Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΠΛ. ΤΣΙΛΛΕΡ)

 Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης:

«Εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην πλατείαν τοῦ Τσίλλερ» 

Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης
(Σκιάθος,1850-1929)


 



Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (Σκιάθος 1850
‒ 1929) δημοσιεύει, μὲ τὴν δημοσιογραφική του ἰδιότητα, στὴν ἐφημερίδα Ἀκρόπολις μὲ τὴν ὁποία συνεργαζόταν, χρονογράφημά του ποὺ ἀφορᾶ ἐπίσκεψή του στὴν πόλη τοῦ Πειραιῶς. Τὸ χρονογράφημά του αὐτὸ δημοσιεύεται στὸ φύλλο τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1901, στὴν 2η σελίδα, στὴ στήλη «Σκέψεις καὶ περίπατοι». Τὸ ὑπογράφει μὲ τὸ δημοσιογραφικό του ψευδώνυμο «Ὁ ταξειδιώτης».

Ὁ Ἐρνέστος Τσίλλερ
μὲ τὴν Κοζανίτισσα
σύζυγό του Σοφία Δούδου.
 
 

Μὲ χαριτολογικὴ διάθεση, μὲ τὴν περιγραφικὴ δεινότητα ποὺ διακρίνει τὸν γραπτό του λόγο, καταθέτει τὶς σκέψεις του γιὰ τὴ διάταξη τῶν ἀτμοπλοίων στὸ λιμάνι τοῦ Πειραιῶς καὶ τὸν μεταξὺ τῶν ναυτιλιακῶν ἑταιρειῶν συγχρωτισμὸ καὶ συνωστισμό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀποδυνάμωση –λόγῳ ἐσωστρέφειας– τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας. Σημειώνει τὸ πρόβλημα μὲ τὶς δυσάρεστες ὀσμὲς ποὺ ἀναδίδουν οἱ λιμενικὲς δραστηριότητες, ὅπως αὐτὲς ἀπὸ τὰ κοντινὰ ναυπηγεῖα. Τὸν ἐντυπωσιάζει τὸ λιμάνι τῆς Ζέας, τὸ γνωστὸ Πασαλιμάνι, ἐνῷ ἀπολαμβάνει τὴν καθαριότητα τῆς πλακόστρωτης προκυμαίας
.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ἐπισκεπτόμενος τὸν Πειραιά, στέκεται στὸ λόφο τῆς Καστέλλας, στὴν τότε πλατεία Τσίλλερ, νῦν πλατεία Ἀλεξάνδρας, ἀπ’ ὅπου ἀπολαμβάνει, ‒μιὰν ἡλιόλουστη ἡμέρα μὲ μαΐστρο‒ τὴ θέαση τοῦ Σαρωνικοῦ. Ἀναφέρει ὅτι μποροῦσε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν θέση, νὰ ἰδῇ νὰ διαγράφεται στὸ βάθος ἡ νῆσος Ὕδρα. Ἴσως, ὅμως, σφάλλει ὁ Μωραϊτίδης καὶ ἐκλαμβάνει ἄλλο νησί ‒ἴσως τὴν Αἴγινα ἢ τὸ Ἀγκίστρι‒ ὡς τὴν νῆσο Ὕδρα. Ἡ Ὕδρα, ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ ἀπόσταση περίπου 70 χιλιομέτρων ἀπὸ τὸν Πειραιά, δὲν φαίνεται μὲ γυμνὸ μάτι, οὔτε ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς Καστέλλας, καθὼς ἀνάμεσα τους παρεμβάλλεται ἡ χερσόνησος τῶν Μεθάνων καὶ ὁ Πόρος.

Τὸ 1875 ὁ πασίγνωστος Σάξωνας ἀπὸ τὴ Δρέσδη Ἀρχιτέκτων-Μηχανικός, Ἐρνέστος Τσίλλερ (Ernst Ziller) ἀγόρασε μία μεγάλη ἔκταση στὴν περιοχὴ τῆς πλατείας Ἀλεξάνδρας καὶ τῆς Ζέας Πειραιῶς καὶ μέσα σὲ δύο χρόνια ὁλοκλήρωσε τὴν ἀνέγερση ἑπτὰ πολυτελῶν ἐπαύλεων ποὺ ἀποτέλεσεαν τὴ Συνοικία Τσίλλερ, ἢ Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων, τὴν μετέπειτα Καστέλλα. Ἐκεῖ κατὰ καιροὺς διέμεναν γνωστοὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ διακεκριμένες εὔπορες οἰκογένειες ὅπως ὁ Βασιλέας Γεώργιος ὁ Α΄ καὶ ἡ Βασίλισσα Ὄλγα ἢ ἡ οἰκογένεια Ἐμμ. Μπενάκη κ. ἄ. Μάλιστα, φρόντισε ὅλα τὰ κτίρια νὰ ἔχουν θέα, πρόσοψη στὸ Πασαλιμάνι. Ἄνοιξε ἐπίσης καὶ πηγάδι ποὺ ἐλέγετο ὅτι διέθετε τὸ καλλίτερο νερὸ στὸν Πειραιᾶ. Ἀπὸ τὶς ἑπτὰ πολυτελεῖς κατοικίες τῆς λαμπερῆς Συνοικίας Τσίλλερ σήμερα σώζεται μόνον μία, αὐτὴ τῆς οἰκίας τοῦ βιομηχάνου Π. Πατσιάδου (νῦν ἰδιοκτησία Σταυριανάκου). Δίπλα στὴ Συνοικία Τσίλλερ ἔμενε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Τσίλλερ μὲ τὴν σύζυγό του Σοφία Δούδου, πιανίστρια, μαθήτρια τοῦ Φρ. Λίστ, μόνιμη κάτοικος Αὐστρίας. Τὴν γνώρισε στὴ Βιέννη, ὅπου ἀνθοῦσε τότε Ἑλληνικὴ κοινότητα. Ἡ Σοφία ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐμπόρου Κωνσταντίνου Δούδου ἀπὸ τὴν Κοζάνη τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας. Ὁ Τσίλλερ, λοιπόν, μετέτρεψε ἕνα παλαιὸ ἐργοστάσιο ὑαλουργίας, ποὺ ἦταν δίπλα στὴ Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων, σὲ θερινὴ κατοικία του. Ἀπέκτησαν πέντε παιδιὰ ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τρία τελευταῖα γεννήθηκαν στὸν Πειραιᾶ.

Τέλος, ὁ Ἀλέξανδρος. Μωραϊτίδης καλεῖ ὅσους ἀγαποῦν τὶς περιηγήσεις, τοὺς εὐχάριστους περιπάτους, νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν Πειραιά, σὲ ἐργάσιμη ἡμέρα δέ, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν τὴν πόλη καὶ τὶς δραστηριότητές της, χωρὶς αὐτὸ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνα εἶδος ἀπραξίας, ὡς ἀποφυγὴ ἐργασίας, χωρὶς αἴσθημα ἐνοχῆς δηλαδή· χωρὶς νὰ ὰντιβαίνει στὴν ρήση τοῦ Ἡσιόδου ( τοῦ Ἀσκραίου, ὡς καταγομένου ἀπὸ τὴν Ἄσκρα Βοιωτίας):

«ἀεργίῃ τὄνειδος».

. Ἐφ. Ἀκρόπολις,
 
φ. 1 Ὀκτ. 1901, σ. 2.


ΚΕΙΜΕΝΟ

Ἐφ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 1 Ὀκτ.. 1901, σ. 2.

«ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Ὁ ἄνεμος ὁ τόσον βιαίως πνέων μᾶς παρέσυρε μέχρι Πειραιῶς. Τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἀκτοπλοΐας ὅλα μὲ τὰ σήματα τοῦ ἀπόπλου, ὅλα ἕτοιμα πρὸς ἀναχώρησιν, ὅλα μαζὶ-μαζὶ παραπλεύρως ἡ μία ἑταιρεία μὲ τὴν ἄλλην ὡς κακοὶ γείτονες Ἡ θέα των μᾶς ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν μικροραδιούργων μπακάληδων ἢ καφετζήδων, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὰ μαγαζειά των ὁ ἕνας δίπλα εἰς τὸν ἄλλον. Δι αὐτὸ λοιπόν, ἐσκέφθην, ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία φθίνει, ἐνῷ ξέναι ἑταιρεῖαι μεγαλύνονται καὶ ἀκμάζουσι μέσα εἰς τὰς θαλάσσας τὰς Ἑλληνικάς.

*

Ἔτσι κάμνουν καὶ μερικοὶ ποὺ χάνονται μέσα εἰς τὰ χωρία των, κατατριβόμενοι καὶ συντριβόμενοι μέσα εἰς τὲς μικροπονηρίες καὶ μικροσοφιστίες, διότι ἐξαρχῆς δὲν ἔσχον τὴν τόλμην, ἐνῷ εἶχον ὅλην τὴν εὐφυΐαν, νὰ παραιτήσουν τὴν ἀργίαν ‒διότι ἀργίαν μαρτυρεῖ αὐτὴ ἡ πυκνὴ σύγχρονος ἀκτοπλοΐα‒ καὶ νὰ ἐξέλθουν εἰς μεγαλύτερα κέντρα καὶ εἰς μεγαλυτέραν δράσιν...

**

Αἱ προκυμαῖαι τοῦ Πειραιῶς ἐμύριζαν χθές, ἐμύριζαν ὅλαι βοῦρκον καὶ λάσπην δυσώδη, αἱ Ἁλαί, πίσσαν καὶ νάφθην αἱ τοῦ κεντρικοῦ λιμένος, τοῦ ἀρχαίου ἐμπορίου, διότι ὁ σφοδρὸς μαΐστρος, ἔφερε πρὸς τὰ ἐδῶ ὅλην τὴν ὀσμὴν τῆς καιομένης πίσσης ἐν τῷ κατέναντι ναυπηγείῳ.

* **

Ἄλλ’ ὁ λιμὴν τῆς Ζέας, τὸ Πασαλιμάνι, ἤρεμος καὶ γαλήνιος ὡς λίμνη, μὲ τὰ κράσπεδά του τὰ κτιστά, μὲ τὰς πλακοστρώτους προκυμαίας του, αἱ ὁποῖαι καθαραὶ-καθαραὶ ἔλαμπον θαρρεῖς κι ἔγιναν γιὰ μένα, νὰ εὐφρανθῶ ἐν τῇ μονώσει κι ἐρημίᾳ αὐτῇ μιᾶς ὅλης πόλεως.

** **

Ἡ «Συνοικία Τσίλλερ» ἢ «Συνοικία τῶν Ἐπαύλεων»

 ἐν Πειραιεῖ, στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰ

Κι ἐκάθισα ὁλομόναχος εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην πλατείαν τοῦ Τσίλλερ ὁποὺ προχωρεῖ ὡς πρῶρα πλοίου μέσα εἰς τὸν Σαρωνικόν. Ὁ μαΐστρος εἶχεν ἐξαγριώσει τὸ πέλαγος μὲ τὸ μελανὸν χρῶμα ὁποῦ τοῦ ἔδωσε, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον πίπτουσαι αἱ ρόδιναι ἀκτῖνες τῆς χρυσῆς δύσεως ἐχάνοντο ἀμαυρούμεναι.

Κρῖμα εἰς τὸν ζωγράφον καὶ κρῖμα εἰς τὰ χρώματά του τὰ ὁλόχρυσα. Ἡ πνοὴ τοῦ ἀνέμου προσπίπτουσα ἐπὶ τοῦ αἰωρουμένου ἐκεῖ ἠλεκτρικοῦ λαμπτῆρος διελύετο εἰς συριγμούς, ἀπαράλακτα ὡς νὰ φυσᾷ ὁ ἄνεμος εἰς ἄρμενα τοῦ πλοίου. Οὐδὲν ἱστίον ἐλεύκαζε εἰς τὸν ὁλόμαυρον πόντον, ὁποῦ μόνον ἡ νῆσος Ὕδρα κάτω διεγράφετο διαυγὴς καὶ καθαρὰ ὡς γαλανὴ ζωγραφία καλλιτέχνου.

*****

Ὅσοι ἐρασταὶ τῆς ἡσυχίας, ὅσοι τῆς ἐρημίας θαυμασταί, κατέλθετε εἰς τὸν Πειραιᾶ ν’ ἀπολαύσετε ὅλας τὰς πλατείας του, καὶ ὅλας τὰς παραλίους ἐξοχάς του ἐν ἡμέρᾳ ἐργασίμῳ. Μή σᾶς ταράξῃ τοῦ Ἀσκραίου ποιητοῦ τὸ ρητόν: «ἀεργίῃ τὄνειδος». Σήμερον καὶ ἡ ἀργία κατήντησε σωστὴ ἐργασία, ὡς ἐτακτοποιήθη ὑποβληθεῖσα εἰς τόσους τύπους καὶ διατυπώσεις τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ. Καὶ εἰς ἓν ἁπλοῦν περίπατον νὰ ἐξέλθῃς, ἔχεις ἀνάγκην τόσων καὶ τόσων. Καὶ ὅλοι θὰ σὲ καμαρώσουν, κανεὶς δὲ δὲν θὰ εὑρεθῇ νὰ σὲ ὀνειδίσῃ...

Ὁ ταξειδιώτης»

 Σημ.: Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας τῶν Γρεβενῶν, φ. 1188, 9 Ὀκτ. 2026.



 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΛΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ (AI)

 Παλιὰ βιβλία: 

οἱ "στυμμένες λεμονόκουπες" τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης (ΤΝ)*

 

«[...] Τ’ ἀγαπᾶς ἰδιαίτερα αὐτὰ τὰ παλιὰ βιβλία, γιατὶ ξέρεις ὅτι λίγοι θὰ τὰ ἀναζητοῦν καὶ λιγότεροι θὰ τὰ διαβάζουν, ἀφοῦ οἱ συγγραφεῖς τους ὅλο καὶ ἀστοχοῦνται [...]. Ἔτσι, σιωπᾶς καὶ προσεύχεσαι γιὰ τὶς ψυχὲς ὅλων αὐτῶν, ποὺ τὰ γραπτά τους, ὡς ἄλλα λείψανα, χρόνο μὲ τὸ χρόνο, ὅλο καὶ χλωμιάζουν καὶ περιμένουν μιὰν ἄλλη Ἀνάσταση. [...] Ἕνα ἄγγιγμα, ἕνα φυλλομέτρημα, μιὰ ἀνάγνωση. Γιατί, ὅπως ὅλοι οἱ θνητοί, τὸ ἀξίζουν [...]». (†) π. Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός, «Περὶ βιβλίων καὶ ἀναγνώσεως ὁ λόγος» (9. 1. 2012).


 

«᾽Εγώ, ἕως ὁπoῦ ἀναπνέω, βιβλίοις προσκεῖσθαι βούλομαι. Καὶ ἂν εἶχα θησαυρὸν χρημάτων, ἤθελα τὸν ἐξοδιάσει εἰς θησαυρὸν βιβλίων», γράφει ὁ Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος (1654-1729), ὁ λόγιος ἱερομόναχος τῶν Ἀγράφων, σὲ ἐπιστολή του, ἀπὸ τὰ Ἄγραφα, πρὸς τὸν παλαιὸ συμμαθητή του, τὸν ἱερομόναχο Χριστoφόρο, στὰ 1717. Ἦταν ὄντως ὁ Γόρδιος ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους βιβλιόφιλους τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας. ῎Ερευνες γιὰ βιβλία, δανεισμός, ἀγορά, κρίση, ἀντιγραφὴ καὶ συγγραφὴ βιβλίων εἶναι θέματα ποὺ ἀπαντοῦν στὶς ἐπιστολές του. ῾Η φροντίδα γιὰ τὸ βιβλίο τὸν ἀκολουθεῖ σ᾽ ὅλη τὴν πορεία τῆς ζωῆς του.

Ὅμως, στὶς μέρες μας, ἂν ζοῦσε ὁ Γόρδιος, δὲν εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ ἐπαναλάμβανε αὐτὴν τὴ στάση καὶ τὴ λαχτάρα του γιὰ τὰ βιβλία. Πλέον, τὰ ἀδηφάγα μοντέλα ΤΝ καταβροχθίζουν, διὰ τῆς σαρώσεως (scanning), ἑκατομμύρια βιβλία κα;i, στὴ συνέχεια, τὰ καταστρέφουν· τὰ ἀποβάλλουν ἐν εἴδει ἀπορριμάτων, ὡς χαρτοπολτό· ἀπομένουν δὲ ὡς ράκη, ριγμένα σὲ μιὰ γωνιά, μέχρι νὰ ἔλθει ὁ καιρός τους νὰ καταστραφοῦν σὲ κάποια ὑψικάμινο ἤ, στὴν καλλίτερη περίπτωση, νὰ γίνουν ὑλικὸ γιὰ προϊόντα ἀνακύκλωσης.

 Ὁ Ὀδυσσέας Γραμματικάκης σὲ ἄρθρο του στὴν Ἐφημερίδα τῶν Συντακτῶν τῆς 26ης Αὐγούστου 2026, μὲ τίτλο «Τὰ παλιὰ βιβλία ὄμοφα καταστρέφονται», σημειώνει (σ.24) μεταξὺ ἄλλων ὅτι:

« [...] Ἀπὸ τὸ 2024, ἑταιρεῖες τεχνητῆς νοημοσύνης ἀγοράζουν μαζικὰ παλιὰ βιβλία τὰ σκανάρουν καὶ τὰ καταστρέφουν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐκπαιδεύουν τὰ Μεγάλα Γλωσσικὰ Μοντέλα τῶν ἐφαρμογῶν τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης μὲ λεξιλόγιο ποὺ σπανίζει στὴ σύγχρονη ἐποχή».

Οὔτε ὁ π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός, ὁ ἀείμνηστος († 27.4.2024) λόγιος κληρικὸς τῆς Σκοπέλου τῶν Β. Σποράδων, θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ τὴν τύχη ποὺ θὰ εἶχαν στὶς μέρες τῆς ΤΝ τὰ παλιὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα τὸν γοήτευαν, τὸν ἔθελγαν, τὸν συγκινοῦσαν. Ὅτι οἱ σκέψεις ποὺ ἔκανε γιὰ τὰ παλιὰ βιβλία ‒ἐνθυμούμενος τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν μαθητής, ἢ τὴν ἐποχὴ ποὺ περιδιαβαίνοντας στὰ βιβλιοπωλεῖα, στοὺς δρόμους τῆς ὁδοῦ Σόλωνος καὶ τῆς ὁδοῦ Ἀκαδημίας τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις του στὶς βιβλιοθῆκες τῆς Πρωτευούσης, ὅταν φοιτοῦσε στὴν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή‒ θὰ εἶχαν τέτοια "ἀντιμετώπιση" ἀπὸ τοὺς χειριστὲς τῶν μοντέλων τῆς ΤΝ:

«Γιατὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ πεῖς στὸν κόσμο αὐτὰ ποὺ ἔνοιωθες τότε, ὅταν ζοῦσες, δηλαδή, στὴ Μεγάλη τὴν Πολιτεία, καὶ μονάχα μέσα στὶς βιβλιοθῆκες καὶ στὶς ἀφτιασίδωτες τὶς ἐκκλησιὲς ἀνάσαινες ἐλεύθερα. Στὶς βιβλιοθῆκες, αὐτὲς τὶς Τράπεζες τοῦ Πνεύματος ποὺ δανείζουν, προσφέρουν, χαρίζουν, δίχως νὰ περιμένουν τόκους καὶ χρεωλύσια, ἱκανὰ ποσὰ γνώσεων καὶ Γνώσης [...] .

 Μὲ τὸ χρόνο, λοιπόν, τὶς βρῆκες τὶς βιβλιοθῆκες ποὺ σὲ ἀνάπαυαν καὶ τὶς ἐπισκεπτό­σουν, γιὰ νὰ ἡσυχάσει τὸ πνεῦμα σου, νὰ ταξιδἐψει ἡ ψυχή σου, νὰ πάρει νέο κουράγιο τὸ εἶναι σου, ὥστε νὰ περπατήσει, δίχως παραπατήματα καὶ τὴν ἄλλη μέρα στοὺς πολύβουους καὶ ἄσπλαχνους δρόμους τῆς μεγάλης πολιτείας.

Ὅμως, αὐτὸ ποὺ σὲ πλήγωνε ἦταν οἱ ἀργίες, τ᾿ ἀπογέματα τοῦ Σαββάτου καὶ οἱ Κυ­ριακές, ὅταν οἱ βιβλιοθῆκες ἦταν κλειστὲς κι ἐσὺ ἔνοιωθες ὅπως οἱ ἄστεγοι, τριγυρνώντας τούτη τὴ φορὰ στοὺς σχεδὸν ἔρημους δρόμους τῆς Σόλωνος καὶ τῆς Ἀκαδημίας, κοιτώντας μὲ σιωπηλὴ οἰκειότητα στὶς φωτισμένες προθῆκες τῶν βιβλιοπωλείων τὰ νέα βιβλία ποὺ σὲ κοιτοῦσαν μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκονισμένο τὸ τζάμι μὲ φιλία καὶ κάτι πάσχιζαν νὰ σοῦ ποῦν γι᾿ αὐτὸ ποὺ κρατοῦσαν χωνεμένο στὰ κλειστά τους φύλλα, τὰ στολισμένα μὲ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, εἰκόνες, σχέδια καὶ, κάποτε, θαυμάσια πρωτογράμματα. Τὰ κοιτοῦσες μὲ τὶς ὧρες καὶ πάσχιζες, πρὶν ἀναχωρήσεις γιὰ τὴ μοναξιά σου, ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσεις κάποιο λόγο, μιὰ φράση ἔστω, ὡς τεκμήριο φιλίας καὶ στέρεης ἀνθρωπιᾶς. Καὶ γιὰ νὰ πεῖς ὅλη τὴν ἀλήθεια, θὰ πρέπει νὰ κατεβάσεις ἀρκετὰ σκαλοπάτια στὸν Χρόνο καὶ νὰ σιμώσεις τὴν παιδικὴ ἡλικία, ὅταν πάνω στὸ γαλαζοπράσινο ξύλινο θρανίο τοῦ ξεχασμένου σήμερα Δημοτικοῦ Σχολείου τοῦ χωριοῦ σου, ἄνοιγες γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Ἀναγνωστικό, γιὰ νὰ συλλαβίσεις τὰ γράμματα ποὺ σοῦ χάριζαν οἱ ζωγραφισμένες σελίδες του, ἐνῶ παράλληλα ἔφθανε μέσα σου ἐκείνη ἡ μυ­ρωδιὰ ἀπό χαρτὶ τυπωμένο καὶ μελάνι… Ἀπὸ τότε αὐτή σου ἡ σχέση μὲ τὸ βιβλίο ἔγινε σχέση πάθους, ποὺ ξεκινοῦσε ἀπ᾿ τὴν πρώτη γνωριμία, μέσω ἐκείνης τῆς ἀνάσας ποὺ ἄφηνε μέσα σου τὸ τυπωμένο χαρτὶ τοῦ καλοστημένου Ἀναγνωστικοῦ τῆς πρώτης τοῦ Δημοτικοῦ [...]».

                                                              

Σήμερα, μετὰ ἀπὸ μαζικὴ ἀγορά, ἑκατομμύρια παλιὰ καὶ μεταχειρισμένα βιβλία, ταξιδεύουν σὲ κοῦτες κατὰ δεκάδες χιλιάδες γιὰ Νεβάδα, Κολοράντο, Καναδᾶ κ. ἀ. ὅπου σαρώνονται ἠλεκτρονικὰ καὶ καταστρέφονται βιβλία ἀπὸ τὶς νεοφυεῖς ἑταιρείες ΤΝ: μὲ σκοπὸ νὰ ἐκπαιδευτοῦν τὰ Μεγάλα Γλωσσικὰ Μοντέλα τῶν ἐφαρμογῶν ΤΝ μὲ σπάνιες γιὰ τὴν ἐποχή μας λέξεις. Καταλήγουν δέ, ὡς πεταμένα κουρελόχαρτα, ἀφημένα σὲ μιὰ γωνιά, μέχρι νὰ παρέλθει ὁ καιρός τους. Ὅπως δὲ σημειώνει ὁ κ. Γραμματικάκης οἱ ἑταιρεῖες αὐτές, διὰ τῶν ἐκπροσώπων τους, τὸ ὁμολογοῦν:

«ἡ προσπάθεια μας εἶναι νὰ σκανάρουμε καὶ νὰ καταστέψουμε ὅλα τὰ βιβλία στὸν κόσμο».

Σκοπός τους εἶναι ἡ ἐξαφάνιση τοῦ πρωτοτύπου καὶ ἡ ἀλλοίωση τοῦ νοήματος τῶν λέξεων ἀλλὰ καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ λεξιλογίου: ἂν εἶναι δυνατὸν μὲ μία μόνον λέξη νὰ καλύπτονται, νὰ νοηματοδοτοῦνται τὰ συναισθήματα καὶ οἱ ὁρίζοντες τῆς συνείδησης. Καὶ καταλήγει ὁ Ὀδυσσέας Γραμματικάκης:

«Ἕως τὸ 2050 ἡ δυστοπία τοῦ Ὄργουελ μπορεῖ νὰ βγεῖ ἀληθινή: οἱ λέξεις θὰ εἶναι ὅλο καὶ λιγότερες, οἱ ἔννοιες ἐντελῶς ἀποϊδεολογικοποημένες, ἁπλούστερες καὶ ὁπρῶτος best-selling συγγραφέας ΤΝ θὰ μπαίνει γιὰ πρώτη φορὰ στὴ λίστα Βooker».

Ὑποσχέσεις γιὰ μία ἐποχὴ ἀπίστευτης ἀφθονίας γιὰ ὅλους τάζουν οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ λογισμικὰ τῆς ΤΝ, διὰ τῶν τεχνο-αρχόντων τους. Μέχρι καὶ προαιρετικὴ ἐργασία προβλέπουν καὶ προτείνουν. Ἴσως, γιὰ νὰ ἀποκρυβοῦν οἱ φόβοι, οἱ σκοτεινὲς προοπτικὲς γιὰ περιθωριοποίηση, διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως μαζῶν «πλεονάζοντος πληθυσμοῦ», ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο δυναμικὸ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἐργατικῆς τάξης: ὑπὸ τὸν τρόμο τοῦ σταδιακοῦ αὐτοματισμοῦ· μὲ τὴν συγκέντρωση θηριώδους ἰσχύος στοὺς κολοσσοὺς παραγωγῆς ΤΝ.

Ἡ προσφάτως θανοῦσα (24 Αὐγ. 2026), ταλαντοῦχα ἀμερικανίδα μουσικὸς καὶ ἀστέρι τῆς κάντρι καὶ τῆς πόπ Ντόλλυ Πάρτον, εἶχε ἱδρύσει τὸ φιλανθρωπικὸ σωματεῖο Imagination Library, μὲ σκοπὸ τὴ δωρεὰν ἀποστολὴ βιβλίων σὲ παιδιὰ ἡλικίας ἕως 5 ἐτῶν. Κάθε βιβλίο ἀπευθύνεται προσωπικὰ σὲ συγκεκριμένο παιδί, μὲ σκοπὸ νὰ ἐγγυηθεῖ τὴν καθολικὴ πρόσβαση σὲ βιβλία καὶ νὰ ἐμπνεύσει μία διὰ βίου ἀγάπη γιὰ τὸ διάβασμα. Κάθε μῆνα διανέμει 3,5 ἑκατομμύρια βιβλία. Ὑποκλινόμαστε, We allways love you Ντόλλυ. Μακάρι ἡ δράση τῶν ἑταιρειῶν ΤΝ νὰ μὴν καταστρέψει τὴν προσπάθειά σου: γιὰ νὰ ἐμπνεύσει στὰ παιδιὰ τὴν διὰ βίου ἀγάπη γιὰ τὴν ἀνάγνωση καὶ τὸ βιβλίο.

Ὁ Παντελὴς Μπουκάλας, ἄνθρωπος τῶν δρόμων τῆς γραφῆς ἀλλὰ κάποτε καὶ χειρώναξ διακινητὴς τους, σημειώνει γιὰ τὰ βιβλία:

«Βαρὺ πράγμα τὸ βιβλίο. Καὶ κοφτερό. Δὲν μιλάω γιὰ τὸ συμβολικὸ βάρος τῶν νοημάτων ποὺ ἴσως κρύβουν οἱ σελίδες του οὔτε γιὰ τὶς ὀξύαιχμες ἰδέες ποὺ πιθανὸν νὰ κυοφοροῦν. Γιὰ τὸ καθαυτὸ βάρος του μιλάω, τὸ ὑλικό. Καὶ γιὰ τὴν κοφτερὴ κυριολεξία.[...] Τίποτε πιὸ βαρὺ ἀπὸ τὸ χαρτί, κι ἂς μοιάζει ἀέρινο. Καὶ πιὸ κοφτερό. Στὴ βιασύνη μου εἶχα ἀποκομίσει τὰ γδαρσιματάκια μου [...]»

 (Π. Μπουκάλας,  «Ἡ βαρύτητα τῶν βιβλίων» Τύρβη 25, Καλοκαίρι 2025, σ. 1).

 

Μὲ τὴ σάρωση τῶν βιβλίων ἀπὸ τὶς ἐφαρμογὲς μοντέλων ΤΝ τὸ βιβλίο χάνει καὶ τὸ φυσικό του βάρος, ἀλλὰ καὶ τὶς φυσικὲς κοφτερές του ἰδιότητες· ἀπὸ ἀέρινο γίνεται ἀέρας, ἀπὸ ἔντυπο χειροπιαστὸ ἐμφανίζεται πλέον ὡς ἴχνος ἠλεκτρονικό· ἀντὶ ὀσμῆς εὐωδίας τυπωμένου χαρτιοῦ, γίνεται ἄοσμη συγκέντρωση pixels καὶ ἀπὸ ἀνάσα ἔντυπου λόγου μετατρέπεται σέ, χωρὶς ἀνάσες, ὀθόνη νέων τεχνολογιῶν.Ἡ φυσικὴ μορφὴ τοῦ βιβλίου πλέον χάνεται καὶ ὁ χαρτῷος πολιτισμός, ἰδιαίτερα αὐτὸς τῶν παλαιοτέρων χρόνων, ἀπομειοῦται, ὑποχωρεῖ πρὸς δόξαν ὅσων εὔκολα πλέον ἐλέγχουν, ἐξουσιάζουν τὶς μηχανὲς διαχείρισης τῶν Μοντέλων Τεχνητῆς Νοημοσύνης. Ἔτσι, κι ὁ Βαγγέλης ὁ Γκαντάρας, ὁ συνταξιοῦχος βιβλιοπώλης τῶν Γρεβενῶν, δὲν θὰ ἔμπαινε στὸν πειρασμὸ νὰ ἀγοράσει, τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς του μάλιστα, τὴν Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ Δρανδάκη ἀντὶ γιὰ «σφυρίδες καὶ καραβιδάκια καὶ τσίπουρο Γρεβενιώτικο» καθὼς μᾶς μολογάει ὁ «Ἔμφρων» Ἀντώνης Παπαβασιλείου στὴν Τύρβη του!

«Σκοτώνουν τ’ ἄλογα ὅταν γεράσουν» τιτλοφορεῖται τὸ βιβλίο (1935) τοῦ Horace McCoy καὶ ἡ ὁμώνυμη, καὶ ἐμπνευσμένη ἀπὸ αὐτό, ταινία (1969) τοῦ Sydney Pollac. Ἔτσι, κατὰ ἑκατομμύρια μάλιστα, "Σκοτώνουν τὰ βιβλία ὅταν γεράσουν" τὰ ἐργαλεῖα τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης· καὶ τὰ πετοῦν, ἀφοῦ τὰ ἀπομυζήσουν, σὰν στυμμένες λεμονόκουπες.

                                                                                                  Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

*Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημερίδα Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1183, σ. 15-16.  




Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ († 6 ΑΥΓ. 1682)

 

Τὰ γυαλιά, τὰ ματογυάλια, τὰ «ὀφθαλμικὰ ὑελία»

τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη.

. Φορητὴ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Εὐγενίου τοῦ Αἰτωλοῦ.
Ἔργο (2026) τῆς Αἰκατερίνης Χαραλαμποπούλου.
Πρώτη φορὰ ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται
μὲ γυαλιὰ ὁράσεως, 
μὲ «ὀφθαλμικὰ ὑελία»
ὅπως τὰ ἀποκαλεῖ στὶς ἐπιστολές του.  

Ἀπὸ τὴ σωζόμενη Ἀλληλογραφία τοῦ Εὐγενίου Γιαννούλη διαπιστώνουμε ὅτι προμηθευόταν καὶ χρησιμοποιοῦσε γυαλιὰ ὁράσεως, προφανῶς μὲ φακοὺς πρεσβυωπίας, καθὼς στὶς ἐπιστολές του αὐτὲς παρουσιάζεται ὡς περίπου ἄνω τῶν 75 ἐτῶν· εὑρισκόμενος δηλαδή, ἤδη ἀπὸ χρόνια, σὲ γεροντικὴ ἡλικία, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ σὲ ἐπιστολή του, στὶς 30 Αὐγούστου 1672, ἀπὸ τὰ Βρανιανά, πρὸς τοὺς ἱερεῖς Ἰωάννες τῶν Τρικάλλων:

«Ἱερέων εὐλαβέστατοι καὶ θεοσεβέστατοι πρεσβυτέρων κύριοι Ἰωάνναι. [...]. Ὅλες γοῦν οἱ ἡλικίες τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἐδιάβηκαν, ἔμεινε μόνον εἰς ἡμᾶς ἡ γεροντικὴ μὲ πολλὰ πάθη· ἔμεινε, νὰ εἰποῦμεν ὡσὰν εἰς παράδειγμα, ὡσὰν μένει ἡ τρυγία τοῦ κρασίου, ξινὴ καὶ ἀνωφελὴς καὶ ἀχρεία, καὶ μετὰ ταῦτα ρίπτεται εἰς τὴν λεωφόρον καὶ πατᾶται ἀπὸ τοὺς διαβάτας· εἰς ταῦτα καταντίζει ἡ ἀνθρωπίνη ζωὴ θέλοντας οἱ ἄνθρωποι καὶ μή».

Λογικὸ εἶναι σὲ αὐτὴ τὴν ἡλικία τῆς ζωῆς του νὰ ἐμφανίζει προβλήματα μὲ τὴν ὅρασή του.Ἔτσι, στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀναφέρει τὴ χρήση ματογυαλίων:

«Τὰ ὑελία τὰ ἔδωκεν ὁ κυρ-Ἰωάννης· ἂν χαθοῦσι, τῆς ζημίας ὁ ὀφειλέτης εἰμὶ ἐγώ, ὅτι ἐγὼ εἰμὶ ἡ αἰτία τῆς ἀπωλείας. Ἐλπίζομεν ὅμως τὸ ἔλθιμον τῆς ὑμετέρας ἀγάπης καὶ ἂς μὴν μᾶς τὸ στερήσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν· ὑελία ηὕραμεν ἄλλα καὶ ἀναπληροῦσι τὴν χρείαν καὶ ἂς μὴν ἔχει πλέον φροντίδα διὰ ὑελία ἐδικά μας»

Μετὰ ἀπὸ ἐννέα ἔτη, σὲ ἄλλη ἐπιστολή του ἀπὸ τὰ Βρανιανά, στὶς 20 Σεπτ. 1681, ὅταν ἦταν περίπου 84 ἐτῶν, πρὸς τὸν παλαιὸ μαθητή του Γρηγόριο Μάνεση στὸ Αἰτωλικό, δηλώνει τὴν προμήθεια γυαλιῶν ὁράσεως μὲ ἀποστολέα τὸν παλαιὸ μαθητή του, τὸν ὁποῖο δὲν παραλείπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ: περισσότερο γιὰ τὴν προθυμία μὲ τὴν ὁποία ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημά του. Ἀναφέρει ἀπώλεια ὁράσεως ἀπὸ τὸν δεξιὸ ὀφθαλμὸ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ ὀφθαλμὸ σημειώνει ἀμυδρή, μειωμένη ὅραση:

Κώδ. Ι. Μ. Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους 693, φ. 34.
Χεὶρ Ἀθανασίου τοῦ Ἐλαχίστου, ἀδελφοῦ τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου
.

«Ἐλάβαμεν καὶ τὰ ὀφθαλμικὰ ὑελία, ἀλλ’ ἡ ὀπτικὴ δύναμη ἡ ἐδική μας ἡ δεξιὰ ἐσβήσθη παντάπασι· τοῦ ἑτέρου ὅμως ὀφθαλμοῦ βλέπει ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἀμυδρῶς πάνυ. Ὅμως ἐγὼ εὐχαριστῶ ὄχι τόσον εἰς τὰ ὑελία ἀλλὰ εἰς τὴν προθυμίαν καὶ τὸν καλόν της σκοπὸν ὁποῦ φέρνει πάντα πρὸς ἡμᾶς».


Μετὰ ἀπὸ ἕνα ἑξάμηνο περίπου, στὶς 5 Μαρτίου 1682, ἕξι μῆνες πρὶν τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του, σὲ ἄλλη ἐπιστολή του, ἀπὸ τὰ Βρανιανά, πρὸς τὸν Γρηγόριο Μάνεση στὸ Αἰτωλικό, ἀφοῦ ψέγει τὸν παλαιὸ μαθητή του ὅτι παραμελεῖ τὰ διδακτικά του καθήκοντα
‒σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο τὸν ἔστειλε στὸ Αἰτωλικό‒ σημειώνει ὅτι ἔχει χάσει σχεδὸν ὁλοκληρωτικὰ τὴν ὅρασή του καὶ χρειάζεται πλέον κάποιον γιὰ νὰ τὸν βοηθεῖ ὅταν βαδίζει:

«Ἐγὼ δὲν σὲ ἔπεμψα αὐτοῦ νὰ γεροντεύῃς καὶ νὰ ἀκολουθᾷς μητροπολίτας, ἀλλὰ νὰ διδάσκῃς καὶ νὰ δείχνῃς γράμματα. [...] Ἐπρόκρινα ἢ νὰ σὲ ἔχω μὲ λόγου μου νὰ μὲ πιάνῃ ἀπὸ τὸ χέρι νὰ σηκώνωμαι καὶ νὰ μοῦ δείχνῃς τὴν στράταν, ὁποῦ ἐτυφλώθηκα».

Ἡ ἁγιογράφος Αἰκατερίνη Χαραλαμποπούλου, μὲ βάση αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὸν ἅγιο Εὐγένιο, φιλοτέχνησε, πρόσφατα (2026), εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, ὅπου ἐμφανίζεται μὲ τὰ «ὀφθαλμικά του ὑελία»· κρατώντας στὸ δεξί του χέρι τὸ ἀργυροῦν «Ἅγιον Ποτήριον» ποὺ δώρησε στὴ Μονὴ Τατάρνας, ὅπου, περίπου τὸ 1616, ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης ὁ Αἰτωλὸς εἶχε χειροτονηθεῖ διάκονος.

                                                                                Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

π. ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (1897 - 1981)

 

π. Λάμπρος Κ. Θεοδώρου: «Α», ἡ «Ἀρχὴ τοῦ Κόσμου»*

π. Λάμπρος Κ. Θεοδώρου· τὸ 1976,
στὸν αὔλειο χῶρο
τοῦ ναοῦ τῆς 
Ἁγίας Παρασκευῆς Μεγ. Βραγγιανῶν. 
 

Στὰ κατάλοιπα τοῦ μακαριστοῦ ἱερέως Λάμπρου Κων. Θεοδώρου (Μεγ. Βραγγιανὰ Ἀγράφων 1897 – Πλαταμὼν Πιερίας, †21 Δεκεμβρίου 1981) βρέθηκε ἕνα χειρόγραφό του
, μὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ὀρθόδοξου ποιμαντικοῦ περιεχομένου. Ἀποστηθίζοντάς την, ἰδιαίτερα οἱ μαθητές, ἀποκτοῦν ὀρθόδοξη συνείδηση μέσα ἀπὸ τὴ Ζωὴ τοῦ Χριστοῦ: μὲ κορύφωση τὰ Πάθη Του καὶ τὴν Ἀνάστασή. Του.

Χαρακτηριστικὰ τοῦ π. Λάμπρου Θεοδώρου ἦσαν ἡ βαθιὰ καὶ ἀκλόνητη πίστη του στὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἡ μεγάλη του ἀγάπη καὶ φροντίδα γιὰ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὰ Μεγ. Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων καὶ τοὺς ἀνθρώπους τους, τὸ πνευματικό του ποίμνιο.

. «Ὁ ἐφημέριος Βραγγιανῶν Λάμπρος Θεοδώρου».
Ἡ ὑπογραφή του. 

Ἔγραφε διαρκῶς, χωρὶς νὰ περισπᾶται ἡ προσοχή του ἀπὸ τίποτε. Μελετοῦσε
δὲ ἀτελείωτες ὧρες καὶ ἡμέρες: ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοὺς μεγάλους θεολόγους καὶ θεμελιωτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς κλπ), ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες Κλασσικούς ( Πλάτων, Σωκράτης, Ἀριστοτέλης κλπ). Ἀκόμη, ἀντέγραφε παλαιὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ χειρόγραφα. Ἔτσι, ἔχοντας μελετήσει  τὴν πνευματικὴ αὐτὴ σύζευξη Ἑλληνισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ, διέθετε ἕνα πλούσιο πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ γλωσσικὸ «ὁπλοστάσιο», τὸ ὁποῖο καθιστοῦσε τὸν λόγο του γοητευτικὸ καὶ πειστικό. Ὁ λόγος του γινόταν κατανοητός, χρησιμοποιώντας τὴ λαϊκὴ καθομιλουμένη γλῶσσα. Ἔτσι, στήριζε τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη καὶ παράδοση τοῦ ἐκκλησιάσματός του.
Ἡ «Ἀλφαβητικὴ» ἀκροστιχίδα
τοῦ π. Λάμπρου Θεοδώρου. 

Προϊὸν αὐτῆς τῆς πνευματικῆς του συγκρότησης εἶναι καὶ ἡ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα ποὺ κατέγραψε σὲ χειρόγραφό του: παρακαταθηκη στὸ ποίμνιό του καὶ τοὺς ἐπιγενόμενους.

Α΄=  Ἀρχὴ τοῦ Κόσμου.

Β΄=  Βασιλεύει ὁ Κύριος.

Γ΄=  Γεννᾶτε ὁ Χριστός.

Δ΄=  Διὰ τῶν Ἀγγέλων χαίρεται.

Ε΄= Ἔφθασεν ὁ Κύριος.

Ζ΄=  Ζητοῦν τὸν Ἰησοῦν.

Η΄= Ἥλιος ἦτον καὶ ἔλαμψεν.

Θ΄=  Θεοτόκος τὸν ἐγέννησεν.

Ι΄ =  Ἰωάννης τὸν ἐβάπτισεν.

Κ΄=  Κάλαμος τὸν ἔδραμε.

Λ΄=  Λαὸς τὸν ἐτριγύρισε.

Μ΄=  Μυριάδες χιλιάδες.

Ν΄=  Νύχτα τὸν ἐπιάσανε.

Ξ΄=  Ξύδι τὸν ἐποτίσανε καὶ καπνιά.

Ο΄=  Ὁ Πιλάτος τὸν ἐρώτησε.

Π΄=  Ποῖος εἶσαι ἐσύ;

Ρ΄=  Ῥωμαῖος εἰμὶ ἐγώ.

Σ΄=  Σεῖς τὸν ἐσταυρώνετε.

Τ΄=  Ταῦτα ὁποῦ ἔπαθε.

Υ΄= Ὑψηλὰ τὸν ἀνεβάσανε.

Φ΄= Φίλος τὸν ἐπρόδωσε.

Χ΄=  Χύθηκε τὸ αἷμα Του.\

Ψ΄=  Ψυχὴ δὲν Τοῦ ἀπέμεεινεν.

Ω΄=  Ὦ, τὸ μέγα τὸ καλό, Ἀνεστήθη ὁ Χριστὸς ἡ χαρὰ τῶν Ῥωμιῶν καὶ ἡ λύπη τῶν ἐχθρῶν Του.

Κωνσταντῖνος Σπ. 

* Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΡΑΓΓΙΑΝΑ ("Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων"), φ. 106, Ἀπρ.-Μαΐος-Ἰούνιος 2026, σ. 5.

 

 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

π. ΒΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ: ''ΧΡΥΣΕ ΖΩΗΣ ΑΕΡΑ, ΦΥΣΑ ΩΣ ΕΜΑΣ'' *

 

Τὸ πραγματικό, οἱ αἰσθήσεις, δὲν ἐξανλοῦν τὴν ἀλήθεια.

«Ἂν καὶ τίποτε δὲν ξαναφέρνει τὴν ὥρα

Τῆς λάμψης τοῦ χορταριοῦ,

Τῆς δόξας τοῦ ἀνθοῦ,

 δὲν θὰ λυπηθοῦμε,

ἀλλὰ θὰ βροῦμε τὴ δύναμη

σὲ αὐτὰ ποὺ ἀπόμειναν» [1]

 

π. Βασίλειος Χριστοδούλου,

Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα

φύσα ὣς ἐμᾶς, ἐκδ. Γρηγόρη,

Ἀθήνα 2026, σελ.472.




 

 

Μόνο ὁ ποιητικὸς τίτλος, Χρυσὲ ζωῆς ἀέρα φύσα ὣς ἐμᾶς, μὲ τὴν ἐμφανῆ πρωτοτυπία του, τοῦ συγγραφικοῦ πονήματος τοῦ π. Βασιλείου Χριστοδούλου, δίδει τὸ ἐρέθισμα, προσκαλεῖ καὶ προκαλεῖ ‒χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ κίνητρο τοῦ συγγραφέα‒, τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει τὸ ἔργο. Ἡ προσθήκη τοῦ ὑποτίτλου: Λογοτεχνικὰ κείμενα σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, ὑποψιάζει τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὴν θεματικὴ ποὺ πραγματεύεται ὁ π. Χριστοδούλου.

Στὸ βιβλίο ἀναλύονται θεολογικά, ἀλλὰ κυρίως μὲ στόχο μία ποιμαντικὴ προσέγγιση, ‒χωρὶς ἀκαδημαϊκὴ καὶ θεωρητικὴ στόχευση‒ πέντε λογοτεχνικὰ ἔργα. Τὸ κάθε ἔργο ἀντιπροσωπεύει ἕνα λογοτεχνικὸ εἶδος. Πρόκειται γιὰ ἕνα θεατρικὸ ἔργο, ἕνα ποίημα, μία νουβέλα, ἕνα δοκίμιο καὶ ἕνα διήγημα. Ἡ ποιμαντικὴ ἀνάλυση ἔχει ὡς σκοπό, μέσῳ τοῦ διαλόγου τῶν χώρων τῆς Λογοτεχνίας καὶ τῆς Θεολογίας, μὲ ἔργα ποὺ δὲν εἶναι θρησκευτικὰ ἢ θεολογικά, νὰ φωτίσει ὑπαρξιακὰ καὶ ποιμαντικὰ ζητήματα καὶ ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ζωῆς μας.

Τὸ βιβλίο ἀπευθύνεται στὸ εὐρὺ ἀναγνωστικὸ κοινό: καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ διαθέτουν ἕνα ἐπίπεδο κατανόησης τέτοιων κειμένων ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους μὲ ἕνα πιὸ ἁπλὸ πλησίασμα σὲ ἀναγνώσεις λογοτεχνικῶν ἔργων, καθὼς μιλοῦν περισσότερο στὴν καρδιά, στὸ συναίσθημα τοῦ ἀναγνώστη. Κινεῖται σὲ χώρους ἀσυνήθιστους σὲ κληρικούς, καὶ γενικότερα ἐκκλησιαστικούς. Αὐτὸ ὀφείλεται, κυρίως, στὰ λεγόμενα στεγανὰ τῆς σκέψης ποὺ παρουσιάζουν αὐτοὶ οἱ χῶροι, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν νὰ προσλάβουμε ἐξαιρετικὰ σπουδαῖα λόγια στὴ ζωή μας. Αὐτὰ σὲ μία προσπάθεια νὰ ἀνοίξουν δρόμοι συνάντησης μὲ τὸν Θεό, καθὼς ὁ Θεὸς ἀγκαλιάζει ὅλες τὶς ἀνθρώπινες προσπάθειες γιὰ νὰ κερδίσουν τὴ ζωὴ καὶ ὄχι ἁπλὰ τὴν ἐπιβίωση.

Κατὰ τὸν συγγραφέα: στὰ λογοτεχνικὰ ἔργα κρύβεται ἡ ἀγωνία ἑνὸς ἀνθρώπου νὰ ξεπεράσει τὸν θάνατο, νὰ ἀπαντήσει σὲ μεγάλα ὑπαρξιακὰ ζητήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὴν ἀνρώπινη ὕπαρξη ἀπὸ τότε ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της. Ἔτσι, βλέπει τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ εἶναι κατάστικτα ἀπὸ τὰ ἴχνη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ συναντηθεῖ ‒εἴτε αὐτὸ γίνεται ἑκούσια ἢ ἀκούσια‒ μὲ αὐτὰ ποὺ τὸν ὑπερβαίνουν· καὶ μὲ τὸν Θεό.

Ὁ π. Βασίλειος Χριστοδούλου θεωρεῖ ὅτι εἶναι λανθασμένη ἡ προσέγγιση, ἡ ἐκτίμηση ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου μὲ γνώμονα τὸν τρόπο ζωῆς, τὶς θέσεις τοῦ δημιουργοῦ του. Πρέπει νὰ ἐκτιμοῦμε ἕνα ἔργο Τέχνης γενικότερα αὐτοτελῶς, χωρὶς νὰ λαβάνονται ὑπ’ὄψιν ‒ἀκόμη κι ἂν εἶχαν ἐκφράσει οἱ δημιουργοί τους‒ ἀπόψεις ποὺ δὲν συνάδουν μὲ τὶς θεολογικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Κρίνουμε  ἕνα ἔργο Τέχνης χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς ὑπόδειγμα τὸν δημιουργό του· χωρὶς νὰ ἔχουμε ὡς παράδειγμα τὴν προσωπικὴ ζωὴ τοῦ συγγραφέα. Σὲ κάθε ἔργο Τέχνης μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ ἡ λάμψη τῆς θεϊκῆς παρουσίας.

Πραγματεύεται, ἐπιλέγει καὶ ἀναλύει θεολογικὰ καὶ ποιμαντικὰ τὴ Λογοτεχνία γιὰ νὰ συνδιαλλαγεῖ μὲ τὴν Θεολογία, καὶ ὄχι ἄλλη μορφὴ Τέχνης, γιατὶ θεωρεῖ ὅτι στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα ἐνυπάρχει καὶ εἶναι κυρίαρχη ἡ παρουσία τοῦ λόγου· ὅπως ἄλλωστε καὶ στὴ ζωή μας. Εἶναι ὁ λόγος, μὲ τὴν ἀμεσότητά του, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο κοινωνοῦμε τὴν ὕπαρξή μας. Ἐξάλλου, ἡ εὐρύτητα τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, ἡ ποικιλία τῶν μορφῶν του, ἐπιτρέπει στὸν καθένα νὰ βρεῖ ἕναν δικό του ἰδανικὸ χῶρο ἀνάπαυσης. Νὰ βρεῖ τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ταιριάζει, ποὺ τὸν ἱκανοποιεῖ περισσότερο.

Οἱ ἄλλες μορφὲς Τέχνης ( ζωγραφική, γλυπτική, ἀρχιτεκτονική ) ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶναι εὔκολα ἀποκωδικοποιήσιμες, ἑρμηνεύσιμες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπαιτοῦν ἀρκετὸ χρόνο καὶ δαπάνη γιὰ νὰ ἔλθει κανεὶς σὲ συνδιαλλαγὴ μαζί τους. Ἡ Λογοτεχνία ἀντίθετα μὲ τὴν ἀμεσότητα τοῦ λόγου ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἐξηγεῖ, νὰ ὁδηγεῖ σὲ κάποιο ἀποτέλεσμα· καὶ ὁ ἀναγνώστης νὰ μπορεῖ νὰ πορεύεται στοὺς ἴδιους δρόμους: νὰ συνδημιουργεῖ μὲ τοὺς ἥρωες τῶν ἔργων.

Τὰ ἔργα ποὺ ἀναλύονται δὲν εἶναι, ἔστω καὶ μὲ τὴν εὐρεία ἔννοια τοῦ ὅρου, θρησκευτικά. Ὅμως, ἀνοίγουν νέους δρόμους κατανόησης τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξής μας. Προσφέρεται στὸν ἀναγνώστη ἡ γεύση πρωτόγνωρων ἀναγνωστικῶν ἐμπειρειῶν· ἀποτελοῦν μία εὐκαιρία δοκιμῆς ἑνὸς νέου δρόμου στὴ ζωή μας: ἕναν ἄμεσο τρόπο κοινωνίας μὲ ἕνα ἀριστούργημα τοῦ γραπτοῦ λόγου.

Ὁ ἀναγνώστης καλεῖται νὰ διαβάσει τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα καὶ τὴν ἀνάλυσή τους, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι ὁ Θεὸς πνέει τὰ χαρίσματά του παντοῦ· χωρὶς νὰ περιορίζεται. Ὁ συγγραφέας- δημιουργὸς μπορεῖ νὰ καταθέτει συγκλονιστικὲς στιγμὲς συνάντησης καὶ οἰκείωσης μὲ τὸ θεῖο χωρὶς καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὸ γνωρίζει.

Ὁ π. Χριστοδούλου δηλώνει ὅτι, ἐνδεχομένως, ὁ Θεὸς αἰσθάνεται πιὸ ἄνετα στὶς γραφὲς ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ προσδιορίζεται ὡς μὴ θρησκευόμενος καθὼς ἐκεῖ «βαδίζει ἥσυχα καὶ ἀφανῶς στὶς μύτες τῶν λέξεων» καὶ ὄχι σὲ βαρύγδουπες γραφὲς ὅσων αὐτοπροσδιορίζονταιι ὡς θρησκευτικοί· ποὺ  στριμώχνουν τὸν Θεὸ στὶς δικές τους ἀντιλήψεις καὶ βεβαιότητες.

Ὁ τίτλος, μὲ τὸ «Χρυσὲ ζωῆς», ἐκφράζει αὐτὸ τὸ πολύτιμο ποὺ περιέχουν αὐτὲς οἱ γραφές· πολύτιμες δηλαδὴ παρακαταθῆκες μυστηρίου καὶ μυστικῶν τοπίων τῶν δημιουργῶν τους. Εἶναι ζωογόνα κείμενα ποὺ σὲ δύσκολες περιστάσεις μᾶς κρατοῦν στὴ ζωή.[2] Εἶναι ζωογόνος ἀέρας ἡ Λογοτεχνία. Ἡ παράκληση «φύσα» παραπέμει στὴν εὐχὴ ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι νὰ καταστοῦν μέτοχοι αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ ζωῆς.

 Ὁ κόσμος, ὅσο περισσότεροι ἄνθρωποι, θὰ γίνουν κοινωνοὶ αὐτῆς τῆς ὀμορφιᾶς τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων καὶ τῆς ἀναλυσής τους ἀπὸ θεολογικὴ καὶ ποιμαντικὴ θέαση.

Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου δηλώνεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἡ πρόθεσή του νὰ ἀκολουθήσει, στὰ ἴχνη τῆς Λογοτεχνίας, τὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καθὼς πιστεύεται ὅτι ἡ λογοτεχνία εἶναι «ἕνα σύμπαν κατάστικτο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ».

Στὸ βιβλίο ἀναλύονται, σκιαγραφοῦνται σὲ θεολογικὴ ὑποδοχή, τὰ ἑξῆς λογοτεχνικὰ ἔργα:

 

1. Ἡ μικρή μας πόλη τοῦ Θόρντον Ουάϊλντερ (θεατρικό)

Σκιαγραφεῖται, ἡ καθημερινὴ ζωὴ τῶν κατοίκων μιᾶς φανταστικῆς πόλης τοῦ ἀμερικανικοῦ νότου: οἱ ἐρωτικὲς σχέσεις, ὁ γάμος, ὁ θάνατος καὶ ἡ αἰωνιότητα. Στὸ θεατρικό αὐτὸ ἀναλύεται: «Ἡ βασανιστικὴ συνύπαρξη ὅλων τῶν ἐπιπέδων τοῦ χρόνου (παρελθόν, παρόν, μέλλον) σ’ ἕνα φευγαλέο παρόν,[3] μία συνύπαρξη, μὲ τὴ γνωστὴ καὶ πρὸ αἰώνων τετελεσμένη καταληξή της, τὸν θάνατο, ποὺ καταφέρνει λογοτεχνικὰ νὰ παρουσιάσει ὁ Ουάϊλντερ μέσα στὴ Μικρή μας πόλη». Ἐνῷ διερωτᾶται:

«Μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μὴ λές ὁλόκληρη, πὲς ἐλάχιστη, ποὺ σ’ἀφήνει εὔκολα νὰ φύγεις, πῶς θὰ τὴ ζήσουμε; Πῶς θὰ τὴν περάσουμε τόσο πρόσκαιροι καὶ φευγαλέοι»;

 

2. Ἡ μπαλάντα τοῦ Οὔρι (Ποίημα)

 

«Οὐρανὲ

ὄχι δὲν θὰ πῶ τὸ ναί,

οὐρανὲ

φίλε μακρινέ.

Πῶς νὰ δεχθῶ

ἄλλης ἀγκαλιᾶς τὴ στοργὴ

πῶς νὰ δεχτῶ

μάνα μου εἶναι ἡ γῆ.

Πῶς ν’ἀρνηθῶ

Τῆς ζωῆς τὸ φῶς τὸ ξανθό

ἄχ, οὐρανὲ

πόνε μακρινέ. [...]

 

Ποίημα τοῦ Νίκου Γκάτσου τὸ ὁποῖο μελοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μάνο Χατζιδάκι. Οἱ στίχοι τοῦ ποιήματος ἀναφέρονται στὴν προσπάθεια ἰσορροπίας, στὸν ἐσωτερικό του κόσμο, τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ κινεῖται, μετεωριζόμενος στὰ ὅρια ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν, ψυχικοῦ καὶ σωματικοῦ· μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς.

Τὸ ποίημα ἀποτυπώνει τὸν ἐσωτερικὸ σπαραγμὸ καὶ τὴ δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀποχωριστεῖ τὴν ἀσφάλεια τοῦ ἐδῶ:

«... ὁ ἄνθρωπος ἀκούει τὴν ψυχή του νὰ ζητᾷ τὸν οὐρανὸ καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη τοῦ σώματος νὰ παραμείνει στὰ ἴχνη τῶν αἰσθήσεων [...] Μία προσέγγιση γεμάτη ὑποσχέσεις πουλιῶν, ἡλιοστάλακτων γιορτῶν καὶ μὲ τὸ φλὲρτ ἑνὸς ὠκεάνιου πλάτους ποὺ ‒προαιώνια μᾶλλον‒ ὀφείλεται στὸν ἄνθρωπο».

 

3.Ἡ στενὴ πύλη τοῦ Ἀ. Ζίντ (νουβέλα)

Ὁ ἔρωτας καὶ ἡ θυσία, ἡ ἐπιρροὴ τῆς θρησκείας καὶ ἡ πίστη στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἀρετὴ τῆς ἁγιότητος, σχολιάζονται μέσα ἀπὸ τὴν πορεία ζωῆς τῶν ἡρώων τοῦ ἔργου: τῆς Ἀλίσια καὶ τοῦ Ζερόμ.

 

4. Πείνα καὶ δίψα, τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ (δοκίμιο)

Πραγματεύεται τὴν ἔννοια τοῦ πάθους ἀλλὰ στὴν θετικὴ γόνιμη διάστασή του· ὄχι μὲ πρόσημο ἁμαρτίας, ὅπως τοὐλάχιστον ἀντιμετωπίζεται στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Θεωρεῖ, ἀναλύει τὸ πάθος ὡς ὁρμὴ ζωῆς, ἐνῶ σχολιάζεται πνευματικά, ποιμαντικά, ἡ δύναμη τῆς μοναξιᾶς ὡς πάθους καὶ δίψας τοῦ ἀπολύτου καὶ τῆς ἀγάπης.

5. Ἡ φάλαινα τοῦ Πὼλ Γκαντέν.

Ἕνα καφκικῆς ἀτμόσφαιρας διήγημα ποὺ περιγράφει τὴ συνάντηση ἑνὸς ζευγαριοῦ, τὸ ὁποῖο βρίσκεται σὲ ἕνα εἶδος ὑπαρξιακῆς νωχέλειας, μὲ μία φάλαινα ἡ ὁποία βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀποσύνθεσης.

Ὁ συγγραφέας προβάλλει τὴν πτώση ἑνὸς μεγαλείου. Στοχάζεται πῶς ἕνα τεράστιο κῆτος ποὺ ὄργωνε τὰ πελάγη τώρα εἶναι μιὰ μάζα σὲ ἀποσύνθεση. Ἔτσι τίθεται τὸ ζήτημα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ποὺ καταρρέει. Εἶναι ἡ κρυμμένη, ἡ ἀθέατη τραγωδία μιᾶς αὐτάρκειας, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐξαιρετικὰ εὔθραυστη.

Ἡ Λογοτεχνία καθίσταται μία ἀντιστασιακὴ πράξη ποὺ κραυγάζει ὅτι ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν μᾶς φτάνει. Ὅτι ἡ ὁρμὴ ζωῆς, δημιουργίας, ἀγάπης, προσφορᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλεῖται στὰ λίγα χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς.[4] Ἡ ὕπαρξη τῆς Λογοτεχνίας σ’ αὐτὸ στηρίζεται. Εἶναι μία πράξη διαμαρτυρίας: ὅτι ἀπαιτοῦμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς συνέχειας γιὰ ἕναν ἄλλο καλλίτερο κόσμο. Εἶναι ἡ ὑποψία, τὸ ἄρωμα μιᾶς συνέχειας.

Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης

 *Πρώτη ἔντυπη δημοσίευση στὴν ἐφημ. Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδονίας (τῶν Γρεβενῶν), φ. 1178, 17.7.2026, σ. 16-17.



[1] Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὸ ποίημα «ᾨδὴ: Διατάσεις τῆς Ἀθανασίας ἀπὸ Ἀναμνήσεις τῆς Παιδικῆς Ἡλικίας» τοῦ Ἄγγλου ποιητῆ WilliamWordsworth (1770 – 1850). Οἱ στίχοι ἐνέπνευσαν τὸν τίτλο τῆς ταινίας Splendor in the grass [ Ἑλλ: Πυρετὸς στὸ αἷμα] τοῦ Ἐλ. Καζάν (1961). Ἀποτελοῦν τὸν κεντρικὸ καὶ συναισθηματικὸ ἄξονα τῆς ταινίας, στὴν διάρκεια τῆς ὁποίας οἱ στίχοι ἀκούγονται ὡς μοτίβο.

 

[2] «Θυμᾶμαι κάποια φορὰ ἦλθε καὶ μὲ βρῆκε στὴν ἐκκλησία ἕνας πολὺ πονεμένος. Ἤθελε νὰ πεθάνει μοῦ ἔλεγε. Δὲν ἤξερα τί νὰ κάνω. Ἦταν Μεγαλοβδομάδα. Εἶχα μαζί μου τὰ Πασχαλινὰ διηγήματα τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου. [...] Τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ διαβάσει, ἂν ἤθελε, ἕνα διήγημα πασχαλινό. Τοῦ εἶπα πὼς ἤμουν πολὺ κουρασμένος, καὶ ἤμουν, καὶ θὰ μ’ἐξυπηρετοῦσε μ’ αὐτὸ. Κι ὕστερα θὰ μιλάγαμε γιὰ τὰ δικά μου. Ἐκεῖνος [...] ἄρχισε νὰ διαβάζει σιγά-σιγὰ τὸν ‘‘Λαμπριάτικο Ψάλτη’’. Καὶ διαβάζοντας ἄρχισε λίγο-λίγο νὰ συνέρχεται. Ἔβλεπα τὸ πρόσωπό του νὰ ἀλλάζει. Ἔλαμπε ἀγάλι -ἀγάλι ἡ θωριά του. Διάβασεν ἀρκετά. Κάποια στιγμὴ ἄρχισε νὰ κλαίει. Ἔσκυψε καὶ μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Καὶ εἶπε μὲ χαρμολύπη: ‘‘παππούλη, τί μοῦ ἔκανες; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαβάζω; Γιατὶ ἔφυγε ὁ πόνος ἀπὸ μέσα μου κι ἀλάφρωσεν ἡ ψυχή μου;’’ Κι ἔκλαιγεν, ὅλο ἔκλαιγε ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμό. [...] Καὶ ἔφυγεν ὁ ἄνθρωπος πουλάκι. Ἤθελε νὰ ζήσει»· Ἀρχ. Ἀνανίας Κουστένης, «Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη, Ἀκτὴ 65 (Φεβρ. 2001) 367-368.

[3]  «Προσβλέποντας στὴ μεγάλη ἀθανασία [...] Ἀρνοῦμαι νὰ χαθῶ μαζὶ μὲ τὸ παρὸν καὶ μὲ τὶς φροντίδες του· θέλω νὰ ξεπεράσω τὸν ἑαυτό μου , νὰ γίνω μέρος τῆς Ἱστορίας, γιατὶ ἡ ἱστορία εἶναι αἰώνια μνήμη»· Μίλαν Κούντερα, Ἀθανασία, μεταφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1991, σ. 201.

[4] «Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ περάσει μία ζωὴ ἀναζητώντας τὴν Εὐκαιρία, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ καθοριστικὴ στιγμή, αὐτὴ ποὺ δικαιώνει τὴ γέννηση καὶ τὸν θάνατο, ἔχει πιὰ περάσει. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιστρέψει, ἀλλὰ ὑπῆρξε, ἀναπότρεπτα πλήρης, ἐκθαμβωτικὴ καὶ πλουσιοπάροχη, ὅπως κάθε ἀποκάλυψη»· Βλ. Οὐμπέρτο Ἔκο, Τὸ Ἐκκρεμὲς τοῦ Φουκώ, ἐκδ. Γνώση, Ἀθήνα 1990, σ. 807.