«[…]
οι άπιστοι [χριστιανοί ραγιάδες…] επαναστατήσαντες και λέγοντες «ημείς
δεν παραδίδομεν τους υιούς μας εις τους μουσουλμάνους» απετόλμησαν να φονεύσουν
δημοσία και εν μέσω σουλτανική οδώ, το σιλιχτάρην (Αχμέτ Τσελεμπή) μετά
των δύο συνοδών του μουσουλμάνων, εν τέλει δε σχηματίσαντες συμμορίαν εξ εκατόν
και πλέον κακούργων, οι άπιστοι ούτοι φονείς και έχοντες επί κεφαλής τον
αρματολόν Ζήσην Καραδήμον και τους δύο αυτού υιούς, ύψωσαν την σημαίαν της
ανταρσίας και διατρέχοντες ήδη τα όρη και τας πεδιάδα των καζάδων (επαρχιών)
Βεροίας και Ναούσης, μύρια διέπραξαν και εξακολουθούν να διαπράττουν
κακουργήματα, ήτοι φόνους και ληστείας, εις βάρος των μουσουλμάνων πιστών του
Ισλάμ»˙[124] τελικώς οι
χριστιανοί επαναστάτες εξοντώθηκαν, αφού υπέστησαν «τον δι’ αγχόνης
θάνατον».[125]
Όσον
αφορά τους Χιμαριώτες, δε δίστασαν να ξεσηκωθούν το 1581[126] ζητώντας τη βοήθεια του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄[127] (1572-1585) και του Ισπανού βασιλιά Φιλίππου Β΄
(1556-1598), λέγοντας στον «Αγιότατο πάτερ» ότι εάν τελικά τους
βοηθήσει, θα «[…] λυτρώσης ημάς και τα παιδιά μας […] οπού καθημερινώς τα
παίρνουν οι ασεβείς και τα κάνουν τουρκόπουλα».[128]
Διέσωσε
ο Π. Λιούφης το παρακάτω απόσπασμα δημοτικού τραγουδιού της Κοζάνης:
Τσαμουριά και Δέλβινο, δεν τα
δίνουν τα παιδιά,
γενητσάροι να ντυθούν στο νιζάμ’ (τούρκικο στρατό) του βασιλιά (σουλτάνου)·
άσπρα (χρήματα)
πουγγιά δεν λόγιαζαν, την πίστι δεν την άλλαζαν […].[129]
Πάμπολλες
σχετικές τραγικές περιπτώσεις έχει διασώσει η «μνήμη της ιστορίας»·
καταγράφουμε ακόμη δύο:
Αναφέραμε
ότι πολλοί εγκατέλειπαν τα χωριά τους πριν την έναρξη του παιδομαζώματος, για
τα ορεινά και δυσπρόσιτα μέρη, γι’ άλλες ελεύθερες περιοχές της δύσης ή κατεχόμενες
ακόμη από Λατίνους,[130] όπως π.χ., διά της από 20-6-1457[131] επιστολής τους προς τον αφέντη των ιπποτών,
διοικητή και Μέγα Μάγιστρο της Ρόδου Jacques de Milly (1454-1461), έπραξαν κάτοικοι της Μικράς Ασίας ή
των νήσων του βορειοανατολικού Αιγαίου ή της Θράκης.[132]
Συγκεκριμένα:
Έχοντας
«[…] αγανάκτησην από τους Τούρκους και παίρνουν τα παιδία μας και κάμνουν τα
μουσουλμάνους»,[133] ζήτησαν απ’ τους ελεύθερους ακόμα ιππότες
Ιωαννίτες της Ρόδου, μ’ επιστολή τους φέρουσα τον τίτλο «Ετούτω ένεν το
χαρτήν το επεύσασην οι ευπρεπϊ άν(θρω)ποι (Τούτη την επιστολή την έπεμψαν
οι ευπρεπείς - αξιοπρεπείς άνθρωποι)», να στείλουν, μαζί και ο «αγιώτατος
πατριάρχης» (Πάπας) και ο επίτροπός του Lodovico Scarampi, «κάτεργα» καράβια, για να τους παραλάβουν
και μεταφέρουν στη Ρόδο, «[…] παρακαλουμεν την αυθεντία σας, να βάλετε
βουλήν […] να μας σικόσεται απεδώ με τας γυναίκες μας και με τα παιδία μας […]».
Συνέχιζαν με την υπόσχεση ότι εκεί στη Ρόδο θα ζήσουν «ως υποταχτικοί της
αυθεντία σας εντάμα μέτα σας πάντοτε»,[134] ώστε «[…] να μην χάσομεν τα παιδία μας» και
κατέληγαν λέγοντας πως, αν οι ιππότες αρνηθούν να στείλουν πλοία «[…] να
δόσεται λόγον εις τον Θεόν και το κρήμαν μας να ένεν απάνο σας».
Άλλοι
πάλι φρόντιζαν έγκαιρα και έδιωχναν ή έστελναν μακριά τα παιδιά τους· γράφει
χαρακτηριστικά στην από 19-3-1646 επιστολή του ο καθολικός επίσκοπος Χίου,
ζητώντας την προστασία και διάσωση του, εκ της Σμύρνης, νεαρού χριστιανού
Παύλου Ομήρου:[135]
Προς
τον: «Έκλαμπρότατον πανιερώτατον και αιδεσιμώτατον Καρδινάλιον Rondenini
προϊστάμενον του Ελληνικού γυμνασίου. Υπέρ Παύλου Ομήρου.
Πανιερώτατε και Αιδεσιμώτατε κύριε.
Ο επίσκοπος Χίου ευσεβάστως
ικετεύει την ημετέραν αιδεσιμωτάτην πανιερότητα όπως ευαρεστηθή να δεχθή εις το
Ελληνικόν γυμνάσιον (στη
Ρώμη) τον Παύλον Όμηρον, υιόν του Λουκά Ομήρου και της Αρχόντισσας
Χρυσικούδαινα, νομίμων συζύγων, αμφοτέρων χριστιανών Ελληνοκαθολικών,
γεννηθέντων εν τη πόλει Σμύρνη. Επειδή ο περί ου ο λόγος Παύλος Όμηρος
εβαπτίσθη κατά το ελληνικόν τυπικόν και είναι ηλικίας 12 ετών, οι γονείς του,
φοβούμενοι μήπως τους αποσπασθή υπό του Σουλτάνου, δεδομένου ότι κατά το τρέχον
έτος θα πραγματοποιηθεί εν τη πόλει εκείνη συγκέντρωσις των Χριστιανοπαίδων,
οίτινες μεταφέρονται εις Κωνσταντινούπολιν ίνα γίνουν Τούρκοι Γενίτσαροι,
απεφάσισαν να τον αποστείλουν εδώ δια να μη τον χάσουν, με την βαθείαν ελπίδα
ότι η υμετέρα αιδεσιμωτάτη παναγιότης θα συγκινηθεί και θα το εισαγάγη εις το
μνημονευθέν Ελληνικόν γυμνάσιον.
Μεγίστη θα είναι η αξία του να σωθή
η ψυχή αύτη από τας χείρας των Τούρκων, οι δε γονείς του θα αισθάνωνται εις αεί
την υποχρέωσιν να επικαλούνται από την Ουράνιον βασιλείαν, ευτυχή μακροζωίαν
δι’ υμάς, ενώ εγώ προσωπικώς μετά βαθυτάτης ευλαβείας ασπάζομαι τα ιερά ιμάτια
της υμετέρας Πανιερότητος.
Ρώμη 19 Μαρτίου 1646.
Της υμετέρας αιδεσιμωτάτης παναγιότητος
ταπεινότατος και ευλαβέστατος
Ο
Επίσκοπος Χίου».
Έρρωσθε.
«Η
μεν χειρ διαλέλυται εν τάφω, η δε γραφή μένει αιώνας».[136]
*-Το
άρθρο που ακολουθεί είναι ένα επεξεργασμένο απόσπασμα από το τρίτομο έργο μου: Συμβολή
του Κλήρου στους αγώνες ελευθερίας του ελληνισμού. Τουρκοκρατία 1404-1821.
Κατακτητικά μέτρα - Παιδομάζωμα - Εξισλαμισμοί - Εποικισμοί, με δύο
εισαγωγικές επιστολές του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Εκδόσεις 24
γράμματα (σ. 538). Αθήνα 2025, σ. 350-379 και Τουρκοκρατία 1404-1821.
Επαναστάσεις - Εξεγέρσεις - Κινήματα - Συνωμοσίες, με δύο εισαγωγικές
επιστολές του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Εκδόσεις 24 γράμματα
(σ. 678). Αθήνα 2025, σ. 83-90, 251-255, 275-290, 518-528.
[1]-Σπύρος
Βρυώνης. Η παρακμή του μεσαιωνικού
Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας).
Μετάφραση Κ. Γαλαταριώτου. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996, σ.
397.
[2]-Μελέτησε
τις δύο μεγάλες τούρκικες γενοκτονίες της σύγχρονης εποχής: Των Ελλήνων Ποντίων
και Αρμενίων.
[3]-Σ.
Λάμπρου. «Ιστορικά σημειώματα περί του ηπειρωτικού ζητήματος». Νέος
Ελληνομνήμων, τ. 10, τχ.
Δ΄ (31-12-1913) 391-392.
[4]-Γ.
Γιαννακάκης . «Ο Ελληνισμός της Θράκης κατά την εποχήν της Τουρκοκρατίας». Θρακικά, 29 (1958) 105-106.
[5]-Γεώργιος
Λαδάς. «Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Νεόφυτος Μαυρομμάτης. Και η συμβολή
αυτού εις την διάσωσιν της θρησκείας και του εθνισμού των Ελλήνων της Μικράς
Ασίας». Συλλέκτης, Αθήναι 1952, τ. Α΄ (1947-1951) 40· Suraiya Faroqhi. Kultur und
Alltag im Osmanischen Reich. Munchen 1995. Κουλτούρα και καθημερινή ζωή στην Οθωμανική
αυτοκρατορία. Από τον Μεσαίωνα ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Μετάφραση
Κατερίνα Παπακωνσταντίνου. Εξάντας. Αθήνα 2000, σ. 49, 51, 60.
[6]-Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (Ι.Ν.Ε.). Θεσσαλονίκη 1961, ιδιωτική
έκδοση, τ. Α΄, σ. 202, 217 κ.έ.
[7]-Vera
Mutafcieva.
«Kam vaproza za
ciflicite v osmanskata imperija prez XIV-XVII v. Istoriceski pregled, 1
(1958) 34-57. Περί του ζητήματος των τσιφλικιών εις την
Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν κατά τον ΙΔ΄-ΙΖ΄ αιώνα». Μετάφραση Ι. Θ. Λαμψίδη.
Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Τμήμα
Σλαβικών Σπουδών. Δελτίον Σλαβικής Βιβλιογραφίας. Θεσσαλονίκη, έτ. Ζ΄,
τχ. 29 (Δεκέμβριος 1970) 86.
[8]-Απόστολου
Ε. Βακαλόπουλου. «Η Θέση των Ελλήνων και οι δοκιμασίες τους υπό τους Τούρκους».
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Ι΄ (1974) 68, 70.
[9]-Απόστολου
Ε. Βακαλόπουλου. Η πορεία του γένους.
Οι εκδόσεις των Φίλων. Αθήνα 1966, σ. 50.
[10]-Α.
Βακαλόπουλου. Ι.Ν.Ε., ό.π., σ.
220-221.
[11]-Απόστ.
Ε. Βακαλόπουλου. Ιστορία της Μακεδονίας
(1354-1833). Θεσσαλονίκη 1969, ιδιωτική έκδοση, σ. 49 κ.έ., οι Γιουρούκοι
ανταλλάχθηκαν μ’ ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας.
[12]-Α.
Βακαλόπουλου. Η πορεία, ό.π.,
σ. 53-54.
[13]-Α.
Βακαλόπουλου. «Η Θέση», ό.π.,
σ. 68, 70.
[14]-Κων/νος
Άμαντος Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων από
του ενδεκάτου αιώνος μέχρι του 1821. Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων.
Αθήνα 1955, τ. Α΄, σ. 78·
Α.
Βακαλόπουλου. Η πορεία, ό.π, σ. 51-52.
[15]-Joseph Freiherr von Hammer-Purgstall. Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Εξελληνισθείσα υπό Κων/νου Κροκιδά. Τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδελφέως. Αθήναι 1870,
τ. Β΄, σ. 96.
[16]-Α.
Βακαλόπουλου. «Η Θέση», ό.π., σ. 68, 70.
[17]-Α.
Βακαλόπουλου, Ι.Ν.Ε., ό.π., τ.
Γ΄, σ. 220-221.
[18]-Παναγιώτης
Σταμ. Αραβαντινός. Χρονογραφία της
Ηπείρου των τε ομόρων Ελληνικών και Ιλλυρικών χωρών, διατρέχουσα κατά σειράν τα
εν αυταίς συμβάντα από το σωτηρίου έτους μέχρι του 1854…συντεταγμένη υπό
Παναγιώτου Αραβαντινού Παργίου. Εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού. Αθήναι
1857, τ. Β΄, σ. 85.
[19]-Λάμπρος
Κουτσονίκας. Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως. Τύποις
΄΄Ευαγγελισμού΄΄ Δ. Καρακατζάνη, τ. Β΄. Αθήναι 1864, σ. η΄.
[20]-Π. Αραβαντινός, ό.π., τ. Β΄, σ. 85.
[21]-Κυριάκου
Σιμόπουλου. Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα
333 μ.Χ -1700. Ιδιωτική έκδοση. Αθήνα 1994, τ. Γ1΄, σ. 415.
[23]-Α.
Παπάζογλου. «Μωάμεθ Β΄. Ο Πορθητής. Κατά τον Τούρκον ιστορικόν Ασίκ - Πασά
Ζάντε». Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών
Σπουδών, 16 (1940) 234.
[24]-Α.
Βακαλόπουλου. Ι.Ν.Ε., ό.π., τ. Β΄, σ. 75.
[25]-J. F. Hammer-Purgstall, ό.π., τ. Α΄, σ. 299, 381.
[26]-Α.
Βακαλόπουλου Α. «Η Θέση», ό.π., σ. 68,
70.
[27]-Α.
Βακαλόπουλου, ό.π., σ. 68, 70.
[28]-Ζαχαρίας
Τσιρπανλής. Στη Ρόδο του 16ου-17ου
αιώνα. Από τους Ιωαννίτες Ιππότες στους Οθωμανούς Τούρκους. Αρχαιολογικό
και Ιστορικό Ίδρυμα Ρόδου. Ρόδος 2002, σ. 24-27.
[29]- Marino Sanuto. I diarii di Marino Sanuto (MCCCCXCVI-MDXXXIII, 1496-1533) dall’ autografo Marciano ital. cl. VII codd.
CDXIX-CDLXXVII; pubbicati per cura di Rinaldo Fulin, Federico Stefani κ.λ.π. Έκδ. R. Fulin…κ.λ.π. Fratelli Visentini Tipografi
Editori - Venezia, a spese degli editori MDCCCXCIV. Φωτοαναστατική επανέκδοση
Bologna (Forni Editore) 1969-1970, volyme τ. 40, σ. 84.
[30]-Marino Sanuto, ό.π., τ. 40, σ. 199.
[31]-Α.
Βακαλόπουλου. Ι.Ν.Ε., ό.π., τ.
Γ΄, σ. 251. -Α. Βακαλόπουλου. «Η Θέση», ό.π., σ. 68-70.
[32]-Σπυρίδων
Λάμπρου. «Βραχέα Χρονικά». Η επιμέλεια του Κων/νου Αμάντου. Μνημεία
της Ελληνικής Ιστορίας. Ακαδημία Αθηνών, 1/2, α/α 27 (1932-1933) 51· όπου
και το «ο αμηράς (σουλτάνος) εξήβαλεν πολλάς φαμίλιας από τα κάστρη της
Ρωμανίας και υπήγε τας εις την Αίγυπτον και Τούρκους».
[33]-Σ. Βρυώνης, ό.π., σ. 164-165, 202, 308.
[34]-Σ. Βρυώνης, ό.π., σ. 164-165,
202, 308.
[35]-Σ. Βρυώνης, ό.π., σ. 164-165,
202, 308.
[36]-Σ. Βρυώνης, ό.π., σ. 164-165, 202,
308.
[37]-Απόστολος
Βακαλόπουλος. Η πορεία του γένους. Οι
Εκδόσεις των Φίλων. Αθήνα 1966, σ. 50.
[38]-Α.
Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 68.
[39]-J. F. Hammer-Purgstall, ό.π., τ. Α΄, σ. 299.
[40]-J. F. Hammer-Purgstall, ό.π., τ. Β΄, σ. 257.
[41]-Νικόλαος
Τωμαδάκης. Περί Αλώσεως της Κ/πόλεως
1453. Συναγωγή κειμένων Δούκα - Κριτοβούλου - Σφραντζή - Χαλκοκονδύλη. Τυπογραφείο
Μηνά Μυρτίδη. Αθήναι 1953, σ. 129, Λαόνικ. Χαλκοκονδύλης· Σ.
Λάμπρου. «Η άλωσις της Τραπεζούντας και η Βενετία». Νέος Ελληνομνήμων,
τ. 2, τχ. Γ΄ (30-9-1905) 327 υπ. 2, 328.
[43]-Gustave
Schlumberger. Βυζαντινά
Ιστορήματα. Μετάφραση Ορέστου Σχινά. Εκδόσεις Ελευθερουδάκη. Αθήνα 1922, σ.
108.
[44]-Περ.
Τριανταφυλλίδης. Η εν Πόντω Ελληνική
φυλή, ήτοι τα Ποντικά η προσετέθησαν και λόγοι τινές εν Τραπεζούντι
εκφωνηθέντες. Τυπογραφείο Λ. Βιλλαρά. Εν Αθήναις 1866, σ. 86· Α.
Βακαλόπουλου Α., Ι.Ν.Ε., ό.π.,
τ. Β΄, σ. 75.
[45]-Martinus Crusius Turcograeciae libri octo,…quibus Graecorum
status sub impetio Turcico in politia et ecclesia …describitur…Per
Leonardum Ostenium Impensa. Basileae 1584. Φωτοαναστατική επανεκτύπωση. Modena 1972, liber I΄, σ. 13-14.
[46]-Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος. «Critobuli Imbriotae libri quinque de rebus gestis Mechemetis.
Κριτόβουλου ξυγγραφής ιστοριών Τρίτη». Fragmenta.
Historicorum Graecorum. Εκδόσεις Carolus Muller
Parisiis. Editore Abrosio Firmin Didot. MDCCCLXXIII, 1873. Volumen quintum, τ. Ε΄, pars prior, lib.
III΄, 16-18, σ. 130.
[47]-Σ. Λάμπρου, ό.π., σ. 328 υπ.
[48]-William Miller The
Latins in The Levant. A History of Frankish Greece (1204-1566). Lodon
1908. Μετάφραση - Εισαγωγή - Σημειώσεις Αγγέλου Φουριώτη. Ελληνικά Γράμματα.
Αθήνα 1960, σ. 503, 520.
[49]-Α.
Πολυζωίδου. Τα νεοελληνικά. Ήτοι τα κατά
την Ελλάδα κυριώτερα συμβάντα και η κατάστασις της Ελληνικής παιδείας…Τύποις
Εφημερίδος των Συζητήσεων. Εν Αθήναις 1875, τ. Β΄, τ. 2, σ. 18.
[50]-J. F. Hammer-Purgstall, ό.π., τ. Β΄, σ. 304.
[51]-J. F. Hammer-Purgstall, ό.π., τ. Β΄, σ. 444, 658, 347.
[52]-Γεώργιος
Ζώρας. Χρονικόν περί των Τούρκων
Σουλτάνων (κατά τον Βαρβερινόν ελληνικόν κώδικα 111). Σπουδαστήριον
Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αθήναι 1958,
σ. 104-105.
[53]-Αναστάσιος
Πολυζωίδης. Γενική ιστορία από των
αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς. Υπό Γεωργίου Κρέμου. Εκδόσεις Σ.
Βλαστού. Αθήνα 1889, τ. Γ΄, σ. 21.
[54]-Απόστολος
Βακαλόπουλος. Νέα Ελληνική Ιστορία
(Ν.Ε.Ι). Βάνιας. Θεσσαλονίκη 1990, σ. 47.
[55]-Βακαλόπουλου
Α. Ι.Ν.Ε., ό.π., τ. Γ΄, σ. 15.
[56]-Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος, ό.π., τ. Ε΄, pars
prior, lib. III΄, 16-18, σ. 130.
[57]-Ιωάννης
Χασιώτης. «Οι Έλληνες, το πρόβλημα της ανεξαρτησίας και τα πολεμικά γεγονότα
στον Ελληνικό χώρο. Η στάση των Ελλήνων απέναντι στους ξένους κυριάρχους». Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα, Ι΄ (1974) 275.
[58]-Σ.
Λάμπρου, «Βραχέα», ό.π., τ. 1/2, α/α 27 (1932-1933)
49.
[59]-Σπυρίδων
Λάμπρου. «Ενθυμήσεων ήτοι χρονικών σημειωμάτων, συλλογή πρώτη». Νέος
Ελληνομνήμων, 7 (1910) 161.
[60]-Suraiya
Faroqhi,
ό.π., σ. 38, 112, 335· Α. Βακαλόπουλου.
«Η Θέση», ό.π., σ. 52.
[61]-Ι.
Χασιώτης Ιωάννης, ό.π.,
σ. 275.
[62]-Α.
Πολυζωίδης, ό.π., τ. Γ΄, σ. 26.
[63]-Ι.
Χασιώτης, ό.π.,
σ. 275.
[64]-Αλέξανδρος
Βλαστός. Χιακά. Ήτοι ιστορία της νήσου
Χίου. Τυπογραφία Γεωργίου Πολυμέρη. Ερμούπολη 1840, τ. Α΄, σ. 65-66.
[65]-Βακαλόπουλου
Α. Ι.Ν.Ε., ό.π., τ. Δ΄, σ. 78.
[66]-Λάμπρου
Σ. «Ιστορικά», ό.π., σ. 391.
[67]-Ιωάννης
Λαμπρίδης. Ηπειρωτικά Μελετήματα. Τυπογραφείον
Βλαστού Βαρβαρρήγου, τχ. 2 (1887) 62.
[68]
-Ιωάννης Λαμπρίδης Ιωάννης, ό.π., τχ.
3 (1887) 45.
[69]- F. C. H. L. Pouqueville Ταξίδι στην Ελλάδα. Τα Ηπειρωτικά. Μετάφραση Κ. Βλάχος. Εταιρεία
Ηπειρωτικών Μελετών. Ιωάννινα 1994, τ. 2. σ. 34-35.
[70]-Κ.
Σιμόπουλου, ό.π., τ. Γ2΄, σ.
338.
[71]-Απόστολος
Βακαλόπουλος. Οι δυτικομακεδόνες απόδημοι
επί Τουρκοκρατίας. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου
του Αίμου. Θεσσαλονίκη 1958, σ. 25.
[72]-Νικόλαος
Σταυρινίδης. Μεταφράσεις τουρκικών
ιστορικών εγγράφων της περιόδου 1657-1672 (Εγίρας 1067-1082). Βικελαία
Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου. Ηράκλειον 1975, τ. Α΄, σ. 17.
[73]-Ανδρέας
Κάλβος. «Ο Φιλόπατρις»,
απ’ τη συλλογή «Η Λύρα», στ. α΄ και κγ΄:
Ω φιλτάτη πατρίς
ω θαυμασία νήσος […].
Ας μη μου δώσει η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον.
Ριζίτικο
κρητικό τραγούδι:
Παρακαλώ σε, μοίρα μου να μη με ξενιτέψεις˙
πάλι, κι αν ξενιτέψεις με, στα
ξένα μη με θάψεις,
γιατί είδανε τα μάθια μου στα
ξένα πως τσι θάβου˙
χωρίς λιβάνι και κερί, χωρίς
παπά και ψάλτη
κι αλάργο απού την εκκλησιά.
[74]-Σπύρος
Βρυώνης, ό.π., σ. 221, 224.
[75]-Κων/νος Σάθας.
Ελληνικά Ανέκδοτα, περισυναχθέντα και
εκδιδόμενα κατ' έγκρισιν της Βουλής, εθνικήι δαπάνη. Τύποις του Φωτός.
Αθήνησι 1867, τ. Α΄, σ. οδ΄ κ.έ.· Π. Χιώτης. Ιστορία της Ζακύνθου από Βενετοκρατίας μέχρι της ελεύσεως των Άγγλων
1500-1816. Μετά παραρτήματος περί των συμπράξεων των Επτανησίων κατά τον
ελληνικόν αγώνα του 1821. Σειράς ιστορικών απομνημονευμάτων. Βιβλιοθήκη
Ιστορικών Μελετών 132. Εκ της τυπογραφίας της Κυβερνήσεως. Βιβλιοπωλείο Δ. Ν.
Καραβία. Κέρκυρα 1863, τ. Γ΄, σ. 516-517.
[76]-Α.
Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 7, 25.
[77]-Κ. Παπαρρηγόπουλος. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του
1930. Προσθήκες, σημειώσεις και βελτιώσεις υπό Παύλου Καρολίδου. Έκδ.
Ελευθερουδάκης. Αθήναι 1932, έκδ. στ΄, τ. 5-β, σ. 6-7, 18-27, 30-40.
[78]-Σ.
Λάμπρου. «Μεταναστεύσεις Ελλήνων ιδίως Πελοποννησίων αποίκων εις το Βασίλειον
της Νεαπόλεως». Νέος Ελληνομνήμων, τ. 8, τχ. Δ΄ (31-12-1911) 377-380 κ.έ.
[79]-Α.
Βακαλόπουλος, ό.π, σ. 9 κ.έ.
[80]-Κώστας
Καιροφυλάς. Ιστορία των Αθηνών υπό τους
Βυζαντινούς και Φράγκους (330-1456). Εστία. Αθήνα 1933, σ. 214.
[81]-Δημήτρης Κ. Αγγελής. Ελλήνων Αγώνες - Εκκλησίας
Μάχες (1191-1821). Κληρικοί στους απελευθερωτικούς πολέμους του Ελληνισμού.
Στάση, Δράση και Αντίδραση Εκκλησίας. Λατινοκρατία (1191-1669). Τουρκοκρατία
(1453-1821). Με εισαγωγική
επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Εκδόσεις Προσκήνιο.
Αθήνα 2008, σ. 508-509· Δημήτρης Κ. Αγγελής. Ελληνική Σημαία 480 π.X. - 2.000 μ.X.
Εκδόσεις Προσκήνιο. Β΄ έκδοση. Αθήνα 2001, σ. 63-64.
[82]-Βασίλειος
Σφυρόερας. «Σώματα αντιστάσεως του Ελληνισμού. Οι στρατιώτες». Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους. Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΑ΄ (1975) 144-151, 145.
[83]-Δημήτρης Κ. Αγγελής. «Η πρώτη επανάσταση του
μητροπολίτη Διονυσίου Β΄ Φιλοσόφου στη Δυτική Θεσσαλία και η συμμετοχή του
αρχιεπισκόπου Φαναρίου - Νεοχωρίου Σεραφείμ (1600)». Θεσσαλικό Ημερολόγιο,
τ. 81 (2022) 71-80, Θεσσαλικά Σύμμεικτα τ. 1 (2024) 129-149, Ιστόρηση
5/8 (2025) 51-66 και εφημερίδα Νέος Αγών Καρδίτσας 29, 30-11-2022
και 1-12-2022, σ. 6.
[84]-Α. Μουστοξύδης. «Ιωάννης Παλαιολόγος και άλλοι του
αυτού επωνύμου». Ελληνομνήμων ή Σύμμικτα Ελληνικά, τ. Α΄, αρ. 5 (Μάιος
1845) 299-302.
[85]-Κων/νος Σάθας Έλληνες
στρατιώται εν τη Δύσει και η αναγέννησις της Ελληνικής τακτικής. Φιλόμυθος.
Β' Νεοελληνική Ιστορία 1. Εισαγωγή - σχόλια Νικ. Καραπιδάκη. Αθήνα 1993, σ.
121, 123-124, 159-160, 165, 204-205, 225-226, 258-259 κ.έ. διάσπαρτα.
[86]-Κ. Σάθας Κων/νος, ό.π., σ. 204.
[87]-Γ.
Γιαννακάκης, ό.π., σ. 10, 52,
120.
[88]-Ιωάννης
Φιλήμονας. Δοκίμιον Ιστορικόν περί της
Φιλικής Εταιρείας. Πρώτη έκδοσις εκ της τυπογραφίας Θ. Κονταξή και Ν.
Λουδάκη. Εν Ναυπλία 1834, σ. 21-25 κ.έ.
[89]-Διονύσιος
Ζακυθηνός. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως
και η Τουρκοκρατία. Ιδιωτική έκδοση. Αθήναι 1954, σ. 11-13.
[90]-Emile Legrand. Collection
de monuments. Recueil chansons populaires Grecques. Publiees et traduites pour
la premiere Fois. Maisonneuve Libraires Editeurs Paris 1874. Athenes Andre
Coromilas, libraire 1874, σ. 112, στίχ. 59-61 από το «Complainte de
la Roumelie - Της Ρούμελης το τραγούδι».
[91]-Ι. Φιλήμονας, ό.π., σ. 25.
[92]-Περ.
Τριανταφυλλίδης, ό.π., σ. 86.
[93]-Πρωτοπόροι
της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Κλέφτικα
τραγούδια. Επιμέλεια Κώστας Σαρδέλης. Εκδόσεις Δομική. Αθήνα, άνευ
ημερομηνίας έκδοσης, σειρά 8, σ. 86, Κ. Παλαμάς, Λόγος Ζ΄. «Το πανηγύρι της Κακάβας».
[94]-Κ. Παπαρρηγόπουλος,
ό.π., έκδ. στ΄, τ. 5-β, σ. 134-145.
[95]-Νικόλαος Κασομούλης. Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833.
Προτάσεται ιστορία του αρματωλισμού. Εισαγωγή και σημειώσεις Γιάννη Βλαχογιάννη.
Αρχεία της νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας. Χορηγία Παγκείου Επιτροπής. Αθήνα 1940,
τ. Α΄, σ. 3, υπ. 3.
[96]-Χ.
Χρηστοβασίλης. Εθνικά Ασματα 1453-1821.
Εταιρία Ελληνισμός. Έκδοσις δευτέρα. Τυπογραφείο Ανέστη Κωνσταντινίδου. Αθήνα
1902, σ. 116, 233.
[97]-Π.
Χ. Δούκας. Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων.
Εκ του τυπογραφείου του Εθνικού Κήρυκος. Νέα Υόρκη 1922, σ. 708.
[98]-Παναγιώτης
Αραβαντινός. Συλλογή Δημωδών Ασμάτων της
Ηπείρου. Τυπογραφείο Πέτρου Περρή. Εν Αθήναις 1880, σ. 63.
[99]-Πρωτοπόροι
της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ό.π.,
σ. 11.
[100]-Ιωάννης
Χασιώτης. Συλλογή των κατά την Ήπειρον
δημοτικών ασμάτων. Εκδίδοντος Κ. Τεφαρίκη. Τύποις Ραδαμάνθυτος. Αθήνα 1866,
σ. 91.
[101]-Ν.
Γ. Πολίτου. Εκλογαί από τα τραγούδια του
Ελληνικού λαού. Εκδότης Ι. Κολλάρος. Εστία. Αθήναι 1925, σ. 39.
[102]-Claude-Charles Fauriel. Chants Populaires de la Grece moderne, recueillis et publies, avec une
traduction Francaise…et des notes, par C. Fauriel. Chez Firmin Didot, Pere
et Fils, A. Paris 1824, tome I΄, σ. 128, είναι στίχοι απ’ το, εκεί, κλέφτικο τραγούδι «Του Στέργιου».
[103]-Ν.
Γ. Πολίτου, ό.π., σ. 65· Α. Βακαλόπουλος. Ν.Ε.Ι., ό.π., σ.
30.
[104]-Βασιλείου
Ψιλάκη. Ιστορία της Κρήτης από της απωτάτης
αρχαιότητος μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, εις τόμους 3. Εκ του τυπογραφείου
της «Νέας Ερεύνης». Εν Χανίοις 1909, τ. Γ΄, σ. 254.
[105]-Π.
Αραβαντινός, ό.π., τ. Β΄, σ. 4· Α.
Βακαλόπουλος. Ν.Ε.Ι., ό.π., σ. 94.
[106]-Α.
Μουστοξύδης. «Αποικία Μανιατών». Ελληνομνήμων
ή Σύμμικτα Ελληνικά, τ. Α΄, αρ. 5 (Μάιος 1845), 265.
[107]-Γεώργιος
Τερτσέτης. Ο Γέρων Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων της
Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836.
Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως. Αθήνησιν 1846, στο έργο Τερτσέτης Άπαντα, τ.
Γ΄. Αναστύλωσε Γ. Βαλέτας, εισαγωγή Ν. Βέης. Εκδόσεις Πηγής. Νεοελληνική
Βιβλιοθήκη. Αθήναι 1953, σ. 51.
[108]-Φίλιππος
Απ. Χειμωνίδης. Ιστορία και στατιστική
Σάντας. Τυπογραφ. Δ. Γ. Ευστρατίου. Εν
Αθήναις 1902, σ. 41-43.
[109]-Βακαλόπουλου
Α. Ι.Ν.Ε., ό.π., τ. Β΄, σ. 81.
[110]-Δημήτριος
Λουκάτος. «Λαϊκός Βίος. Κτηνοτροφία
και ποιμενική ζωή». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
Εκδοτική Αθηνών. Αθήναι, τ. ΙΑ΄ (1975) 274.
[111]-Κ.
Σιμόπουλου, ό.π., τ. Β΄, σ. 396.
[112]-Κ.
Σιμόπουλου, ό.π., τ. Β΄, σ. 381-382, 484.
[113]-Κ.
Σιμόπουλου, ό.π., τ. Β΄, σ. 359-360.
[114]-Απ.
Δασκαλάκη. Τα αίτια και οι παράγοντες της
Ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Εκδοτικός Οίκος Αγών. Εν Παρισίοις 1927,
σ. 65 υπ. 70.
[115]-Γ.
Τερτσέτης, ό.π., σ. 43.
[116]-Ν.
Κασομούλης, ό.π., τ. Α΄, σ. 3, 44.
[117]-Κ. Παπαρρηγόπουλος,
ό.π., τ. 5-β, σ. 118-125.
[118]-Ι.
Φιλήμονας. Δοκίμιον …Φιλικής Εταιρείας, ό.π., σ. 72-73.
[119]-Ι.
Λαμπρίδης, ό.π., τχ. 4 (1887) 11-13, 50-52 και υπ. 1 της σ. 50.
[120]-Χ.
Χρηστοβασίλης, ό.π., σ. 113.
[121]-Κων/νος
Σάθας Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν
δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του
ελληνικού έθνους (1453-1821). Εκ της τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου
Κορομηλά. Αθήνησι 1869, σ. 128-129.
[122]-Απόστ.
Βακαλόπουλος. «Προβλήματα της ιστορίας του παιδομαζώματος». Ελληνικά, 13/2
(1954) 292-293.
[123]-Ι.
Βασδραβέλλης. Ιστορικόν Αρχείον Βέροιας.
Εκλογάς. Μακεδονική Βιβλιοθήκη. Θεσσαλονίκη 1942, σ. 46.
[124]-Ιωάννης
Βασδραβέλλης. Αρματολοί και Κλέφτες εις
την Μακεδονία. Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Μακεδονική
Βιβλιοθήκη 8. Θεσσαλονίκη 1948, σ. 13-15, 69-71.
[125]-Ιωάννης
Βασδραβέλλης. Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας.
Β΄ Αρχείον Βεροίας - Ναούσης (1598-1886). Θεσσαλονίκη 1954, σ. 112-114.
[126]-Α.
Βακαλόπουλου. Ι.Ν.Ε., ό.π., τ.
Γ΄, σ. 267.
[127]-Κων/νος
Σάθας Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l histoire de la Grece au Moyen Age,
publies sous les auspices de la Chambre des deputes de Grece. Maisonneuve et
Cie. Paris
1880-1890, τ. IV΄, σ. LXXIV.
[128]-Στέφανος Παπαδόπουλος. «Επαναστατικές ζυμώσεις και ανταρσίες
των Ελλήνων κατά τα τέλη του 16ου αιώνα και τις αρχές του 17ου
αιώνα». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι΄ (1974) 324.
[129]-Παναγιώτης
Λιούφης. Ιστορία της Κοζάνης. Τύποις
Ι. Βάρτσου. Εν Αθήναις 1924, σ. 36 υπ. 1, σ. 37.
[130]-Κ.
Σάθας. Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, ό.π., σ. 4, 129 κ.έ.
[131]-Ζαχαρίας
Τσιρπανλής. Η Ρόδος και οι Νότιες
Σποράδες στα χρόνια των Ιωαννιτών Ιπποτών (14ος-16ος αι.). Συλλογή
Ιστορικών Μελετών. Γραφείο Μεσαιωνικής Πόλης Ρόδου. Ρόδος 1991, σ. 69 υπ. 2, 77
υπ. 2.
[132]-Ζαχαρίας
Τσιρπανλής. «Οι ¨ευπρεπείς άνθρωποι¨ το
παιδομάζωμα και οι επιχειρήσεις του παπικού στόλου στο Αιγαίο (1456-1458)». Δωδώνη, 15 (1986) 238· Τσιρπανλής
Ζαχαρίας. Η Ρόδος, ό.π., σ. 66-68,
82-84 υπ. 1, όπου προκρίνονται οι κάτοικοι της Αίμου στη Θράκη.
[133]-Franciscus Miklosich - Josephus. Muller Αcta et diplomata
Gtaeca medii aevi sacra et profana. Vindobonae Carolus Gerold, Wienn 1860-1890, MDCCCLXV, volumen tertium,
τ. ΙΙΙ΄, σ. 291· Σ. Βρυώνης, ό.π., σ. 211· Ζ. Τσιρπανλής, «Οι ευπρεπείς», ό.π., σ. 221-223.
[134]-Ελισάβετ
Ζαχαριάδου. «Συμβολή στην ιστορία του νοτιοανατολικού Αιγαίου, με αφορμή τα
πατμιακά φιρμάνια των ετών 1454-1522».
Σύμμεικτα του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών, τ. Α΄ (1966), 193· Γεώργιος
Κατσούλης - Αντώνιος Στρατής Η Ευρώπη
απέναντι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η θέσις των Ελλήνων. Ιδιωτική
έκδοση. Αθήνα 1940, τ. Α΄, σ . 56-57.
[135]-Γεώργιος
Ζώρας. «Μαρτυρίαι τινές περί το παιδομάζωμα». Παρνασσός. Περίοδος Β΄,
Αθήνα, τ. Δ΄ (1962) 222.
[136]-Ν. Ι Γιαννόπουλος. «Χρονικόν
της μονής του Ομβρικού». Αρμονία, έτ. Β΄, τχ. 10 (1901) σ. 493· «θήμησι
γράφομε. 1818 σεπτεμβρίου. Παπά - Αντώνιος», σ’ εκκλήσιαστικό βιβλίο του
χωριού Παλαιά - Παναγιά (Ομβριακής) Δομοκού.
Δημήτρης Κ. Αγγελής. Συγγραφέας - Αντιστράτηγος (ε.α.) ΕΛ. ΑΣ